ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 6ης Οκτωβρίου 2021 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από πρακτική απαγορευόμενη από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Προσδιορισμός των οντοτήτων που ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας – Αγωγή αποζημιώσεως η οποία στρέφεται κατά της θυγατρικής μιας μητρικής εταιρίας και η οποία ασκήθηκε κατόπιν αποφάσεως διαπιστώνουσας τη συμμετοχή της μητρικής και μόνον εταιρίας σε σύμπραξη – Έννοια της “επιχειρήσεως” – Έννοια της “οικονομικής ενότητας”»

Στην υπόθεση C‑882/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Audiencia Provincial de Barcelona (περιφερειακό εφετείο Βαρκελώνης, Ισπανία) με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Sumal SL

κατά

Mercedes Benz Trucks España SL,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev, A. Prechal, M. Ilešič, L. Bay Larsen, A. Kumin και N. Wahl, προέδρους τμήματος, D. Šváby (εισηγητή), L. S. Rossi, I. Jarukaitis και N. Jääskinen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Mercedes Benz Trucks España SL, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους C. von Köckritz και H. Weiß, Rechtsanwälte, και τους P. Hitchings και M. Pérez Carrillo, abogados, και στη συνέχεια, από τους C. von Köckritz και H. Weiß, Rechtsanwälte, τον A. Ward, abogado, και την M. López Ridruejo, abogada,

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την S. Centeno Huerta και τον L. Aguilera Ruiz,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Baches Opi, F. Jimeno Fernández και C. Urraca Caviedes,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sumal SL και της Mercedes Benz Trucks España SL σχετικά με την ευθύνη της τελευταίας λόγω της συμμετοχής της μητρικής της εταιρίας, Daimler AG, σε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003

3

Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ], το οποίο φέρει τον τίτλο «Ομοιόμορφη εφαρμογή της […] νομοθεσίας ανταγωνισμού [της Ένωσης] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«1.   Όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου [101] ή του άρθρου [102 ΣΛΕΕ], οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις που ενδέχεται να συγκρούονται με απόφαση την οποία σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή κατά διαδικασία που έχει κινήσει. Προς τον σκοπό αυτό, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει μήπως πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία του. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 234 της συνθήκης.

2.   Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών αποφαίνονται για συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου [101] ή του άρθρου [102 ΣΛΕΕ], οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις που να συγκρούονται με την απόφαση που έχει λάβει η Επιτροπή.»

4

Το άρθρο 23 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πρόστιμα», προβλέπει στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, τα εξής:

«Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α)

διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [101] ή [102 ΣΛΕΕ] […]».

5

Το άρθρο 27 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ακρόαση των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.»

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012

6

Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[…]

2)

ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·

[…]».

Το ισπανικό δίκαιο

7

Το άρθρο 71 του Ley 15/2007 de Defensa de la competencia (νόμου 15/2007 περί προστασίας του ανταγωνισμού), της 3ης Ιουλίου 2007 (BOE αριθ. 159, της 4ης Ιουλίου 2007, σ. 28848), το οποίο φέρει τον τίτλο «Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από τις περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές», όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί προστασίας του ανταγωνισμού), προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι παραβάτες του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού ευθύνονται για τις προκληθείσες ζημίες και απώλειες.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου:

a)

Ως παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού νοείται κάθε παράβαση των άρθρων 101 ή 102 [ΣΛΕΕ] ή των άρθρων 1 ή 2 του παρόντος νόμου.

b)

Οι ενέργειες επιχειρήσεως μπορούν να καταλογιστούν και στις επιχειρήσεις ή τα πρόσωπα που την ελέγχουν, εκτός εάν η οικονομική συμπεριφορά της δεν καθορίζεται από κανέναν εξ αυτών.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

8

Η Mercedes Benz Trucks España είναι θυγατρική εταιρία του ομίλου Daimler, της οποίας μητρική εταιρία είναι η Daimler. Μεταξύ των ετών 1997 και 1999 η Sumal αγόρασε δύο φορτηγά από τη Mercedes Benz Trucks España, μέσω της Stern Motor SL, αντιπροσώπου του ομίλου Daimler.

9

Στις 19 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2016) 4673 τελικό σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση AT.39824 – Φορτηγά), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Απριλίου 2017 (ΕΕ 2017, C 108, σ. 6) (στο εξής: απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016).

10

Κατά την απόφαση αυτή, δεκαπέντε Ευρωπαίοι κατασκευαστές φορτηγών, μεταξύ των οποίων και η Daimler, είχαν μετάσχει σε σύμπραξη υπό τη μορφή ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3), η οποία συνίστατο στη σύναψη αθέμιτων συμφωνιών για τον καθορισμό των τιμών και την αύξηση των μικτών τιμών των φορτηγών στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), καθώς και για το χρονοδιάγραμμα και τη μετακύλιση των δαπανών για την εισαγωγή τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών για τα φορτηγά αυτά που επιβάλλονται από τα ισχύοντα πρότυπα. Για τρεις μετέχουσες εταιρίες, η παράβαση αυτή διήρκεσε από τις 17 Ιανουαρίου 1997 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2010 και, για τις λοιπές δώδεκα μετέχουσες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η Daimler, από τις 17 Ιανουαρίου 1997 έως τις 18 Ιανουαρίου 2011.

