Υπόθεση C‑546/19

BZ

κατά

Westerwaldkreis

(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 3ης Ιουνίου 2021

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Πεδίο εφαρμογής – Υπήκοος τρίτης χώρας – Ποινική καταδίκη στο κράτος μέλος – Άρθρο 3, σημείο 6 – Απαγόρευση εισόδου – Λόγοι δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας – Ανάκληση της αποφάσεως επιστροφής – Νομιμότητα της απαγορεύσεως εισόδου»

  1. Προδικαστικά ερωτήματα – Παραδεκτό – Όρια – Ερωτήματα προδήλως άσχετα με την υπόθεση και υποθετικά ερωτήματα που υποβάλλονται σε πλαίσιο το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα να δοθεί χρήσιμη απάντηση

    (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)

    (βλ. σκέψη 38)

  2. Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115 – Πεδίο εφαρμογής – Απαγόρευση εισόδου για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας – Κράτος μέλος που δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας μη εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας σε υπηκόους οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης – Εμπίπτει

    (Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1, και 3, σημείο 2)

    (βλ. σκέψεις 44-48, διατακτ. 1)

  3. Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Απαγόρευση εισόδου – Χρονική αφετηρία των αποτελεσμάτων της εν λόγω απαγορεύσεως εισόδου – Ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε πράγματι το έδαφος του οικείου κράτους μέλους

    (Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3, σημείο 3)

    (βλ. σκέψη 52)

  4. Συνοριακοί έλεγχοι, άσυλο και μετανάστευση – Μεταναστευτική πολιτική – Επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Απόφαση επιστροφής ληφθείσα έναντι τέτοιου υπηκόου, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου επιβληθείσα λόγω ποινικής καταδίκης ή λόγω κινδύνου για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια – Υπήκοος που δεν εγκατέλειψε πράγματι το έδαφος των κρατών μελών – Διατήρηση σε ισχύ της απαγορεύσεως εισόδου μετά την ανάκληση της αποφάσεως επιστροφής – Δεν επιτρέπεται

    (Οδηγία 2008/115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 1, 3, σημεία 3 και 6, και 11 § 1)

    (βλ. σκέψεις 54, 56-61, διατακτ. 2)

Σύνοψη

Ο ΒΖ, υπήκοος τρίτης χώρας, διαμένει στη Γερμανία από το 1990. Μολονότι υπέχει από τότε υποχρέωση εγκαταλείψεως της επικράτειας, εξακολούθησε να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει «προσωρινής αναστολής της απομακρύνσεως», που παρατεινόταν τακτικά και στηριζόταν στο εθνικό δίκαιο.

Το 2013 ο BZ καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή για στήριξη της τρομοκρατίας και το 2014 του χορηγήθηκε αναστολή εκτελέσεως της υπολειπόμενης διάρκειας της ποινής του.

Λόγω της ποινικής αυτής καταδίκης, η Westerwaldkreis (περιφέρεια του Westerwald, Γερμανία) διέταξε, με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2014, την απέλαση του BZ και του επέβαλε απαγόρευση εισόδου και διαμονής στη Γερμανία διάρκειας έξι ετών, η οποία μειωνόταν στη συνέχεια σε τέσσερα έτη από την ημερομηνία που ο ΒΖ θα εγκατέλειπε πράγματι το γερμανικό έδαφος και η οποία μπορούσε να διαρκέσει το αργότερο έως την 21η Ιουλίου 2023. Συγχρόνως, η περιφέρεια του Westerwald εξέδωσε εις βάρος του BZ διαταγή να εγκαταλείψει την επικράτεια υπό την απειλή απομακρύνσεως, την οποία ωστόσο ανακάλεσε στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας ανακοπής.

Μετά την απόρριψη της προσφυγής που άσκησε με αίτημα την ακύρωση των εις βάρος του ληφθέντων μέτρων, ο BZ άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz (διοικητικού εφετείου Ρηνανίας-Παλατινάτου, Γερμανία).

Η αίτηση ασύλου του BZ απορρίφθηκε το 2017 από την αρμόδια γερμανική αρχή ως προδήλως αβάσιμη. Η εν λόγω αρχή διαπίστωσε επίσης ότι ο BZ δεν μπορούσε να επαναπατρισθεί στη Συρία, καθότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις απαγορεύσεως της απομακρύνσεως όσον αφορά τη χώρα αυτή.

