ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 25ης Φεβρουαρίου 2021 ( *1 )

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 258 ΣΛΕΕ – Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 – Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Πρόληψη και ανίχνευση αξιόποινων πράξεων, συναφείς έρευνες και διώξεις – Παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς – Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Αίτημα περί επιβολής υποχρεώσεως καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού και χρηματικής ποινής»

Στην υπόθεση C‑658/19,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 και του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ λόγω παράβασης, που ασκήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2019,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους D. Nardi και G. von Rintelen και την S. Pardo Quintillán,

προσφεύγουσα,

κατά

Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από τον L. Aguilera Ruiz,

καθού,

υποστηριζόμενου από την:

Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους N. Wahl, πρόεδρο τμήματος, F. Biltgen (εισηγητή) και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει το αργότερο έως τις 6 Μαΐου 2018 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαισίου 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 119, σ. 89), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ανακοινώσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680·

να επιβάλει στο κράτος μέλος αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, χρηματική ποινή 89548,20 ευρώ ανά ημέρα καθυστέρησης από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας αποφάσεως, λόγω παράβασης της υποχρέωσης ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο·

να υποχρεώσει το εν λόγω κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, να καταβάλει ένα κατ’ αποκοπήν ποσό, υπολογιζόμενο βάσει ενός ημερήσιου ποσού 21321,00 ευρώ πολλαπλασιαζόμενου επί τον αριθμό των ημερών οι οποίες μεσολάβησαν μεταξύ της επομένης της λήξεως της προθεσμίας που ορίζει η εν λόγω οδηγία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο και της ημερομηνίας τακτοποίησης της παράβασης ή, ελλείψει τακτοποίησης, της ημερομηνίας δημοσίευσης της παρούσας αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό θα υπερβαίνει το ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό των 5290000 ευρώ, και

να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.

Το νομικό πλαίσιο

2

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2016/680:

«1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.

2.   Σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη:

α)

προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων και, ειδικότερα, το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· και

β)

διασφαλίζουν ότι η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ αρμοδίων αρχών εντός της Ένωσης, εφόσον η ανταλλαγή αυτή απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο των κρατών μελών, δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε να απαγορευτεί για λόγους που σχετίζονται με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ισχυρότερες διασφαλίσεις από αυτές που θεσπίζονται σε αυτή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων σε ό,τι αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές.»

3

Το άρθρο 63, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680 προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 6 Μαΐου 2018, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 6 Μαΐου 2018.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, κατ’ εξαίρεση, όταν αυτό απαιτεί δυσανάλογη προσπάθεια, τα αυτοματοποιημένα συστήματα επεξεργασίας που έχουν συσταθεί πριν από τις 6 Μαΐου 2016 συμμορφώνονται με το άρθρο 25 παράγραφος 1 έως τις 6 Μαΐου 2023.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ένα κράτος μέλος μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να διασφαλίσει τη συμμόρφωση αυτοματοποιημένου συστήματος επεξεργασίας, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, με το άρθρο 25 παράγραφος 1 εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος μετά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εάν διαφορετικά η συμμόρφωση αυτή θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα για τη λειτουργία του εν λόγω αυτοματοποιημένου συστήματος επεξεργασίας. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αιτιολογεί στην Επιτροπή τις δυσκολίες αυτές και το καθοριζόμενο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα διασφαλίσει τη συμμόρφωση του συγκεκριμένου αυτοματοποιημένου συστήματος επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1. Το καθοριζόμενο χρονικό διάστημα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τις 6 Μαΐου 2026.

4.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία.»

Η προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

4

Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει από το Βασίλειο της Ισπανίας καμία ενημέρωση σχετικά με τη θέσπιση και τη δημοσίευση των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη συμμόρφωσή του με την οδηγία 2016/680 κατά τη λήξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 63 της οδηγίας αυτής προθεσμίας μεταφοράς, δηλαδή στις 6 Μαΐου 2018, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος, στις 20 Ιουλίου 2018, προειδοποιητική επιστολή.

5

Από την από 26 Σεπτεμβρίου 2018 απάντηση του Βασιλείου της Ισπανίας προέκυψε ότι, κατά την ημερομηνία εκείνη, δεν είχε ληφθεί ακόμη κανένα μέτρο μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, στις 25 Ιανουαρίου 2019, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2016/680 εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της αιτιολογημένης γνώμης.

6

Με την από 27 Μαρτίου 2019 απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, το Βασίλειο της Ισπανίας επισήμανε ότι η διοικητική διαδικασία για τη θέσπιση των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο βρισκόταν σε εξέλιξη και επρόκειτο να ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2019. Το Βασίλειο της Ισπανίας διευκρίνισε ότι η κοινοβουλευτική διαδικασία επρόκειτο να ολοκληρωθεί στα τέλη Μαρτίου 2020. Το εν λόγω κράτος μέλος ανέφερε, εξάλλου, ότι η καθυστέρηση της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο οφειλόταν κυρίως στις ιδιάζουσες πολιτικές συνθήκες και στο γεγονός ότι για τη μεταφορά της οδηγίας απαιτούνταν οργανικός νόμος.

7

Εκτιμώντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε θεσπίσει τα εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε είχε ανακοινώσει τα μέτρα αυτά, η Επιτροπή άσκησε, στις 4 Σεπτεμβρίου 2019, την υπό κρίση προσφυγή.

8

Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 2019, επετράπη στη Δημοκρατία της Πολωνίας να παρέμβει υπέρ του Βασιλείου της Ισπανίας.

Επί της προσφυγής

Επί της παράβασης κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ

Επιχειρήματα των διαδίκων

9

Κατά την Επιτροπή, το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, το αργότερο έως τις 6 Μαΐου 2018, όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 2016/680 ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ανακοινώσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 63 της εν λόγω οδηγίας.

10

Η Επιτροπή προβάλλει επίσης ότι το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του διότι παρέλειψε να θεσπίσει θετική πράξη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μια οδηγία προβλέπει ρητώς, όπως το άρθρο 63 της οδηγίας 2016/680, ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει, κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, να περιέχουν αναφορά στην οδηγία ή να συνοδεύονται από μια τέτοια αναφορά, είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαίο να θεσπίζεται θετική πράξη μεταφοράς.