11

Κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως, η Sumal άσκησε ενώπιον του Juzgado de lo Mercantil no 07 de Barcelona (δικαστηρίου εμπορικών διαφορών αριθ. 07 της Βαρκελώνης, Ισπανία) αγωγή αποζημιώσεως με αίτημα να υποχρεωθεί η Mercedes Benz Trucks España να της καταβάλει ποσό 22204,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο επιπλέον κόστος αγοράς στο οποίο αυτή είχε υποβληθεί, λόγω της συμπράξεως στην οποία είχε μετάσχει η Daimler, μητρική εταιρία της Mercedes Benz Trucks España.

12

Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2019, το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για τον λόγο ότι η Mercedes Benz Trucks España δεν μπορούσε να εναχθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, στο μέτρο που η Daimler, την οποία και μόνον αφορά η απόφαση της Επιτροπής, έπρεπε να θεωρηθεί ως η μόνη υπεύθυνη για την οικεία παράβαση.

13

Η Sumal άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο διερωτάται κατά πόσον, μετά την έκδοση αποφάσεων των αρχών ανταγωνισμού με τις οποίες διαπιστώνονται αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές, είναι δυνατή η άσκηση αγωγών αποζημιώσεως κατά θυγατρικών εταιριών τις οποίες δεν αφορούν οι αποφάσεις αυτές, αλλά οι οποίες ανήκουν σε ποσοστό 100 % σε μητρικές εταιρίες τις οποίες οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν άμεσα.

14

Συναφώς, η Sumal κάνει λόγο για διαφορές όσον αφορά τις θέσεις που έχουν υιοθετήσει τα ισπανικά δικαστήρια. Ενώ ορισμένα από αυτά δέχονται ότι είναι δυνατή η άσκηση τέτοιων αγωγών κατά θυγατρικών εταιριών, με βάση τη «θεωρία της οικονομικής ενότητας», άλλα την αποκλείουν με το σκεπτικό ότι η θεωρία αυτή επιτρέπει τον καταλογισμό αστικής ευθύνης σε μητρική εταιρία για τη συμπεριφορά μιας θυγατρικής της, αλλά δεν επιτρέπει την εναγωγή θυγατρικής εταιρίας λόγω της συμπεριφοράς της μητρικής της εταιρίας.

15

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Audiencia Provincial de Barcelona (περιφερειακό εφετείο Βαρκελώνης, Ισπανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«[1])

Είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με την αρχή της οικονομικής ενότητας που απορρέει από τη νομολογία του [Δικαστηρίου], η επέκταση της ευθύνης της μητρικής εταιρίας στη θυγατρική ή εφαρμόζεται η εν λόγω αρχή μόνον για την επέκταση της ευθύνης των θυγατρικών στη μητρική εταιρία;

[2])

Στο πλαίσιο των ενδοομιλικών σχέσεων, πρέπει η διεύρυνση της έννοιας της οικονομικής ενότητας να πραγματοποιείται με αποκλειστικό γνώμονα την άσκηση ελέγχου ή μπορεί να στηρίζεται και σε άλλα κριτήρια, όπως, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο όφελος της θυγατρικής εταιρίας από την παράβαση;

[3])

Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η ευθύνη της μητρικής εταιρίας μπορεί να επεκταθεί στη θυγατρική, υπό ποιες προϋποθέσεις θα ήταν τούτο δυνατό;

[4])

Σε περίπτωση που, με την απάντηση επί των ανωτέρω ερωτημάτων, γίνει δεκτή η δυνατότητα επέκτασης της ευθύνης για τις πράξεις των μητρικών εταιριών στις θυγατρικές εταιρίες, θα ήταν σύμφωνη με την εν λόγω αρχή [της νομολογίας του Δικαστηρίου] εθνική διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 71, παράγραφος 2, του [νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού], η οποία προβλέπει μόνον τη δυνατότητα επέκτασης της ευθύνης της θυγατρικής εταιρίας στη μητρική, και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η μητρική εταιρία ασκεί έλεγχο στη θυγατρική;»

Επί της αιτήσεως επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

16

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Απριλίου 2021, η Mercedes Benz Trucks España ζήτησε να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

17

Προς στήριξη του αιτήματός της, υποστηρίζει ότι η συλλογιστική που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του της 15ης Απριλίου 2021 στην υπό κρίση υπόθεση στηρίζεται σε νέα πραγματικά στοιχεία ή παραδοχές που δεν αναφέρθηκαν από το αιτούν δικαστήριο και επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης ή των ενδιαφερομένων, κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

18

Στο πλαίσιο αυτό, η Mercedes Benz Trucks España αμφισβητεί, πρώτον, τη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στην υποσημείωση 10 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, κατά την οποία η έκταση της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη η Sumal φαίνεται να έχει ήδη εξετασθεί από το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

19

Δεύτερον, η Mercedes Benz Trucks España εκτιμά ότι εσφαλμένως ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε, με το σημείο 75 και την υποσημείωση 86 των προτάσεών του, ότι, με την απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι οι αθέμιτες επαφές, οι οποίες είχαν, αρχικώς, πραγματοποιηθεί στο επίπεδο των εργαζομένων των μητρικών εταιριών που συμμετείχαν στη σύμπραξη, διαπιστώθηκαν αργότερα και στο επίπεδο των θυγατρικών των εν λόγω εταιριών και, ειδικότερα, μόνον των γερμανικών θυγατρικών της Daimler.

