ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

LAILA MEDINA

της 24ης Φεβρουαρίου 2022 ( 1 )

Υπόθεση C‑588/20

Landkreis Northeim

κατά

Daimler AG,

παρισταμένων των:

Iveco Magirus AG,

TRATON SE, πρώην MAN SE,

MAN Truck & Bus AG,

MAN Truck & Bus Deutschland GmbH,

Schönmackers Umweltdienste GmbH & Co. KG

[αίτηση του Landgericht Hannover (περιφερειακού δικαστηρίου,
Αννόβερο, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Αγωγή αποκατάστασης ζημίας προκληθείσας από πρακτική η οποία κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται παράβαση – Διαδικασία διευθετήσεως διαφορών – Προϊόντα που αφορά η παράβαση – Φορτηγά – Ειδικά οχήματα – Απορριμματοφόρα»

1.

Η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή του Landgericht Hannover (περιφερειακού δικαστηρίου, Αννόβερο, Γερμανία) αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2016 –C(2016) 4673 τελικό– σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση AT.39824 – Φορτηγά) (στο εξής: απόφαση) ( 2 ). Στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε το ύψιστο πρόστιμο που έχει μέχρι σήμερα επιβληθεί σε σύμπραξη, ανά επιμέρους υπόθεση: ήτοι 2,93 δισεκατομμύρια ευρώ (και, συνολικά, 3,81 δισεκατομμύρια ευρώ ( 3 )) σε κατασκευαστές φορτηγών για συμμετοχή σε σύμπραξη με σκοπό την τεχνητή αύξηση των τιμών για τα φορτηγά και τη μετακύλιση των δαπανών τηρήσεως αυστηρότερων κανόνων εκπομπών σε διάστημα 14 ετών. Η υπό κρίση αίτηση προέκυψε στο πλαίσιο μιας «αγωγής τύπου follow-on», όπως αποκαλείται, μεταξύ της Landkreis Northeim (διοικητικής περιφέρειας Northeim, Γερμανία, στο εξής: περιφέρεια Northeim) και της Daimler AG (στο εξής: Daimler). Η περιφέρεια Northeim ζητεί από την Daimler να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν από πρακτική απαγορευόμενη από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ) όσον αφορά απορριμματοφόρα τα οποία αγόρασε από την Daimler.

2.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η απόφαση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα ειδικά οχήματα, και ιδίως τα απορριμματοφόρα, εμπίπτουν στην έννοια των «προϊόντων που αφορά η παράβαση» για τους σκοπούς της εν λόγω αποφάσεως.

I. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

3.

Κατά τα έτη 2006 και 2007, η περιφέρεια Northeim (οργανισμός δημοσίου δικαίου) αγόρασε από την Daimler δύο φορτηγά συλλογής οικιακών απορριμμάτων στην τιμή των 146740,00 ευρώ και 146586,58 ευρώ, αντιστοίχως, κατόπιν διενέργειας δημόσιου διαγωνισμού ως προς εκάστη αγορά.

4.

Στις 19 Ιουλίου 2016, στο πλαίσιο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση.

5.

Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αρκετοί κατασκευαστές φορτηγών διεθνούς εμβέλειας, μεταξύ των οποίων οι Daimler, MAN και Iveco Magirus, είχαν παραβεί το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ. Η παράβαση συνίστατο σε αθέμιτες συμφωνίες σχετικά με τις τιμές και τις αυξήσεις των μικτών τιμών στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) για τα φορτηγά βάρους μεταξύ 6 και 16 τόνων («μεσαία φορτηγά») ή βάρους άνω των 16 τόνων («βαρέα φορτηγά») και στη μετακύλιση των δαπανών για την εισαγωγή τεχνολογιών εκπομπών για τα εν λόγω φορτηγά που απαιτούνται από τα πρότυπα ΕURO 3 έως 6. Η παράβαση αφορούσε ολόκληρο τον ΕΟΧ και διήρκεσε από τις 17 Ιανουαρίου 1997 έως τις 18 Ιανουαρίου 2011 (στο εξής: σύμπραξη).

6.

Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως, η περιφέρεια Northeim άσκησε ενώπιον του Landgericht Hannover (περιφερειακού δικαστηρίου, Αννόβερο) αγωγή αποζημιώσεως κατά της Daimler. Με την εν λόγω αγωγή ζητείται η αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που υπέστη η εν λόγω περιφέρεια συνεπεία των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στις οποίες είχε εμπλακεί η Daimler. Η ως άνω αγωγή συνιστά, όσον αφορά την εν λόγω επιχείρηση, «αγωγή τύπου follow-on» (αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατόπιν τελεσίδικης αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ).

7.

Η περιφέρεια Northeim υποστηρίζει ότι τα απορριμματοφόρα που αγόρασε από την Daimler εμπίπτουν στον ορισμό των «φορτηγών» που διαλαμβάνεται στην απόφαση. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο γράμμα της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο δεν εξαιρεί ρητώς τα ειδικά οχήματα ( 4 ).

8.

Αντιθέτως, η Daimler υποστηρίζει, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι τα εν λόγω απορριμματοφόρα δεν εμπίπτουν στην απόφαση, διότι πρόκειται για ειδικά οχήματα. Την ως άνω θέση της στηρίζει στο γεγονός ότι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, η Επιτροπή προσδιόρισε το αντικείμενο των ερευνών της στο πλαίσιο της αιτήσεως παροχής πληροφοριών της 30ής Ιουνίου 2015 (στο εξής: αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015) την οποία απηύθυνε στην Daimler, επισημαίνοντας ότι ο όρος «φορτηγό» δεν καλύπτει τα μεταχειρισμένα φορτηγά, τα ειδικά οχήματα (π.χ. στρατιωτικά οχήματα, πυροσβεστικά οχήματα), τα μεταπωλούμενα πρόσθετα στοιχεία [τα αποκαλούμενα «add-ons»], τις υπηρεσίες μετά την πώληση και άλλες υπηρεσίες και εγγυήσεις.

9.

Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 ( 5 ), κατά τις οποίες, όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ποια προϊόντα αφορά η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμπραξη. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, σε εθνικό επίπεδο, η νομολογία σχετικά με το αν τα ειδικά οχήματα εμπίπτουν στην έννοια των «φορτηγών» κατά την έννοια της αποφάσεως δεν παρουσιάζει ομοιομορφία, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα απορριμματοφόρα εξαιρούνται από τα προϊόντα που αφορά η εν λόγω σύμπραξη.

10.

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, στην αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε, αφενός, ότι «[τ]α προϊόντα που αφορά η παράβαση είναι φορτηγά βάρους μεταξύ 6 και 16 τόνων (“μεσαία φορτηγά”) και φορτηγά βάρους άνω των 16 τόνων (“βαρέα φορτηγά”) τόσο άκαμπτα φορτηγά όσο και ρυμουλκά φορτηγά»· και, αφετέρου, ότι τα «φορτηγά για στρατιωτική χρήση» εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως.

11.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, αφενός, ότι η διατύπωση που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να περιγράψει τα προϊόντα που αφορά η παράβαση μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, μόνον τα «κοινά» φορτηγά –εξαιρουμένων των προοριζομένων για στρατιωτική χρήση– και ότι, ελλείψει ρητής αναφοράς, τα ειδικά οχήματα, συμπεριλαμβανομένων των απορριμματοφόρων, εξαιρούνται από την έννοια των «φορτηγών» που χρησιμοποιεί η Επιτροπή, δεδομένου ότι εμπίπτουν στην έννοια των «άλλων προϊόντων» ( 6 ).

12.