11

Εξάλλου, με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα) (C‑543/17, EU:C:2019:573), το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή σαφείς και ακριβείς πληροφορίες και να αναφέρουν με σαφήνεια τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα μέσω των οποίων θεωρούν ότι έχουν εκπληρώσει τις διάφορες υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η οδηγία.

12

Εν προκειμένω, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν τήρησε καμία από τις υποχρεώσεις αυτές.

13

Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί ότι παρέβη τις υποχρεώσεις του να θεσπίσει και να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο.

14

Ωστόσο, το εν λόγω κράτος μέλος εκθέτει ότι διάφορες όλως εξαιρετικές περιστάσεις καθυστέρησαν τις δραστηριότητες της κυβέρνησης και του εθνικού κοινοβουλίου για τη θέσπιση των απαιτούμενων μέτρων μεταφοράς, τα οποία θα ανακοινωθούν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 63 της οδηγίας 2016/680, αμέσως μετά τη θέσπισή τους. Το Βασίλειο της Ισπανίας, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι θεσμικές περιστάσεις εν προκειμένω δεν μπορούν, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να δικαιολογήσουν την προσαπτόμενη παράβαση, υποστηρίζει, εντούτοις, ότι οι περιστάσεις αυτές είναι ιδιαιτέρως κρίσιμες για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων που πρότεινε η Επιτροπή.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

15

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παράβασης πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι δε επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 23, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 19, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 30].

16

Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, αν μια οδηγία προβλέπει ρητώς την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι οι αναγκαίες για την εφαρμογή της διατάξεις περιέχουν αναφορά στην οδηγία αυτή ή ότι συνοδεύονται από μια τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαίο τα κράτη μέλη να θεσπίσουν θετική πράξη μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 20, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 31].

17

Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαβίβασε την αιτιολογημένη γνώμη στο Βασίλειο της Ισπανίας στις 25 Ιανουαρίου 2019, η προθεσμία των δύο μηνών που τάχθηκε για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του έληξε στις 25 Μαρτίου 2019. Συνεπώς, η ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης πρέπει να εκτιμηθεί βάσει της εθνικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 21, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 32].

18

Συναφώς, όπως προκύπτει τόσο από την απάντηση του Βασιλείου της Ισπανίας στην προειδοποιητική επιστολή όσο και από το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε το εν λόγω κράτος μέλος στην παρούσα διαδικασία, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δηλαδή στις 25 Μαρτίου 2019, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε είχε, ως εκ τούτου, ανακοινώσει τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή.

19

Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση της επίμαχης προθεσμίας μεταφοράς και τα οποία αντλούνται, κυρίως, από τον προσωρινό χαρακτήρα της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά την κρίσιμη περίοδο, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεώς του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, όπως είναι η μη μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑599/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:813, σκέψη 23).

20

Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε είχε, ως εκ τούτου, ανακοινώσει τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή.

21

Εξ αυτού διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί με την οδηγία 2016/680 και παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ανακοινώσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 63 της εν λόγω οδηγίας.

Επί της παράβασης κατά το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ

Επί της εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ

– Επιχειρήματα των διαδίκων

22

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στις σκέψεις 53 έως 59 της απόφασης της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα) (C‑543/17, EU:C:2019:573), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ καλύπτει τόσο την περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος δεν προέβη σε καμία ανακοίνωση μέτρου μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο όσο και την περίπτωση κατά την οποία προέβη σε μερική ανακοίνωση των μέτρων αυτών. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκύψει είτε όταν τα μέτρα μεταφοράς που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή δεν καλύπτουν ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους είτε όταν η ανακοίνωση είναι ελλιπής όσον αφορά τα μέτρα μεταφοράς τα οποία αντιστοιχούν σε μέρος μόνο της οδηγίας.

23

Το εν λόγω θεσμικό όργανο υπογραμμίζει εξάλλου ότι, με την ανακοίνωσή του υπό τον τίτλο «Δίκαιο της [Ένωσης]: Καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα» (ΕΕ 2017, C 18, σ. 10), υπενθύμισε ότι αποδίδει μεγάλη σημασία στην εμπρόθεσμη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να μην τηρούν τις προθεσμίες μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, ανακοίνωσε ότι θα προσαρμόσει την πρακτική της στις υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και θα ζητεί συστηματικά από το Δικαστήριο την επιβολή υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού καθώς και χρηματική ποινή. Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, κατά τον καθορισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού σύμφωνα με την πρακτική της, λαμβάνει υπόψη, για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας της παράλειψης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, τον βαθμό ολοκλήρωσης της μεταφοράς αυτής.

24

Εν προκειμένω, πρόκειται ακριβώς για επιβολή κυρώσεων όχι μόνο λόγω της παράλειψης ανακοίνωσης στην Επιτροπή των μέτρων μεταφοράς, αλλά και λόγω της παράλειψης θέσπισης και δημοσίευσης, από το Βασίλειο της Ισπανίας, όλων των αναγκαίων νομοθετικών διατάξεων για τη διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο.

25

Το Βασίλειο της Ισπανίας φρονεί ότι οι εθνικές θεσμικές περιστάσεις, μολονότι δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για την προσαπτόμενη παράβαση, πρέπει εντούτοις να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων που προτείνει εν προκειμένω η Επιτροπή, δεδομένου ότι η δίμηνη προθεσμία για απάντηση που τάχθηκε με την προειδοποιητική επιστολή έληξε λιγότερο από ένα μήνα πριν από τη διάλυση του εθνικού κοινοβουλίου και την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας.