20

Ασφαλώς, δυνάμει του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου ή ακόμη όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

21

Συναφώς, πρέπει πάντως να επισημανθεί, εκ προοιμίου, ότι το περιεχόμενο των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα δεν μπορεί να συνιστά, αυτό καθεαυτό, τέτοιο νέο πραγματικό περιστατικό, διαφορετικά οι διάδικοι θα είχαν τη δυνατότητα, μέσω της επικλήσεως ενός τέτοιου πραγματικού περιστατικού, να απαντήσουν στις εν λόγω προτάσεις. Ωστόσο, επί των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα δεν διεξάγεται συζήτηση μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 252 ΣΛΕΕ, ο ρόλος του γενικού εισαγγελέα είναι να διατυπώνει δημόσια, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του, προκειμένου να συνδράμει το Δικαστήριο στην εκπλήρωση του έργου του, το οποίο συνίσταται στη διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών [πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, A.B. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές), C‑824/18, EU:C:2021:153, σκέψεις 63 και 64]. Δυνάμει του άρθρου 20, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού και του άρθρου 82, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα περατώνεται η προφορική διαδικασία. Με τις προτάσεις, επί των οποίων δεν διεξάγεται συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, αρχίζει η φάση της διασκέψεως του Δικαστηρίου. Επομένως, δεν πρόκειται για διατύπωση γνώμης απευθυνόμενης προς τους δικαστές ή τους διαδίκους η οποία να προέρχεται από αρχή εκτός του Δικαστηρίου, αλλά για ατομική και αιτιολογημένη γνώμη, την οποία διατυπώνει δημόσια ένα μέλος του ίδιου του οργάνου (διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, Emesa Sugar, C‑17/98, EU:C:2000:69, σκέψεις 13 και 14).

22

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, διαπιστώνει ότι από τα στοιχεία που προέβαλε η Mercedes Benz Trucks España δεν προκύπτει κανένα νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως την οποία καλείται να εκδώσει στην υπό κρίση υπόθεση και ότι η απόφαση αυτή δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων. Τέλος, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, κατά το πέρας της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας, έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία, έχει, επομένως, διαφωτιστεί επαρκώς προκειμένου να αποφανθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν απαιτείται να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

23

Η Mercedes Benz Trucks España προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως επικαλούμενη δύο λόγους.

24

Πρώτον, κατά τη Mercedes Benz Trucks España, η αίτηση αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας, διότι δεν εκθέτει τα κρίσιμα και αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα, ούτε το περιεχόμενο του άρθρου 71, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού. Επιπροσθέτως, η εν λόγω αίτηση παρέχει ανακριβή, αποσπασματική και εσφαλμένη παρουσίαση της σχετικής εθνικής νομολογίας.

25

Εν προκειμένω, από τη συνολική εξέταση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο προσδιόρισε επαρκώς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτησή του περί ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατό τόσο στους ενδιαφερομένους να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στην εν λόγω αίτηση.

26

Δεύτερον, η Mercedes Benz Trucks España υποστηρίζει ότι τα τέσσερα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αμιγώς υποθετικά. Κατ’ αυτήν, τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα ουδεμία σχέση έχουν με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η Sumal δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν την επέκταση στη Mercedes Benz Trucks España της ευθύνης για τις παραβάσεις τις οποίες διέπραξε η Daimler, αλλά στήριξε την αγωγή της αποκλειστικά στην απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016. Ομοίως, στο μέτρο που το άρθρο 71, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η εν λόγω διάταξη δεν ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς αυτής.

27

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται αποκλειστικώς στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί (απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Santen, C‑673/18, EU:C:2020:531, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28

Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο δύναται να μην αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Santen, C‑673/18, EU:C:2020:531, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29

Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Από την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο στα τέσσερα υποβληθέντα ερωτήματα θα εξαρτηθεί η έκβαση της διαφοράς της κύριας δίκης, στο μέτρο που η εν λόγω απάντηση θα παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα, αφενός, να κρίνει αν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Mercedes Benz Trucks España και, αφετέρου, να αποφανθεί επί της συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης του άρθρου 71, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού.

30

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

31

Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ο ζημιωθείς από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική επιχειρήσεως δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως αδιακρίτως κατά της μητρικής εταιρίας στην οποία η Επιτροπή έχει επιβάλει, με απόφαση, κυρώσεις λόγω της πρακτικής αυτής ή κατά θυγατρικής της εταιρίας αυτής, την οποία δεν αφορά η εν λόγω απόφαση, εφόσον οι εταιρίες αυτές αποτελούν, από κοινού, μία οικονομική ενότητα.

32

Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ παράγει άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και γεννά, υπέρ των υποκειμένων δικαίου, δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν (αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1974, BRT και Société belge des auteurs, compositeurs et éditeurs, 127/73, EU:C:1974:6, σκέψη 16, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33

Κατά πάγια νομολογία, η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και, πιο συγκεκριμένα, η εφαρμογή στην πράξη της απαγορεύσεως την οποία προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού θα θιγόταν αν δεν αναγνωριζόταν σε κάθε ιδιώτη το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που του έχει προκαλέσει σύμβαση ή συμπεριφορά ικανή είτε να περιορίσει είτε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Courage και Crehan, C‑453/99, EU:C:2001:465, σκέψη 26, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 25).

34

Επομένως, κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, εφόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και συμπράξεως ή πρακτικής απαγορευόμενης από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ., C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 61, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), εξυπακουομένου ότι ο προσδιορισμός της οντότητας που υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε από παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ διέπεται άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 28).

