ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 17ης Ιουλίου 2020 ( *1 )

«Προσφυγή κατά παραλείψεως – Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – Καταπολέμηση της απάτης – Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο – Δημοσιονομικός κανονισμός – Φερόμενη σύγκρουση συμφερόντων του εκπροσώπου της Τσεχικής Δημοκρατίας στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – Φερόμενη μη ανάληψη δράσεως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – Άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας – Έννομο συμφέρον – Ενεργητική νομιμοποίηση – Θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – Τερματισμός της παραλείψεως – Απαράδεκτο – Άρθρο 15, παράγραφος 2, ΣΕΕ – Προσφυγή προδήλως αβάσιμη»

Στην υπόθεση T‑715/19,

Lukáš Wagenknecht, κάτοικος Pardubice (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενος από την A. Dolejská, δικηγόρο,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις A. Westerhof Löfflerová και A. Jensen, καθώς και από τον J. Bauerschmidt,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ με αίτημα να αναγνωριστεί ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρανόμως παρέλειψε να ενεργήσει κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος να εξαιρεθεί ο Πρωθυπουργός της Τσεχικής Δημοκρατίας, Andrej Babiš, από τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 και από μελλοντικές συνόδους σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για τις δημοσιονομικές προοπτικές, λόγω της φερόμενης συγκρούσεως συμφερόντων του υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

συγκείμενο από τους J. Svenningsen (εισηγητή), πρόεδρο, C. Mac Eochaidh και J. Laitenberger, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Ιστορικό της διαφοράς

1

Με επιστολή της 5ης Ιουνίου 2019 που περιήλθε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 10 Ιουνίου 2019, ο προσφεύγων, Lukáš Wagenknecht, μέλος της Senát Parlamentu České republiky (Γερουσίας της Τσεχικής Δημοκρατίας), ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να εξαιρέσει τον Πρωθυπουργό της Τσεχικής Δημοκρατίας, Andrej Babiš, από τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 και από μελλοντικές συνόδους σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για τις δημοσιονομικές προοπτικές [«Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο» (ΠΔΠ) 2021/2027»] (στο εξής: πρόσκληση προς ενέργεια), λόγω της φερόμενης συγκρούσεως συμφερόντων του εν λόγω εκπροσώπου της Τσεχικής Δημοκρατίας, η οποία απορρέει από τα προσωπικά και οικογενειακά του συμφέροντα στις επιχειρήσεις του ομίλου Agrofert, που δραστηριοποιείται ιδίως στον τομέα των γεωργικών προϊόντων διατροφής.

2

Στις 24 Ιουνίου 2019, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διευκρίνισε ότι δεν λαμβάνει θέση επί της ουσίας των αιτιάσεων του προσφεύγοντος και τον διαβεβαίωσε ότι προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην καταπολέμηση της απάτης και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγχρόνως δε απάντησε στην πρόσκληση προς ενέργεια εξηγώντας στον προσφεύγοντα, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, ΣΕΕ, το οποίο αποτελεί κανόνα πρωτογενούς δικαίου, καθορίζει απαρεγκλίτως τη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προβλέποντας ότι «απαρτίζεται από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών, καθώς και από τον πρόεδρό του και τον πρόεδρο της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής». Επομένως, η σύνθεση αυτή δεν μπορεί να μεταβληθεί, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει τη δυνατότητα τέτοιας μεταβολής. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξήγησε ότι το ζήτημα ποιο πρόσωπο, μεταξύ του αρχηγού κράτους και του αρχηγού κυβερνήσεως, πρέπει να εκπροσωπεί το κάθε κράτος μέλος της Ένωσης διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Συνεπώς, δεν απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Προέδρου του να αποφασίσει ποιος πρέπει να είναι ο εκπρόσωπος κάθε κράτους μέλους στο θεσμικό αυτό όργανο ή να αποφασίσει ποιον, μεταξύ του αρχηγού του κράτους και του αρχηγού της κυβερνήσεως, πρέπει να καλέσει στις διάφορες συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Οι αρχές αυτές ισχύουν και για τις συνόδους του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απάντησε στον προσφεύγοντα, σε σχέση με την πρόσκληση προς ενέργεια, ότι δεν ήταν σε θέση να εξαιρέσει τον Πρωθυπουργό της Τσεχικής Δημοκρατίας από τις εν λόγω συνόδους.

