ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 14ης Ιανουαρίου 2021 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ – Συμπράξεις – Νόθευση διαγωνισμών – Καθορισμός της διάρκειας του χρονικού διαστήματος της παράβασης – Προσμέτρηση του διαστήματος κατά το οποίο οι μετέχοντες στη σύμπραξη έθεσαν σε εφαρμογή την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία – Οικονομικές συνέπειες της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς – Παύση της παράβασης κατά το χρονικό σημείο της οριστικής ανάθεσης της σύμβασης»

Στην υπόθεση C‑450/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 10ης Ιουνίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιουνίου 2019, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε η

Kilpailu- ja kuluttajavirasto,

παρισταμένων των:

Eltel Group Oy,

Eltel Networks Oy,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούσα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, A. Kumin, T. von Danwitz και P. G. Xuereb, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Kilpailu- ja kuluttajavirasto, εκπροσωπούμενη από τις J. Nyländen, J. Broms και K. Leivo και τον T. Mattila,

οι Eltel Group Oy και Eltel Networks Oy, εκπροσωπούμενες από τον T. Saraste, την M. Joutsimo, τον C. Wik και την A. Paanajärvi, asianajajat,

η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski και την A. Laine,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους R. Kanitz και J. Möller,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,

η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις V. Soņeca, L. Juškeviča και K. Pommere,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Paasivirta και G. Meessen και την L. Wildpanner,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας που κινήθηκε από την Κilpailu- ja kuluttajavirasto (αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών, Φινλανδία) ως προς τη νομιμότητα της απόφασης του markkinaoikeus (δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων, Φινλανδία) να απορρίψει την πρότασή της να καταδικαστούν οι Eltel Group Oy και Eltel Networks Oy (στο εξής από κοινού: Eltel) αλληλεγγύως και εις ολόκληρον σε πρόστιμο λόγω παραβίασης του ενωσιακού και του φινλανδικού δικαίου του ανταγωνισμού την οποία φέρονται να έχουν διαπράξει.

Το φινλανδικό δίκαιο

3

Κατά το άρθρο 22 του kilpailunrajoituksista annettu laki 480/1992 (νόμου 480/1992 περί περιορισμών του ανταγωνισμού), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 318/2004 (στο εξής: νόμος περί περιορισμών του ανταγωνισμού) δύναται να επιβληθεί πρόστιμο, μεταξύ άλλων, για παράβαση του άρθρου 4 του ίδιου νόμου ή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μόνον αν κατατεθεί σχετική πρόταση ενώπιον του markkinaoikeus (δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων) εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να υφίσταται ο περιορισμός του ανταγωνισμού ή από την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών έλαβε γνώση του εν λόγω περιορισμού του ανταγωνισμού.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

4

Στις 16 Απριλίου 2007, η Fingrid Oyj, επιχείρηση η οποία είναι ιδιοκτήτρια του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλής τάσης και υπεύθυνη για την ανάπτυξή του, αποτελεί δε τον κύριο αναθέτοντα φορέα για έργα μεταφοράς αυτού του είδους ενέργειας στη Φινλανδία, δημοσίευσε, απευθυνόμενη στις επιχειρήσεις του τομέα, προκήρυξη διαγωνισμού, στην αγγλική γλώσσα, που αφορούσε τις εργασίες κατασκευής γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλής τάσης (400 kV) μεταξύ των φινλανδικών οντοτήτων Keminmaa και Petäjäskoski (στο εξής: επίμαχη γραμμή υψηλής τάσης). Στην εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού διευκρινιζόταν ότι οι προσφορές, με κατ’ αποκοπή τιμή, έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο στις 5 Ιουνίου 2007. Ως ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου καθορίσθηκε με την προκήρυξη του διαγωνισμού η 12η Νοεμβρίου 2009.

5

Στις 4 Ιουνίου 2007, η Eltel υπέβαλε την προσφορά της και, στη συνέχεια, της ανατέθηκε η σύμβαση.

6

Στις 19 Ιουνίου 2007, η Eltel και η Fingrid υπέγραψαν τη σύμβαση για το έργο κατασκευής της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2009. Η Fingrid κατέβαλε στην Eltel την τελευταία δόση του τιμήματος του έργου αυτού στις 7 Ιανουαρίου 2010.