35

Το δικαίωμα κάθε προσώπου να ζητήσει αποζημίωση για τέτοια ζημία ενισχύει, πράγματι, την αποτελεσματική λειτουργία των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης και αποθαρρύνει τις συχνά συγκεκαλυμμένες συμφωνίες ή πρακτικές οι οποίες ενδέχεται να περιορίζουν ή να νοθεύουν τον ανταγωνισμό, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διατήρηση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού εντός της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Courage και Crehan, C‑453/99, EU:C:2001:465, σκέψη 27, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36

Πράγματι, εκτός από την αποκατάσταση, αυτή καθεαυτήν, της φερόμενης ζημίας, η παροχή ενός τέτοιου δικαιώματος συμβάλλει στον στόχο αποτροπής που βρίσκεται στο επίκεντρο της δράσης της Επιτροπής, στην οποία έχει ανατεθεί το καθήκον ασκήσεως μιας γενικής πολιτικής με στόχο την εφαρμογή στον τομέα του ανταγωνισμού των αρχών που καθορίζονται στη Συνθήκη ΛΕΕ και τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων προς αυτή την κατεύθυνση (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, 100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158, σκέψη 105). Επομένως, η παροχή ενός τέτοιου δικαιώματος καθιστά δυνατή την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη το εν λόγω πρόσωπο, αλλά και των έμμεσων ζημιών στη δομή και τη λειτουργία της αγοράς, η οποία δεν μπόρεσε να αναπτύξει την πλήρη οικονομική της αποτελεσματικότητα, ιδίως προς όφελος των οικείων καταναλωτών.

37

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, όπως και η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης από τις δημόσιες αρχές (public enforcement), οι αγωγές αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως των κανόνων αυτών (private enforcement) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος εφαρμογής των εν λόγω κανόνων, που επιδιώκει την πάταξη των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών των επιχειρήσεων και την αποτροπή τους από την επίδειξη τέτοιων συμπεριφορών (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 45).

38

Επομένως, η έννοια της «επιχειρήσεως», κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, η οποία αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, δεν μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο στο πλαίσιο της επιβολής από την Επιτροπή προστίμων βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και στο πλαίσιο των αγωγών αποζημιώσεως για παράβαση των κανόνων της Ένωσης περί ανταγωνισμού (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 47).

39

Από το γράμμα του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι συντάκτες των Συνθηκών επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν την έννοια της «επιχειρήσεως» για τον προσδιορισμό του αυτουργού παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού στον οποίο επιβάλλονται κυρώσεις δυνάμει της ως άνω διατάξεως και όχι άλλες έννοιες, όπως εκείνη της «εταιρίας» ή του «νομικού προσώπου». Εξάλλου, ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε ακριβώς την ίδια έννοια της «επιχείρησης» στην περίπτωση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, προκειμένου να ορίσει την οντότητα στην οποία η Επιτροπή δύναται να επιβάλει πρόστιμο για να επιβάλει κύρωση λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης (αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψεις 123 και 124, και της 25ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά GEA Group, C‑823/18 P, EU:C:2020:955, σκέψεις 62 και 63).

40

Ομοίως, από την οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349, σ. 1), και ιδίως από το άρθρο της 2, σημείο 2, προκύπτει ότι ο ίδιος νομοθέτης όρισε τον «παραβάτη», ο οποίος, κατά την οδηγία, φέρει την ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την καταλογιστέα σε αυτόν παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, ως «[την] επιχείρηση ή [την] ένωση επιχειρήσεων που τέλεσε την παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού».

41

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης, εστιάζοντας στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων, καθιερώνει ως αποφασιστικό κριτήριο το ενιαίο ή μη της συμπεριφοράς τους στην αγορά, χωρίς η τυπική διάκριση μεταξύ των διαφόρων εταιριών που προκύπτει από τη χωριστή τους νομική προσωπικότητα να μπορεί, από πλευράς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, να αντιταχθεί σε μια τέτοια ενιαία συμπεριφορά (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, 48/69, EU:C:1972:70, σκέψη 140, και της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, C‑217/05, EU:C:2006:784, σκέψη 41). Ως εκ τούτου, η έννοια της «επιχειρήσεως» καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που τον διέπει και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του, και επομένως προσδιορίζει μια οικονομική ενότητα, έστω και αν από νομικής απόψεως η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψεις 54 και 55, και της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψεις 47 και 48). Η οικονομική αυτή ενότητα συνίσταται σε ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία έχουν ταχθεί στη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, η οποία οργάνωση δύναται να συντελέσει στη διάπραξη παραβάσεως του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, Knauf Gips κατά Επιτροπής, C‑407/08 P, EU:C:2010:389, σκέψεις 84 και 86).

42

Σε περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια οικονομική ενότητα παραβαίνει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υπέχει ευθύνη για την παράβαση αυτή σύμφωνα με την αρχή της προσωπικής ευθύνης. Συναφώς, προκειμένου να καταλογιστεί ευθύνη σε οποιαδήποτε νομική οντότητα μιας οικονομικής ενότητας, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τουλάχιστον μία νομική οντότητα ανήκουσα στην εν λόγω οικονομική ενότητα παρέβη το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά τρόπον ώστε η επιχείρηση που συνίσταται στην εν λόγω οικονομική ενότητα να θεωρηθεί ότι παρέβη την ως άνω διάταξη, και τούτο να επισημαίνεται σε απόφαση της Επιτροπής η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη (πρβλ. απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψεις 49 και 60) ή να αποδεικνύεται αυτοτελώς ενώπιον του οικείου εθνικού δικαστηρίου, οσάκις η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως.

