Υπόθεση C-791/19

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας

Διάταξη του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 8ης Απριλίου 2020

«Ασφαλιστικά μέτρα – Άρθρο 279 ΣΛΕΕ – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Ανεξαρτησία του Izba Dyscyplinarna (πειθαρχικού τμήματος) του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία)»

  1. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Περιεχόμενο

    (Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47 και 48)

    (βλ. σκέψεις 29, 30, 34, 65, 66)

  2. Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Καθιέρωση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Τήρηση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών – Νεοσυσταθέν πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου απαρτιζόμενο από δικαστές που διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατόπιν προτάσεως του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου – Παραβίαση σε περίπτωση κατά την οποία προκαλούνται στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω τμήματος έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων – Κριτήρια – Αντικειμενικές συνθήκες συστάσεως του εν λόγω τμήματος, χαρακτηριστικά γνωρίσματά του και διαδικασία διορισμού των μελών του – Ανεξαρτησία του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου

    (Άρθρα 2 και 19 ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

    (βλ. σκέψεις 31-33, 35, 68, 70-72)

  3. Ασφαλιστικά μέτρα – Αρμοδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως – Προσφυγή λόγω παραβάσεως έχουσα ως σκοπό να αμφισβητηθεί ο συμβατός χαρακτήρας με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ εθνικών διατάξεων που αφορούν το πειθαρχικό καθεστώς δικαστών οι οποίοι αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης – Αίτημα εμπίπτον στην αρμοδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων

    (Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ)

    (βλ. σκέψη 36)

  4. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Επείγων χαρακτήρας – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Σωρευτικός χαρακτήρας – Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων – Εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων

    (Άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 160 § 3)

    (βλ. σκέψη 51)

  5. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Fumus boni juris – Εκ πρώτης όψεως εξέταση των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της κύριας προσφυγής – Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Εθνικές διατάξεις που αφορούν το πειθαρχικό καθεστώς δικαστών οι οποίοι αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης – Διατάξεις σχετικές με το όργανο που είναι επιφορτισμένο με την εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων που αφορούν τους εν λόγω δικαστές – Αιτίαση η οποία αφορά το ζήτημα της τηρήσεως από το συσταθέν όργανο της απαιτήσεως περί ανεξαρτησίας των δικαστών κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ – Αιτίαση μη στερούμενη, εκ πρώτης όψεως, ερείσματος

    (Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

    (βλ. σκέψεις 52, 64, 67, 75-78)

  6. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Επείγων χαρακτήρας – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Έννοια – Κίνδυνος να θιγεί η ανεξαρτησία του οργάνου που είναι αρμόδιο να κρίνει τις πειθαρχικές υποθέσεις δικαστών κράτους μέλους, οι οποίοι αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης – Εμπίπτει

    (Άρθρο 2 ΣΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 160 § 3)

    (βλ. σκέψεις 82-86, 89, 90, 92, 93)

  7. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων – Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Εθνικές διατάξεις που αφορούν το πειθαρχικό καθεστώς δικαστών οι οποίοι αποφαίνονται επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης – Διατάξεις σχετικές με το όργανο που είναι επιφορτισμένο με την εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων που αφορούν τους εν λόγω δικαστές – Κίνδυνος να θιγεί η ανεξαρτησία του εν λόγω οργάνου – Συμφέρον του οικείου κράτους μέλους στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της έννομης τάξεώς του – Υπεροχή του γενικού συμφέροντος της Ένωσης

    (Άρθρο 19 § 1, εδ. 2, ΣΕΕ· άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

    (βλ. σκέψεις 104, 109-113)

Σύνοψη

Με τη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 8ης Απριλίου 2020 την οποία εξέδωσε επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-791/19 R), το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) διέταξε τη Δημοκρατία της Πολωνίας να αναστείλει αμέσως την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων στις οποίες στηρίζεται η αρμοδιότητα του πειθαρχικού τμήματος του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) να εκδικάζει πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν δικαστές και να μην διαβιβάσει τις εκκρεμείς ενώπιον του εν λόγω τμήματος υποθέσεις σε δικαστικό σχηματισμό ο οποίος δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας οι οποίες καθορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. ( 1 ). Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων υποβλήθηκε στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως την οποία άσκησε η Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2019, με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Πολωνία, θεσπίζοντας το νέο πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των τακτικών δικαστηρίων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ ( 2 ), σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ( 3 ).