7

Στις 31 Ιανουαρίου 2013, η Empower Oy υπέβαλε στην αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών αίτηση επιείκειας, βάσει της οποίας η ως άνω αρχή κίνησε έρευνα σχετικά με ενδεχόμενη σύμπραξη μεταξύ της εταιρίας αυτής και της Eltel.

8

Στις 31 Οκτωβρίου 2014, η εν λόγω αρχή δέχθηκε να παράσχει στην Empower επιεική μεταχείριση και να την απαλλάξει από κάθε κύρωση.

9

Με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2014, η ίδια αρχή πρότεινε στο markkinaoikeus (δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων) να επιβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην Eltel Group και στην Eltel Networks πρόστιμο 35000000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 4 του νόμου περί περιορισμών του ανταγωνισμού, καθώς και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, διότι συνήψαν συμφωνία με την Empower σχετικά με τις τιμές, τα περιθώρια κέρδους και την κατανομή των αγορών σχεδιασμού και κατασκευής γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στη Φινλανδία.

10

Με την απόφαση αυτή, η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών έκρινε, εξάλλου, ότι επρόκειτο για ενιαία και διαρκή παράβαση η οποία διαπράχθηκε με συναντήσεις των εκπροσώπων της Empower και της Eltel, κατά τις οποίες οι εν λόγω εκπρόσωποι εξέτασαν και, ενίοτε, προέβησαν από κοινού σε εκτιμήσεις, υπό τη μορφή πίνακα, σχετικά με τις μελλοντικές δημόσιες συμβάσεις γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τις τιμές τους, τα εφικτά περιθώρια κέρδους, καθώς και την κατανομή ορισμένων αγορών. Η εν λόγω σύμπραξη φέρεται ότι άρχισε το αργότερο τον Οκτώβριο του 2004 και συνεχίστηκε αδιάλειπτα τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2011. Η παράβαση αφορούσε ολόκληρη τη Φινλανδία και μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

11

Με απόφαση της 30ής Μαρτίου 2016, το markkinaoikeus (δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων) απέρριψε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 του νόμου περί περιορισμών του ανταγωνισμού, την πρόταση επιβολής προστίμου, κρίνοντας ότι η Eltel είχε παύσει να συμμετέχει στον περιορισμό του ανταγωνισμού πριν τις 31 Οκτωβρίου 2009 και, ως εκ τούτου, η σχετική παράβαση είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο υποβολής ενώπιόν του της πρότασης από την αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών, δηλαδή στις 31 Οκτωβρίου 2014. Κατά το ως άνω δικαστήριο, η σύμπραξη αφορούσε, βεβαίως, το προηγηθέν του έργου κατασκευής της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης έργο σχεδιασμού, το οποίο είχε προβλεφθεί χωριστά και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2007, δεν είχε όμως επεκταθεί στο έργο κατασκευής της εν λόγω γραμμής υψηλής τάσης.