26

Το Βασίλειο της Ισπανίας προβάλλει ότι, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της κυβέρνησης κατά την ημερομηνία εκείνη, λόγω της οποίας η κυβέρνηση διαχειριζόταν μόνον τις τρέχουσες υποθέσεις εν αναμονή του σχηματισμού νέας κυβέρνησης, και τα χαρακτηριστικά του ισπανικού κοινοβουλευτικού συστήματος, η άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως, συνοδευόμενη από αίτημα επιβολής χρηματικής ποινής και υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, συνιστά σοβαρό προηγούμενο που ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα των κρατών μελών. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλείται τα άρθρα 4 και 5 ΣΕΕ, ειδικότερα το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση σεβασμού της εθνικής ταυτότητας των κρατών μελών. Υπό εξαιρετικές περιστάσεις, όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί αναγκαίο τον συμβιβασμό μεταξύ, αφενός, των απαιτήσεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και της αρχής της αναλογικότητας και, αφετέρου, της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά την άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Χωρίς τον συμβιβασμό αυτόν, η προσφυγή στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θα μπορούσε να καταστεί εργαλείο που αλλοιώνει τη δημοκρατική διαδικασία στα κράτη μέλη και επηρεάζει τη συνταγματική τους λειτουργία.

27

Η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει ότι, ασκώντας την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον δεν απέδειξε, αφενός, κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, ότι το αίτημα επιβολής χρηματικής κύρωσης ήταν δικαιολογημένο και, αφετέρου, την ανάγκη επιβολής στο Βασίλειο της Ισπανίας τόσο ημερήσιας χρηματικής ποινής όσο και της υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού.

– Εκτίμηση του Δικαστηρίου

28

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 260, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή υποβάλλει στο Δικαστήριο προσφυγή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρέβη την υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία, μπορεί, εάν το κρίνει πρόσφορο, να υποδείξει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το εν λόγω κράτος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση. Κατά το άρθρο 260, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει την παράβαση, δύναται να επιβάλει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή, η δε υποχρέωση καταβολής τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που προσδιορίζει το Δικαστήριο με την απόφασή του.

29

Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή ερμηνεία της διάταξης αυτής η οποία, αφενός, να καθιστά δυνατή τόσο τη διαφύλαξη των προνομιών που διαθέτει η Επιτροπή για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και της δικονομικής θέσης που έχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 258 σε συνδυασμό με το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκεί τη δικαιοδοτική του λειτουργία, που συνίσταται στο να εκτιμά, στο πλαίσιο μίας και μόνης διαδικασίας, αν το οικείο κράτος μέλος έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε θέματα ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αξιολογεί τη σοβαρότητα της ούτω διαπιστωθείσας παράβασης και να επιβάλλει τη χρηματική κύρωση που κρίνει ως την πλέον αρμόζουσα στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 58, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 45, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 55].

30

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη φράση «υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο» του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, υπό την έννοια ότι αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να διαβιβάζουν αρκούντως σαφείς και ακριβείς πληροφορίες όσον αφορά τα μέτρα μεταφοράς μιας οδηγίας. Προκειμένου να ανταποκριθούν στις επιταγές της ασφάλειας δικαίου και να διασφαλίσουν τη μεταφορά του συνόλου των διατάξεων της οδηγίας αυτής στο σύνολο της οικείας επικράτειας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναφέρουν, για κάθε διάταξη της εν λόγω οδηγίας, την ή τις εθνικές διατάξεις που διασφαλίζουν τη μεταφορά της. Μετά την ανακοίνωση αυτή, η οποία συνοδεύεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, από την υποβολή πίνακα αντιστοιχίας, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει, προκειμένου να ζητήσει την επιβολή στο οικείο κράτος μέλος της προβλεπόμενης στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ χρηματικής κύρωσης, ότι, προδήλως, ορισμένα μέτρα μεταφοράς δεν έχουν ληφθεί ή δεν καλύπτουν το σύνολο του εδάφους του οικείου κράτους μέλους, εξυπακουομένου ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας που κινείται κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής, να εξετάσει αν τα ανακοινωθέντα στην Επιτροπή εθνικά μέτρα διασφαλίζουν την ορθή μεταφορά των διατάξεων της οικείας οδηγίας [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 59, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες),C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 46, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 56].

31

Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 20 και 21 της παρούσας απόφασης, αποδεικνύεται ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε ανακοινώσει στην Επιτροπή κανένα μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 κατά την έννοια του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η διαπιστωθείσα ως άνω παράβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

32

Όσον αφορά το ζήτημα αν, όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Επιτροπή οφείλει να αιτιολογεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την απόφασή της να ζητήσει την επιβολή χρηματικής κύρωσης δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή αν το θεσμικό αυτό όργανο μπορεί να προβεί στην εν λόγω ενέργεια χωρίς αιτιολογία σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή διαθέτει, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ, διακριτική ευχέρεια για τη λήψη τέτοιας απόφασης [απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Σλοβενίας (MiFID II), C‑628/18, EU:C:2021:1, σκέψη 47]. Κατά πάγια επίσης νομολογία, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν είναι δυνατόν να είναι πιο περιοριστικές από εκείνες που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 49, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 59]. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μόνον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιβάλει χρηματική κύρωση σε κράτος μέλος. Όταν το Δικαστήριο εκδίδει τέτοια απόφαση κατόπιν κατ’ αντιμωλία συζητήσεως, οφείλει να την αιτιολογεί. Επομένως, η μη αιτιολόγηση από την Επιτροπή της επιλογής της να ζητήσει από το Δικαστήριο την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν θίγει τις δικονομικές εγγυήσεις που παρέχονται στο οικείο κράτος μέλος [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 50, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 60].

33

Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν οφείλει να αιτιολογεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την απόφασή της να ζητήσει την επιβολή χρηματικής κύρωσης δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν απαλλάσσει το θεσμικό αυτό όργανο από την υποχρέωση να αιτιολογεί τη φύση και το ύψος της ζητούμενης χρηματικής κύρωσης, λαμβάνοντας συναφώς υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θεσπίσει, όπως τις περιεχόμενες στις ανακοινώσεις της Επιτροπής, οι οποίες, μολονότι δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, συμβάλλουν στην εξασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση της Επιτροπής [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 51, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 61].

