Υπόθεση T‑688/19
VeriGraft AB
κατά
Εκτελεστικού Οργανισμού για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Καινοτομίας και τις ΜΜΕ
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (ένατο τμήμα) της 2ας Μαρτίου 2022
«Ρήτρα διαιτησίας – Συμφωνία επιχορήγησης συναφθείσα στο πλαίσιο του προγράμματος‑πλαισίου για την έρευνα και την καινοτομία “Ορίζων 2020” – Καταγγελία της συμφωνίας – Επαγγελματικό παράπτωμα – Ιδιότητα του δικαιούχου της επιχορήγησης ή προσώπου το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του δικαιούχου»
Ένδικη διαδικασία – Άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου καθοριζόμενη αποκλειστικώς βάσει των άρθρων 256 και 272 ΣΛΕΕ και της ρήτρας διαιτησίας – Αρμοδιότητα εκδίκασης προσφυγής με αίτημα να κηρυχθεί άκυρη απόφαση περί καταγγελίας συμφωνίας επιχορήγησης – Εκτίμηση
(Άρθρα 256 και 272 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 52, 53)
Ένδικη διαδικασία – Άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας – Καθορισμός του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου – Εφαρμογή κατά κύριο λόγο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Επικουρική εφαρμογή εθνικού δικαίου – Εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου δικαίου που ορίζεται στη σύμβαση – Αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να εξετάσει προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας
(Άρθρο 272 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41· κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 966/2012 και 1291/2013)
(βλ. σκέψεις 55, 61-63)
Ένδικη διαδικασία – Προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης – Λόγος προβαλλόμενος για πρώτη φορά κατά το στάδιο της απαντήσεως – Λόγος στηριζόμενος σε στοιχεία που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης – Παραδεκτό
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 84 § 1)
(βλ. σκέψεις 59, 60)
Βιομηχανία – Δράσεις αναγκαίες για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας – Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία «Ορίζων 2020» – Συμφωνία επιχορήγησης – Απόφαση καταγγελίας που ελήφθη από τον Εκτελεστικό Οργανισμό για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (EASME) – Διοικητική διαδικασία που οδηγεί σε λήψη ατομικού μέτρου – Δικαιώματα άμυνας – Υποχρέωση ακροάσεως του ενδιαφερομένου πριν από την έκδοση βλαπτικής γι’ αυτόν αποφάσεως – Περιεχόμενο
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41 § 2, στοιχείο αʹ)
(βλ. σκέψεις 65, 66, 72, 73)
Βιομηχανία – Δράσεις αναγκαίες για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας – Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία «Ορίζων 2020» – Συμφωνία επιχορήγησης – Απόφαση καταγγελίας που ελήφθη από τον Εκτελεστικό Οργανισμό για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (EASME) – Καταγγελία δυνάμει του άρθρου 50.3.1 της συμφωνίας επιχορήγησης – Προϋποθέσεις – Περιεχόμενο
(βλ. σκέψεις 99-102, 108, 109)
Σύνοψη
Η προσφεύγουσα, VeriGraft AB, είναι σουηδική εταιρία βιοτεχνολογίας η οποία ιδρύθηκε το 2005 από τους A και B, καθηγητές ενός σουηδικού πανεπιστημιακού ινστιτούτου. Ειδικεύεται στον τομέα της ανάπτυξης εξατομικευμένων μοσχευμάτων τα οποία παρασκευάζονται διά της μηχανικής ανθρώπινων ιστών και προορίζονται για χρήση στην αναγεννητική ιατρική. Η A, που αρχικά κατείχε το 41 % του κεφαλαίου της προσφεύγουσας, μεταβίβασε σταδιακά από το 2014 το σύνολο των μετοχών της και διετέλεσε επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της προσφεύγουσας έως το 2015, προτού καταγγελθεί τελικά η σύμβαση εργασίας της την 1η Οκτωβρίου 2016.