43

Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία προκύπτει ότι η συμπεριφορά θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογιστεί στη μητρική εταιρία ιδίως σε περίπτωση που η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς, κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως, τον τρόπο κατά τον οποίο ενεργεί στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατ’ ουσίαν τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας, λόγω, πιο συγκεκριμένα, των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών σχέσεων που συνδέουν τις δύο αυτές νομικές οντότητες, οπότε, σε μια τέτοια περίπτωση, οι εν λόγω οντότητες αποτελούν μέρος της ίδιας οικονομικής ενότητας και, συνεπώς, συνιστούν ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης η οποία επιδεικνύει την παραβατική συμπεριφορά (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψεις 58 και 59, και της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψεις 52 και 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, όταν αποδεικνύεται ότι η μητρική και η θυγατρική εταιρία συναποτελούν μέρος της ίδιας οικονομικής ενότητας και, ως εκ τούτου, συνιστούν ενιαία επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ίδια η ύπαρξη της οικονομικής αυτής ενότητας που διέπραξε την παράβαση είναι εκείνη που καθορίζει, κατά τρόπο αποφασιστικό, την ευθύνη της μιας ή της άλλης εταιρίας που συναποτελεί την επιχείρηση για την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά της τελευταίας.

44

Ως εκ τούτου, η έννοια της «επιχειρήσεως» και, μέσω αυτής, η έννοια της «οικονομικής ενότητας» συνεπάγονται αυτοδικαίως αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη των οντοτήτων που απαρτίζουν την οικονομική ενότητα κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Villeroy & Boch κατά Επιτροπής, C‑625/13 P, EU:C:2017:52, σκέψη 150, και της 25ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά GEA Group, C‑823/18 P, EU:C:2020:955, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45

Ωστόσο, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η οργάνωση των ομίλων εταιριών που δύνανται να αποτελέσουν οικονομική ενότητα μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τον έναν όμιλο στον άλλο. Υπάρχουν, μεταξύ άλλων, όμιλοι εταιριών «ετερογενών δραστηριοτήτων» που δραστηριοποιούνται σε πλείονες οικονομικούς τομείς οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους.

46

Συνεπώς, η δυνατότητα που αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική να ζητήσει, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, να αναγνωριστεί η ευθύνη της θυγατρικής και όχι εκείνη της μητρικής εταιρίας δεν μπορεί να παρέχεται αυτομάτως κατά οποιασδήποτε θυγατρικής εταιρίας της μητρικής εταιρίας την οποία αφορά απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για παράνομη συμπεριφορά. Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του, η έννοια της «επιχειρήσεως» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ συνιστά λειτουργική έννοια, οπότε η οικονομική ενότητα που αποτελεί την «επιχείρηση» πρέπει να προσδιορίζεται υπό το πρίσμα του αντικειμένου της επίμαχης συμφωνίας (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, Hydrotherm Gerätebau, 170/83, EU:C:1984:271, σκέψη 11, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, The Dow Chemical Company κατά Επιτροπής, C‑179/12 P, EU:C:2013:605, σκέψη 57).

47

Επομένως, η ίδια μητρική εταιρία μπορεί να συμμετέχει σε περισσότερες οικονομικές ενότητες, οι οποίες αποτελούνται, αναλόγως της επίμαχης οικονομικής δραστηριότητας, από την ίδια και διάφορους συνδυασμούς των θυγατρικών εταιριών της που ανήκουν όλες στον ίδιο όμιλο εταιριών. Στην αντίθετη περίπτωση, θα υφίστατο κίνδυνος να καταλογιστεί ευθύνη σε θυγατρική εταιρία ανήκουσα σε έναν τέτοιο όμιλο για παραβάσεις διαπραχθείσες στο πλαίσιο οικονομικών δραστηριοτήτων οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με τη δική της δραστηριότητα και στις οποίες ουδόλως ενεπλάκη, έστω εμμέσως.

48

Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διαπιστωθείσας με απόφαση της Επιτροπής, είναι δυνατό να καταλογιστεί ευθύνη για την ως άνω παράβαση σε νομική οντότητα, η οποία, στην εν λόγω απόφαση, δεν χαρακτηρίζεται ως αυτουργός της παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού, λόγω της συνιστώσας παράβαση συμπεριφοράς άλλης νομικής οντότητας, εφόσον αμφότερα τα πρόσωπα αυτά αποτελούν μέρος της ίδιας οικονομικής ενότητας και συναπαρτίζουν, επομένως, την επιχείρηση η οποία είναι ο αυτουργός της παραβάσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 101 ΣΛΕE (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. και Siemens Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 45, και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Villeroy & Boch κατά Επιτροπής, C‑625/13 P, EU:C:2017:52, σκέψη 145).

49

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η σχέση αλληλεγγύης που συνδέει τα μέλη μιας οικονομικής ενότητας δικαιολογεί, μεταξύ άλλων, τη συνεκτίμηση της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής ως προς τη μητρική εταιρία, μολονότι αυτή δεν έχει υπάρξει αντικείμενο προγενέστερων διώξεων που οδήγησαν σε ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό το οποίο έχει καθοριστική σημασία είναι η προγενέστερη διαπίστωση μιας πρώτης παραβάσεως προκύπτουσας από τη συμπεριφορά θυγατρικής με την οποία αυτή η μητρική εταιρία που εμπλέκεται στη δεύτερη παράβαση αποτελούσε, ήδη κατά τον χρόνο της πρώτης παραβάσεως, ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Επιτροπή κ.λπ. κατά Versalis κ.λπ., C‑93/13 P και C‑123/13 P, EU:C:2015:150, σκέψη 91).

50

Επομένως, τίποτε δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, τον ζημιωθέντα από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά μιας από τις νομικές οντότητες που συνιστούν την οικονομική ενότητα και, ως εκ τούτου, την επιχείρηση η οποία, διαπράττοντας παράβαση του άρθρου 101 παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, προκάλεσε τη ζημία που υπέστη ο εν λόγω ζημιωθείς.