34

Η απαίτηση αυτή αιτιολόγησης της φύσης και του ύψους της ζητούμενης χρηματικής κύρωσης καθίσταται ακόμη πιο σημαντική καθόσον, αντιθέτως προς ό,τι προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής, το Δικαστήριο διαθέτει περιορισμένη μόνον εξουσία εκτίμησης, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που διαπιστώσει παράβαση, δεσμεύεται από τις προτάσεις της Επιτροπής ως προς τη φύση της χρηματικής κύρωσης και ως προς το μέγιστο ποσό της κύρωσης που μπορεί να επιβάλει [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 52, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 62].

35

Πράγματι, από το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι στην Επιτροπή απόκειται να υποδείξει «το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει» το οικείο κράτος μέλος, αλλά και ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την καταβολή χρηματικής κύρωσης μόνον «έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε» η Επιτροπή. Επομένως, οι συντάκτες της Συνθήκης ΛΕΕ συσχέτισαν άμεσα την κύρωση την οποία ζητεί η Επιτροπή με εκείνη την οποία δύναται να επιβάλει το Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν αυτής της διάταξης [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 53, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 63].

36

Όσον αφορά την επιχειρηματολογία του Βασιλείου της Ισπανίας σχετικά με το ότι, εν προκειμένω, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κινήθηκε με προειδοποιητική επιστολή, της οποίας η προθεσμία απαντήσεως έληγε λιγότερο από ένα μήνα πριν από τη διάλυση του εθνικού κοινοβουλίου και την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας, επισημαίνεται, αφενός, ότι η προειδοποιητική επιστολή απεστάλη μετά τη λήξη της ταχθείσας με την οδηγία 2016/680 προθεσμίας μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο και ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή τη διαδικασία θέσπισης των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έκδοση προειδοποιητικής επιστολής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 258, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει, προηγουμένως, ότι η Επιτροπή μπορεί βασίμως να προβάλει παράβαση υποχρεώσεως την οποία υπέχει το οικείο κράτος μέλος [απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων), C‑642/18, EU:C:2019:1051, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

37

Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, οι εκτιμήσεις που οδήγησαν την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, κατά την ημερομηνία που αυτή επέλεξε, δεν μπορούν να επηρεάσουν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή το παραδεκτό της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει της διατάξεως αυτής [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 55, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 65].

38

Επομένως, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω.

Επί της επιβολής χρηματικών κυρώσεων εν προκειμένω

– Επιχειρηματολογία των διαδίκων

39

Όσον αφορά το ύψος των επιβλητέων χρηματικών κυρώσεων, η Επιτροπή φρονεί, σύμφωνα με τη θέση που αποτυπώνεται στο σημείο 23 της ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2011, με τίτλο «Εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΕΕ 2011, C 12, σ.1), ότι, στο μέτρο που η παράβαση της υποχρεώσεως ανακοινώσεως των μέτρων μεταφοράς μιας οδηγίας δεν είναι λιγότερο σοβαρή από την παράβαση η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο των κυρώσεων του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ο τρόπος υπολογισμού των χρηματικών κυρώσεων του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να είναι ο ίδιος με εκείνον που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού.

40

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη, πρώτον, της σημασίας των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που παραβιάστηκαν, δεδομένου ότι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, όπως προκύπτει από το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το άρθρο 16 ΣΛΕΕ, δεύτερον, της ύπαρξης ειδικών πράξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως είναι ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1), η οδηγία 2016/680, αλλά και η απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ 2008, L 350, σ. 60), μέσω της εθνικής ρύθμισης διά της οποίας τέθηκε σε εφαρμογή, και, τρίτον, της παράλειψης του Βασιλείου της Ισπανίας να θεσπίσει οποιοδήποτε μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή προτείνει να εφαρμοσθεί συντελεστής σοβαρότητας 10 σε κλίμακα από το 1 έως το 20. Όσον αφορά τη διάρκεια της παράβασης, η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδείκνυται η εφαρμογή συντελεστή 1,4 σε κλίμακα από το 1 έως το 3. Εφαρμόζοντας στους συντελεστές αυτούς τον ορισθέντα για το Βασίλειο της Ισπανίας συντελεστή προσαύξησης «n», δηλαδή 2,06, και το κατ’ αποκοπήν ποσό των 3105 ευρώ, η Επιτροπή ζητεί την επιβολή ημερήσιας χρηματικής ποινής ύψους 89548,20 ευρώ (3 105x10x1,4x2,06) για κάθε μέρα καθυστέρησης της μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο.

41

Το εν λόγω θεσμικό όργανο ζητεί, εξάλλου, την επιβολή υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, το ύψος του οποίου υπολογίσθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοίνωσή του, που φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή του άρθρου 228 της Συνθήκης ΕΚ» [SEC(2005) 1658], όπως επικαιροποιήθηκε με την ανακοίνωση της 13ης Δεκεμβρίου 2017, που φέρει τον τίτλο «Επικαιροποίηση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εφάπαξ ποσού και των χρηματικών ποινών που πρέπει να προτείνονται από την Επιτροπή στο Δικαστήριο σε διαδικασίες επί παραβάσει» [C(2017) 8720], και με την από 25 Φεβρουαρίου 2019 ανακοίνωσή του, που φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση της μεθόδου υπολογισμού για τα κατ’ αποκοπήν ποσά και τις ημερήσιες χρηματικές ποινές που προτείνει η Επιτροπή στις διαδικασίες επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», (ΕΕ 2019, C 70, σ. 1, στο εξής: ανακοίνωση του 2019). Όπως προκύπτει από το παράρτημα II της τελευταίας αυτής ανακοίνωσης, το ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό για το Βασίλειο της Ισπανίας ανέρχεται σε 5290000 ευρώ. Υπό την επιφύλαξη της υπέρβασης, εν προκειμένω, του ποσού αυτού, η Επιτροπή προτείνει τον καθορισμό του ημερήσιου ποσού που χρησιμεύει για τον υπολογισμό, πολλαπλασιάζοντας το ενιαίο βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό επί τον συντελεστή σοβαρότητας και επί τον συντελεστή «n». Εν προκειμένω, το ημερήσιο ποσό ανέρχεται, επομένως, σε 1035 x 10 x 2,06 = 21321 ευρώ ημερησίως.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να επιβάλει στο Βασίλειο της Ισπανίας την υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού βάσει ημερήσιου ποσού 21321 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενου επί τον αριθμό των ημερών που μεσολάβησαν από τις 7 Μαΐου 2018, δηλαδή από την επομένη της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που προβλέπεται στην οδηγία 2016/680, μέχρι την ημερομηνία τακτοποίησης της παράβασης ή, ελλείψει τακτοποίησης, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

43

Το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί ότι το αίτημα της Επιτροπής για επιβολή χρηματικών κυρώσεων είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των θεσμικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.