Αφετέρου, κατά το εν λόγω δικαστήριο, η ίδια αυτή διατύπωση μπορεί επίσης να νοηθεί υπό την έννοια ότι ο όρος «φορτηγά» καλύπτει όλα τα είδη φορτηγών, ήτοι περιλαμβάνει όλα τα είδη ειδικών οχημάτων –με την εξαίρεση των φορτηγών για στρατιωτική χρήση.

13.

Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τις συνέπειες που έχει η αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015 επί του καθορισμού των προϊόντων τα οποία αφορά η παράβαση. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το γεγονός ότι η Επιτροπή ανέφερε ότι, για τους σκοπούς της εν λόγω αιτήσεως, η έννοια των φορτηγών δεν περιλαμβάνει τα μεταχειρισμένα φορτηγά ή τα ειδικά οχήματα (ιδίως τα στρατιωτικά οχήματα, τα πυροσβεστικά οχήματα) σημαίνει ότι πρόκειται απλώς για ενδεικτικό κατάλογο και όχι για εξαντλητικό κατάλογο των ειδικών οχημάτων.

14.

Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών η οποία κινήθηκε από την Επιτροπή κατόπιν αιτήσεων που υποβλήθηκαν στο εν λόγω θεσμικό όργανο από τα εμπλεκόμενα στην ως άνω διαδικασία μέρη. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται σχετικά με την επιρροή που ασκεί το γεγονός ότι η έκταση της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς καθορίζεται στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

15.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Hannover (περιφερειακό δικαστήριο, Αννόβερο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει η εκδοθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της [Σ]υμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39824 – Φορτηγά) απόφαση της [Επιτροπής] της 19ης Ιουλίου 2016 –C(2016) 4673 τελικό– την έννοια ότι οι διαπιστώσεις της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής καλύπτουν επίσης […] ειδικά οχήματα, ιδίως δε απορριμματοφόρα;»

16.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η περιφέρεια Northeim, η Schönmackers Umweltdienste GmbH & Co. KG (στο εξής: Schönmackers), η Daimler, η TRATON SE (πρώην MAN), η Iveco Magirus, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Όλοι οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία (πλην της Αυστριακής Κυβερνήσεως) έκαναν επίσης χρήση της δυνατότητας να αναπτύξουν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.

II. Ανάλυση

Α. Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων των μετεχόντων στη διαδικασία

17.

Η περιφέρεια Northeim υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη διότι η Daimler δεν άσκησε, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το δικαίωμά της προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως προσφεύγοντας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά των εθνικών μέτρων εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως. Τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από το κύρος πράξεως της Ένωσης, οπότε δεν είναι πλέον δυνατή η υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος της αποφάσεως.

18.

H Schönmackers, η οποία παρενέβη υπέρ της περιφέρειας Northeim, υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.

19.

Επικουρικώς, η περιφέρεια Northeim και η Schönmackers υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή στην ερμηνεία της αποφάσεως.

20.

Δεύτερον, η περιφέρεια Northeim και η Schönmackers φρονούν ότι από κανένα στοιχείο της αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα απορριμματοφόρα αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως.

21.

Περαιτέρω, κατά την περιφέρεια Northeim, τόσο τα φορτηγά όσο και τα ειδικά οχήματα εμπίπτουν στην κατηγορία οχημάτων Ν υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2018/858 ( 7 ). Η εν λόγω διαπίστωση στηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2019/631 ( 8 ) και αυτό του κανονισμού (ΕΕ) 2018/956 ( 9 ) περιλαμβάνουν, εν γένει, τα επαγγελματικά οχήματα που εμπίπτουν στην κατηγορία Ν.

22.

Περαιτέρω, η περιφέρεια Northeim υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας 2006/126/ΕΚ ( 10 ), η διάκριση των οχημάτων ανά κατηγορία γίνεται αποκλειστικά βάσει του βάρους των οχημάτων, του μέγιστου αριθμού των προσώπων που μπορούν να μεταφερθούν με το όχημα αυτό και του κατώτατου ορίου ηλικίας από την οποία μπορεί να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο να οδηγεί το όχημα.

23.

Επιπλέον, κατά τη περιφέρεια Northeim, το γεγονός ότι τα απορριμματοφόρα εμπίπτουν στην κατηγορία των «φορτηγών» αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τον κατάλογο των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους τον οποίο έχει καταρτίσει η Kraftfahrt-Bundesamt (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία μηχανοκίνητων αυτοκινήτων, Γερμανία). Στον εν λόγω κατάλογο τα απορριμματοφόρα έχουν ταξινομηθεί ως «φορτηγά συλλογής οικιακών απορριμμάτων».

24.

Η Daimler, υποστηριζόμενη από τις MAN και Iveco Magirus, προβάλλει ότι τα ειδικά οχήματα δεν αποτελούν φορτηγά όσον αφορά την απόφαση.

25.

Οι εν λόγω επιχειρήσεις υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι στην καθομιλουμένη γίνεται διάκριση μεταξύ φορτηγών και ειδικών οχημάτων, στο πλαίσιο της οποίας «φορτηγά» είναι οχήματα σχεδιασμένα και κατασκευασμένα κυρίως για τη μεταφορά εμπορευμάτων, ενώ «ειδικά οχήματα» είναι οχήματα τα οποία κατασκευάζονται και είναι εξοπλισμένα για συγκεκριμένο σκοπό. Δεύτερον, οι Daimler, MAN και Iveco Magirus επισημαίνουν ότι ο όρος «φορτηγό» ορίζεται και χρησιμοποιείται σε διάφορες νομοθετικές πράξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Κατά τις εν λόγω επιχειρήσεις, ο ορισμός που δίδεται στο δίκαιο της Ένωσης αποτελεί τη βάση των διαπιστώσεων που διαλαμβάνονται στην απόφαση. Τρίτον, οι Daimler, MAN και Iveco Magirus φρονούν κατ’ ουσίαν ότι, συνολικά, το γράμμα της αποφάσεως δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα ειδικά οχήματα εμπίπτουν σε αυτή. Τέταρτον, κατά τις Daimler, MAN και Iveco Magirus, λόγω του σκοπού για τον οποίο προορίζονται, του εξοπλισμού τους και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, τα επίμαχα στην κύρια δίκη απορριμματοφόρα δεν προορίζονται για τη μεταφορά εμπορευμάτων, αλλά έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να χρησιμοποιηθούν στον τομέα των απορριμμάτων και, επομένως, δεν εμπίπτουν στην απόφαση. Πέμπτον, η Iveco Magirus υποστηρίζει ότι δεν είναι σαφές –πολλώ δε μάλλον προφανές– για τους αποδέκτες της αποφάσεως ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει ότι η εν λόγω απόφαση αφορά και τα ειδικά οχήματα. Έκτον, η Iveco Magirus διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλει, στην περίπτωση που παραμένουν αμφιβολίες σχετικά με το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, η εν λόγω απόφαση να ερμηνευθεί συσταλτικώς και, κατά συνέπεια, τα ειδικά οχήματα να μην μπορούν να θεωρηθούν φορτηγά για τους σκοπούς της.

26.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι τα απορριμματοφόρα συγκαταλέγονται στα προϊόντα που αφορά η σύμπραξη καθώς και η απόφαση.

Β. Εκτίμηση

1.   Επί του παραδεκτού

27.

Η περιφέρεια Northeim, ήτοι η ενάγουσα της κύριας δίκης, και η Schönmackers υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν το απαράδεκτο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και του προδικαστικού ερωτήματος.

28.

Φρονώ ότι οι εν λόγω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν.

29.

Κατά πάγια νομολογία, εφόσον τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης –όπως συμβαίνει εν προκειμένω–, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί ( 11 ).