Το 2017, στο πλαίσιο του προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και την καινοτομία Ορίζων 2020 ( 1 ) και στο πλαίσιο υλοποίησης του μέσου στήριξης της καινοτομίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) ( 2 ), η προσφεύγουσα έλαβε επιχορήγηση από τον Εκτελεστικό Οργανισμό για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (EASME) ( 3 ). Η προσφεύγουσα είχε συγκεκριμένα υποβάλει πρόταση για την εμπορική προώθηση ενός εξατομικευμένου καρδιαγγειακού προϊόντος που αντιστοιχούσε στο έργο «Εξατομικευμένες φλέβες που παρασκευάζονται διά της μηχανικής ιστών ως πρώτη θεραπεία για ασθενείς με χρόνια φλεβική ανεπάρκεια-P-TEV». Η συμφωνία επιχορήγησης που υπεγράφη μεταξύ της προσφεύγουσας και του EASME επέβαλε την τήρηση των «υψηλότερων προτύπων ακεραιότητας της έρευνας» (άρθρο 34.1) και τη συμμόρφωση των «δραστηρι[οτήτων]που εγείρουν δεοντολογικά ζητήματα» με ειδικές απαιτήσεις δεοντολογίας (άρθρο 34.2).
Κατόπιν έρευνας του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ, στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκε η γνώμη της Κεντρικής επιτροπής δεοντολογίας της Σουηδίας (Comité central d’éthique de Suède, στο εξής: CEPN) και η οποία αφορούσε ισχυρισμούς περί πλημμελούς συμπεριφοράς της Α κατά τις επιστημονικές έρευνες που διεξήγαγε, υπήρξε σύσταση απολύσεώς της. Αφού εξέτασε την πρόοδο του έργου P-TEV και διενήργησε διάφορους δεοντολογικούς ελέγχους που το αφορούσαν, ο EASME ενημέρωσε ο ίδιος εγγράφως την προσφεύγουσα, κατόπιν της διαδικασίας που προέβλεπε το άρθρο 50.3.2 της συμφωνίας επιχορήγησης και αφού προηγουμένως της ζήτησε να υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις της, ότι προτίθεται να καταγγείλει την εν λόγω συμφωνία: αρχικά τον Οκτώβριο του 2018, λόγω πέντε συνεχιζόμενων δεοντολογικών προβλημάτων τα οποία δεν είχαν επιλυθεί και συνιστούσαν, κατά την άποψη του EASME, «σοβαρή παράβαση» εκ μέρους της προσφεύγουσας των υποχρεώσεών της κατά το άρθρο 50.3.1, στοιχείο ιβʹ, της συμφωνίας επιχορήγησης, στη συνέχεια τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 2019, λόγω του γεγονότος ότι η A, η οποία ήταν συνιδρυτικό μέλος της προσφεύγουσας, είχε κριθεί από την CEPN υπεύθυνη για τα διαπιστωθέντα σφάλματα στις δημοσιεύσεις οι οποίες είχαν ακολούθως χρησιμοποιηθεί προς στήριξη της επιστημονικής αξιολόγησης εκ μέρους του EASME για την παροχή της επιχορήγησης, σφάλματα τα οποία συνιστούσαν κατά την άποψη του EASME «σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα» της προσφεύγουσας βάσει του άρθρου 50.3.1, στοιχείο στʹ, της συμφωνίας. Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα προέβαλε, δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ότι η καταγγελία της συμφωνίας επιχορήγησης εκ μέρους του EASME ήταν άκυρη.
Με την απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει κατ’ αρχάς ότι είναι αρμόδιο να εξετάσει τον λόγο που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ. Επίσης, πρόκειται, επί της ουσίας, για την πρώτη υπόθεση στην οποία το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ένας οργανισμός της Ένωσης κακώς κατήγγειλε, λόγω επαγγελματικού παραπτώματος, συμφωνία επιχορήγησης η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του προγράμματος-πλαισίου Ορίζων 2020.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Όσον αφορά τον λόγο περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι το γεγονός ότι το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν διασφαλίζει τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες τις οποίες παρέχουν ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης δεν απαλλάσσει τον EASME από την υποχρέωση διασφάλισης των εγγυήσεων αυτών έναντι των αντισυμβαλλομένων του. Συγκεκριμένα, αν οι διάδικοι αποφασίσουν, μέσω ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ τους σύμβαση, να αναγνωρίσουν στον δικαστή της Ένωσης την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί διαφορών σχετικών με την ως άνω σύμβαση, ο εν λόγω δικαστής θα είναι αρμόδιος να εξετάσει ενδεχόμενες παραβάσεις του Χάρτη και παραβιάσεις των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο δίκαιο που προβλέπει η σύμβαση. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει τον λόγο αυτό. Επί της ουσίας, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 41 του Χάρτη, το δικαίωμα ακροάσεως έχει γενική εφαρμογή. Εφόσον ένα ατομικό μέτρο είναι ικανό να βλάψει τον ενδιαφερόμενο, το δικαίωμα αυτό επιβάλλει να του παρέχεται η δυνατότητα, πριν από την έκδοση της αποφάσεως που τον αφορά, να διατυπώσει λυσιτελώς τις απόψεις του επί του υποστατού και της κρισιμότητας των πραγματικών γεγονότων και περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι λόγοι καταγγελίας της συμφωνίας επιχορήγησης γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα με το δεύτερο έγγραφο προκαταρκτικής ενημέρωσης της 18ης Φεβρουαρίου 2019 και ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί του θέματος αυτού, επομένως ο EASME δεν προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως της προσφεύγουσας.