44

Όπως έκρινε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2013, Επιτροπή κατά Σουηδίας (C‑270/11, EU:C:2013:339), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑279/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:834), πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση συνιστούν ελαφρυντικές περιστάσεις και, κατά συνέπεια, πρέπει να μειωθούν οι κυρώσεις που προτείνει η Επιτροπή. Οι προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τις χρηματικές κυρώσεις δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και συνιστούν απλώς χρήσιμη βάση αναφοράς. Ομοίως, κατευθυντήριες γραμμές όπως αυτές που περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν μόνον στην εξασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου στη δράση της Επιτροπής, όταν το όργανο αυτό διατυπώνει προτάσεις προς το Δικαστήριο.

45

Συγκεκριμένα, κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει ελευθέρως χρηματική ποινή σε ύψος και με τη μορφή που ενδείκνυται κατά την κρίση του, προκειμένου να παρακινηθεί το οικείο κράτος μέλος να παύσει την παράβαση. Στο Δικαστήριο εναπόκειται, κατά την άσκηση της εξουσίας που διαθέτει συναφώς, να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ποινής κατά τρόπον ώστε αυτή να είναι, αφενός, προσαρμοσμένη στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογη τόσο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση όσο και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους.

46

Εν προκειμένω, αφενός, προκειμένου να τηρηθεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας να υποχρεωθεί το Βασίλειο της Ισπανίας να καταβάλει ημερήσια χρηματική ποινή, ενώ η Κυβέρνηση δεν διέθετε πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο και διαχειριζόταν πλέον μόνον τις τρέχουσες υποθέσεις. Αν, παρά ταύτα, επιβληθεί χρηματική ποινή, το ύψος της ποινής αυτής πρέπει, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα είναι ανάλογη και εύλογη, να υπολογιστεί για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία σχηματισμού κυβέρνησης που διαθέτει όλες τις εξουσίες μέχρι την ημερομηνία πλήρους εκτέλεσης της απόφασης.

47

Αφετέρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, εφόσον η προθεσμία απάντησης στην προειδοποιητική επιστολή έληξε ένα μήνα πριν από τη διάλυση του κοινοβουλίου, ήταν αδύνατο να παύσει η προσαπτόμενη παράβαση διά της εφαρμογής της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας για τη θέσπιση των απαιτούμενων διατάξεων. Επιβάλλοντας, υπό τις περιστάσεις αυτές, στο Βασίλειο της Ισπανίας υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής, το Δικαστήριο θα δημιουργούσε ένα «επικίνδυνο προηγούμενο». Θα πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να παρασχεθεί στην Επιτροπή, κατόπιν της υπό κρίση υπόθεσης, η δυνατότητα να χρησιμοποιεί τη διαδικασία του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ κατά τρόπο που της παρέχει τη δυνατότητα να ασκεί δυσανάλογη επίδραση στη συνταγματική λειτουργία των κρατών μελών. Επομένως, η επιβολή της υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού δεν είναι εύλογη, δεδομένου ότι η καταβολή ημερήσιας χρηματικής ποινής αρκεί εν προκειμένω.

48

Αν, παρά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενδείκνυται η επιβολή της υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το ποσό που προτείνει η Επιτροπή είναι δυσανάλογο. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο καλείται να λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού περιλαμβάνονται στοιχεία όπως η σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτή εξακολούθησε να υφίσταται. Όσον αφορά την περίοδο της παράβασης, το εν λόγω κράτος μέλος εκτιμά ότι, προκειμένου να τηρηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 2, ΣΕΕ, πρέπει να αποκλειστούν οι περίοδοι κατά τις οποίες η Κυβέρνηση προέβαινε αποκλειστικά στη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων. Εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι η περίοδος από τις 4 Μαρτίου 2019 και μετά δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της διάρκειας της παράβασης.

49

Εξάλλου, η διαμόρφωση των κριτηρίων ποσοτικοποίησης των χρηματικών κυρώσεων που πρέπει να επιβάλει το Δικαστήριο εγείρει το σημαντικό ζήτημα της μεθόδου καθορισμού του συντελεστή «n» σύμφωνα με τη διαδικασία που καθόρισε η Επιτροπή με την ανακοίνωση του 2019. Εν προκειμένω, το ζήτημα αυτό δεν είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου που επέλεξε η Επιτροπή, το ύψος του κατώτατου κατ’ αποκοπήν ποσού που προκύπτει για το Βασίλειο της Ισπανίας κατατάσσει το κράτος μέλος αυτό στην τέταρτη θέση των κρατών μελών που έχουν στο πλαίσιο αυτό την υψηλότερη συνεισφορά. Αντιθέτως, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) ως «καθοριστικό παράγοντα» για τον υπολογισμό του συντελεστή «n», τότε το Βασίλειο της Ισπανίας θα βρίσκεται, λαμβανομένου υπόψη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στη δέκατη τέταρτη θέση. Επομένως, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η μέθοδος υπολογισμού του συντελεστή θα μπορούσε ίσως να δημιουργήσει αδικαιολόγητες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, τις οποίες η Επιτροπή επιδίωκε ακριβώς να αποφύγει, σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2019.