30.

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επιλήφθηκε αγωγής αποζημιώσεως τύπου follow-on, η οποία ασκήθηκε βάσει αποφάσεως της Επιτροπής. Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι Daimler, MAN και Iveco Magirus, είχαν μετάσχει σε σύμπραξη σχετικά με φορτηγά και είχαν παραβεί το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ ( 12 ).

31.

Στη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η ενάγουσα της κύριας δίκης (η περιφέρεια Northeim), η οποία αγόρασε δύο απορριμματοφόρα, θεωρεί ότι τα εν λόγω φορτηγά συγκαταλέγονται στα προϊόντα που αφορά η παράβαση. Αντιθέτως, η Daimler υποστηρίζει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι τα εν λόγω φορτηγά αποτελούν ειδικά οχήματα και, επομένως, δεν εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως.

32.

Είναι προφανές ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με το ορθό καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως και δεν είναι σε θέση να καταλήξει, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αν τα εν λόγω δύο απορριμματοφόρα εμπίπτουν ή όχι στην απόφαση.

33.

Επομένως, η ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο είναι αναγκαία για τη διαπίστωση από το εν λόγω δικαστήριο του αν η αγωγή αποζημιώσεως είναι βάσιμη ή όχι.

34.

Όσον αφορά το επιχείρημα της περιφέρειας Northeim που διαλαμβάνεται στο σημείο 17 των παρουσών προτάσεων, αρκεί η επισήμανση ότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Daimler είναι μία από τις εναγόμενες της κύριας δίκης στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που άσκησε η περιφέρεια Northeim ως αγωγή τύπου follow-on βάσει της αποφάσεως, καθώς και ότι η εν λόγω εταιρία δεν αμφισβητεί το κύρος της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

35.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες διατάσσεται η ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων μη συμβατών με την εσωτερική αγορά, απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη συμπράξεως –όπως η επίμαχη εν προκειμένω– δεν συνεπάγεται την αναγκαιότητα εθνικού μέτρου για την εκτέλεσή της.

36.

Επομένως, επίμαχη εν προκειμένω είναι μόνον η ερμηνεία της αποφάσεως.

37.

Τέλος, το Δικαστήριο έχει ήδη κληθεί να ερμηνεύσει τις αποφάσεις της Επιτροπής στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, καθόσον συνιστούν πράξεις θεσμικού οργάνου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ ( 13 ).

2.   Επί της ουσίας

α)   Εισαγωγή

38.

Κατ’ αρχάς, όπως έχει αποφανθεί ο δικαστής της Ένωσης, «στο πλαίσιο του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν επιβάλλεται προηγούμενος καθορισμός της σχετικής αγοράς όταν το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας είναι αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, δηλαδή όταν η Επιτροπή ορθώς κατέληξε, χωρίς προηγούμενη οριοθέτηση της αγοράς, ότι η εν λόγω συμφωνία νοθεύει τον ανταγωνισμό και μπορεί να επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Πρόκειται, ιδίως, για [τις πλέον επιζήμιες συμφωνίες], που απαγορεύονται ρητώς στο άρθρο 101, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως εʹ, ΣΛΕΕ» ( 14 ). Εκτιμώ ότι τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση, ισχύουν όσον αφορά σύμπραξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

39.

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η σύμπραξη είχε όλα τα χαρακτηριστικά συμφωνίας και/ή εναρμονισμένης πρακτικής, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ, η οποία είχε ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό και/ή τη νόθευση του ανταγωνισμού όσον αφορά τα φορτηγά εντός του ΕΟΧ ( 15 ).

40.

Εξάλλου, ο δικαστής της Ένωσης έχει επίσης διευκρινίσει ότι «η αγορά την οποία αφορά μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ καθορίζεται από τις συμφωνίες και τις δραστηριότητες της συμπράξεως» ( 16 ).

41.

Πράγματι, όπως έχει αποφανθεί ο δικαστής της Ένωσης, «δεν είναι η Επιτροπή εκείνη η οποία [επιλέγει] αυθαίρετα τη συναφή αγορά, αλλά τα μέλη της συμπράξεως […] τα οποία ηθελημένα εναρμόνισαν την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά τους όσον αφορά τα [οικεία προϊόντα]» ( 17 ).

42.

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδιορίσει τη συναφή αγορά προϊόντων εν προκειμένω ούτε οφείλει να εξακριβώσει αν η Επιτροπή προσδιόρισε τη συναφή αγορά προϊόντων.

43.

Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να πράξει εν προκειμένω είναι να εκτιμήσει το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, δηλαδή ποια είναι τα προϊόντα «που αφορά η παράβαση» την οποία διαπίστωσε η Επιτροπή με την απόφαση. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβώσει αν από την απόφαση προκύπτει ότι τα ειδικά οχήματα, ιδίως τα απορριμματοφόρα, συγκαταλέγονται στα προϊόντα που αφορά η παράβαση.

44.

Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι οι διάφοροι ορισμοί των εννοιών «φορτηγό» και «ειδικό όχημα» –οι οποίοι εμφανίζονται σε διάφορες νομοθετικές πράξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης (όπως η οδηγία 97/27/ΕΚ ( 18 ))– στους οποίους παραπέμπουν οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν ασκούν επιρροή, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε καμία εκ των εν λόγω πράξεων και κανέναν εκ των εν λόγω ορισμών στην απόφαση, η οποία περιέχει τον δικό της ορισμό των προϊόντων που αφορά η παράβαση, ο οποίος είναι κρίσιμος για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να στηρίξει τη συλλογιστική του αποκλειστικώς στους συγκεκριμένους ορισμούς και στο γράμμα της ίδιας της αποφάσεως.

β)   Επί του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως

45.

Κατά πάγια νομολογία, «[γ]ια την ερμηνεία μιας διατάξεως του [δικαίου της Ένωσης] πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι στόχοι που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος» ( 19 ).

46.

Πάντως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ερμηνεύσει την εν λόγω διάταξη κατά τρόπο αντίθετο προς το σαφές και ακριβές γράμμα της ( 20 ).

1) Το γράμμα της αποφάσεως

47.

Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι ο ορισμός των «φορτηγών» που απαντά στην απόφαση αντιστοιχεί στον ορισμό που απαντά στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, με τη μόνη διαφορά ότι, με την απόφαση, η Επιτροπή απέκλεισε ρητώς τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση (αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε οι επιχειρήσεις θα είχαν πιθανώς προσβάλει την απόφαση επί αυτής της βάσεως).

48.

Το άρθρο 1 της αποφάσεως έχει ως εξής: «[ο]ι ακόλουθες νομικές οντότητες, εναρμονίζοντας τις πρακτικές τους όσον αφορά τις τιμές και τις αυξήσεις των μικτών τιμών εντός του ΕΟΧ για τα μεσαία και βαρέα φορτηγά και το χρονοδιάγραμμα και τη μετακύλιση των δαπανών εισαγωγής τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών για τα μεσαία και βαρέα φορτηγά οι οποίες απαιτούνται από τα πρότυπα Euro 3 έως 6, παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα […] γ) η Daimler AG, από τις 17 Ιανουαρίου 1997 μέχρι τις 18 Ιανουαρίου 2011» (στο εξής: παράβαση).

49.

Το άρθρο 1 πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 5 της εν λόγω αποφάσεως.

50.