Στη συνέχεια, όσον αφορά τον λόγο περί παραβάσεως του άρθρου 50.3.1, στοιχείο στʹ, της συμφωνίας επιχορήγησης, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, όπως αναγράφεται στο ως άνω έγγραφο προκαταρκτικής ενημέρωσης, ότι ο EASME στήριξε στο εν λόγω ακριβώς άρθρο την καταγγελία της συμφωνίας επιχορήγησης με την αιτιολογία ότι είχε αναγνωρισθεί η ευθύνη της Α λόγω επαγγελματικού παραπτώματος. Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί, εξάλλου, ότι ο EASME έκρινε ότι το επαγγελματικό παράπτωμα της A ήταν αυτό που έθετε εν αμφιβόλω την ικανότητα της προσφεύγουσας να εκτελέσει το έργο P-TEV και όχι κάποιο παράπτωμα της ίδιας της προσφεύγουσας, ενώ δικαιούχος της εν λόγω συμφωνίας δεν ήταν η Α, αλλά η προσφεύγουσα. Καθόσον δε η προσφεύγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της Α τον Δεκέμβριο του 2016, η A έπαυσε να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της προσφεύγουσας από τον Ιούλιο του 2015, και η συμμετοχή της A στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας ήταν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης επιχορήγησης του έργου P-TEV και έως την πώληση του συνόλου της συμμετοχής της, κατώτερη του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής που απαιτείται βάσει του σουηδικού εταιρικού δικαίου για να έχει δικαίωμα λήψης αποφάσεων εξ ονόματος της προσφεύγουσας, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η A δεν ενέπιπτε στην κατηγορία των προσώπων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 50.3.1, στοιχείο στʹ, της συμφωνίας επιχορήγησης. Το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της συμφωνίας επιχορήγησης από τον EASME δυνάμει του άρθρου 50.3.1, στοιχείο στʹ, της εν λόγω συμφωνίας, για τον λόγο που προβάλλει ο οργανισμός αυτός, ήταν αβάσιμη. Επισημαίνει δε, συναφώς, όσον αφορά την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο EASME κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, ότι αυτή συνιστά νέο λόγο καταγγελίας της συμφωνίας επιχορήγησης και ότι, αν ο λόγος αυτός γινόταν δεκτός, θα θιγόταν αναπόφευκτα η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας καταγγελίας που προβλέπει το άρθρο 50.3.2 της συμφωνίας. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει επίσης την επιχειρηματολογία του EASME που στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η προσφεύγουσα του απέκρυψε εσκεμμένα τα παραπτώματα που είχαν λάβει χώρα κατά τις έρευνες, τα οποία επηρέασαν τις εργασίες που μνημονεύονται στην πρόταση του έργου P-TEV.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο κηρύσσει άκυρη την απόφαση του EASME περί καταγγελίας της συμφωνίας επιχορήγησης που συνήφθη με τη VeriGraft.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΕ) 1291/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του προγράμματος-πλαισίου «Ορίζων 2020» για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) και την κατάργηση της απόφασης 1982/2006/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 347, σ. 104, στο εξής: πρόγραμμα-πλαίσιο Ορίζων 2020).
( 2 ) Απόφαση 2013/743/EE του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του ειδικού προγράμματος υλοποίησης του προγράμματος Ορίζων 2020 – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία (2014 – 2020) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2006/971/EK, 2006/972/EK, 2006/973/EK, 2006/974/ΕΚ και 2006/975/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 347, σ. 965).
( 3 ) Ο οργανισμός αυτός συστάθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2013/771/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη σύσταση του Εκτελεστικού Οργανισμού για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και για την κατάργηση των αποφάσεων 2004/20/ΕΚ και 2007/372/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 341, σ. 73), και από 1ης Απριλίου 2021 μετονομάσθηκε σε Εκτελεστικό Οργανισμό για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Καινοτομίας και τις ΜΜΕ (Eismea).