3

Στις 2 Ιουλίου 2019, ο προσφεύγων απευθύνθηκε εκ νέου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζητώντας από τον Γενικό Γραμματέα του εν λόγω θεσμικού οργάνου διευκρινίσεις σχετικά με την απάντηση που του είχε δοθεί στις 24 Ιουνίου του ίδιου έτους. Το μήνυμα αυτό έμεινε αναπάντητο.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

4

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Οκτωβρίου 2019 μέσω προσωρινού λογαριασμού e-Curia που δημιουργήθηκε από τον δικηγόρο του, ο προσφεύγων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, προσφυγή με αίτημα να διαπιστωθεί η παράλειψη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καθόσον το θεσμικό αυτό όργανο παρανόμως παρέλειψε να ενεργήσει ανταποκρινόμενο στην πρόσκληση προς ενέργεια.

5

Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία και κατά τον ίδιο τρόπο, ο προσφεύγων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 151 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας.

6

Δεδομένου ότι τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την επικύρωση του λογαριασμού προσβάσεως e-Curia περιήλθαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Νοεμβρίου 2019, ενώ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 56α παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, έπρεπε να περιέλθουν στη Γραμματεία εντός προθεσμίας δέκα ημερών από της καταθέσεως του εισαγωγικού εν προκειμένω δικογράφου, ο προσφεύγων κλήθηκε να υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις του.

7

Στις 21 Νοεμβρίου 2019, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του, με τις οποίες η δικηγόρος του εξήγησε ότι, στις 24 Οκτωβρίου 2019, είχε αποστείλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη δημιουργία του λογαριασμού e-Curia με την υπηρεσία επιστολών εξωτερικού των τσεχικών ταχυδρομείων, η οποία έπρεπε να διασφαλίσει την παράδοση στο Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο) εντός δύο ή τριών εργασίμων ημερών. Ωστόσο, η μεταφορά διήρκεσε τελικά περισσότερο από έντεκα ημέρες, λόγω καθυστερήσεων οφειλόμενων στα τσεχικά και στα λουξεμβουργιανά ταχυδρομεία. Η εν λόγω δικηγόρος προσέθεσε ότι επέδειξε επιμέλεια, πλην όμως δεν μπορούσε να αναμένει τέτοιες συμβατικές παραβάσεις εκ μέρους των δύο αυτών φορέων ταχυδρομικών υπηρεσιών και επιπλέον δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει εγκαίρως λόγω της νοσηλείας της ενόψει της γεννήσεως του πρώτου τέκνου της, που έλαβε χώρα στις 31 Οκτωβρίου 2019.

8

Με απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να αναγνωρίσει την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος κατά την έννοια του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατά συνέπεια, να μην κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 56α, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

9

Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέλειψε να ενεργήσει καθόσον, κατά παράβαση του άρθρου 325 παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 61 παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1046 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, δεν έλαβε κανένα δεσμευτικό μέτρο για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση της συγκρούσεως καθηκόντων του Andrej Babiš, πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας, και καθόσον, παρά την απαγόρευση της συγκρούσεως συμφερόντων που προβλέπει το άρθρο 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1046, δεν εξαίρεσε τον Andrej Babiš, πρωθυπουργό της Τσεχικής Δημοκρατίας, από τη συμμετοχή στις διαβουλεύσεις που κατέληξαν στην έγκριση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου της Ένωσης 2021/2027».

10

Στις 23 Ιανουαρίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας.

11

Με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να μη δεχτεί την αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας.