Η αιτιολογική σκέψη 5 διαλαμβάνει τα εξής: «[τ]α προϊόντα που αφορά η παράβαση είναι φορτηγά βάρους μεταξύ 6 και 16 τόνων (“μεσαία φορτηγά”) και φορτηγά βάρους άνω των 16 τόνων (“βαρέα φορτηγά”) τόσο άκαμπτα φορτηγά όσο και ρυμουλκά φορτηγά (εφεξής τα μεσαία και βαρέα φορτηγά αναφέρονται συλλογικά ως “φορτηγά”) [Η υποσημείωση 5 που τίθεται στο σημείο αυτό αναφέρει: “[μ]ε εξαίρεση τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση”]. Η υπόθεση δεν αφορά υπηρεσίες μετά την πώληση, άλλες υπηρεσίες και εγγυήσεις για τα φορτηγά, την πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών ή οποιαδήποτε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες τα οποία πωλούνται από τους αποδέκτες της παρούσας Αποφάσεως».

51.

Από το γράμμα της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτή αφορά την πώληση όλων των μεσαίων και βαρέων φορτηγών, είτε πρόκειται για άκαμπτα φορτηγά είτε για ρυμουλκά φορτηγά ( 21 ).

52.

Σύμφωνα με το κείμενο της εν λόγω αποφάσεως, αποκλείονται ρητώς μόνον τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση. Εκτός από τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση, η απόφαση δεν καλύπτει υπηρεσίες μετά την πώληση, άλλες υπηρεσίες και εγγυήσεις για τα φορτηγά, την πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών ή οποιαδήποτε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες ( 22 ) τα οποία πωλούνται από τους αποδέκτες της εν λόγω αποφάσεως.

53.

Όσον αφορά τα ειδικά οχήματα, δεδομένου ότι η απόφαση εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της μόνον τα οχήματα στρατιωτικής χρήσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει όλα τα φορτηγά βάρους μεταξύ 6 και 16 τόνων και άνω των 16 τόνων, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών οχημάτων (με μόνη εξαίρεση τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση).

54.

Αν η Επιτροπή είχε θελήσει να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως άλλα είδη φορτηγών, όπως τα απορριμματοφόρα, θα τα είχε μνημονεύσει ρητώς.

55.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η μοναδική ερμηνεία της αποφάσεως η οποία συνάδει με τις αρχές της σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου. Οι εν λόγω δύο αρχές συμβαδίζουν.

56.

Πρώτον, η αρχή της σαφήνειας του δικαίου απαιτεί οι πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης –όπως οι αποφάσεις της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού– να είναι σαφείς και μη διφορούμενες.

57.

Δεύτερον, η γενική αρχή της ασφαλείας δικαίου, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει, μεταξύ άλλων, «τη σαφήνεια και ακρίβεια των κανονιστικών ρυθμίσεων, ώστε οι διοικούμενοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν με βεβαιότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους» ( 23 ).

58.

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η επιταγή περί ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα οσάκις πρόκειται για νομοθεσία της Ένωσης δυνάμενη να έχει οικονομικές συνέπειες, ώστε να παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να γνωρίζουν επακριβώς το εύρος των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται βάσει της νομοθεσίας αυτής ( 24 ).

59.

Επιπλέον, η ως άνω ερμηνεία της αποφάσεως επιβάλλεται και στο μέτρο που οι εξαιρέσεις –όπως αυτή που διαλαμβάνεται στην απόφαση και η οποία αποκλείει μόνον τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση– πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

60.

Φρονώ, όπως και η περιφέρεια Northeim, ότι η απόφαση να προστεθεί η υποσημείωση σχετικά με τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση αμέσως μετά την περιγραφή των φορτηγών τα οποία εμπίπτουν στην απόφαση στην αιτιολογική σκέψη 5 της εν λόγω αποφάσεως καταδεικνύει σαφώς ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι τα ειδικά οχήματα συγκαταλέγονταν στα προϊόντα που αφορά η απόφαση και δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν, επί παραδείγματι, ως «άλλα εμπορεύματα πωλούμενα από τα μέλη της συμπράξεως».

61.

Εξάλλου, από τη συστηματική σύγκριση με άλλα χωρία της αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή αφορά επίσης τα ειδικά οχήματα (εξαιρουμένων των φορτηγών για στρατιωτική χρήση).

62.

Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η σύμπραξη στην οποία συμμετείχε η Daimler περιελάμβανε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ρυθμίσεις σχετικά με τους καταλόγους μικτών τιμών που περιείχαν τις τιμές των διαφόρων συστατικών μερών, καθώς και με διαμορφωτές φορτηγών, οι οποίοι αποτέλεσαν την ίδια τη βάση ενός μεγάλου αριθμού επιμέρους διαμορφώσεων οχημάτων. Το γεγονός αυτό υπομνήσθηκε επίσης στην απόφαση KZR 35/19 του Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία) ( 25 ). Επομένως, δεδομένου ότι κάθε φορτηγό ήταν προσαρμοσμένο στις ανάγκες του πελάτη, η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά αφορούσε επίσης επακριβώς και τα διάφορα στοιχεία και εξαρτήματα των φορτηγών.

63.

Από κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας και, ειδικότερα, της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τα λοιπά φορτηγά, η σύμπραξη δεν αφορούσε τα απορριμματοφόρα.

64.

Το γεγονός ότι ένα απορριμματοφόρο μπορεί να διαθέτει εξαρτήματα τα οποία διαφέρουν από αυτά των φορτηγών που προορίζονται για διαφορετική χρήση δεν σημαίνει ότι αυτό δεν αποτελεί πλέον φορτηγό, πολλώ δε μάλλον, ότι δεν αποτελεί φορτηγό το οποίο εμπίπτει στην απόφαση. Αντιθέτως, τα επιχειρήματα της Αυστριακής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι τα περισσότερα χαρακτηριστικά στοιχεία και εξαρτήματα των απορριμματοφόρων ταυτίζονται, κατ’ αρχήν, με εκείνα άλλων ειδών φορτηγών είναι πολύ πιο πειστικά.

65.

Συναφώς, από τον μηχανισμό της επίμαχης συμπράξεως, την οποία περιγράφει η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28 της αποφάσεως («Μηχανισμοί καθορισμού των τιμών και κατάλογοι μικτών τιμών»), και από τις αιτιολογικές σκέψεις 46 έως 60 αυτής («Περιγραφή της συμπεριφοράς») δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα ειδικά οχήματα αποκλείονται από τα προϊόντα που αφορά η παράβαση.

66.

Από την αιτιολογική σκέψη 28 της αποφάσεως προκύπτει ότι οι τιμοκατάλογοι μικτών τιμών που χρησιμοποιούσαν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις περιλάμβαναν τις τιμές όλων των μοντέλων μεσαίων και βαρέων φορτηγών καθώς και όλων των εργοστασιακών επιλογών (για τον ειδικό εξοπλισμό) που είχε προσφέρει ο αντίστοιχος κατασκευαστής. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αντάλλασσαν τιμοκαταλόγους μικτών τιμών και μηχανογραφημένους διαμορφωτές φορτηγών που περιείχαν όλα τα μοντέλα και τις επιλογές, γεγονός το οποίο καθιστούσε δυνατό τον υπολογισμό των μικτών τιμών για οποιονδήποτε τύπο φορτηγού. Στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 48 της αποφάσεως αναφέρεται ρητώς ότι η ανταλλαγή των εν λόγω διαμορφωτών φορτηγών συνέβαλε στη σύγκριση των ιδίων προσφορών με εκείνες των ανταγωνιστών, οπότε από τους εν λόγω διαμορφωτές θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ποια επιπλέον εξαρτήματα ήταν συμβατά με ποια φορτηγά και ποιες επιλογές αποτελούσαν μέρος του βασικού εξοπλισμού ή επιπλέον εξάρτημα. Τέλος, από την αιτιολογική σκέψη 56 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι οι πληροφορίες που ανταλλάσσονταν μεταξύ των επιχειρήσεων που διέπραξαν παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ αφορούσαν είτε τα βασικά μοντέλα φορτηγών είτε τα φορτηγά και τις διαθέσιμες επιλογές (συχνά υπήρχε ειδική ένδειξη στους πίνακες που ανταλλάσσονταν μεταξύ των επιχειρήσεων) ( 26 ).