51

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που έχει διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σε βάρος μητρικής εταιρίας, ο ζημιωθείς από την παράβαση αυτή έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, να επιδιώξει την αναγνώριση της αστικής ευθύνης μιας από τις θυγατρικές της μητρικής αυτής εταιρίας αντί εκείνης της μητρικής. Ωστόσο, η ευθύνη της εν λόγω θυγατρικής εταιρίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον εάν ο ζημιωθείς αποδείξει, είτε στηριζόμενος σε απόφαση εκδοθείσα προηγουμένως από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 ΣΛΕΕ είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ιδίως οσάκις η Επιτροπή έχει σιωπήσει ως προς το σημείο αυτό στην εν λόγω απόφαση ή δεν έχει ακόμη κληθεί να εκδώσει απόφαση, ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών περί των οποίων γίνεται λόγος στις σκέψεις 43 και 47 της παρούσας αποφάσεως και, αφετέρου, της υπάρξεως συγκεκριμένης σχέσεως μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας της εν λόγω θυγατρικής και του αντικειμένου της παραβάσεως για την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στη μητρική εταιρία, η εν λόγω θυγατρική αποτελούσε οικονομική ενότητα με τη μητρική της εταιρία.

52

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι μια τέτοια αγωγή αποζημιώσεως που ασκείται κατά θυγατρικής εταιρίας προϋποθέτει ότι ο ενάγων, προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη οικονομικής ενότητας μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρίας κατά την έννοια των σκέψεων 41 και 46 της παρούσας αποφάσεως, αποδεικνύει τους μνημονευθέντες στην προηγούμενη σκέψη δεσμούς μεταξύ των εταιριών αυτών, καθώς και τη συγκεκριμένη σχέση, περί της οποίας γίνεται λόγος στην ίδια σκέψη, μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας της εν λόγω θυγατρικής εταιρίας και του αντικειμένου της παραβάσεως για την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στη μητρική εταιρία. Επομένως, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο ζημιωθείς θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να αποδείξει ότι η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνία που συνήψε η μητρική εταιρία και για την οποία αυτή καταδικάστηκε αφορά τα ίδια προϊόντα με εκείνα τα οποία εμπορεύεται η θυγατρική εταιρία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ζημιωθείς αποδεικνύει ότι η οικονομική ενότητα στην οποία ανήκει η θυγατρική εταιρία, από κοινού με τη μητρική της εταιρία, είναι εκείνη ακριβώς η οποία συνιστά την επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση την οποία είχε, προηγουμένως, διαπιστώσει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη λειτουργική αντίληψη της έννοιας της «επιχειρήσεως» που διατυπώνεται στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως.

53

Περαιτέρω επισημαίνεται ότι οι απαιτήσεις που αφορούν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και πρόσβασης σε αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να τηρούνται ως προς τον εναγόμενο στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως η οποία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί αυτός να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική. Επομένως είναι απαραίτητο η οικεία θυγατρική εταιρία να μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, σύμφωνα με την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2015, Επιτροπή κ.λπ. κατά Versalis κ.λπ., C‑93/13 P και C‑123/13 P, EU:C:2015:150, σκέψη 94, και της 29ης Απριλίου 2021, Banco de Portugal κ.λπ., C‑504/19, EU:C:2021:335, σκέψη 57). Ως εκ τούτου, η εν λόγω θυγατρική εταιρία πρέπει να διαθέτει ενώπιον του οικείου εθνικού δικαστηρίου όλα τα αναγκαία μέσα για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνάς της, προκειμένου, ιδίως, να μπορεί να αμφισβητήσει ότι ανήκει στην ίδια επιχείρηση με τη μητρική της εταιρία.

54

Συναφώς, η εν λόγω θυγατρική εταιρία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντικρούσει την ευθύνη της για τη φερόμενη ζημία, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, κάθε λόγο τον οποίο θα μπορούσε να είχε προβάλει αν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή κατά της μητρικής της εταιρίας και η οποία οδήγησε στην έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (public enforcement).

55

Εντούτοις, στην περίπτωση που η αγωγή αποζημιώσεως στηρίζεται στη διαπίστωση, από την Επιτροπή, παραβάσεως του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, με απόφαση που απευθύνεται στη μητρική εταιρία της εναγομένης θυγατρικής, η τελευταία δεν δύναται να αμφισβητήσει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, την ύπαρξη της παραβάσεως που διαπίστωσε η Επιτροπή. Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή.

56

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, ασφαλώς, το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ότι, πριν από τη λήψη αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού και επιβάλλεται πρόστιμο, η Επιτροπή παρέχει στα πρόσωπα τα οποία αφορά η διαδικασία τη δυνατότητα ακροάσεως σχετικά με τις αιτιάσεις της και θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνον στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στους εμπλεκομένους η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, η ανακοίνωση αιτιάσεων σκοπεί να καταστήσει εφικτή την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας από κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο αφορά η διοικητική διαδικασία σε υποθέσεις ανταγωνισμού. Αντιθέτως, οσάκις η Επιτροπή δεν προτίθεται να διαπιστώσει έναντι μιας εταιρίας κάποια παράβαση, τα δικαιώματα άμυνας δεν επιβάλλουν την αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων στην εταιρία αυτή. Πράγματι, η αποστολή, σε συγκεκριμένη εταιρία, της ανακοινώσεως των αιτιάσεων σκοπεί να διασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας αυτής της εταιρίας και όχι κάποιου τρίτου προσώπου, ακόμη και όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο εμπλέκεται στην ίδια διοικητική διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, LG Electronics και Koninklijke Philips Electronics κατά Επιτροπής, C‑588/15 P και C‑622/15 P, EU:C:2017:679, σκέψεις 44 έως 46).

