|
15.7.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 238/13 |
Αναίρεση που άσκησε στις 29 Μαΐου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο πενταμελές τμήμα) στις 19 Μαρτίου 2019 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-98/16, T-196/16 και T-198/16, Ιταλία κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-425/19 P)
(2019/C 238/17)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: P. Stancanelli, L. Flynn, A. Bouchagiar, D. Recchia)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Ιταλική Δημοκρατία, Banca Popolare di Bari Società Cooperativa per Azioni, Fondo interbancario di tutela dei depositi, Banca d’Italia
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
Να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 19ης Μαρτίου 2019, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-98/16 «Ιταλική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής» T-196/16 «Banca Popolare di Bari S.C.p.A. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής» T-198/16 «Fondo interbancario di tutela dei depositi κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής», |
|
— |
να απορρίψει τις προσφυγές που ασκήθηκαν πρωτοδίκως, στο μέτρο που αμφισβητούν ότι η επίδικη απόφαση απέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον καταλογισμό στο κράτος των επίμαχων μέτρων και για τη χρηματοδότησή τους μέσω κρατικών πόρων, |
|
— |
να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως, |
|
— |
να επιφυλαχθεί ως προς τα έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής δίκης. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη ενώπιόν του απόφαση με το σκεπτικό ότι «η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο τη συμμετοχή των ιταλικών δημόσιων αρχών στη λήψη του επίμαχου μέτρου ούτε, επομένως, τη δυνατότητα καταλογισμού του μέτρου αυτού στο κράτος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ» και «δεν απέδειξε επαρκώς, με την επίδικη απόφαση, ότι οι επίμαχοι πόροι ελέγχονταν από τις ιταλικές δημόσιες αρχές και ότι επομένως βρίσκονταν στη διάθεση των αρχών αυτών».
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένους νομικούς λόγους και σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που πλήττει ανεπανόρθωτα το κύρος του σκεπτικού και του διατακτικού της. Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως:
|
— |
Πρώτον, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, για δύο λόγους:
|
|
— |
Δεύτερον, οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου πάσχουν από σοβαρές ουσιώδεις ανακρίβειες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και την ερμηνεία της σχετικής ιταλικής νομοθεσίας, οι οποίες προκύπτουν σαφώς από τα έγγραφα της υποθέσεως. |