ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 22ας Απριλίου 2021 ( *1 )

«Διαδικασία – Αίτηση αναθεωρήσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Προσφυγή κατά αποφάσεως του EUIPO που απορρίπτει εν μέρει την αίτηση καταχωρίσεως σήματος – Παραίτηση από την ανακοπή πριν από την επίδοση της διατάξεως που απορρίπτει την προσφυγή – Γεγονός άγνωστο στον προσφεύγοντα και στο Γενικό Δικαστήριο – Προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως – Έννομο συμφέρον – Παραδεκτό»

Στην υπόθεση T‑616/19 REV,

Katjes Fassin GmbH & Co. KG, με έδρα το Emmerich am Rhein (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον T. Schmitz, την S. Stolzenburg-Wiemer και τους M. Breuer και I. Dimitrov, δικηγόρους,

αιτούσα την αναθεώρηση,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από την A. Söder,

καθού στην κύρια διαφορά,

και

η Haribo The Netherlands & Belgium BV, με έδρα την Breda (Κάτω Χώρες),

παρεμβαίνουσα στην κύρια διαφορά,

με αντικείμενο αίτηση αναθεωρήσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, Katjes Fassin κατά EUIPO – Haribo The Netherlands & Belgium (WONDERLAND) (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, F. Schalin και I. Nõmm (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη την αίτηση αναθεωρήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 2020,

έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του EUIPO επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Το ιστορικό της αιτήσεως αναθεωρήσεως

1

Στις 18 Ιανουαρίου 2017, η αιτούσα την αναθεώρηση, Katjes Fassin GmbH & Co. KG, κατέθεσε αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2

Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο WONDERLAND, η δε αίτηση αφορούσε προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 30 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.

3

Η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αριθ. 2017/017, της 26ης Ιανουαρίου 2017.

4

Στις 22 Μαρτίου 2017, η Haribo The Netherlands & Belgium BV άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 46 του κανονισμού 2017/1001), κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND για όλα τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση καταχωρίσεως προϊόντα.

5

Η ανακοπή βασίσθηκε, ιδίως, στο προγενέστερο λεκτικό σήμα της Μπενελούξ WONDERMIX, το οποίο καταχωρίσθηκε την 1η Ιουλίου 2015 υπό τον αριθμό 974248 και αφορούσε προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 30.

6

Ο προβαλλόμενος προς στήριξη της ανακοπής λόγος ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001).

7

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2018, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε την ανακοπή για τον λόγο ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως με το προγενέστερο σήμα της Μπενελούξ για το σύνολο των διαλαμβανόμενων στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND προϊόντων.

8

Στις 6 Νοεμβρίου 2018, η αιτούσα την αναθεώρηση άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

9

Με απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019 (υπόθεση R 2164/2018-4), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO ακύρωσε εν μέρει την απόφαση του τμήματος ανακοπών στο μέτρο που το τελευταίο είχε κρίνει ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως για ορισμένα από τα προϊόντα που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και επικύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών στο μέτρο που το τελευταίο είχε κρίνει ότι υφίσταται, για τα λοιπά προϊόντα, κίνδυνος συγχύσεως.

10

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2019, η αιτούσα την αναθεώρηση άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών στο μέτρο που το τελευταίο είχε κρίνει ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως για μέρος των επίμαχων προϊόντων.

11

Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, Katjes Fassin κατά EUIPO – Haribo The Netherlands & Belgium (WONDERLAND) (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της αιτούσας την αναθεώρηση.

12

Με επιστολή της 27ης Ιουλίου 2020, η αιτούσα την αναθεώρηση ζήτησε από το EUIPO διευκρινίσεις περί των λόγων για τους οποίους δεν είχε ενημερωθεί ότι η ανακόπτουσα, παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-616/19, είχε παραιτηθεί, με τηλεομοιοτυπία της 25ης Ιουνίου 2020, από την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND.

13

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 2020, η αιτούσα την αναθεώρηση υπέβαλε αίτηση αναθεωρήσεως δυνάμει του άρθρου 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου σε συνδυασμό με το άρθρο 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

14

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, η αιτούσα την αναθεώρηση άσκησε αναίρεση, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334).

15

Με διάταξη της 12ης Νοεμβρίου 2020, Katjes Fassin κατά EUIPO (C-446/20 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:910), το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για την έγκριση της εξετάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.

