ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 10ης Δεκεμβρίου 2019 ( *1 )

«Προσφυγή ακυρώσεως – Εσωτερική αγορά – Θεμελιώδεις ελευθερίες – Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 – Δημιουργία ενιαίας ψηφιακής πύλης με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων – Τοπική ή περιφερειακή αρχή – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ατομικός επηρεασμός – Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T‑66/19,

Vlaamse Gemeenschap (Βέλγιο),

Vlaams Gewest (Βέλγιο),

εκπροσωπούμενες από τους T. Eyskens, N. Bonbled και P. Geysens, δικηγόρους,

προσφεύγουσες,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από την I. McDowell, τον R. van de Westelaken και την M. Peternel,

και

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από την K. Michoel και τον O. Segnana,

καθών,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής [πύλης] για την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, διαδικασίες και υπηρεσίες υποστήριξης και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2012 (ΕΕ 2018, L 295, σ. 1),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. J. Costeira, πρόεδρο, Δ. Γρατσία (εισηγητή) και T. Perišin, δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 6 Μαΐου 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά της Ευρώπης» [COM(2015) 192 final]. Στο σημείο 4.3.2 της ανακοινώσεως αυτής, με τίτλο «Ηλεκτρονική διακυβέρνηση», η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα «σημεία επαφής μεταξύ των δημόσιων αρχών και των πολιτών ή επιχειρήσεων είναι […] κατακερματισμένα και ελλιπή» και ότι «[ο]ι ανάγκες των επιχειρήσεων και των πολιτών για τις διασυνοριακές τους δραστηριότητες θα μπορούσαν να καλυφθούν καλύτερα με την αξιοποίηση των υποδομών ψηφιακών υπηρεσιών του μηχανισμού “Συνδέοντας την Ευρώπη”, καθώς και με την επέκταση και ενσωμάτωση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών πυλών, δικτύων, υπηρεσιών και συστημάτων […] και με τη σύνδεσή τους [στο πλαίσιο] “ενιαία[ς] ψηφιακή[ς] πύλη[ς]”».

2

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεσμεύθηκε να υποβάλει νέο σχέδιο δράσεως για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση για τα έτη 2016-2020, το οποίο θα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, «την επέκταση και ενοποίηση των ευρωπαϊκών και των εθνικών πυλών» ώστε να δημιουργηθεί σταδιακά η εν λόγω ενιαία ψηφιακή πύλη.

3

Επιπλέον, στις 28 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς: περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις» [COM(2015) 550 final]. Με την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή καθόρισε τη στρατηγική της για την ενιαία αγορά.

4

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή κατέθεσε νομοθετική πρόταση η οποία κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής [πύλης] με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2012 (ΕΕ 2018, L 295, σ. 1).

5

Κατά την αιτιολογική σκέψη 4, ο κανονισμός 2018/1724 παρέχει στους πολίτες και στις επιχειρήσεις εύκολη πρόσβαση στις πληροφορίες, τις διαδικασίες και τις υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων που χρειάζονται για την άσκηση των δικαιωμάτων τους στην εσωτερική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, η πύλη η οποία δημιουργείται βάσει του κανονισμού αυτού θα μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφάνεια των κανόνων και διατάξεων που αφορούν τα διάφορα γεγονότα του ανθρώπινου και του επιχειρηματικού βίου, σε τομείς όπως τα ταξίδια, η συνταξιοδότηση, η εκπαίδευση, η απασχόληση, η υγειονομική περίθαλψη, τα δικαιώματα των καταναλωτών και τα οικογενειακά δικαιώματα.

6

Κατά την αιτιολογική σκέψη 6, ο κανονισμός 2018/1724 έχει τρεις στόχους, δηλαδή τη μείωση τυχόν πρόσθετης διοικητικής επιβάρυνσης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών, σε πλήρη συμμόρφωση με τους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες, την εξάλειψη των διακρίσεων και τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ως προς την παροχή πληροφοριών, διαδικασιών και υπηρεσιών υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων.