Δεδομένου ότι η έφεση με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως περί απελάσεως και τον καθορισμό της διάρκειας της απαγορεύσεως εισόδου και διαμονής απορρίφθηκε με απόφαση της 5ης Απριλίου 2018, ο BZ άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου, Γερμανία). Το δικαστήριο αυτό, αφενός, απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του ΒΖ κατά το μέρος που αυτή αφορούσε την εις βάρος του εκδοθείσα απόφαση περί απελάσεως, η οποία κατέστη επομένως απρόσβλητη. Αφετέρου, συνέχισε την αναιρετική διαδικασία στο μέτρο που αφορούσε την απόφαση να μειωθεί η διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου και διαμονής, η οποία συνοδεύει την απόφαση περί απελάσεως, σε τέσσερα έτη από την ενδεχόμενη αναχώρηση του ΒΖ από το γερμανικό έδαφος, με απώτατο χρονικό όριο την 21η Ιουλίου 2023.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η οδηγία περί επιστροφής ( 1 ) έχει εφαρμογή σε απαγόρευση εισόδου όπως η επίμαχη, η οποία επιβλήθηκε σε υπήκοο τρίτης χώρας για λόγους «που δεν σχετίζονται με τη μετανάστευση». Οι αμφιβολίες του απορρέουν από το γεγονός ότι, κατά το «εγχειρίδιο περί επιστροφής» της Επιτροπής ( 2 ), οι κανόνες που εφαρμόζονται στις απαγορεύσεις εισόδου που συνδέονται με την επιστροφή ( 3 ) δυνάμει της οδηγίας περί επιστροφής «δεν επηρεάζουν τις απαγορεύσεις εισόδου που εκδίδονται για άλλους λόγους που δεν σχετίζονται με τη μετανάστευση». Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει, ωστόσο, ότι η Γερμανία δεν έχει κάνει χρήση της παρεχόμενης στα κράτη μέλη από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί επιστροφής δυνατότητας να μην εφαρμόζουν την οδηγία αυτή στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης η διατήρηση απαγορεύσεως εισόδου ( 4 ), επιβληθείσας από κράτος μέλος σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται στο έδαφός του και εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση περί απελάσεως η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη, όταν έχει ανακληθεί η απόφαση επιστροφής που εξέδωσε το εν λόγω κράτος μέλος έναντι του υπηκόου αυτού. Διευκρινίζει συναφώς ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η απόφαση περί απελάσεως δεν συνιστά «απόφαση επιστροφής» ( 5 ) κατά την έννοια της οδηγίας περί επιστροφής, σε αντίθεση με τη διαταγή εγκαταλείψεως της επικράτειας υπό την απειλή απομακρύνσεως.

Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί επιστροφής και τη σχέση που αυτή καθιερώνει μεταξύ της απαγορεύσεως εισόδου και της αποφάσεως επιστροφής.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Πρώτον, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί επιστροφής απαγόρευση εισόδου και διαμονής επιβληθείσα από κράτος μέλος το οποίο δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται στο έδαφός του και εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση περί απελάσεως για λόγους δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας τάξης, βάσει προηγούμενης ποινικής καταδίκης.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η οδηγία περί επιστροφής εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας. Λαμβανομένου υπόψη του ορισμού της «παράνομης παραμονής» στην οδηγία περί επιστροφής, κάθε υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής βρίσκεται εξ αυτού και μόνον του λόγου παρανόμως σε αυτό και εμπίπτει, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

Επομένως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής καθορίζεται με μοναδικό γνώμονα την κατάσταση παράνομης διαμονής στην οποία τελεί υπήκοος τρίτης χώρας, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται η κατάσταση αυτή ή των μέτρων που ενδέχεται να ληφθούν έναντι του υπηκόου αυτού. Το δε πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί επιστροφής δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθεί με σύσταση της Επιτροπής, η οποία δεν έχει δεσμευτική ισχύ.