67.

Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία, και ιδίως από την απόφαση, προκύπτει ότι οι κατάλογοι των μικτών τιμών και οι διαμορφωτές αφορούσαν μέρη και εξαρτήματα τα οποία χρησιμοποιούνται επίσης σε ειδικά οχήματα (όπως τα απορριμματοφόρα).

68.

Επομένως, ο προαιρετικός εξοπλισμός και οι επιλογές διαμορφώσεως αποτελούσαν επίσης μέρος της συμπράξεως και, ως εκ τούτου, ενέπιπταν στην απόφαση.

69.

Κατά συνέπεια, συμφωνώ με το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο), το οποίο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ίδιου ακριβώς ζητήματος που αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση και το οποίο έκρινε ( 27 ) ότι η απόφαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι τα «ειδικά οχήματα» δεν συγκαταλέγονται στα προϊόντα που αφορά η παράβαση. Αντιθέτως, από τις αιτιολογικές σκέψεις 28 και 46 έως 48 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι η επίμαχη παράβαση αφορούσε όλους τους ειδικούς και βασικούς εξοπλισμούς και όλα τα μοντέλα καθώς και όλες τις εργοστασιακές επιλογές που προσέφερε ο αντίστοιχος κατασκευαστής.

70.

Στο σημείο 34 της εν λόγω αποφάσεως, το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια η οποία στοιχειοθετούσε ευθύνη για αποζημίωση και για τις αγορές ενός φορτηγού-αναμικτήρα σκυροδέματος, δύο ανατρεπόμενων φορτηγών και ενός φορτηγού με επίπεδη ρυμούλκα. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνήγαγε από την απόφαση το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω φορτηγά δεν καλύπτονταν από τις συμφωνίες της συμπράξεως. Κατά την απόφαση, η οποία δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια, τα φορτηγά μεταξύ 6 και 16 τόνων και φορτηγά άνω των 16 τόνων, τόσο τα ρυμουλκά όσο και τα άκαμπτα φορτηγά, εμπίπτουν στην απόφαση. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως εξαιρούνταν μόνον τα οχήματα για στρατιωτική χρήση, οι υπηρεσίες μετά την πώληση, άλλες υπηρεσίες και εγγυήσεις για φορτηγά, η πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών ή οποιαδήποτε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες που πωλούν οι οικείες επιχειρήσεις.

71.

Με το σημείο 35 της εν λόγω αποφάσεως, το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) έκρινε επίσης ότι από την αίτηση αναιρέσεως δεν προέκυψε καμία αιτίαση ή πραγματικό περιστατικό που να μπορεί να στηρίξει το επιχείρημα ότι οι τρεις προαναφερθέντες τύποι φορτηγών, χωρίς τις υπερκατασκευές που χαρακτηρίζουν ένα ανατρεπόμενο φορτηγό ή ένα φορτηγό‑αναμικτήρα σκυροδέματος, διαφέρουν από τα βασικά μοντέλα ή τα «είδη αναφοράς» στα οποία αναφέρθηκαν η εναγόμενη επιχείρηση και οι παρεμβαίνουσες και τα οποία, εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσαν το αντικείμενο των συμφωνιών περί των τιμών καταλόγου και αποτέλεσαν ακριβώς τη βάση μεγάλου αριθμού επιμέρους διαμορφώσεων οχημάτων. Κατά συνέπεια, το ως άνω δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι τα επιχειρήματα των επιχειρήσεων που στηρίζονταν στην αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015 ήταν αλυσιτελή.

72.

Εξάλλου, πολλά άλλα γερμανικά δικαστήρια έχουν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Τα εν λόγω δικαστήρια έχουν κρίνει ότι τα ειδικά οχήματα, ιδίως τα απορριμματοφόρα, εμπίπτουν στην απόφαση. Τα εν λόγω πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εθνικά δικαστήρια, κατά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, χρησιμοποίησαν επιχειρήματα αντίστοιχα με αυτά που αναπτύσσω στις παρούσες προτάσεις και στήριξαν το ως άνω συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, στους ακόλουθους λόγους: i) στο γεγονός ότι, κατά την γνώμη τους, το γράμμα της αποφάσεως ήταν σαφές και δεν εξαιρούσε κανένα ειδικό όχημα, εκτός από τα οχήματα για στρατιωτική χρήση· ii) στο ότι το κριτήριο που διαλαμβάνεται στην απόφαση για τη διαπίστωση αν συγκεκριμένο φορτηγό όχημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής είναι το βάρος του· iii) στο ότι τα επιχειρήματα των επιχειρήσεων ότι τα ειδικά οχήματα –όπως τα πυροσβεστικά οχήματα, τα ανατρεπόμενα φορτηγά, τα μετασκευασμένα φορτηγά (Custom Τailored Trucks – CTT) ή τα απορριμματοφόρα– δεν εμπίπτουν στην απόφαση δεν βρίσκουν έρεισμα στο γράμμα της αποφάσεως· iv) στο ότι, στο μέτρο που η αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015 ανέφερε ότι η εν λόγω αίτηση δεν αφορούσε τα ειδικά οχήματα, η προσέγγιση αυτή δεν επαναλήφθηκε, εν πάση περιπτώσει, στην ίδια την απόφαση· v) στο γεγονός ότι, ανεξάρτητα από την επιχειρηματολογία των επιχειρήσεων, σε πολλές περιπτώσεις οι ενάγοντες στις αγωγές τύπου follow-on δεν αγόρασαν τελικά, επί παραδείγματι, πυροσβεστικά οχήματα ή ανατρεπόμενα φορτηγά από την εναγόμενη επιχείρηση, αλλά, αντιθέτως, ένα πλαίσιο φορτηγού επί του οποίου, κατά περίπτωση, τα σχετικά με την πυρόσβεση μέρη της υπερκατασκευής συναρμολογούνταν εν συνεχεία από τρίτες επιχειρήσεις ( 28 ).

73.

Φρονώ ότι τα ως άνω επιχειρήματα των γερμανικών δικαστηρίων είναι πειστικά και εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και στα απορριμματοφόρα. Πράγματι, δεδομένου ότι το πλαίσιο είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπο για τις εν λόγω χρήσεις, οι κύριες δε διαφορές αφορούν το αμάξωμα (υπερκατασκευή) φορτηγού οχήματος, προκύπτει ότι δεν είναι δυνατό να οριστεί στην απόφαση κατά τρόπο χρήσιμο και ακριβή μια υποκατηγορία «ειδικών οχημάτων».

74.

Επομένως, δεδομένου ότι η απόφαση δεν μνημονεύει καμία άλλη εξαίρεση ή περιορισμό όσον αφορά τα φορτηγά που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως, το σαφές και ρητό γράμμα της αποφάσεως αυτής –δεδομένου ότι η απόφαση στηρίζεται ρητώς μόνο στο κριτήριο του βάρους του φορτηγού– καλύπτει όλα τα μεσαία και βαρέα φορτηγά, εξαιρουμένων εκείνων που προορίζονται για στρατιωτική χρήση. Κατά συνέπεια, καλύπτει τα ειδικά οχήματα και, ειδικότερα, τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης απορριμματοφόρα.