7

Κατά την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού 2018/1724, για να μπορούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις της Ένωσης να ασκούν το δικαίωμά τους να κυκλοφορούν ελεύθερα στην εσωτερική αγορά, η Ένωση θα πρέπει να θεσπίσει ειδικά, μη εισάγοντα διακρίσεις μέτρα που να επιτρέπουν στους πολίτες και στις επιχειρήσεις να έχουν ευχερή πρόσβαση σε επαρκώς σφαιρικές και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους δυνάμει του ενωσιακού δικαίου και σε πληροφορίες σχετικά με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες με τους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται όταν μεταβαίνουν, διαμένουν ή σπουδάζουν ή όταν εγκαθίστανται ή ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος από το δικό τους.

8

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 9 του κανονισμού 2018/1724, είναι σαφές ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη ενδέχεται να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, επειδή δεν είναι εξοικειωμένοι με τους εθνικούς κανόνες και τα εθνικά διοικητικά συστήματα, επειδή οι χρησιμοποιούμενες γλώσσες διαφέρουν και, τέλος, επειδή δεν υπάρχει γεωγραφική εγγύτητα με τις αρμόδιες αρχές σε κράτος μέλος άλλο από το οικείο. Κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μειωθούν τα εντεύθεν απορρέοντα εμπόδια στην εσωτερική αγορά είναι, αφενός, να δίνεται η δυνατότητα στους διασυνοριακούς και μη διασυνοριακούς χρήστες να έχουν επιγραμμική πρόσβαση σε πληροφορίες, σε γλώσσα που να μπορούν να κατανοήσουν, ώστε να είναι σε θέση να διεκπεραιώνουν τις διαδικασίες για τη συμμόρφωσή τους με τους εθνικούς κανόνες εξολοκλήρου επιγραμμικά και, αφετέρου, να τους παρέχεται υποστήριξη όταν οι κανόνες και οι διαδικασίες δεν είναι αρκετά σαφείς ή όταν αντιμετωπίζουν εμπόδια στην άσκηση των δικαιωμάτων τους.

9

Ως εκ τούτου, κατά την αιτιολογική του σκέψη 12, ο κανονισμός 2018/1724 πρέπει να θεσπίσει ενιαία ηλεκτρονική πύλη ως το ενιαίο σημείο εισόδου, μέσω του οποίου οι πολίτες και οι επιχειρήσεις είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες και τις απαιτήσεις προς τις οποίες οφείλουν να συμμορφώνονται, δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.

10

Στο πλαίσιο αυτό, η αιτιολογική σκέψη 35 του κανονισμού 2018/1724 εκθέτει ότι η προσβασιμότητα των πληροφοριών από διασυνοριακούς χρήστες μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά, εάν οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που είναι ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών.

11

Το άρθρο 2 του κανονισμού 2018/1724 προβλέπει τα εξής:

«1.   Σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζεται ενιαία ψηφιακή [πύλη (“πύλη”)] από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Η [πύλη] αποτελείται από κοινή διεπαφή χρήστη υπό τη διαχείριση της Επιτροπής (“κοινή διεπαφή χρήστη”) η οποία είναι ενσωματωμένη στην πύλη “Η Ευρώπη σου” και παρέχει πρόσβαση σε σχετικές ενωσιακές και εθνικές ιστοσελίδες.

2.   Η [πύλη] παρέχει πρόσβαση σε:

α)

πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τους κανόνες που προβλέπονται από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο και ισχύουν για τους χρήστες που ασκούν ή προτίθενται να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο όσον αφορά την εσωτερική αγορά στους τομείς που αναφέρονται στο παράρτημα I,

β)

πληροφορίες για επιγραμμικές και μη διαδικασίες και συνδέσμους για επιγραμμικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που καλύπτει το παράρτημα II, που θεσπίζονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους χρήστες να ασκούν τα δικαιώματα και να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους και τους κανόνες στο πεδίο της εσωτερικής αγοράς σε τομείς που παρατίθενται στο παράρτημα I,

γ)

πληροφορίες και συνδέσμους για υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα III ή αναφέρονται στο άρθρο 7 και τις οποίες οι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να χρησιμοποιούν σε περίπτωση ερωτήσεων ή προβλημάτων σχετικά με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τους κανόνες ή τις διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου.»