Δεύτερον, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία περί επιστροφής αντιτίθεται στο να διατηρείται σε ισχύ απαγόρευση εισόδου και διαμονής επιβληθείσα από κράτος μέλος σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται στο έδαφός του και εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί, για λόγους δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας τάξεως βάσει προγενέστερης ποινικής καταδίκης, απόφαση περί απελάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη, όταν η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε εις βάρος του υπηκόου αυτού από το εν λόγω κράτος μέλος έχει ανακληθεί μολονότι η απόφαση περί απελάσεως έχει καταστεί απρόσβλητη.

Για να καταλήξει στο ανωτέρω συμπέρασμα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από την οδηγία περί επιστροφής ( 6 ) προκύπτει πως η απαγόρευση εισόδου θεωρείται ότι συμπληρώνει την απόφαση επιστροφής, απαγορεύοντας στον ενδιαφερόμενο για ορισμένο διάστημα μετά την «επιστροφή» του, όπως ο όρος αυτός ορίζεται στην οδηγία, και, συνεπώς, μετά την αποχώρησή του από το έδαφος των κρατών μελών, να εισέλθει εκ νέου στο έδαφος αυτό και εν συνεχεία να διαμείνει εκεί. Κατά συνέπεια, η απαγόρευση εισόδου παράγει τα αποτελέσματά της μόνον αφότου ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείψει πράγματι το έδαφος των κρατών μελών.

Εν προκειμένω, η απαγόρευση εισόδου που επιβλήθηκε στον BZ δεν συνοδεύει πλέον καμία απόφαση επιστροφής. Στο μέτρο που μια εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί επιστροφής απαγόρευση εισόδου μπορεί να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μόνο μετά την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής, δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ μετά την ανάκληση της αποφάσεως αυτής.

Επομένως, οσάκις κράτος μέλος αντιμετωπίζει περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που βρίσκεται στο έδαφός του χωρίς έγκυρο τίτλο διαμονής, το κράτος μέλος αυτό οφείλει να καθορίσει εάν πρέπει να χορηγήσει νέο τίτλο διαμονής στον εν λόγω υπήκοο. Εάν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να εκδώσει έναντι του εν λόγω υπηκόου απόφαση επιστροφής η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιστροφής, μπορεί ή πρέπει να συνοδεύεται από απαγόρευση εισόδου, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 6, της οδηγίας.

Το Δικαστήριο κρίνει αντίθετη προς την οδηγία περί επιστροφής την ανοχή ενός ενδιάμεσου καθεστώτος υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς δικαίωμα ούτε τίτλο διαμονής και στους οποίους έχει, ενδεχομένως, επιβληθεί απαγόρευση εισόδου, χωρίς όμως να υφίσταται πλέον εν ισχύ απόφαση επιστροφής εις βάρος τους. Το γεγονός ότι απόφαση περί απελάσεως, όπως η εκδοθείσα εις βάρος του BZ, έχει καταστεί απρόσβλητη δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση σε ισχύ απαγορεύσεως εισόδου ενώ δεν υφίσταται πλέον καμία απόφαση επιστροφής εις βάρος του ΒΖ.

Οι ως άνω εκτιμήσεις ισχύουν επίσης και όσον αφορά τους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι, όπως ο BZ, δεν μπορούν να απομακρυνθούν, καθότι τούτο αντιβαίνει στην αρχή της μη επαναπροωθήσεως. Συγκεκριμένα, κατά την οδηγία, το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά μόνον την αναβολή της απομακρύνσεώς του σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.


( 1 ) Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98, στο εξής: οδηγία περί επιστροφής).

( 2 ) Σύσταση (ΕΕ) 2017/2338 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2017, για την καθιέρωση κοινού «εγχειριδίου περί επιστροφής» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση σχετικών με την επιστροφή καθηκόντων (ΕΕ 2017, L 339, σ. 83).

( 3 ) Νοούνται οι απαγορεύσεις εισόδου που συνδέονται με την παράβαση των κανόνων περί μετανάστευσης στα κράτη μέλη.

( 4 ) Η οποία ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 6, της οδηγίας περί επιστροφής ως διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία απαγορεύεται η είσοδος και η παραμονή στο έδαφος των κρατών μελών για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνοδευόμενη από απόφαση επιστροφής.

( 5 ) Η οποία ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 4, της οδηγίας περί επιστροφής ως διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής.

( 6 ) Συγκεκριμένα, από τα άρθρα 3, σημεία 4 και 6, και 11, παράγραφος 1.