50

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική με το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, καθόσον σκοπός της εν λόγω παραγράφου 3 είναι η επιβολή κυρώσεων για παράβαση λιγότερο σοβαρή από εκείνη της παραγράφου 2, η οποία συνίσταται στη μη συμμόρφωση με μια πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου περί διαπιστώσεως παραβάσεως. Εν πάση περιπτώσει, ο συντελεστής σοβαρότητας 10 που εφάρμοσε η Επιτροπή είναι δυσανάλογος σε σχέση με τη σοβαρότητα της προβαλλόμενης παράβασης, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό κίνδυνο των συνεπειών της φερόμενης παράβασης επί των δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η ίδια η οδηγία 2016/680 προβλέπει ότι τα συστήματα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας που έχουν εγκατασταθεί πριν από τις 6 Μαΐου 2016 μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της οδηγίας το αργότερο στις 6 Μαΐου 2023 ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας. Επομένως, το κατ’ αποκοπήν ποσό που προτείνει η Επιτροπή πρέπει να μειωθεί.

– Εκτίμηση του Δικαστηρίου

51

Εισαγωγικά, υπενθυμίζεται ότι, αφενός, η εκ μέρους κράτους μέλους παράβαση της υποχρέωσής του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, είτε διά της ολικής ή μερικής παράλειψης ενημέρωσης είτε διά της παροχής ενημέρωσης που δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, μπορεί να δικαιολογήσει, αυτή καθεαυτήν, την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ για τη διαπίστωση της συγκεκριμένης παράβασης [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 51, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 64, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 74].

52

Αφετέρου, ο σκοπός που επιδιώκεται με τη θέσπιση του μηχανισμού του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι όχι μόνο να παρακινηθούν τα κράτη μέλη να παύσουν, το συντομότερο δυνατό, παράβαση η οποία, ελλείψει ενός τέτοιου μέτρου, θα έτεινε να συνεχιστεί, αλλά και να καταστεί πιο ευέλικτη και ταχεία η διαδικασία για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων για τις παραβάσεις της υποχρέωσης ανακοίνωσης εθνικού μέτρου μεταφοράς οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με τη νομοθετική διαδικασία, με τη διευκρίνιση ότι, πριν από τη θέσπιση ενός τέτοιου μηχανισμού, η επιβολή χρηματικής κύρωσης στα κράτη μέλη τα οποία δεν συμμορφώθηκαν εμπροθέσμως προς προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου και τα οποία δεν τήρησαν την υποχρέωσή τους μεταφοράς μπορούσε να καθυστερήσει πολλά έτη μετά την τελευταία αυτή απόφαση [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 52, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 64, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 74].

53

Διαπιστώνεται όμως ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου από το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σκοπού, προβλέπονται δύο είδη χρηματικών κυρώσεων, το κατ’ αποκοπήν ποσό και η χρηματική ποινή.

54

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η επιλογή του ενός ή του άλλου από τα δύο αυτά μέτρα εξαρτάται από την καταλληλότητά του προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ενώ η επιβολή χρηματικής ποινής φαίνεται ιδιαίτερα κατάλληλη για να παρακινήσει ένα κράτος μέλος να παύσει, το ταχύτερο δυνατόν, παράβαση που, χωρίς το μέτρο αυτό, θα έτεινε να διαιωνισθεί, η επιβολή υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού στηρίζεται περισσότερο στην αποτίμηση των συνεπειών της μη εκτέλεσης των υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους επί των ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων, ιδίως όταν η παράβαση εξακολούθησε να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 66, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 76].

55

Όσον αφορά, πρώτον, τη σκοπιμότητα επιβολής χρηματικής ποινής εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η επιβολή χρηματικής ποινής δικαιολογείται κατ’ αρχήν μόνον εφόσον, κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, εξακολουθεί να υφίσταται η παράβαση λόγω της οποίας επιβλήθηκε ως κύρωση η χρηματική αυτή ποινή [απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 60].

56

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομολογία αυτή επί του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται βάσει των δύο αυτών διατάξεων επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι να παρακινηθεί το κράτος μέλος να παύσει το ταχύτερο δυνατόν παράβαση η οποία, χωρίς το μέτρο αυτό, θα έτεινε να συνεχιστεί [απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 61].

57

Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται κατά την ημερομηνία περατώσεως της διαδικασίας [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Σλοβενίας (MiFID II), C 628/18, EU:C:2021:1, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

58

Επομένως, προκειμένου να καθοριστεί αν, εν προκειμένω, μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξεταστεί αν η παράβαση που προσάπτεται στο Βασίλειο της Ισπανίας βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, διήρκεσε μέχρι την ημερομηνία περάτωσης της διαδικασίας, στις 6 Μαΐου 2020.

59

Συναφώς, από τις γραπτές παρατηρήσεις και τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά την ημερομηνία περάτωσης της έγγραφης διαδικασίας, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε θεσπίσει ούτε είχε, ως εκ τούτου, ανακοινώσει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2016/680 στο ισπανικό δίκαιο.

60

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η παράβαση του Βασιλείου της Ισπανίας εξακολούθησε να υφίσταται, δεδομένου ότι αυτό δεν είχε λάβει, κατά την ως άνω ημερομηνία, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας 2016/680, ούτε είχε, κατά μείζονα λόγο, ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα μεταφοράς.

61

Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή στο Βασίλειο της Ισπανίας της υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ποινής, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής, συνιστά πρόσφορο οικονομικής φύσεως μέσο για να διασφαλιστεί ότι το κράτος μέλος αυτό θα παύσει, το συντομότερο δυνατόν, τη διαπιστωθείσα παράβαση και θα τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2016/680. Αντιθέτως, εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση, να έχει ολοκληρωθεί πλήρως η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η χρηματική αυτή ποινή πρέπει να επιβληθεί μόνο στο μέτρο που η παράβαση εξακολουθήσει να υφίσταται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής.

62

Υπενθυμίζεται ότι στο Δικαστήριο εναπόκειται, κατά την άσκηση της συναφούς εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ποινής κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και ανάλογο τόσο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση όσο και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους και, αφετέρου, να μην υπερβαίνει, κατά το άρθρο 260, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το υποδειχθέν από την Επιτροπή ποσό [απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 83].