12

Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1724, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι χρήστες έχουν εύκολη επιγραμμική πρόσβαση, στις εθνικές τους ιστοσελίδες, στις πληροφορίες που μνημονεύονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (βλ. σκέψη 11 ανωτέρω).

13

Επιπλέον, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1724, «[κ]άθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι χρήστες να μπορούν να έχουν πρόσβαση και να διεκπεραιώνουν τις διαδικασίες που παρατίθενται στο παράρτημα II πλήρως επιγραμμικά, εφόσον οι διαδικασίες αυτές έχουν θεσπιστεί στο εκάστοτε κράτος μέλος».

14

Τα άρθρα 9 έως 11 του κανονισμού 2018/1724 προβλέπουν σειρά απαιτήσεων σχετικά με την ποιότητα των πληροφοριών που δημοσιεύονται δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 4 του κανονισμού 2018/1724, με σκοπό την όσο το δυνατόν ακριβέστερη ενημέρωση όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων και την κίνηση των διαδικασιών που απαριθμούνται στα παραρτήματα I και II του ίδιου κανονισμού, όπως το δικαίωμα σε ταξίδια, εργασία, διαμονή, εκπαίδευση ή έναρξη επιχειρήσεως σε άλλο κράτος μέλος ή υποβολή στη διοίκηση αιτήσεων σχετικά με την κατοικία, τις σπουδές ή την εργασία.

15

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 9, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/1724 προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη καθιστούν τις εν λόγω πληροφορίες προσβάσιμες σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών.

16

Επιπλέον, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1724, όσον αφορά τις διαδικασίες του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι χρήστες έχουν τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στις οδηγίες για την ολοκλήρωση της οικείας διαδικασίας σε μια επίσημη γλώσσα της Ένωσης που είναι ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών.

17

Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1724, σε περίπτωση που κράτος μέλος δεν παρέχει τις πληροφορίες, τις επεξηγήσεις και τις οδηγίες που ορίζονται στα άρθρα 9, 10 και 11, και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών, το εν λόγω κράτος μέλος ζητεί από την Επιτροπή μεταφράσεις στη γλώσσα αυτή, εντός των ορίων του διαθέσιμου προς τούτο προϋπολογισμού της Ένωσης.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

18

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 2019, οι προσφεύγουσες, Vlaamse Gemeenschap (Φλαμανδική Κοινότητα) και Vlaams Gewest (Περιφέρεια της Φλάνδρας), άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

19

Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Απριλίου και στις 29 Απριλίου 2019, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Οι προσφεύγουσες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί των ενστάσεων απαραδέκτου στις 11 Ιουνίου 2019.

20

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2019, η Επιτροπή ζήτησε να της επιτραπεί να παρέμβει στην παρούσα δίκη υπέρ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

21

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τον κανονισμό 2018/1724,

να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

22

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη,

να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

23

Κατά το άρθρο 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας, χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν να ληφθεί απόφαση επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς από τη δικογραφία, αποφασίζει να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου αιτήματος χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

24

Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 2018/724 δεν αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες και, ως εκ τούτου, αυτές δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής για την ακύρωσή του.

25

Επισημαίνεται, αφενός, ότι οι προσφεύγουσες είναι βελγικές περιφερειακές οντότητες. Αφετέρου, όπως προκύπτει από την πρώτη και την πέμπτη φράση του προοιμίου του, ο κανονισμός 2018/1724 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, και του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, επομένως, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 289, παράγραφος 1, και του άρθρου 294 ΣΛΕΕ.