57

Ωστόσο, οι εν λόγω αρχές αφορούν ειδικώς τις διαδικασίες διαπιστώσεως παραβάσεως τις οποίες κινεί η Επιτροπή και οι οποίες παρουσιάζουν, πράγματι, την ιδιαιτερότητα ότι δύνανται να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμου σε βάρος των νομικών οντοτήτων κατά των οποίων στρέφονται ειδικώς οι διαδικασίες αυτές.

58

Αντιθέτως, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η αρχή της προσωπικής ευθύνης δεν αποκλείει την οριστική διαπίστωση τέτοιας παραβάσεως σε βάρος μιας θυγατρικής εταιρίας, δεδομένου ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, υπεύθυνη για την παράβαση είναι η οικονομική ενότητα που αποτελεί την επιχείρηση η οποία διέπραξε την παράβαση.

59

Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά τη συνεκτίμηση, προς θεμελίωση της επιβαρυντικής περιστάσεως της υποτροπής σε σχέση με μητρική εταιρία, παραβάσεως που διαπράχθηκε από τη θυγατρική εταιρία της μητρικής εταιρίας, ότι η τελευταία αυτή εταιρία δεν απαιτείται να έχει υπάρξει αντικείμενο προγενέστερων διώξεων οι οποίες οδήγησαν σε ανακοίνωση αιτιάσεων και σε έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση ότι η θυγατρική εταιρία, η συμπεριφορά της οποίας προκάλεσε την παράβαση, αποτελούσε ενιαία επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, με την εν λόγω μητρική εταιρία ήδη κατά τον χρόνο της πρώτης παραβάσεως. Κατά συνέπεια, εφόσον απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη παραβάσεως διαπραχθείσας από επιχείρηση απευθυνόταν σε μία από τις εταιρίες που αποτελούσαν ήδη την εν λόγω επιχείρηση κατά το χρονικό σημείο τελέσεως της παραβάσεως, ούτως ώστε η εν λόγω εταιρία και, μέσω αυτής, η εν λόγω επιχείρηση είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το υποστατό της παραβάσεως αυτής, τα δικαιώματα άμυνας των λοιπών εταιριών που αποτελούσαν την εν λόγω επιχείρηση δεν θίγονται από το γεγονός ότι η ύπαρξη της παραβάσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο μεταγενέστερης αγωγής αποζημιώσεως την οποία άσκησε πρόσωπο που υπέστη ζημία λόγω της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή δεν δύναται να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεως, όπως προστίμου, στις λοιπές αυτές εταιρίες.

60

Αντιθέτως, οσάκις η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει την παράβαση με απόφαση εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η θυγατρική εταιρία της μητρικής εταιρίας στην οποία προσάπτεται παράβαση δύναται φυσικά να αμφισβητήσει όχι μόνον ότι ανήκει στην ίδια «επιχείρηση» με τη μητρική εταιρία, αλλά και την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως.

61

Διευκρινίζεται, επίσης, σε συνέχεια των όσων υπογραμμίσθηκαν στη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών του, το γεγονός ότι η Επιτροπή ενδέχεται να μην έχει εκδώσει απόφαση ή ότι η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση δεν επιβάλλει διοικητική κύρωση στην εν λόγω εταιρία δεν εμποδίζει, αυτό καθεαυτό, το οικείο εθνικό δικαστήριο να θεωρήσει, ενδεχομένως, υπεύθυνη τη θυγατρική εταιρία για την προκληθείσα ζημία.

62

Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 51 της αποφάσεως της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑516/15 P, EU:C:2017:314), ούτε το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 ούτε η νομολογία προσδιορίζουν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο η Επιτροπή οφείλει να θεωρήσει υπεύθυνο για την παράβαση και το οποίο οφείλει να τιμωρήσει με πρόστιμο.

63

Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή δύναται, κατά την κρίση της, να θεωρήσει υπεύθυνη για μια παράβαση και να επιβάλει πρόστιμο σε οποιαδήποτε νομική οντότητα επιχειρήσεως που συμμετείχε σε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, από το γεγονός ότι η Επιτροπή προσδιόρισε τη μητρική εταιρία ως το νομικό πρόσωπο που μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για την παράβαση την οποία διέπραξε μια επιχείρηση δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι κάποια από τις θυγατρικές της εταιρίες δεν ανήκει στην ίδια επιχείρηση η οποία ευθύνεται για την ίδια παράβαση.

64

Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται περαιτέρω ότι, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, τίποτε δεν εμπόδιζε, κατ’ αρχήν, την ενάγουσα της κύριας δίκης, η οποία φέρεται να ζημιώθηκε από την επίμαχη παράβαση, να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων κατά της μητρικής εταιρίας Daimler, ή ακόμη και από κοινού κατά της τελευταίας και της Mercedes Benz Truck España, διευκρινιζομένου ότι η ενδεχόμενη ευθύνη της τελευταίας για την παράβαση υπόκειται στις προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως.