2) Το πλαίσιο και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση στην οποία εντάσσεται η επίδικη διάταξη

75.

Όπως αναφέρεται στο σημείο 45 των παρουσών προτάσεων, κατά την ερμηνεία της αποφάσεως πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος.

76.

Συμμερίζομαι την άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως ότι ο αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως των ειδικών οχημάτων απλώς και μόνο λόγω του γεγονότος ότι το πλαίσιο που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τέτοιων φορτηγών διαθέτει επιπλέον εξοπλισμό δεν συνάδει ούτε με την οικονομία ούτε με το πνεύμα, ούτε με τον σκοπό της αποφάσεως. Πράγματι, όλα τα φορτηγά οχήματα, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για απλά φορτηγά ή για φορτηγά με ειδικό αμάξωμα, κατασκευάζονται κατ’ αρχήν επί του ίδιου πλαισίου. Τα ειδικά οχήματα που χρησιμοποιούνται για σκοπούς όπως η πυρόσβεση, η συλλογή των απορριμμάτων, ο εκχιονισμός ή ο καθαρισμός του οδικού δικτύου διαθέτουν ως βασικό εξοπλισμό το πλαίσιο του φορτηγού το οποίο κατασκευάζεται από τις οικείες επιχειρήσεις.

3) Οι λόγοι για τους οποίους τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση εξαιρούνται από τα «προϊόντα που αφορά η παράβαση»

77.

Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και των συζητήσεων για τη διευθέτηση της διαφοράς, οι επιχειρήσεις προέβαλαν στην Επιτροπή επιχειρήματα περί του ότι τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση έπρεπε να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως. Η Επιτροπή δέχθηκε τα εν λόγω επιχειρήματα.

78.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση είναι ειδικά εξοπλισμένα λόγω της χρήσεως για την οποία προορίζονται, όπως δε διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπορούσε να αποδείξει με βεβαιότητα ότι οι τιμές των φορτηγών για στρατιωτική χρήση στηρίζονταν στις μικτές τιμές που ανταλλάσσονταν μεταξύ των επιχειρήσεων, ούτε ότι οι διαμορφωτές, οι οποίοι επίσης ανταλλάσσονταν, περιλάμβαναν τα εν λόγω φορτηγά για στρατιωτική χρήση.

79.

Επομένως, είναι προφανές για ποιο λόγο ήταν σκόπιμο να εξαιρεθούν τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση (και μόνον τα φορτηγά αυτά) από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως.

80.

Επιπλέον, εκτιμώ ότι είναι σκόπιμο να επισημάνω ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ουδέποτε προβλήθηκε από κάποια από τις επιχειρήσεις ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι τα απορριμματοφόρα εξαιρούνταν από τη σύμπραξη.

γ)   Η αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015 δεν ασκεί επιρροή στον προσδιορισμό, με απόφαση της Επιτροπής, των «προϊόντων που αφορά η παράβαση»

81.

Από το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003, το οποίο επιγράφεται «Αιτήσεις παροχής πληροφοριών», προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, «[π]ρος εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν απλής αιτήσεως ή βάσει αποφάσεως, να ζητήσει από επιχειρήσεις […] να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. […] Κατά την υποβολή απλής αίτησης παροχής πληροφοριών προς επιχείρηση […], η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και το σκοπό της αίτησης […]».

82.

Φρονώ, όπως και η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι το περιεχόμενο μιας αιτήσεως παροχής πληροφοριών που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν μπορεί να συνεπάγεται τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής μεταγενέστερης και οριστικής αποφάσεως της Επιτροπής ή να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό των «προϊόντων που αφορά η παράβαση» σε απόφαση της Επιτροπής.

83.

Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, «η αίτηση παροχής πληροφοριών αποτελεί μέτρο έρευνας το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα σε προκαταρκτικό στάδιο, προτού κοινοποιηθεί η ανακοίνωση των αιτιάσεων, και έχει ως αποκλειστικό σκοπό να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που της είναι αναγκαία προκειμένου να ελέγξει αν υφίσταται και πόσο σημαντική είναι μια συγκεκριμένη νομική και πραγματική κατάσταση» ( 29 ). Από τα προηγούμενα σημεία των παρουσών προτάσεων προκύπτει με σαφήνεια ότι οι εν λόγω αιτήσεις δεν αποσκοπούν στον ορισμό ή στον προσδιορισμό των προϊόντων τα οποία αφορούν οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, πράγμα το οποίο γίνεται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην τελική απόφαση της Επιτροπής. Όπως ρητώς αναφερόταν στην αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015, η εν λόγω αίτηση αποσκοπούσε αποκλειστικά στον καθορισμό των κρίσιμων για τον υπολογισμό του προστίμου πωλήσεων βάσει του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει συναφώς η Επιτροπή ( 30 ).

84.

Υφίσταται σαφής διάκριση μεταξύ, αφενός, της αναζητήσεως πραγματικών στοιχείων για τον υπολογισμό του ύψους ενός προστίμου και, αφετέρου, του καθορισμού του πεδίου εφαρμογής μιας αποφάσεως της Επιτροπής. Δεδομένου ότι οι Daimler, Iveco Magirus, TRATON και MAN επιδιώκουν να καταργήσουν την εν λόγω διαχωριστική γραμμή, τα οικεία επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.

85.

Οι εν λόγω αιτήσεις παροχής πληροφοριών αποσκοπούν στη λήψη συμπληρωματικών πληροφοριών και σαφέστατα δεν μπορούν να παρεμποδίσουν την Επιτροπή να προσδιορίσει κατά τρόπο στενότερο ή ευρύτερο τη σχετική αγορά ή, με άλλα λόγια, τα είδη των «προϊόντων που αφορά η παράβαση». Μάλιστα, τούτο μπορεί να αποδειχθεί αναγκαίο ακριβώς λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων των επιχειρήσεων στην αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015.

86.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι η αίτηση παροχής πληροφοριών δεν αποτελεί μέρος της αποφάσεως της Επιτροπής και, αφετέρου, ότι δεν αποτελεί νομική πράξη της Επιτροπής (ως θεσμικού οργάνου της Ένωσης), αλλά διαδικαστικό έγγραφο συνταχθέν από την επιφορτισμένη με την υπόθεση ομάδα (της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού). Επομένως, εν προκειμένω, δεν ασκεί επιρροή για τον προσδιορισμό της εκτάσεως και του αντικειμένου της παραβάσεως.

87.

Αντιθέτως, η απόφαση στηρίζεται στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, συνιστά την τυπική ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας και εκδίδεται από την Επιτροπή ως θεσμικό όργανο της Ένωσης (από το Σώμα των Επιτρόπων).

88.

Συγκεκριμένα, η απόφαση καθόρισε με σαφήνεια, στο άρθρο 1 και στην αιτιολογική σκέψη 5, τα προϊόντα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς. Η Επιτροπή προσδιόρισε τα προϊόντα που αφορούσε η παράβαση βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε.

89.

Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια προϊόντα αφορά η παράβαση, κρίσιμο είναι μόνον το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως.

δ)   Η μη συνεκτίμηση των πωλήσεων ειδικών οχημάτων κατά τον υπολογισμό του προστίμου δεν ασκεί επιρροή στην ανωτέρω ερμηνεία

90.

Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζουν οι Daimler, MAN και Iveco Magirus, το γεγονός ότι, κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις πωλήσεις ειδικών οχημάτων δεν ασκεί επιρροή στην ερμηνεία που δίδω στην απόφαση.

91.