26

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ως τοπικές ή περιφερειακές οντότητες, οι προσφεύγουσες νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής για την ακύρωση του κανονισμού 2018/1724 υπό την προϋπόθεση ότι ο κανονισμός αυτός τις αφορά άμεσα και ατομικά κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Συγκεκριμένα, η προσφυγή περιφερειακής ή τοπικής οντότητας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με προσφυγή κράτους μέλους, δεδομένου ότι η έννοια του κράτους μέλους κατά το άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αφορά μόνον τις κυβερνητικές αρχές των κρατών μελών. Η έννοια αυτή δεν μπορεί να καλύπτει και τις κυβερνήσεις περιφερειών ή άλλων τοπικών ή περιφερειακών οντοτήτων, διότι άλλως θα κλονιζόταν η προβλεπόμενη από τη Συνθήκη θεσμική ισορροπία (πρβλ. διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 2009, Região autónoma dos Açores κατά Συμβουλίου, C‑444/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:733, σκέψεις 31 και 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι εθνικοί συνταγματικοί κανόνες περί απονομής αρμοδιότητας δεν μπορεί να προσδιορίζουν την κατ’ άρθρο 263 ΣΛΕΕ ενεργητική νομιμοποίηση των περιφερειακών οντοτήτων (βλ. διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 2009, Região autónoma dos Açores κατά Συμβουλίου, C‑444/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:733, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι μια περιφερειακή αρχή έχει ορισμένες αρμοδιότητες στον τομέα που αφορά η πράξη την οποία προσβάλλει δεν τη νομιμοποιεί ενεργητικώς, εάν η επίμαχη πράξη δεν την αφορά άμεσα ή, ενδεχομένως, ατομικά.

28

Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προβάλλουν το απαράδεκτο της προσφυγής λόγω του ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά, πρέπει να εξετασθεί αν η προσφυγή είναι παραδεκτή υπό το πρίσμα της εν λόγω προϋποθέσεως.

29

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προϋπόθεση, κατά την οποία τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες μιας πράξεως πρέπει να θίγονται ατομικά από αυτή, απαιτεί το προσβαλλόμενο μέτρο να θίγει τα πρόσωπα αυτά λόγω ορισμένων ιδιαίτερων ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της πράξεως (βλ. διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 2009, Região autónoma dos Açores κατά Συμβουλίου, C‑444/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:733, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30

Εν προκειμένω, από τα σημεία 29, 35, 52, 57 και 72 του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι, μολονότι οι προσφεύγουσες ζητούν τυπικώς την ακύρωση του κανονισμού 2018/1724 στο σύνολό του, εντούτοις επικεντρώνουν την επιχειρηματολογία τους στην προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας των διατάξεων του κανονισμού δυνάμει των οποίων τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθιστούν ορισμένες πληροφορίες προσβάσιμες σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών (βλ. σκέψεις 15 και 16 ανωτέρω).

31

Συναφώς, από τα σημεία 20 και 22 του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής για την ακύρωση του κανονισμού 2018/1724, αναφερόμενες στις επιπτώσεις που συνεπάγονται για τις αρμοδιότητές τους οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού που έχουν ως αντικείμενο την επιβολή των υποχρεώσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 30 ανωτέρω.

32

Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν οι προσφεύγουσες θίγονται ατομικά, κατά την έννοια που εκτίθεται στη σκέψη 29 ανωτέρω, από το άρθρο 9, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφος 4, το άρθρο 11, παράγραφος 2, και το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1724.

33

Συναφώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι επίμαχες διατάξεις υπονομεύουν τις πολιτικές που θεσπίστηκαν δυνάμει πολυάριθμων πράξεων τις οποίες οι ίδιες εξέδωσαν και οι οποίες αποσκοπούν στην επιβεβαίωση ή στη θέση σε εφαρμογή της αποκλειστικής χρήσης της ολλανδικής γλώσσας κατά την επικοινωνία μεταξύ αυτών και του κοινού. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που οι διατάξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 32 ανωτέρω συνεπάγονται τη χρήση γλώσσας διαφορετικής από την ολλανδική στις σχέσεις των προσφευγουσών με τους διοικουμένους, εμποδίζουν τις προσφεύγουσες να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους κατά την κρίση τους και, μάλιστα, τις υποχρεώνουν να τις ασκήσουν κατά τρόπο αντίθετο προς την ισχύουσα νομοθεσία, της οποίας ορισμένες πτυχές είναι συνταγματικής εμβέλειας.