12

Στις 19 Μαρτίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προέβαλε, δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ένσταση απαραδέκτου με την οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη,

να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

13

Στις 27 Μαΐου 2020, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο τακτοποιήσεως λόγω της υπερβολικά μεγάλης εκτάσεώς τους. Με τις εν λόγω παρατηρήσεις, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη και να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

14

Με χωριστό δικόγραφο που διαβιβάστηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου επίσης στις 27 Μαΐου 2020, ο προσφεύγων ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου τη λήψη προσωρινού μέτρου συνιστάμενου στη δημοσίευση γενικής δηλώσεως. Στις 12 Ιουνίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αυτής.

Σκεπτικό

15

Κατά το άρθρο 130 του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού ζητήσει με χωριστό δικόγραφο από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει επί της αιτήσεως το ταχύτερο δυνατόν και, εφόσον χρειαστεί, αφού προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

16

Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι είναι σε θέση να αποφανθεί, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

17

Με την ένστασή του απαραδέκτου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη για διάφορους λόγους. Συγκεκριμένα, πρώτον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως θεσμικό όργανο, έλαβε θέση, σύμφωνα με το άρθρο 265 ΣΛΕΕ, εντός της προθεσμίας των δύο μηνών αφότου εκλήθη να ενεργήσει. Επομένως, η από 24 Ιουνίου 2019 απάντησή του την οποία απηύθυνε στον προσφεύγοντα κατόπιν της προσκλήσεως προς ενέργεια, έθεσε τέλος στην προβαλλόμενη από τον προσφεύγοντα παράλειψη.

18

Δεύτερον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι, ελλείψει αρμοδιότητάς του συναφώς, βάσει των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ, δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει, ανταποκρινόμενο στην πρόσκληση προς ενέργεια, μέτρο για την εξαίρεση του Πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας από τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το ΠΔΠ 2021/2027.

19

Τρίτον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν είχε εν προκειμένω έννομο συμφέρον, ούτε ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής βάσει του άρθρου 265, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

20

Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή.

21

Συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέλειψε να ενεργήσει, υπό την έννοια ότι ο Πρωθυπουργός της Τσεχικής Δημοκρατίας, ο οποίος, κατά τον προσφεύγοντα, τελούσε σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων, ήταν παρών στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το σημείο 4 της ημερήσιας διατάξεως της συνόδου αυτής, εξετάστηκε ο προϋπολογισμός της Ένωσης. Κατά τον προσφεύγοντα, όμως, κατ’ αρχάς, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο οφείλει να ενεργήσει στην περίπτωση αυτή συγκρούσεως συμφερόντων του Πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας υπό το πρίσμα του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1).

22

Περαιτέρω ο προσφεύγων, εκτιμώντας ότι η πράξη της οποίας την έκδοση ζητούσε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, προκειμένου να παύσει η προβαλλόμενη παράλειψη του εν λόγω θεσμικού οργάνου να ενεργήσει κατά της προβαλλόμενης συγκρούσεως συμφερόντων του Πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας, τον αφορά άμεσα και ατομικά, υποστηρίζει ότι η απάντηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην πρόσκληση προς ενέργεια ήταν ασαφής, υπό την έννοια ότι ήταν αντιφατική και δεν καθόριζε τη θέση του εν λόγω θεσμικού οργάνου. Επιπλέον, εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν απάντησε στην από 2 Ιουλίου 2019 αίτησή του, μολονότι η θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχρηζε διευκρινίσεων, κατά την άποψή του.