Δυνάμει του νέου αυτού καθεστώτος, το οποίο θεσπίστηκε το 2017, το συσταθέν στο Ανώτατο Δικαστήριο πειθαρχικό τμήμα είναι αρμόδιο να εκδικάζει πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν τους δικαστές του εν λόγω δικαστηρίου και, σε δεύτερο βαθμό, εκείνες που αφορούν τους δικαστές των τακτικών δικαστηρίων. Κατά την Επιτροπή ( 4 ), το εν λόγω καθεστώς δεν εγγυάται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος, το οποίο απαρτίζεται αποκλειστικά από δικαστές επιλεγόμενους από το Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, στο εξής: KRS), τα δεκαπέντε μέλη του οποίου είναι δικαστές εκλεγμένοι από το Πολωνικό Κοινοβούλιο, ενώ τα εν λόγω μέλη, πριν από τη μεταρρύθμιση του 2017, εκλέγονταν από ομολόγους τους. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως A. K. ( 5 ), το τμήμα εργατικών διαφορών και διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφαινόμενο επί των υποθέσεων τις οποίες αφορούσε η απόφαση αυτή, έκρινε, με τις αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2019 και της 15ης Ιανουαρίου 2020, ότι το πειθαρχικό τμήμα, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών συστάσεώς του, του εύρους των εξουσιών του, της συνθέσεώς του και της ανάμειξης του KRS στη συγκρότησή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο κατά την έννοια ούτε του δικαίου της Ένωσης ούτε του πολωνικού δικαίου. Εντούτοις, το εν λόγω πειθαρχικό τμήμα εξακολούθησε να ασκεί τα δικαιοδοτικά καθήκοντά του.

Πρώτον, πριν εξετάσει επί της ουσίας την υποβληθείσα από την Επιτροπή αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Πολωνία. Ειδικότερα, όσον αφορά την αρμοδιότητά του να διατάξει τα επίμαχα προσωρινά μέτρα, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, μολονότι η οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε από το άρθρο 19 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επισήμανε ότι με τη διάταξη αυτή, η οποία συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου, ανατίθεται στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο η διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και της ένδικης προστασίας που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο αυτό. Αφού υπενθύμισε ότι η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των εν λόγω οργάνων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, το Δικαστήριο επισήμανε ότι απόκειται, κατά συνέπεια, σε κάθε κράτος μέλος να διασφαλίζει ότι το πειθαρχικό καθεστώς που ισχύει για τους δικαστές των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία εμπίπτουν στο εθνικό σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, συνάδει με την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών. Επομένως, πρέπει να διασφαλίζεται, ιδίως, ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο πειθαρχικών διαδικασιών οι οποίες κινούνται κατά των δικαστών των εν λόγω δικαστηρίων ελέγχονται από όργανο το οποίο παρέχει το ίδιο τις συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία εγγυήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ανεξαρτησίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πλαίσιο εκδίκασης προσφυγής λόγω παραβάσεως, με την οποία αμφισβητείται ο συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης χαρακτήρας εθνικών διατάξεων που αφορούν το πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν επί ζητημάτων απτομένων του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο αναγνώρισε την αρμοδιότητά του να διατάσσει προσωρινά μέτρα για την αναστολή της εφαρμογής τέτοιων διατάξεων.

Δεύτερον, όσον αφορά την επί της ουσίας εξέταση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το Δικαστήριο υπενθύμισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται να διατάξει τη λήψη προσωρινού μέτρου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να αποδειχθεί ότι η λήψη τέτοιου είδους μέτρου δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών (fumus boni juris) και ότι το μέτρο αυτό είναι επείγον, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο να διαταχθεί και να παραγάγει τα αποτελέσματά του πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.

Όσον αφορά την προϋπόθεση περί της συνδρομής fumus boni juris, το Δικαστήριο επισήμανε καταρχάς ότι αυτή πληρούται εφόσον ένας τουλάχιστον από τους λόγους που προβάλλει ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων διάδικος, προς στήριξη της κύριας προσφυγής του, δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος. Εν προκειμένω, χωρίς να αποφανθεί επί του βασίμου των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι διάδικοι στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή, καθώς και των ερμηνευτικών στοιχείων που παρέχονται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) ( 6 ) και στην απόφαση A. K., ότι τα επιχειρήματα περί μη διασφάλισης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του πειθαρχικού τμήματος, τα οποία προβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος.

Όσον αφορά την προϋπόθεση περί επείγοντος χαρακτήρα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνδρομή της έχει εν προκειμένω αποδειχθεί. Πράγματι, η προοπτική και μόνον οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των τακτικών δικαστηρίων να διατρέξουν τον κίνδυνο να κινηθεί εναντίον τους πειθαρχική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να επιληφθεί της οικείας υποθέσεως ένα όργανο του οποίου δεν διασφαλίζεται η ανεξαρτησία, δύναται να θίγει την ανεξαρτησία των εν λόγω δικαστών και, κατ’ επέκταση, την αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι η εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων, οι οποίες καθιστούν αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των ανωτέρω αναφερόμενων δικαστών ένα όργανο του οποίου η ανεξαρτησία δεν μπορεί να διασφαλιστεί, δύναται να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην έννομη τάξη της Ένωσης.

Τέλος, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της σταθμίσεως των εμπλεκομένων συμφερόντων. Προκειμένου να αποφανθεί ότι η στάθμιση συνηγορούσε υπέρ της λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζήτησε η Επιτροπή, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι τα μέτρα αυτά δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα τη διάλυση του πειθαρχικού τμήματος, αλλά μόνον την προσωρινή αναστολή της δραστηριότητάς του έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. Πέραν τούτου, έκρινε ότι, στο μέτρο που η λήψη των προσωρινών μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή της εκδίκασης των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του πειθαρχικού τμήματος μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, η ζημία που θα υποστούν, εξαιτίας της αναστολής, οι πολίτες τους οποίους αφορούν οι συγκεκριμένες υποθέσεις θα είναι μικρότερη από εκείνη που θα προκαλούσε η εξέταση των εν λόγω υποθέσεων από όργανο του οποίου η έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να αποκλειστεί.


( 1 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, στο εξής: απόφαση A. K.).

( 2 ) Η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης».

( 3 ) Η διάταξη αυτή προβλέπει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά το δεύτερο και τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, «[δ]ικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.

Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο».

( 4 ) Υποστηριζόμενη από το Βέλγιο, τη Δανία, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία και τη Σουηδία.

( 5 ) Στην απόφασή του της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982), το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει διαφορές σχετικά με την εφαρμογή του «να εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου που δεν αποτελεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο [...]. Τούτο συμβαίνει οσάκις οι αντικειμενικές συνθήκες της συστάσεως του οικείου οργάνου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, καθώς και ο τρόπος διορισμού των μελών του, δύνανται να προκαλέσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του οργάνου αυτού έναντι εξωτερικών στοιχείων, ειδικότερα δε έναντι της άμεσης ή έμμεσης ασκήσεως επιρροής εκ μέρους της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα να μη δίδει το εν λόγω όργανο εντύπωση ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας, στοιχείο που μπορεί να θίξει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας».

( 6 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου), (C‑619/18, EU:C:2019:531).