34

Επιπλέον, οι διατάξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 32 ανωτέρω θίγουν την αποτελεσματικότητα της θεσπισθείσας από τις προσφεύγουσες πολιτικής για την κοινωνική ενσωμάτωση, σύμφωνα με την οποία οι αλλοδαποί που εγκαθίστανται στη Φλάνδρα (Βέλγιο) παρακινούνται να μάθουν την ολλανδική γλώσσα.

35

Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η ενεργητική νομιμοποίησή τους απορρέει από την προβλεπόμενη στο βελγικό Σύνταγμα διαίρεση του Βασιλείου του Βελγίου σε γλωσσικές περιφέρειες και την κατανομή αρμοδιοτήτων στον γλωσσικό τομέα που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο μιας «γλωσσικής συγκρούσεως» η οποία δεν παρατηρείται σε άλλα κράτη μέλη.

36

Επισημαίνεται, πρώτον, ότι η κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1724 υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι στις εθνικές τους ιστοσελίδες παρέχουν στους χρήστες εύκολη επιγραμμική πρόσβαση στις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (βλ. σκέψεις 11 και 12 ανωτέρω) επιβάλλεται αδιακρίτως σε όλα τα κράτη μέλη.

37

Δεύτερον, ομοίως από το άρθρο 9, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφος 4, και το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/1724 προκύπτει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να καθιστούν τις εν λόγω πληροφορίες προσβάσιμες σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών επιβάλλεται χωρίς καμία εξαίρεση σε όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Το ίδιο ισχύει, επίσης, όσον αφορά την υποχρέωση παροχής στους χρήστες, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού, της δυνατότητας να έχουν πρόσβαση στις οδηγίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, τούτο δε σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών.

38

Επομένως, κάθε εθνική αρχή αρμόδια για την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζει ο κανονισμός 2018/1724 θίγεται από αυτόν κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θίγονται οι προσφεύγουσες, υπό την ιδιότητά τους ως αρχών στις οποίες το βελγικό δίκαιο απονέμει τέτοιες αρμοδιότητες.

39

Συναφώς, είναι, ασφαλώς, δυνατόν να θεωρηθεί ότι μια πράξη της Ένωσης αφορά ατομικά τοπική ή περιφερειακή αρχή οσάκις η πράξη αυτή της Ένωσης θίγει πράξη την οποία εξέδωσε η οικεία αρχή και εμποδίζει την αρχή αυτή να ασκήσει κατά την κρίση της τις αρμοδιότητες τις οποίες της απονέμει το εθνικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2005, Land Oberösterreich και Αυστρία κατά Επιτροπής, T‑366/03 και T‑235/04, EU:T:2005:347, σκέψη 28).

40

Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του ορισμού του ατομικού επηρεασμού κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 29 ανωτέρω), οι περιστάσεις αυτές δύνανται να δικαιολογήσουν το ότι η πράξη αφορά ατομικά την τοπική ή περιφερειακή αρχή μόνον όταν ο αποκλειστικός σκοπός της προσβαλλόμενης πράξεως είναι η άσκηση της αρμοδιότητας της Ένωσης σε σχέση με συγκεκριμένη πράξη την οποία έχει εκδώσει η εν λόγω αρχή (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1998, Vlaams Gewest κατά Επιτροπής, T‑214/95, EU:T:1998:77, σκέψεις 17 και 29, της 23ης Οκτωβρίου 2002, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑346/99 έως T‑348/99, EU:T:2002:259, σκέψεις 14 και 37, και της 5ης Οκτωβρίου 2005, Land Oberösterreich και Αυστρία κατά Επιτροπής, T‑366/03 και T‑235/04, EU:T:2005:347, σκέψεις 11 έως 14 και 27 έως 30).