63

Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου προς τον σκοπό του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ποινής, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ώστε να διασφαλίζεται ο χαρακτήρας της χρηματικής ποινής ως μέτρου εξαναγκασμού, με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, είναι, κατ’ αρχήν, η διάρκεια της παραβάσεως, ο βαθμός της σοβαρότητάς της και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους. Για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, το Δικαστήριο καλείται να συνεκτιμά ιδίως τις συνέπειες της παραβάσεως επί των διακυβευομένων δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων καθώς και τον βαθμό επείγοντος της συμμορφώσεως του οικείου κράτους μέλους προς τις υποχρεώσεις του [απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 84].

64

Όσον αφορά τη σοβαρότητα της παράβασης, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση λήψης εθνικών μέτρων για τη διασφάλιση της πλήρους μεταφοράς οδηγίας και η υποχρέωση ανακοίνωσης των μέτρων αυτών στην Επιτροπή αποτελούν ουσιώδεις υποχρεώσεις των κρατών μελών προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης και, επομένως, η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών πρέπει να θεωρηθεί ως αρκετά σοβαρή [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 85, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 73, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 82].

65

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δηλαδή στις 25 Μαρτίου 2019, το Βασίλειο της Ισπανίας είχε παραβεί τις υποχρεώσεις μεταφοράς που υπείχε, με συνέπεια να μην είναι πάντοτε διασφαλισμένη η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Η σοβαρότητα της παράβασης αυτής ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε ακόμη ανακοινώσει κανένα μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο.

66

Η δε διάρκεια της παράβασης πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον χρόνο κατά τον οποίο το Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά και όχι τον χρόνο άσκησης της προσφυγής της Επιτροπής [απόφαση της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 87].

67

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, η προσαπτόμενη παράβαση δεν είχε ακόμη παύσει κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η παράβαση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή από τις 25 Μαρτίου 2019. Όταν όμως η παράβαση διαρκεί ενάμισι έτος και πλέον, η διάρκεια αυτή είναι σημαντική λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 63 της οδηγίας 2016/680, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας το αργότερο έως τις 6 Μαΐου 2018.

68

Κατόπιν των ανωτέρω και υπό το πρίσμα της εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, όσον αφορά τη χρηματική ποινή που επιβάλλει, να υπερβαίνει το ποσό που υπέδειξε η Επιτροπή, στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή ημερήσια χρηματική ποινή ύψους 89000 ευρώ, από την ως άνω ημερομηνία και μέχρις ότου το εν λόγω κράτος μέλος παύσει τη διαπιστωθείσα παράβαση.

69

Όσον αφορά, δεύτερον, τη σκοπιμότητα επιβολής υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι απόκειται στο Δικαστήριο να επιβάλλει, σε κάθε υπόθεση και ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της ενώπιόν του διαφοράς, καθώς και ανάλογα με τον βαθμό πειθούς και αποτροπής που κρίνει απαραίτητο, τις κατάλληλες χρηματικές κυρώσεις, προκειμένου, ιδίως, να προλάβει την επανάληψη ανάλογων παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 78, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 68, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 78].

70

Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, παρά το γεγονός ότι το Βασίλειο της Ισπανίας συνεργάστηκε με τις υπηρεσίες της Επιτροπής καθόλη τη διάρκεια της προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας και ενημέρωσε τις υπηρεσίες αυτές για τους λόγους που το εμπόδισαν να διασφαλίσει τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2016/680, το σύνολο των νομικών και πραγματικών στοιχείων που σχετίζονται με τη διαπιστωθείσα παράβαση, ήτοι το γεγονός ότι δεν ανακοινώθηκε κανένα αναγκαίο μέτρο για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2016/680 κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ή έστω κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για την αποτελεσματική πρόληψη ανάλογων μελλοντικών παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης μπορεί να απαιτείται η λήψη ενός αποτρεπτικού μέτρου, όπως είναι η επιβολή υποχρέωσης καταβολής ενός κατ’ αποκοπήν ποσού [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 69, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 79].

71

Η εκτίμηση αυτή δεν κλονίζεται από την επιχειρηματολογία που παρατίθεται στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης. Πράγματι, αφενός, όπως υπενθυμίζεται στην ως άνω σκέψη, στην Επιτροπή εναπόκειται, μεταξύ άλλων, να εκτιμήσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά κράτους μέλους και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους αυτού. Αφετέρου, δεν προβάλλεται ότι οι προθεσμίες προς απάντηση που καθορίστηκαν εν προκειμένω με την προειδοποιητική επιστολή και με την αιτιολογημένη γνώμη ήταν ιδιαίτερα σύντομες ή παράλογες και θα μπορούσαν να διακυβεύσουν τους σκοπούς της προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας, ήτοι να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή [απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Τέλος ταξινομήσεως), C‑552/15, EU:C:2017:698, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις σκέψεις 5 και 6 της παρούσας απόφασης, το Βασίλειο της Ισπανίας είχε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 63 της οδηγίας 2016/680, τουλάχιστον από τις 7 Μαΐου 2018.

72

Η εν λόγω εκτίμηση δεν κλονίζεται ούτε από το επιχείρημα που αντλείται από τη θεσμική κατάσταση του Βασιλείου της Ισπανίας το διάστημα μεταξύ της 27ης Απριλίου 2016, ημερομηνίας εκδόσεως της οδηγίας 2016/680, και της 6ης Μαΐου 2018, ημερομηνίας λήξεως της ταχθείσας με την εν λόγω οδηγία προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, η οποία χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες διαλύσεις του εθνικού κοινοβουλίου, από τον προσωρινό χαρακτήρα της κυβερνήσεως και από τη διεξαγωγή νέων εκλογών. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε περίπτωση παρόμοια με την επίδικη, ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση τέτοιων περιστάσεων για να δικαιολογηθεί η μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑388/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:548, σκέψη 41).