Αιτήματα των διαδίκων

16

Η αιτούσα την αναθεώρηση ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–

να επαναλάβει τη διαδικασία στην υπόθεση T-616/19·

–

να μεταρρυθμίσει τη διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T‑616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334)·

–

να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.

17

Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση αναθεωρήσεως·

–

να καταδικάσει την αιτούσα την αναθεώρηση στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

18

Προς στήριξη της αιτήσεως αναθεωρήσεως, η αιτούσα την αναθεώρηση προβάλλει το πραγματικό γεγονός της παραιτήσεως της παρεμβαίνουσας στην υπόθεση T-616/19 από την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND. Ισχυρίζεται ότι το πραγματικό αυτό γεγονός ήταν άγνωστο στην ίδια και στο Γενικό Δικαστήριο κατά τη στιγμή της επιδόσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334). Υποστηρίζει ότι το νέο αυτό στοιχείο θα μπορούσε, εάν είχε δοθεί στο Γενικό Δικαστήριο η δυνατότητα να το λάβει υπόψη, να το οδηγήσει σε διαφορετική επίλυση της διαφοράς.

19

Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 169, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι, κατά το άρθρο 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναθεώρηση αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ζητηθεί μόνον εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο, πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως ή την επίδοση της διατάξεως, ήταν άγνωστο στο Γενικό Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση.

20

Περαιτέρω, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αναθεώρηση δεν αποτελεί τακτικό, αλλά έκτακτο ένδικο μέσο, που παρέχει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της ισχύος δεδικασμένου δικαστικής αποφάσεως ή διατάξεως που περάτωσε τη δίκη λόγω των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες στηρίχθηκε το δικαστήριο. Η αναθεώρηση προϋποθέτει ότι καθίστανται γνωστά πραγματικά στοιχεία προγενέστερα της δημοσιεύσεως ή της επιδόσεως της δικαστικής αποφάσεως ή διατάξεως και άγνωστα έως τότε στο δικαστήριο που την εξέδωσε καθώς και στον αιτούντα την αναθεώρηση διάδικο, τα οποία, αν είχε δοθεί στο εν λόγω δικαστήριο η δυνατότητα να τα λάβει υπόψη, θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε διαφορετική επίλυση της διαφοράς (πρβλ. διατάξεις της 4ης Δεκεμβρίου 2014, JAS κατά Επιτροπής, T-573/11 REV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1124, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 28ης Νοεμβρίου 2017, Staelen κατά Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, T-217/11 REV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:861, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την επιφύλαξη της δεκαετούς προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 44, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναθεώρηση ζητείται εντός τριών μηνών από την ημέρα που ο αιτών έλαβε γνώση του γεγονότος στο οποίο στηρίζεται η αίτηση αναθεωρήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 169, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναθεωρήσεως πρέπει να καθορίζει τα μέσα με τα οποία μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη γεγονότων που δικαιολογούν την αναθεώρηση και από τα οποία συνάγεται ότι οι προθεσμίες της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου έχουν τηρηθεί.

22

Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα της διαδικασίας αναθεωρήσεως, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αιτήσεως αναθεωρήσεως δικαστικής αποφάσεως πρέπει να ερμηνεύονται στενά (διάταξη της 16ης Απριλίου 2012, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής, T-40/07 P-REV και T-62/07 P-REV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:182, σκέψη 12· βλ., επίσης, διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2014, JAS κατά Επιτροπής, T-573/11 REV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1124, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Πρέπει, τέλος, να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 44, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαδικασία της αναθεωρήσεως αρχίζει με την απόφαση που διαπιστώνει ρητώς την ύπαρξη του γεγονότος, αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την έναρξη της αναθεωρήσεως και κηρύσσει για αυτόν τον λόγο παραδεκτή την αίτηση. Το άρθρο 169, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι, χωρίς να προδικάσει την ουσία, το Γενικό Δικαστήριο, αφού παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους, εκδίδει διάταξη επί του παραδεκτού της αιτήσεως.

24

Η διάρθρωση αυτή της διαδικασίας σε δύο στάδια, από την οποία το πρώτο αφορά το παραδεκτό και το δεύτερο την ουσία, εξηγείται από την αυστηρότητα των προϋποθέσεων για την έναρξη της διαδικασίας αναθεωρήσεως, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι το ένδικο αυτό μέσο κάμπτει το δεδικασμένο (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, DSM κατά Επιτροπής, C-5/93 P, EU:C:1999:364, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25

Το παραδεκτό της αιτήσεως αναθεωρήσεως πρέπει να εξεταστεί ακριβώς υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 19 έως 24 ανωτέρω.

26

Πρώτον, το EUIPO επιβεβαίωσε στις παρατηρήσεις του σχετικά με την αίτηση αναθεωρήσεως ότι η παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-616/19 το είχε ενημερώσει, με τηλεομοιοτυπία από 25ης Ιουνίου 2020, ότι παραιτείτο από την ανακοπή που είχε ασκήσει κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND, την οποία ζητεί η αιτούσα την αναθεώρηση.

27

Δεύτερον, ο ισχυρισμός της αιτούσας την αναθεώρηση ότι το πραγματικό στοιχείο αυτό της ήταν άγνωστο δεν αμφισβητείται από το EUIPO. Η παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-616/19 δεν αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό αυτόν, καθώς δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως.

28

Πρέπει να τονιστεί ότι, στην περίπτωση παραιτήσεως από την ανακοπή κατά καταχωρίσεως σήματος, οι κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση που διενεργεί το EUIPO στα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα καταχωρισμένα κοινοτικά σχέδια ή υποδείγματα προβλέπουν, στο σκέλος τους σχετικά με τα σήματα, μέρος C, τμήμα 1, σημείο 6.2.2.3, ότι «επιβεβαίωση της παραιτήσεως από την ανακοπή κοινοποιείται στους διαδίκους […]» και ότι «η τράπεζα πληροφοριών του [EUIPO] επικαιροποιείται αναλόγως, προκειμένου να περιλαμβάνει την παραίτηση από την ανακοπή». Συναφώς, το EUIPO δεν αμφισβητεί ότι, κατά την ημερομηνία της επιδόσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), δεν είχαν επικαιροποιηθεί, στην οικεία τράπεζα πληροφοριών, τα στοιχεία σχετικά με την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND και ότι, επομένως, δεν γινόταν μνεία σε αυτή της παραιτήσεως από την ανακοπή. Συνεπώς, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα την αναθεώρηση, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν και, ενδεχομένως, σε ποια στιγμή η παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T‑616/19 όντως θα ανήγγελλε στο EUIPO ότι παραιτείται από την ανακοπή της.

29

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η αιτούσα την αναθεώρηση, μην έχοντας ενημερωθεί για την παραίτηση από την ανακοπή πριν από την επίδοση της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το πραγματικό στοιχείο αυτό κατά την ημερομηνία της εν λόγω επιδόσεως.

30

Τρίτον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος το οποίο διαπιστώθηκε στη σκέψη 29 ανωτέρω και δεν αμφισβητείται εξάλλου από το EUIPO, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ημερομηνία κατά την οποία η αιτούσα την αναθεώρηση έλαβε γνώση του γεγονότος στο οποίο στηρίζεται η αίτηση αναθεωρήσεως είναι μεταγενέστερη της επιδόσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T‑616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), με αποτέλεσμα η αίτηση αναθεωρήσεως της 18ης Σεπτεμβρίου 2020 να έχει ασκηθεί εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από την ημερομηνία αυτή, την οποία προβλέπει το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

31

Τέταρτον, το EUIPO και η παρεμβαίνουσα δεν ειδοποίησαν ούτε το Γενικό Δικαστήριο για την παραίτηση από την ανακοπή, με αποτέλεσμα το πραγματικό γεγονός αυτό να του είναι άγνωστο όταν εξέδωσε τη διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334).

32

Πέμπτον, το γεγονός αποφασιστικής σημασίας, το οποίο επικαλείται η αιτούσα την αναθεώρηση, είναι η παραίτηση από την ανακοπή που άσκησε η παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-616/19 κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND.

33

Κατά πάγια νομολογία, όταν η παραίτηση από την ανακοπή χωρεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί της ανακοπής ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του EUIPO κατά της αποφάσεως της σχετικής με την ανακοπή, η βάση της διαδικασίας εκλείπει και η διαδικασία καθίσταται άνευ αντικειμένου [διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 2004, Synopharm κατά ΓΕΕΑ – Pentafarma (DERMASYN), T-120/03, EU:T:2004:33, σκέψη 20· βλ., επίσης, διάταξη της 2ας Απριλίου 2020, Thai World Import & Export κατά EUIPO – Elvir (Yaco), T-3/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:150, σκέψη 4 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

34

Συνεπώς, η παραίτηση από την ανακοπή αποτελεί γεγονός αποφασιστικής σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 169, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, στον βαθμό που εξαρτάται από αυτό η ίδια η συνέχιση της διαδικασίας.

35

Πράγματι, όπως ορθώς τονίζει η αιτούσα την αναθεώρηση, η παραίτηση από βασιζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 ανακοπή έχει ως αποτέλεσμα να εκλείπει αναδρομικώς ο αντλούμενος από την εν λόγω διάταξη σχετικός λόγος απαραδέκτου, στον οποίο στήριξε την απόφασή του το τμήμα προσφυγών. Συνεπώς, αν η παραίτηση από την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND ήταν γνωστή στο Γενικό Δικαστήριο πριν από την έκδοση της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι το τελευταίο δεν θα είχε εκδώσει την εν λόγω διάταξη.

36

Έπεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 169 του Κανονισμού Διαδικασίας προκειμένου να κηρυχθεί παραδεκτή η αίτηση αναθεωρήσεως.

37

Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, η εξέταση του προβληθέντος από το EUIPO λόγου απαραδέκτου, ο οποίος αντλείται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αιτούσας την αναθεώρηση. Το EUIPO υποστηρίζει ότι η αίτηση αναθεωρήσεως, αν γίνει δεκτή, δεν της αποφέρει κανένα όφελος. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι, λόγω της παραιτήσεως από την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND, η διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T‑616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), δεν παράγει αποτελέσματα και ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, δεν υφίστανται πλέον εμπόδια για την εν λόγω καταχώριση.

38

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη. Το εν λόγω αντικείμενο της διαφοράς πρέπει να διατηρείται, όπως και το έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, πράγμα που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C-362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Εν προκειμένω, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η αιτούσα την αναθεώρηση έχει έννομο συμφέρον στο πλαίσιο της αιτήσεως αναθεωρήσεως, παρά το ότι έχει εκλείψει το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως συνεπεία της παραιτήσεως από την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος WONDERLAND.

40

Πράγματι, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 20 ανωτέρω, η αναθεώρηση δεν αποτελεί τακτικό, αλλά έκτακτο ένδικο μέσο.

41

Προσέτι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 38 ανωτέρω, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προσδιορίζεται βάσει του αντικειμένου της επίμαχης προσφυγής. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αντικείμενο της αναθεωρήσεως, ως έκτακτου ενδίκου μέσου, διαφέρει εκείνου της προσφυγής ακυρώσεως ή ενός τακτικού ένδικου μέσου, καθόσον το έκτακτο ένδικο μέσο αποσκοπεί ακριβώς στην αμφισβήτηση της ισχύος του δεδικασμένου δικαστικής αποφάσεως ή διατάξεως. Η δε αμφισβήτηση της ισχύος του δεδικασμένου αποφάσεως ή διατάξεως δυσμενούς για τον αιτούντα την αναθεώρηση αρκεί για να του αποφέρει όφελος που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του.

42

Εν προκειμένω, το όφελος στο οποίο προσβλέπει από τη διαδικασία αναθεωρήσεως η αιτούσα την αναθεώρηση συνίσταται στην αμφισβήτηση της ισχύος του δεδικασμένου της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), η οποία αποτελεί επί του παρόντος μέρος της εννόμου τάξεως και περιλαμβάνει δυσμενείς για την αιτούσα την αναθεώρηση πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις. Το όφελος αυτό αρκεί για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος της αιτούσας την αναθεώρηση να κινήσει τη διαδικασία αναθεωρήσεως. Προσέτι, πρέπει να τονιστεί ότι, με τη διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), η αιτούσα την αναθεώρηση καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα και ότι ενδεχόμενη αναθεώρηση της εν λόγω διατάξεως θα μπορούσε επίσης να την ωφελήσει όσον αφορά την κατανομή των δικαστικών εξόδων.

43

Πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από το EUIPO ισχυρισμός περί απαραδέκτου, ο οποίος αντλείται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αιτούσας την αναθεώρηση λόγω του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η διάταξη της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), δεν παράγει αποτελέσματα.

44

Στο πλαίσιο αυτό, η διάταξη της 30ής Απριλίου 2020, Κύπρος κατά EUIPO (C‑608/18 P, C-609/18 P και C-767/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:347, σκέψεις 31 έως 33), την οποία επικαλείται το EUIPO προς στήριξη του αντλούμενου από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αιτούσας την αναθεώρηση λόγου απαραδέκτου επιβεβαιώνει, αντιθέτως, το έννομο συμφέρον της αιτούσας την αναθεώρηση να υποβάλει αίτηση αναθεωρήσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334).

45

Πράγματι, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η διάταξη την οποία επικαλείται το EUIPO –ακριβώς όπως, εξάλλου, στην πλειονότητα των υποθέσεων στις οποίες το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως του EUIPO που κάνει δεκτή ανακοπή κατά της καταχωρίσεως σήματος εκλείπει λόγω είτε της παραιτήσεως από την ανακοπή είτε της ακυρώσεως του προγενέστερου σήματος, ενώ η διαδικασία εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου–, η διαδικασία περατώθηκε με διάταξη περί καταργήσεως της δίκης, ήτοι με δικαστική κρίση που δεν περιλαμβάνει πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις δυσμενείς για κάποιον από τους διαδίκους.

46

Εάν δε το Γενικό Δικαστήριο ήταν σε θέση να προσδιορίσει τις συνέπειες της παραιτήσεως από την ανακοπή στην οποία προέβη η παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-616/19, ενόσω η ενώπιόν του διαδικασία ήταν ακόμη εκκρεμής, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εκδώσει διάταξη περί καταργήσεως της δίκης αντί για διάταξη που περιλαμβάνει πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις δυσμενείς για την αιτούσα την αναθεώρηση. Δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη εν προκειμένω, το έκτακτο ένδικο μέσο που συνιστά η αίτηση αναθεωρήσεως είναι ακριβώς το μόνον που παρέχει στην αιτούσα την αναθεώρηση τη δυνατότητα να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την παραίτηση από την ανακοπή, δεν περιλαμβάνει νομικές και πραγματικές εκτιμήσεις δυσμενείς για την ίδια.

47

Πρέπει να προστεθεί ότι η αίτηση αναθεωρήσεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αίτηση γνωμοδοτήσεως ή με αμιγώς θεωρητικό ζήτημα, κατά την έννοια της αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 2009, Socratec κατά Επιτροπής (T-269/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:211, σκέψη 38), που θα απηύθυνε ή θα έθετε η αιτούσα την αναθεώρηση στο Γενικό Δικαστήριο. Πράγματι, η τελευταία ζητεί κατά τρόπο συγκεκριμένο από το Γενικό Δικαστήριο να ανατραπεί η ισχύς του δεδικασμένου της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), με απόφαση αναθεωρήσεως που λαμβάνει υπόψη ένα εν δυνάμει αποφασιστικής σημασίας πραγματικό στοιχείο που δεν είχε περιέλθει σε γνώση τους. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνει πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις δυσμενείς για την αιτούσα την αναθεώρηση καθώς και καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι εν λόγω εκτιμήσεις και καταδίκη δεν θα είχαν περιληφθεί στη δικαιοδοτική κρίση του Γενικού Δικαστηρίου αν το πραγματικό στοιχείο της παραιτήσεως από την ανακοπή είχε εγκαίρως περιέλθει σε γνώση του τελευταίου.

48

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούνται τα κριτήρια του παραδεκτού που προβλέπονται στο άρθρο 169, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και ότι η αιτούσα την αναθεώρηση έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναθεώρηση της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, WONDERLAND (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334).

49

Η αίτηση αναθεωρήσεως πρέπει, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί παραδεκτή.

Επί των δικαστικών εξόδων

50

Το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα έως ότου εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας όσον αφορά την αίτηση αναθεωρήσεως.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

διατάσσει:

 

1)

Η αίτηση αναθεωρήσεως της διατάξεως της 10ης Ιουλίου 2020, Katjes Fassin κατά EUIPO – Haribo The Netherlands & Belgium (WONDERLAND) (T-616/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:334), κηρύσσεται παραδεκτή.

 

2)

Η διαδικασία θα συνεχιστεί επί της ουσίας. Θα ταχθεί προθεσμία, προκειμένου η Katjes Fassin GmbH & Co. KG, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και η Haribo The Netherlands & Belgium BV να υποβάλουν τις επί της ουσίας παρατηρήσεις τους.

 

3)

Το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 22 Απριλίου 2021.

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Η Πρόεδρος

V. Tomljenović


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.