41

Ωστόσο, ο κανονισμός 2018/1724 εκδόθηκε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Ένωσης που αποσκοπούν στην επίτευξη των σκοπών που περιγράφονται στα άρθρα 21 και 114 ΣΛΕΕ, δηλαδή στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, με ταυτόχρονη διευκόλυνση των συνθηκών ασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες στις σκέψεις 36 και 37 διατάξεις, ο κανονισμός 2018/1724 αφορά την παροχή εκ μέρους των κρατών μελών ορισμένων σημαντικών πληροφοριών για την άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής τα οποία απορρέουν για τους πολίτες από ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, η έκδοση του κανονισμού αυτού δεν σκοπεί στην άσκηση της αρμοδιότητας της Ένωσης σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν από τις προσφεύγουσες όσον αφορά τη χρήση της ολλανδικής γλώσσας στις σχέσεις μεταξύ διοίκησης και πολιτών.

42

Επιπλέον, η προσέγγιση κατά την οποία οποιαδήποτε παρέμβαση μεταξύ του πεδίου εφαρμογής μιας πράξεως της Ένωσης και του πεδίου εφαρμογής των πράξεων που εκδίδονται από τοπική ή περιφερειακή αρχή σημαίνει ότι η αρχή αυτή είναι πρόσωπο το οποίο θίγεται ατομικά από την πράξη της Ένωσης θα έθετε, στην πράξη, τις οικείες τοπικές ή περιφερειακές αρχές στην ίδια θέση με τα κράτη μέλη τα οποία είναι αποδέκτες των πράξεων της Ένωσης. Ως εκ τούτου, μια τέτοια προσέγγιση θα κλόνιζε τη θεσμική ισορροπία που προβλέπει η Συνθήκη (βλ. σκέψη 26 ανωτέρω), οπότε, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή.

43

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η βελγική νομοθεσία σχετικά με τη χρήση των γλωσσών σε διοικητικά ζητήματα απορρέει, κατά τις προσφεύγουσες, από μια σειρά συμβιβασμών επιτευχθέντων στο τέλος μιας μακράς περιόδου απαιτητικών διαπραγματεύσεων, οι οποίοι σήμερα αντανακλώνται, εν μέρει, στο Σύνταγμα του εν λόγω κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 27 ανωτέρω, η διάρθρωση των αρμοδιοτήτων βάσει των εθνικών συνταγματικών κανόνων περί απονομής αρμοδιότητας δεν μπορεί να καθορίζει την ενεργητική νομιμοποίηση των τοπικών ή περιφερειακών οντοτήτων.

44

Τέλος, υπενθυμίζεται ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες αφορούν αποκλειστικά τις παρανομίες που βαρύνουν, κατ’ αυτές, το άρθρο 9, παράγραφος 2, το άρθρο 10, παράγραφος 4, του άρθρου 11, παράγραφος 2, και το άρθρο 13 παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1724. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής για την ακύρωση του κανονισμού 2018/1724 αναφερόμενες αποκλειστικά στα επιπτώσεις που θα έχουν οι επίμαχες διατάξεις για τις αρμοδιότητές τους (βλ. σκέψεις 30 και 31 ανωτέρω).

45

Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζουν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ο κανονισμός 2018/1724 δεν αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

46

Κατά το άρθρο 144, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού καταθέσει ένσταση απαραδέκτου ή αναρμοδιότητας κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως λαμβάνεται μόνον αφού το Γενικό Δικαστήριο απορρίψει την ένσταση ή αποφασίσει ότι θα την εξετάσει μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στο σύνολό της, παρέλκει η κρίση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 142, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

47

Δυνάμει του άρθρου 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και να καταδικαστούν στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα αυτών των θεσμικών οργάνων.

48

Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί, όπως εν προκειμένω, πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους. Δεδομένου ότι η αίτηση παρεμβάσεως δεν κοινοποιήθηκε στους κυρίους διαδίκους και ότι, ως εκ τούτου, αυτοί δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή φέρει τα σχετικά δικαστικά έξοδά της.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)

διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

 

2)

Παρέλκει η κρίση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

3)

Η Vlaamse Gemeenschap και η Vlaams Gewest φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

4)

Η Επιτροπή φέρει τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά της.

 

Λουξεμβούργο, 10 Δεκεμβρίου 2019.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.