73

Όσον αφορά τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού το οποίο είναι προσήκον να επιβληθεί εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι στο Δικαστήριο απόκειται, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στον οικείο τομέα, όπως η εξουσία αυτή οριοθετείται από τις προτάσεις της Επιτροπής, να καθορίζει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού το οποίο μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά τρόπον ώστε αυτό να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο προς τη διαπραχθείσα παράβαση. Μεταξύ των κρίσιμων, συναφώς, παραγόντων περιλαμβάνονται, ιδίως, η σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εξακολούθησε να υφίσταται η παράβαση, καθώς και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 72, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 81].

74

Όσον αφορά, κατά πρώτον, τη σοβαρότητα της παράβασης, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση λήψης εθνικών μέτρων για τη διασφάλιση της πλήρους μεταφοράς οδηγίας και η υποχρέωση ανακοίνωσης των μέτρων αυτών στην Επιτροπή αποτελούν ουσιώδεις υποχρεώσεις των κρατών μελών προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης και, επομένως, η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών πρέπει να θεωρηθεί ως αρκετά σοβαρή [αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 2019, Επιτροπή κατά Βελγίου (Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Υψίρρυθμα δίκτυα), C‑543/17, EU:C:2019:573, σκέψη 85, της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 73, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 82].

75

Επιπλέον, η οδηγία 2016/680 αποσκοπεί να συμβάλει στην εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, θεσπίζοντας συγχρόνως ένα ισχυρό και συνεκτικό πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η απουσία ή η ανεπάρκεια, σε εθνικό επίπεδο, κανόνων που διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ένωσης πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα σοβαρή, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της για τα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα εντός της Ένωσης.

76

Η σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης ενισχύεται εξάλλου από το γεγονός ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δηλαδή στις 25 Μαρτίου 2019, αλλά και κατά την ημερομηνία περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε ακόμη λάβει κανένα μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 2016/680 στο εσωτερικό δίκαιο.

77

Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει το Βασίλειο της Ισπανίας για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της μεταφοράς της οδηγίας 2016/680, και συγκεκριμένα ότι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κυβέρνηση μπορούσε να διαχειριστεί μόνο τις τρέχουσες υποθέσεις, δεν είναι ικανή να επηρεάσει τη σοβαρότητα της επίμαχης παράβασης, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης ενός κράτους μέλους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις οδηγίες της Ένωσης, ούτε, συνεπώς, την εκπρόθεσμη ή ατελή μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑388/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:548, σκέψη 41).

78

Συναφώς, επισημαίνεται ακόμη ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Βασιλείου της Ισπανίας, ειδικές θεσμικές περιστάσεις όπως αυτές που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση παράβαση δεν μπορούν να θεωρηθούν ελαφρυντικές περιστάσεις κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Επιτροπή κατά Σουηδίας, C‑270/11, EU:C:2013:339, σκέψεις 54 και 55).

79

Όσον αφορά, δεύτερον, τη διάρκεια της παράβασης, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάρκεια αυτή πρέπει, κατ’ αρχήν, να υπολογίζεται με βάση τον χρόνο κατά τον οποίο το Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά και όχι τον χρόνο άσκησης της προσφυγής της Επιτροπής. Η εκτίμηση αυτή των πραγματικών περιστατικών πρέπει να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται κατά την ημερομηνία περάτωσης της διαδικασίας [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 77, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 86].

80

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη παράβαση δεν είχε ακόμη παύσει κατά την ημερομηνία περάτωσης της έγγραφης διαδικασίας, στις 6 Μαΐου 2020.

81

Όσον αφορά το χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού το οποίο πρέπει να καταβληθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε αντίθεση με την ημερήσια χρηματική ποινή, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη προς τον σκοπό εκτίμησης της διάρκειας της επίμαχης παράβασης δεν είναι η ημερομηνία λήξης της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, αλλά η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που προβλέπει η επίμαχη οδηγία [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 79, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 90].

82

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που προβλέπει το άρθρο 63 της οδηγίας 2016/680, δηλαδή στις 6 Μαΐου 2018, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν είχε θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο ούτε είχε, ως εκ τούτου, ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, η επίμαχη παράβαση διήρκεσε δύο έτη.

83

Όσον αφορά, τρίτον, την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη του ΑΕΠ του κράτους μέλους αυτού, ως έχει κατά τον χρόνο της εξέτασης των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο [αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 85, και της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες), C‑550/18, EU:C:2020:564, σκέψη 97].

84

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης και υπό το πρίσμα της εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, όσον αφορά το κατ’ αποκοπήν ποσό του οποίου την καταβολή επιβάλλει, να υπερβεί το ποσό το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αποτελεσματική πρόληψη στο μέλλον της επανάληψης παραβάσεων ανάλογων προς την παράβαση που απορρέει από τη μη τήρηση του άρθρου 63 της οδηγίας 2016/680 και οι οποίες θίγουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης απαιτεί την επιβολή υποχρέωσης καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού το ύψος του οποίου πρέπει να καθοριστεί σε 15000000 ευρώ.

85

Κατά συνέπεια, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 15000000 ευρώ.

Επί των δικαστικών εξόδων

86

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

87

Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί με την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαισίου 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, και, ως εκ τούτου, παραλείποντας να ανακοινώσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 63 της οδηγίας αυτής.

 

2)

Η παράβαση του Βασιλείου της Ισπανίας εξακολούθησε να υφίσταται, δεδομένου ότι αυτό δεν είχε λάβει, κατά τον χρόνο εξέτασης των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό του δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας 2016/680, ούτε είχε, ως εκ τούτου, ανακοινώσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα μέτρα αυτά.

 

3)

Σε περίπτωση που η διαπιστωθείσα στο σημείο 1 παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως, υποχρεώνει το Βασίλειο της Ισπανίας να καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ημερήσια χρηματική ποινή ύψους 89000 ευρώ από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την παύση της παράβασης.

 

4)

Υποχρεώνει το Βασίλειο της Ισπανίας να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 15000000 ευρώ.

 

5)

Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

6)

Η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική