Υπόθεση C‑673/19
Μ κ.λπ.
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid
και
T
[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 24ης Φεβρουαρίου 2021
«Προδικαστική παραπομπή – Άσυλο και μετανάστευση – Οδηγία 2008/115/EΚ – Άρθρα 3, 4, 6 και 15 – Πρόσφυγας που διαμένει παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους – Κράτηση ενόψει απομάκρυνσης προς άλλο κράτος μέλος – Καθεστώς πρόσφυγα στο άλλο κράτος μέλος – Αρχή της μη επαναπροώθησης – Έλλειψη απόφασης επιστροφής – Δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2008/115»
Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115 – Υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος – Υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία – Μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση μετάβασης στο άλλο αυτό κράτος μέλος – Αρχή της μη επαναπροώθησης – Αδυναμία έκδοσης απόφασης επιστροφής εις βάρος των υπηκόων τρίτων χωρών ελλείψει προορισμού – Κράτηση ενόψει της απομάκρυνσης προς το άλλο κράτος μέλος – Επιτρέπεται – Όρια – Σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων
(Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3, 4, 6 και 15)
(βλ. σκέψεις 32-35, 38-42, 45-48 και διατακτ.)
Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115 – Αντικείμενο – Πλήρης εναρμόνιση των εθνικών κανόνων σχετικά με τη διαμονή των αλλοδαπών – Δεν περιλαμβάνεται
(Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
(βλ. σκέψεις 43, 44)
Σύνοψη
Οι M, A και T, υπήκοοι τρίτων χωρών, υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας στις Κάτω Χώρες, ενώ τους είχε ήδη αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα σε άλλα κράτη μέλη, ήτοι στη Βουλγαρία, στην Ισπανία και στη Γερμανία, αντιστοίχως. Για τον λόγο αυτόν, ο Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες) απέρριψε τις αιτήσεις τους. Αφού διαπίστωσε ότι διέμεναν παρανόμως στο έδαφος των Κάτω Χωρών, τους ζήτησε να μεταβούν αμέσως στα ως άνω κράτη μέλη. Δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συμμορφώθηκαν, τέθηκαν υπό κράτηση και εν συνεχεία απομακρύνθηκαν προς τα οικεία κράτη μέλη.
Οι Μ, Α και Τ προσέφυγαν ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες). Υποστήριξαν ότι τέθηκαν υπό κράτηση παρανόμως, διότι δεν είχε προηγηθεί η έκδοση απόφασης επιστροφής κατά την έννοια της οδηγίας περί επιστροφής ( 1 ). Για τον λόγο αυτόν ζήτησαν να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστησαν λόγω της κράτησής τους. Η προσφυγή των Μ και Α απορρίφθηκε, ο δε T δικαιώθηκε. Εν συνεχεία, οι M και A άσκησαν έφεση ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) και το ίδιο έπραξε και ο Υφυπουργός στην υπόθεση στην οποία αντίδικος ήταν ο T.
Στο πλαίσιο αυτό, το ως άνω δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία περί επιστροφής ( 2 ) απαγορεύει στα κράτη μέλη να θέτουν υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους υπό διοικητική κράτηση ενόψει της αναγκαστικής απομάκρυνσής του προς άλλο κράτος μέλος το οποίο του έχει χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα, στην περίπτωση που αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς εντολή μετάβασης στο άλλο αυτό κράτος μέλος και δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί απόφαση επιστροφής εις βάρος του. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα, πρώτον, υπενθύμισε ότι, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας περί επιστροφής, πρέπει να εκδίδεται απόφαση επιστροφής εις βάρος κάθε παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας ( 3 ). Στην απόφαση αυτή πρέπει να προσδιορίζεται η τρίτη χώρα προς την οποία θα απομακρυνθεί ο ενδιαφερόμενος, ήτοι η χώρα καταγωγής του ή χώρα διέλευσης ή άλλη τρίτη χώρα στην οποία αυτός αποφασίζει οικειοθελώς να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός ( 4 ). Κατά παρέκκλιση, στην περίπτωση που ο παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει τίτλο διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να του επιτρέπεται να μεταβεί αμέσως στο άλλο αυτό κράτος μέλος και να μην εκδίδεται άνευ ετέρου απόφαση επιστροφής εις βάρος του ( 5 ). Πάντως, στην περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας αρνείται να μεταβεί στο οικείο κράτος μέλος ή όταν η άμεση αναχώρησή του απαιτείται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, το κράτος μέλος στο οποίο αυτός διαμένει παρανόμως πρέπει να εκδώσει απόφαση επιστροφής εις βάρος του.
Δεύτερον, το Δικαστήριο επισήμανε εντούτοις ότι, εν προκειμένω, ήταν νομικώς αδύνατον για τις ολλανδικές αρχές να εκδώσουν απόφαση επιστροφής εις βάρος των ενδιαφερομένων, μετά από την άρνησή τους να μεταβούν στα κράτη μέλη τα οποία τους είχαν χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα. Πράγματι, καμία από τις τρίτες χώρες που διαλαμβάνονται στην οδηγία περί επιστροφής ( 6 ) δεν μπορούσε να αποτελέσει, εν προκειμένω, προορισμό επιστροφής. Ειδικότερα, λόγω του καθεστώτος πρόσφυγα που τους είχε χορηγηθεί, δεν ήταν δυνατή η επαναπροώθηση των ενδιαφερόμενων στη χώρα καταγωγής τους, διότι άλλως θα παραβιαζόταν η αρχή της μη επαναπροώθησης. Η αρχή αυτή, την οποία κατοχυρώνει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 7 ), πρέπει όμως να τηρείται από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της οδηγίας περί επιστροφής ( 8 ). Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, η οδηγία δεν προβλέπει κανέναν κανόνα και καμία διαδικασία που να παρέχει τη δυνατότητα απομάκρυνσης των υπηκόων τρίτων χωρών, μολονότι αυτοί διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους.
Τρίτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η οδηγία περί επιστροφής δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση του συνόλου των κανόνων των κρατών μελών που αφορούν τη διαμονή των αλλοδαπών. Ειδικότερα, δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση των συνεπειών της παράνομης διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης επιστροφής προς τρίτη χώρα, ιδίως στην περίπτωση όπου, όπως εν προκειμένω, η αδυναμία αυτή είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής της αρχής της μη επαναπροώθησης. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση κράτους μέλους να προβεί σε αναγκαστική απομάκρυνση του υπηκόου τρίτης χώρας προς το κράτος μέλος που του χορήγησε το καθεστώς του πρόσφυγα δεν διέπεται από τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες της οδηγίας περί επιστροφής. Η απόφαση αυτή δεν εμπίπτει συνεπώς στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αλλά στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους στον τομέα της παράνομης μετανάστευσης. Κατά συνέπεια, το ίδιο ισχύει και για τη θέση υπό διοικητική κράτηση του υπηκόου τρίτης χώρας, η οποία επιβάλλεται ενόψει της απομάκρυνσής του προς το κράτος μέλος το οποίο του έχει χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα. Το Δικαστήριο διευκρινίζει όμως ότι η αναγκαστική απομάκρυνση και η θέση υπό κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας υπόκεινται στον πλήρη σεβασμό τόσο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως δε εκείνων που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 9 ), όσο και της Σύμβασης περί του καθεστώτος των προσφύγων ( 10 ).
( 1 ) Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98, στο εξής: οδηγία περί επιστροφής).
( 2 ) Βλ., ειδικότερα, άρθρα 3, 4, 6 και 15 της οδηγίας περί επιστροφής.
( 3 ) Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιστροφής.
( 4 ) Βλ. άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας περί επιστροφής.
( 5 ) Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί επιστροφής.
( 6 ) Βλ. άρθρο 3, σημείο 3, της οδηγίας περί επιστροφής.
( 7 ) Βλ. άρθρο 18 και άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
( 8 ) Βλ. άρθρο 5 της οδηγίας περί επιστροφής.
( 9 ) Σύμβαση που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950.
( 10 ) Σύμβαση που υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951.