23

Τέλος, με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων προβάλλει ένα νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο, κατά την άποψή του, είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπό κρίση προσφυγής, ήτοι την έκδοση, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, από την ολομέλεια του Ústavní soud (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία), αποφάσεως επί της υποθέσεως Pl. ÚS 4/2017, με την οποία εξετάζει ειδικώς το ζήτημα συγκρούσεως συμφερόντων παρόμοιας με την καταγγελλόμενη εν προκειμένω από τον προσφεύγοντα. Επιπλέον, είναι κατά μείζονα λόγο σημαντικό να του αναγνωρίσει το Γενικό Δικαστήριο ότι νομιμοποιείται εν προκειμένω ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή, αφενός, λόγω της εντολής του εθνικής εκπροσωπήσεως στη Γερουσία της Τσεχικής Δημοκρατίας, η οποία συνεπάγεται ότι πρέπει να μπορεί να ασκεί έλεγχο στον Πρωθυπουργό του κράτους μέλους του, και, αφετέρου, επειδή, κατόπιν της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, υπέστη, όπως και μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απειλές κατά της ζωής και αποτέλεσε, ο ίδιος προσωπικώς, στόχο δυσφημιστικής εκστρατείας.

24

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 265, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης, κατά παράβαση των Συνθηκών, παραλείπουν να αποφασίσουν, τα κράτη μέλη και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να ασκούν προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητούν τη διαπίστωση της παραβάσεως αυτής.

25

Το άρθρο 265, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει εξάλλου ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, κατά θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, που παρέλειψε να του απευθύνει πράξη, πλην συστάσεως ή γνώμης. Εντούτοις, από το γράμμα της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η προσφυγή του κατά παραλείψεως, το προσφεύγον φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει να αποδείξει ότι βρίσκεται σε ίδια ή ανάλογη νομική κατάσταση με εκείνη του δυνητικού αποδέκτη νομικής πράξεως την οποία το καθού θεσμικό όργανο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει έναντι αυτού (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, Bethell κατά Επιτροπής, 246/81, EU:C:1982:224, σκέψεις 15 και 16, και διατάξεις της 23ης Μαΐου 1990, Asia Motor France κατά Επιτροπής, C‑72/90, EU:C:1990:230, σκέψεις 10 έως 12, και της 23ης Ιανουαρίου 1991, Prodifarma κατά Επιτροπής, T‑3/90, EU:T:1991:2, σκέψη 35). Το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, δηλαδή, να αποδείξει είτε ότι είναι ο αποδέκτης της πράξεως την οποία το καθού όργανο φέρεται ότι παρέλειψε να εκδώσει έναντι του προσώπου αυτού είτε ότι η εν λόγω πράξη το αφορά άμεσα και ατομικά κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη τέτοιας πράξεως (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1996, T. Port, C‑68/95, EU:C:1996:452, σκέψη 59, και της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής, T‑95/96, EU:T:1998:206, σκέψη 58).

26

Εξάλλου, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο αυτό πρέπει να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον δυνάμει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, η ύπαρξη του οποίου προϋποθέτει ότι η προσφυγή είναι ικανή, με το αποτέλεσμά της, να προσπορίσει προσωπικό όφελος στον διάδικο που την άσκησε (αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42, της 17ης Απριλίου 2008, Flaherty κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑373/06 P, C‑379/06 P και C‑382/06 P, EU:C:2008:230, σκέψη 25, και της 4ης Ιουνίου 2015, Andechser Molkerei Scheitz κατά Επιτροπής, C‑682/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:356, σκέψη 25). Αντιθέτως, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον όταν η θετική έκβαση μιας προσφυγής δεν είναι ικανή, εν πάση περιπτώσει, να παράσχει ικανοποίηση στον προσφεύγοντα (βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2017, Bionorica και Diapharm κατά Επιτροπής, C‑596/15 P και C‑597/15 P, EU:C:2017:886, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Εν προκειμένω, αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πράξη της οποίας την έκδοση ζήτησε ο προσφεύγων από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ήτοι η εξαίρεση του Πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας από τις συνεδριάσεις του εν λόγω θεσμικού οργάνου σχετικά με τη διαπραγμάτευση των οικονομικών προοπτικών, δεν θα ήταν πράξη απευθυνόμενη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στον προσφεύγοντα, αλλά απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου η οποία θα είχε ως αποδέκτη τον εν λόγω πρωθυπουργό. Επομένως, ακόμη και αν ο προσφεύγων επικαλείται την ιδιότητά του ως μέλους της εθνικής αντιπροσωπείας του οικείου κράτους μέλους, εν προκειμένω της Γερουσίας της Τσεχικής Δημοκρατίας, για την άσκηση προσφυγής υπέρ του γενικού συμφέροντος, γεγονός παραμένει ότι η διαλαμβανόμενη στις σκέψεις 25 και 26 ανωτέρω νομολογία απαιτεί, αντιθέτως, από αυτόν, όσον αφορά την απόδειξη εννόμου συμφέροντος, να αποδείξει προσωπικό, γεγενημένο και ενεστώς συμφέρον για τη διαπίστωση της προβαλλόμενης παραλείψεως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, η προϋπόθεση του άρθρου 265, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση βάσει της οποίας το φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να στραφεί κατά του θεσμικού οργάνου το οποίο παρέλειψε να του απευθύνει πράξη, πλην συστάσεως ή γνώμης, της οποίας θα ήταν αποδέκτης ή η οποία θα τον αφορούσε άμεσα και ατομικά, προδήλως δεν πληρούται στην περίπτωση του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι, αντιθέτως, τα ζητηθέντα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μέτρα θα απευθύνονταν σε τρίτο (πρβλ. διατάξεις της 23ης Ιανουαρίου 1991, Prodifarma κατά Επιτροπής, T‑3/90, EU:T:1991:2, σκέψη 37, και της 26ης Νοεμβρίου 1996, Kuchlenz-Winter κατά Συμβουλίου, T‑167/95, EU:T:1996:172, σκέψη 20)

28

Αφετέρου, κατά το άρθρο 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τέτοια προσφυγή κατά παραλείψεως είναι παραδεκτή μόνον αν το θεσμικό ή άλλο όργανο ή ο οργανισμός έχει κληθεί προηγουμένως να ενεργήσει. Εντούτοις, από το ίδιο εδάφιο προκύπτει ότι η προσφυγή δύναται να ασκηθεί εντός νέας προθεσμίας μόνον εάν το θεσμικό ή άλλο όργανο ή ο οργανισμός δεν λάβει θέση εντός δύο μηνών από την πρόσκληση προς ενέργεια.

29

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή αφορά την παράλειψη του καθού θεσμικού οργάνου να εκδώσει απόφαση ή να λάβει θέση (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1971, Deutscher Komponistenverband κατά Επιτροπής, 8/71, EU:C:1971:82, σκέψη 2, της 19ης Νοεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑196/12, EU:C:2013:753, σκέψη 22, και της 23ης Νοεμβρίου 2017, Bionorica και Diapharm κατά Επιτροπής, C‑596/15 P και C‑597/15 P, EU:C:2017:886, σκέψη 52). Επομένως, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού προσφυγής κατά παραλείψεως, τις οποίες θέτει το άρθρο 265 ΣΛΕΕ, δεν πληρούνται κατ’ αρχήν όταν το θεσμικό όργανο, κληθέν να ενεργήσει, έλαβε θέση επί της προσκλήσεως αυτής πριν από την άσκηση της προσφυγής (αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1993, Pesqueras Echebastar κατά Επιτροπής, C‑25/91, EU:C:1993:131, σκέψη 11, και της 21ης Ιουλίου 2016, Nutria κατά Επιτροπής, T‑832/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:428, σκέψη 45).

30

Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 265 ΣΛΕΕ αφορά την παράλειψη οργάνου να εκδώσει απόφαση ή να λάβει θέση και όχι την έκδοση πράξεως διαφορετικής από εκείνη της οποίας την έκδοση επιθυμούσαν ή θεωρούσαν αναγκαία οι ενδιαφερόμενοι (απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016Nutria κατά Επιτροπής, T‑832/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:428, σκέψη 46· πρβλ., επίσης, απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, Pesqueras Echebastar κατά Επιτροπής, C‑25/91, EU:C:1993:131, σκέψη 12 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31

Κατά συνέπεια, όταν το θεσμικό όργανο, εξηγώντας τους σχετικούς λόγους, αρνείται να ενεργήσει σύμφωνα με μια τέτοια πρόσκληση, λαμβάνει θέση με την οποία θέτει τέλος στην παράλειψη, και μια τέτοια άρνηση, που εκφράζεται και τεκμηριώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής, 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, EU:C:1988:199, σκέψεις 32 και 33, και διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Techniplan κατά Επιτροπής, T‑853/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:928, σκέψη 20).

32

Εν προκειμένω, μολονότι, στις 24 Ιουνίου 2019, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε εξηγήσει με σαφήνεια στον προσφεύγοντα τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που του είχε ζητηθεί, ο προσφεύγων δεν είχε την πρόθεση να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της περιληφθείσας στο έγγραφο αυτό της 24ης Ιουνίου 2019 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να μη λάβει μέτρα προς την προτεινόμενη με την πρόσκληση προς ενέργεια κατεύθυνση. Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής ακυρώσεως θα μπορούσε, ενδεχομένως, υπό την επιφύλαξη της αποδείξεως της νομιμοποιήσεώς του προς άσκηση προσφυγής κατά μιας τέτοιας αποφάσεως, να βάλει κατά των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να δικαιολογήσει την απόφασή του να μην εξαιρέσει τον Πρωθυπουργό της Τσεχικής Δημοκρατίας από τις επίμαχες συνεδριάσεις του εν λόγω θεσμικού οργάνου.

33

Συναφώς, το γεγονός ότι, με την από 2 Ιουλίου 2019 επιστολή του, ο προσφεύγων ζήτησε συμπληρωματικές διευκρινίσεις από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως προς το περιεχόμενο του από 24 Ιουνίου 2019 εγγράφου του, αποσταλέντος ως απάντηση στην πρόκληση προς ενέργεια και του οποίου το περιεχόμενο επέκρινε, δεν ασκεί επιρροή επί του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής, όπως αυτό εξετάστηκε στις σκέψεις 28 έως 32 της παρούσας διάταξης. Πράγματι, μολονότι οι αιτιάσεις που διατύπωσε ο προσφεύγων με την από 2 Ιουλίου 2019 επιστολή του θα μπορούσαν ενδεχομένως να εκτεθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων, με την εν λόγω επιστολή, δεν κάλεσε εκ νέου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η εν λόγω επιστολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέα πρόσκληση προς ενέργεια ως προς την οποία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέλειψε στη συνέχεια να ενεργήσει.

34

Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το ζήτημα αν, εν προκειμένω και όπως υποστηρίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με την ένστασή του απαραδέκτου, ουδεμία υποχρέωση υπείχε το εν λόγω θεσμικό όργανο όσον αφορά τα μέτρα που ζήτησε ο προσφεύγων με την πρόσκληση προς ενέργεια, λόγω της αναρμοδιότητας του θεσμικού αυτού οργάνου να λάβει τα εν λόγω μέτρα, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά μια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής κατά παραλείψεως, αλλά αποτελεί ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, προκειμένου ακριβώς να αποφανθεί επί του βασίμου ενός αιτήματος περί διαπιστώσεως παραλείψεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει αν, κατά τον χρόνο της προσκλήσεως προς το οικείο θεσμικό όργανο να ενεργήσει κατά την έννοια του άρθρου 265, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το θεσμικό αυτό όργανο είχε υποχρέωση να ενεργήσει κατά τον προτεινόμενο από τον προσφεύγοντα με την πρόσκληση προς ενέργεια τρόπο (πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑442/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:547, σκέψεις 27 και 28).

35

Εν προκειμένω, πάντως, ανεξαρτήτως του βασίμου των αιτιάσεων περί διαφθοράς που διατύπωσε ο προσφεύγων κατά του αρχηγού της κυβερνήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας και ανεξαρτήτως της αποφάσεως που εξέδωσε το Ústavní soud (Συνταγματικό Δικαστήριο), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το θεσμικό αυτό όργανο δεν διαθέτει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 παράγραφος 2, ΣΕΕ όταν προσκαλεί τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών στις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, ελλείψει διευκρινίσεως επ’ αυτoύ στην εν λόγω διάταξη, η διάταξη αυτή πρέπει να νοείται ως εκκινούσα από την παραδοχή ότι αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών να θεσπίζουν τα εθνικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των συνταγματικών, βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν πρέπει να εκπροσωπούνται, κατά τις συνεδριάσεις του θεσμικού αυτού οργάνου, από τους αρχηγούς των κρατών τους ή από τους αρχηγούς των κυβερνήσεών τους και, ενδεχομένως, αν ορισμένοι λόγοι μπορούν να συνεπάγονται κώλυμα ενός εξ αυτών να εκπροσωπήσει τα αντίστοιχο κράτος μέλος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

36

Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθόσον, υπό την επιφύλαξη, κατά περίπτωση, της προβλεπόμενης στο άρθρο 7 ΣΕΕ διαδικασίας, σε περίπτωση ελλείψεως εθνικών μέτρων ικανών να αποτρέψουν κάθε πρόδηλη σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκπροσώπηση του κράτους μέλους, ή των διαδικασιών που διαλαμβάνονται στα άρθρα 258 και 259 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τις πληρωμές τομεακής πολιτικής που αναλαμβάνονται με αμφιλεγόμενο τρόπο επ’ ονόματι και για λογαριασμό της Ένωσης, η κατανομή των αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό κράτους μέλους τυγχάνει της προστασίας που παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση υποχρεούται να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών, που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή (βλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Porin kaupunki, C‑328/19, EU:C:2020:483,σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37

Επομένως, για τους σκοπούς του άρθρου 15 παράγραφος 2, ΣΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στα κράτη μέλη, κατ’ εφαρμογήν των εσωτερικών συνταγματικών τους κανόνων, να καθορίσουν αν, στο πλαίσιο των διάφορων εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, πρέπει να εκπροσωπούνται από τους αντίστοιχους αρχηγούς των κρατών τους ή από τους αντίστοιχους αρχηγούς των κυβερνήσεών τους. Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλο ότι, αρνούμενο να ανταποκριθεί στην πρόσκληση προς ενέργεια και ανεξαρτήτως του αν, υπό το πρίσμα του άρθρου 325, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1046, ο εκπρόσωπος της Τσεχικής Δημοκρατίας στο θεσμικό αυτό όργανο τελεί σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, εν πάση περιπτώσει, δεν παρέβη εν προκειμένω το άρθρο 265, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

38

Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τα επιχειρήματα σχετικά με την προβαλλόμενη κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων του Πρωθυπουργού της Τσεχικής Δημοκρατίας, υπενθυμίζεται ότι η νομιμότητα των πληρωμών που καταβάλλονται από την Ένωση στο πλαίσιο των κονδυλίων που διανέμονται, επ’ ονόματί της και για λογαριασμό της, εντός των κρατών μελών εμπίπτει στη νομοθεσία της Ένωσης που έχει εφαρμογή στα εν λόγω κονδύλια και υπόκειται στις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, όπως οι επίμαχες, για παράδειγμα, στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑76/20, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

39

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως προδήλως αβάσιμη, επισημαίνεται δε, σε απάντηση προς την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος σχετικά με προβαλλόμενη αρνησιδικία στην περίπτωση που η προσφυγή του απορριφθεί ως απαράδεκτη ενώ ο προσφεύγων είναι μέλος εθνικού κοινοβουλίου και έχει δεχθεί απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητάς του, ότι το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ως σκοπό την τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 97, και διάταξη της 28ης Φεβρουαρίου 2017, NF κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, T‑192/16, EU:T:2017:128, σκέψη 74).

Επί των δικαστικών εξόδων

40

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπέβαλε σχετικό αίτημα, ο προσφεύγων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως προδήλως αβάσιμη.

 

2)

Καταδικάζει τον Lukáš Wagenknecht στα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 17 Ιουλίου 2020.

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Ο πρόεδρος

J. Svenningsen


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.