Η Επιτροπή έλαβε ως βάση υπολογισμού τις πωλήσεις που δήλωσαν οι επιχειρήσεις με τις απαντήσεις τους στην αίτηση παροχής πληροφοριών του 2015. Τα ειδικά οχήματα αποκλείστηκαν από τον εν λόγω υπολογισμό, αλλά όχι πλήρως ( 31 ).

92.

Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 112 της αποφάσεως, η Επιτροπή εφάρμοσε το σημείο 37 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων ( 32 ), η οποία της παρέχει τη δυνατότητα να παρεκκλίνει από τη μεθοδολογία των κατευθυντηρίων γραμμών προκειμένου να προσαρμόσει ομοιόμορφα το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων κάθε επιχειρήσεως για τον υπολογισμό των διάφορων και πρόσθετων ποσών των προστίμων. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι αξιοποίησε την ως άνω δυνατότητα στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, μεταξύ άλλων για λόγους αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, οι αξίες των πωλήσεων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή ήταν, εν πάση περιπτώσει, σημαντικά χαμηλότερες από την αξία των πωλήσεων που πράγματι επηρεάστηκαν άμεσα ή έμμεσα από τη σύμπραξη.

93.

Κατ’ αρχήν, η αξία των πωλήσεων αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή για τον υπολογισμό των προστίμων (βλ. τις διευκρινίσεις που έδωσε η Επιτροπή για την εν λόγω αρχή στις αιτιολογικές σκέψεις 108 και 109 της αποφάσεως), το δε άλλο είναι η διάρκεια της παραβάσεως ( 33 ).

94.

Φρονώ ότι η Επιτροπή ενήργησε εντός του πλαισίου της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει συναφώς ( 34 ) αποκλείοντας τα ειδικά οχήματα κατά τον καθορισμό της αξίας των πωλήσεων. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη κατά τρόπο ομοιόμορφο για όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις –και προς όφελος των εν λόγω επιχειρήσεων– αξία πωλήσεων χαμηλότερη του μέγιστου δυνατού που, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεώς της, είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί.

95.

Κατά γενικό κανόνα, ο υπολογισμός του ύψους των προστίμων από την Επιτροπή δεν στηρίζεται πάντοτε εξ ολοκλήρου στις πωλήσεις που επηρεάστηκαν από τη σύμπραξη ( 35 ).

ε)   Η διαδικασία διευθετήσεως διαφορών δεν συνεπάγεται διαφορετική ερμηνεία

96.

Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζουν οι Daimler, MAN και Iveco Magirus, το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών δεν επηρεάζει τον καθορισμό του περιεχομένου της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς.

97.

Όπως προκύπτει από την ανακοίνωση σχετικά με τις διαδικασίες διευθετήσεως διαφορών ( 36 ), η Επιτροπή δεν διαπραγματεύεται το ζήτημα της υπάρξεως παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού με τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η διαδικασία διευθετήσεως της διαφοράς. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις παραδέχονται τη συμμετοχή τους στη σύμπραξη κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και την ευθύνη που υπέχουν συναφώς. Όταν εκδίδεται απόφαση κατόπιν διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών, η Επιτροπή μειώνει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται στους αποδέκτες της εν λόγω αποφάσεως κατά 10 %.

στ)   Προκαταρκτικό συμπέρασμα

98.

Από το σύνολο των ανωτέρω διαπιστώσεων προκύπτει ότι οι διαδικαστικοί κανόνες που επικαλούνται οι μετέχοντες στη διαδικασία εντάσσονται στο πλαίσιο της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται από την Επιτροπή και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι εν λόγω κανόνες δεν μπορούν, γενικώς –ή στη συγκεκριμένη υπόθεση της κύριας δίκης–, να επηρεάσουν το καθ’ ύλην εύρος της παραβάσεως που διαπίστωσε η Επιτροπή με την απόφαση.

ζ)   Οι αγορές των επίμαχων φορτηγών «κατόπιν διαγωνισμού» δεν οδηγούν σε διαφορετική ερμηνεία

99.

Η παράβαση που διαπίστωσε η Επιτροπή με την απόφαση καλύπτει επίσης τις αγορές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων (δημόσιων διαγωνισμών), τουλάχιστον στον βαθμό που οι αγοραστές των φορτηγών ήταν οργανισμοί του δημοσίου δικαίου. Η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά έλαβε χώρα, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τους διαγωνισμούς.

100.

Όπως επισήμανε η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκτός από τις μεγάλες ιδιωτικές μεταφορικές εταιρίες, οι δημόσιες αναθέτουσες αρχές αποτελούν τους κύριους πελάτες για την αγορά των φορτηγών τα οποία αφορά η παράβαση (ιδίως για τους σκοπούς του καθαρισμού του οδικού δικτύου, του εκχιονισμού, της συλλογής των απορριμμάτων, της συλλογής λυμάτων, των δημόσιων κατασκευαστικών έργων και λοιπών υπηρεσιών συντηρήσεως κοινόχρηστων χώρων).

101.

Στην απόφαση δεν πραγματοποιείται διάκριση μεταξύ απευθείας πωλήσεων και πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν διαγωνισμού. Η απόφαση στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε καταλόγους μικτών τιμών και διαμορφωτές, η δε βάση αυτή αφορά το σύνολο των πωλήσεων, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για απευθείας πώληση ή για το αποτέλεσμα διαγωνισμού.

102.

Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων προκύπτει ότι το γράμμα της αποφάσεως σχετικά με το εύρος της παραβάσεως και τα «προϊόντα που αφορά η παράβαση» είναι σαφές –και καλύπτει επίσης τα ειδικά οχήματα (με εξαίρεση τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση) ιδίως δε τα απορριμματοφόρα–, ενώ κανένα εκ των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν αναιρεί το ως άνω συμπέρασμα.

III. Πρόταση

103.

Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Landgericht Hannover (περιφερειακό δικαστήριο, Αννόβερο, Γερμανία) ως εξής:

Η εκδοθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά το άρθρο 101 [ΣΛΕΕ] και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση AT.39824 – Φορτηγά) απόφαση της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2016 –C(2016) 4673 τελικό– έχει την έννοια ότι οι διαπιστώσεις της εν λόγω αποφάσεως καλύπτουν και τα ειδικά οχήματα –εξαιρουμένων των φορτηγών για στρατιωτική χρήση–, ιδίως δε τα απορριμματοφόρα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) ΕΕ 2017, C 108, σ. 6. Περίληψη της αποφάσεως είναι διαθέσιμη στο κοινό στη διαδικτυακή διεύθυνση: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52017XC0406 %2801 %29.

( 3 ) Η Επιτροπή επέβαλε το πρώτο ποσό στις επιχειρήσεις που αποφάσισαν να προχωρήσουν σε διευθέτηση διαφορών. Στη συνέχεια επέβαλε επίσης πρόστιμο ύψους 880523000 ευρώ στη Scania, η οποία είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει σε διευθέτηση διαφορών στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως συμπράξεως. Η MAN έτυχε πλήρους απαλλαγής επειδή αποκάλυψε την ύπαρξη της συμπράξεως, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό να της επιβληθεί πρόστιμο ανερχόμενο σε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ.

( 4 ) Εξαιρούνται ρητώς μόνον τα φορτηγά για στρατιωτική χρήση.

( 5 ) Κανονισμός της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).

( 6 ) Η αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως διαλαμβάνει: «[η] υπόθεση δεν αφορά υπηρεσίες μετά την πώληση, άλλες υπηρεσίες και εγγυήσεις για τα φορτηγά, την πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών ή οποιαδήποτε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες τα οποία πωλούνται από τους αποδέκτες της παρούσας Αποφάσεως» (η υπογράμμιση δική μου).