65

Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία προκλήθηκε λόγω προβαλλομένων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης περί ανταγωνισμού, όπως η αγωγή της κύριας δίκης, υπάγεται στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 και εμπίπτει, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Περαιτέρω, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 7, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η κατά την εν λόγω διάταξη έννοια του «τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans, C‑451/18, EU:C:2019:635, σκέψεις 24 και 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66

Το Δικαστήριο έχει, επίσης, διευκρινίσει ότι ζημία η οποία συνίσταται σε επιπλέον δαπάνες οι οποίες επιβάλλονται από κατασκευαστή φορτηγών στους αντιπροσώπους και μετακυλίονται από τους τελευταίους στους τελικούς χρήστες συνιστά άμεση ζημία δυνάμενη να θεμελιώσει, κατ’ αρχήν, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου επήλθε, εφόσον οι επιπλέον δαπάνες που καταβλήθηκαν εξαιτίας του τεχνηέντως υψηλού τιμήματος φαίνεται να συνιστούν άμεση συνέπεια της διαπραχθείσας παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση κατά την οποία η αγορά που θίγεται από την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά ευρίσκεται εντός του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου υποστηρίζεται ότι επήλθε η προβαλλόμενη ζημία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τόπος επελεύσεως της ζημίας, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 7, σημείο 2, του κανονισμού 1215/2012, ευρίσκεται σε αυτό το κράτος μέλος (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans, C‑451/18, EU:C:2019:635, σκέψεις 30, 31 και 33).

67

Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ο ζημιωθείς από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική επιχειρήσεως δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως αδιακρίτως κατά της μητρικής εταιρίας στην οποία η Επιτροπή έχει επιβάλει, με απόφαση, κυρώσεις λόγω της πρακτικής αυτής ή κατά θυγατρικής της εταιρίας αυτής την οποία δεν αφορά η εν λόγω απόφαση, εφόσον οι εταιρίες αυτές αποτελούν, από κοινού, μία οικονομική ενότητα. Η οικεία θυγατρική εταιρία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματά της άμυνας, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν αποτελεί μέρος της εν λόγω επιχείρησης και, σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, δικαιούται επίσης να αμφισβητήσει την ίδια την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβατικής συμπεριφοράς.

Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

68

Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης για τη συμπεριφορά μιας εταιρίας σε άλλη εταιρία μόνο στην περίπτωση που η δεύτερη ελέγχει την πρώτη.

69

Δεδομένου ότι από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ο ζημιωθείς από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά θυγατρικής εταιρίας λόγω της συμμετοχής της μητρικής εταιρίας στην πρακτική αυτή, εφόσον συνιστούν οικονομική ενότητα και συναπαρτίζουν, επομένως, την εν λόγω επιχείρηση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή αντιτίθεται, κατά συνέπεια, σε εθνική ρύθμιση η οποία, σε μια τέτοια περίπτωση, προβλέπει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης για τη συμπεριφορά μιας εταιρίας σε άλλη εταιρία μόνο στην περίπτωση που η δεύτερη ελέγχει την πρώτη.

70

Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα όλων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει, ειδικότερα, στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης (αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 57, και της 4ης Μαρτίου 2020, Bank BGŻ BNP Paribas, C‑183/18, EU:C:2020:153, σκέψη 60).

71

Επομένως, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως πρωτογενούς δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως και να επιτυγχάνεται λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψεις 73 και 77, και της 4ης Μαρτίου 2020, Bank BGŻ BNP Paribas, C‑183/18, EU:C:2020:153, σκέψη 66)

72

H αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου έχει, εντούτοις, ορισμένα όρια και δεν είναι, ιδίως, δυνατόν να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 110, και της 4ης Μαρτίου 2020, Bank BGŻ BNP Paribas, C‑183/18, EU:C:2020:153, σκέψη 67).

73

Υπό τις συνθήκες αυτές, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να προβεί σε ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού σύμφωνη προς την ερμηνεία του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ που εκτίθεται στη σκέψη 67 της παρούσας αποφάσεως, οφείλει να μην εφαρμόσει την εν λόγω εθνική διάταξη και να εφαρμόσει απευθείας το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στη διαφορά της κύριας δίκης.

74

Συναφώς, δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αποκλείεται το ενδεχόμενο, όπως υποστήριξε η Ισπανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, θυγατρική εταιρία να θεωρηθεί υπεύθυνη, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου περί προστασίας του ανταγωνισμού. Πράγματι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ως παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού νοείται κάθε παράβαση των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή των άρθρων 1 ή 2 του εν λόγω νόμου. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ζημιογόνο γεγονός μπορεί να καταλογιστεί στη θυγατρική εταιρία βάσει του άρθρου 71, παράγραφος 2, στοιχείο a, του εν λόγω νόμου, κάτι το οποίο, ωστόσο, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

75

Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης για τη συμπεριφορά μιας εταιρίας σε άλλη εταιρία μόνο στην περίπτωση που η δεύτερη εταιρία ελέγχει την πρώτη.

Επί των δικαστικών εξόδων

76

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται..

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι ο ζημιωθείς από αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική επιχειρήσεως δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως αδιακρίτως κατά της μητρικής εταιρίας στην οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιβάλει, με απόφαση, κυρώσεις λόγω της πρακτικής αυτής ή κατά θυγατρικής της εταιρίας αυτής την οποία δεν αφορά η εν λόγω απόφαση, εφόσον οι εταιρίες αυτές αποτελούν, από κοινού, μία οικονομική ενότητα. Η οικεία θυγατρική εταιρία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματά της άμυνας, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν αποτελεί μέρος της εν λόγω επιχείρησης και, σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, δικαιούται επίσης να αμφισβητήσει την ίδια την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβατικής συμπεριφοράς.

 

2)

Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης για τη συμπεριφορά μιας εταιρίας σε άλλη εταιρία μόνο στην περίπτωση που η δεύτερη εταιρία ελέγχει την πρώτη.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.