( 7 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και (ΕΚ) αριθ. 595/2009 και για την κατάργηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 151, σ. 1).

( 8 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές CO2 από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα και από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και με την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 443/2009 και (ΕΕ) αριθ. 510/2011 (ΕΕ 2019, L 111, σ. 13).

( 9 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, για την παρακολούθηση και τη δήλωση των εκπομπών CO2 και της κατανάλωσης καυσίμου από τα νέα βαρέα επαγγελματικά οχήματα (ΕΕ 2018, L 173, σ. 1).

( 10 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ 2006, L 403, σ. 18).

( 11 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, Minister for Justice and Equality και Commissioner of An Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 12 ) Βλ. σημείο 5 των παρουσών προτάσεων.

( 13 ) Βλ. αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2010, Todaro Nunziatina & C. (C‑138/09, EU:C:2010:291), και της 13ης Ιουνίου 2019, Copebi (C‑505/18, EU:C:2019:500).

( 14 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2016, Portugal Telecom κατά Επιτροπής (T‑208/13, EU:T:2016:368, σκέψη 176 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· μη προσβληθείσα με αίτηση αναιρέσεως).

( 15 ) Βλ. απόφαση, αιτιολογική σκέψη 69. Η απόφαση δεν προσβλήθηκε και έχει ισχύ δεδικασμένου.

( 16 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, InnoLux κατά Επιτροπής (T‑91/11, EU:T:2014:92, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· η ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε).

( 17 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2005, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑71/03, T‑74/03, T‑87/03 και T‑91/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2005:220, σκέψη 90· η ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε).

( 18 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1997, για τις μάζες και διαστάσεις ορισμένων κατηγοριών οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ (ΕΕ 1997, L 233, σ. 31).

( 19 ) Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, VEMW κ.λπ. (C‑17/03, EU:C:2005:362, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 20 ) Πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑582/08, EU:C:2010:429, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 21 ) Βλ. επίσης, σχετικά με την ίδια απόφαση της Επιτροπής, αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans (C‑451/18, EU:C:2019:635, σκέψη 8), και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Sumal (C‑882/19, EU:C:2021:800). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Ράντου στην εκκρεμή υπόθεση Volvo και DAF Trucks (C‑267/20, EU:C:2021:884).

( 22 ) Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με τη φράση «οποιαδήποτε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες» επιδίωξε απλώς να καλύψει οτιδήποτε δεν είναι φορτηγό. Πράγματι, ορισμένες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, όπως η Renault, παράγουν μεγάλο αριθμό επιβατικών οχημάτων, τα οποία έπρεπε σαφώς να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως.

( 23 ) Απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ. (C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψη 69).

( 24 ) Βλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Euro Park Service (C‑14/16, EU:C:2017:177, σκέψη 38).

( 25 ) Θα εξετάσω την εν λόγω απόφαση στο σημείο 69 των παρουσών προτάσεων.

( 26 ) Η αιτιολογική σκέψη 56 έχει ως εξής: «[ο]ι συναντήσεις σε επίπεδο γερμανικών επαφών έλαβαν πιο τυποποιημένο χαρακτήρα ενώ οι πληροφορίες σχετικά με τις αυξήσεις των μικτών τιμών που δεν ήταν διαθέσιμες δημοσίως καταγράφονταν συνήθως σε ένα λογιστικό φύλλο ανά βασικό μοντέλο φορτηγού για έκαστο κατασκευαστή […] Οι εν λόγω ανταλλαγές πραγματοποιούνταν αρκετές φορές ετησίως. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες περί των μελλοντικών αυξήσεων των μικτών τιμών αφορούσαν είτε τα βασικά μοντέλα φορτηγών είτε τα φορτηγά και τις διαθέσιμες επιλογές (συχνά υπήρχε ιδιαίτερη ένδειξη ως προς αυτό στους πίνακες που ανταλλάσσονταν μεταξύ των επιχειρήσεων), ενώ συνήθως δεν ανταλλάσσονταν καθαρές τιμές ή αυξήσεις των καθαρών τιμών. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονταν σε επίπεδο γερμανικών θυγατρικών για τις σχεδιαζόμενες μελλοντικές αυξήσεις των μικτών τιμών προωθούνταν, σε διάφορους βαθμούς, στην αντίστοιχη έδρα τους».

( 27 ) Στα σημεία 34 και 35 της αποφάσεως της 23ης Σεπτεμβρίου 2020, KZR 35/19, DE:BGH:2020:230920UKZR35.19.0.

( 28 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Landgericht Stuttgart (περιφερειακού δικαστηρίου, Στουτγάρδη, Γερμανία) της 6ης Ιουνίου 2019, 30 O 88/18 (σημεία 59 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· http://lrbw.juris.de/cgi-bin/laender_rechtsprechung/document.py?Gericht=bw&nr=28244), 30 O 124/18 (σημεία 58 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· http://lrbw.juris.de/cgi-bin/laender_rechtsprechung/document.py?Gericht=bw&nr=28238) και 30 O 38/17 (σημεία 77 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, http://lrbw.juris.de/cgi-bin/laender_rechtsprechung/document.py?Gericht=bw&nr=28241)· απόφαση του ίδιου εθνικού δικαστηρίου της 23ης Δεκεμβρίου 2019, 30 O 132/18 (σημεία 31 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και απόφαση του Oberlandesgericht Stuttgart (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου, Στουτγάρδη, Γερμανία) της 4ης Απριλίου 2019, 2 U 101/18 (σημεία 112 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 29 ) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής (C‑247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 37).

( 30 ) Βλ. αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Papierfabrik Koehler κατά Επιτροπής (C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 112), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Heineken Nederland και Heineken κατά Επιτροπής (C‑452/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:829, σκέψη 92).

( 31 ) Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εν πάση περιπτώσει, ορισμένα ειδικά οχήματα συμπεριλήφθησαν στην αξία των πωλήσεων, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες δεν ήταν σε θέση να αποκλείσουν πλήρως τις πωλήσεις ειδικών οχημάτων από τις αξίες αυτές. Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις επιβεβαίωσαν ότι τούτο συνέβαινε σε ορισμένες περιπτώσεις, καθόσον αυτό εξαρτάτο από την προσέγγιση κάθε επιχειρήσεως όσον αφορά την απόκτηση των κρίσιμων στοιχείων και συνδεόταν με τον βαθμό ευκολίας ή δυσκολίας της αντλήσεως στοιχείων για τις οικείες πωλήσεις.

( 32 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 σημείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2).

( 33 ) Η Επιτροπή επίσης συνεκτιμά διάφορους παράγοντες, όπως το είδος της παραβάσεως, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τη γεωγραφική έκταση της παραβάσεως και το εάν η παράνομη συμπεριφορά έχει εκδηλωθεί στην πράξη ή όχι. Βλ. σημεία 19 έως 26 των κατευθυντηρίων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων.

( 34 ) Βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C 202/02 P, C 205/02 P έως C 208/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 172).

( 35 ) Πρώτον, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις πωλήσεις που πράγματι επηρεάστηκαν από τη σύμπραξη [απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:464, σκέψεις 76 και 77)]. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των οικείων πωλήσεων [απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Dole Food και Dole Germany κατά Επιτροπής (T‑588/08, EU:T:2013:130, σκέψεις 620 επ.· επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψεις 150 επ.)], και απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑72/09, EU:T:2014:1094, σκέψεις 209 επ.· η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου απορρίφθηκε).

( 36 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την διεξαγωγή διαδικασιών διευθέτησης διαφορών εν όψει της έκδοσης αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 και του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2008, C 167, σ. 1).