12

Η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Korkein hallinto-oikeus (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Φινλανδία) κατά της αποφάσεως του markkinaoikeus (δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων) και ζήτησε την αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού, καθώς και την επιβολή στην Eltel του προταθέντος προστίμου. Η ως άνω αρχή ισχυρίζεται ότι η πρότασή της περί επιβολής προστίμου περιήλθε στο markkinaoikeus (δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων) εντός της πενταετούς προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 22 του νόμου περί περιορισμών του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, μέχρι τις 7 Ιανουαρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία η Fingrid κατέβαλε στην Eltel την τελευταία δόση του τιμήματος για το έργο κατασκευής της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης, η σύμβαση μεταξύ των εταιριών αυτών βρισκόταν ακόμη σε ισχύ και εφαρμοζόταν η οφειλόμενη στη σύμπραξη παράνομη τιμολόγηση. Επικουρικά, η εν λόγω αρχή υποστηρίζει ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού έπαυσε το νωρίτερο στις 12 Νοεμβρίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε το έργο. Κατά την αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών, σύμβαση έργου που ανατέθηκε σε μετέχοντα σε σύμπραξη έχει επιπτώσεις πολύ συγκεκριμένες και μακράς διαρκείας για τον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει πολύ υψηλότερο τίμημα από εκείνο που θα κατέβαλλε αν δεν είχε υπάρξει σύμπραξη, δεδομένου ότι η πληρωμή του τιμήματος αυτού πραγματοποιείται επί σειρά ετών, ανάλογα με την πρόοδο του έργου. Ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υφίσταται έτσι, σε κάθε ετήσια τμηματική καταβολή για το έργο που αποτέλεσε το αντικείμενο της σύμπραξης, την άμεση μετακύλιση των δυσμενών επιπτώσεων της σύμβασης στο κόστος δραστηριότητάς του για το συγκεκριμένο έτος και, ως εκ τούτου, και στα οικονομικά του αποτελέσματα, καθώς και, περαιτέρω, στη ανταγωνιστικότητά του στη συγκεκριμένη αγορά. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Fingrid πλήρωσε το επίμαχο έργο κατασκευής της γραμμής υψηλής τάσης σε τιμή υψηλότερη από εκείνη που θα είχε πληρώσει αν δεν υπήρχε η σύμπραξη, το πρόσθετο αυτό κόστος μετακυλίστηκε και στην τιμή μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας που κατέβαλαν οι τελικοί χρήστες.

13

Η Eltel αρνείται, για λόγους σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων, την ύπαρξη οποιασδήποτε σύμπραξης μεταξύ αυτής και της Empower όσον αφορά την επίμαχη γραμμή υψηλής τάσης. Εξάλλου, η Eltel υποστηρίζει ότι η διάρκεια της παράβασης των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις που τη διέπραξαν επέδειξαν την απαγορευόμενη συμπεριφορά. Στην περίπτωση έργου που αποτέλεσε αντικείμενο διαγωνισμού, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από τον χρόνο υποβολής της προσφοράς, δηλαδή, εν προκειμένω, από τις 4 Ιουνίου 2007. Επικουρικώς, η Eltel υποστηρίζει ότι, όταν η τιμή τελεί ακόμη υπό διαπραγμάτευση μετά την υποβολή της προσφοράς, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημέρα της σύναψης της οριστικής σύμβασης, εν προκειμένω, από τις 19 Ιουνίου 2007. Μετά την υποβολή της προσφοράς ή, το αργότερο, μετά την υπογραφή της σύμβασης, η προσφερόμενη ή η συμβατικώς συμφωνηθείσα τιμή δεν έχει πλέον καμία επίπτωση στην αγορά, ακόμη και αν το εν λόγω έργο συνεχίζεται ή οι σχετικές πληρωτέες δόσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται επί σειρά ετών. Ούτε ο ρυθμός της προόδου του έργου ή το χρονοδιάγραμμα των σχετικών πληρωμών έχουν επίπτωση στον ανταγωνισμό στην οικεία αγορά, διότι οι παράγοντες αυτοί δεν μεταβάλλουν πλέον τη συμφωνηθείσα τιμή.

14

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του ζητήματος του καθορισμού των οικονομικών συνεπειών παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και της διάρκειάς της σε περίπτωση κατά την οποία, πρώτον, μετέχων σε σύμπραξη συνήψε με τρίτον σύμβαση έργου με τη συμφωνηθείσα στο πλαίσιο της εν λόγω σύμπραξης τιμή, δεύτερον, το έργο ολοκληρώνεται πολλά έτη μετά τη σύναψη της σύμβασης αυτής και, τρίτον, η καταβολή του τιμήματος κλιμακώνεται σε δόσεις, ορισμένες εκ των οποίων εξακολουθούν να καταβάλλονται και μετά την ολοκλήρωση του έργου.

15

Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1976, EMI Records (51/75, EU:C:1976:85), της 3ης Ιουλίου 1985, Binon (243/83, EU:C:1985:284), και της 30ής Μαΐου 2013, Quinn Barlo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑70/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:351), για την εκτίμηση της διάρκειας της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς σημασία έχουν οι οικονομικές συνέπειές της και όχι η νομική μορφή της. Οι οικονομικές συνέπειες ενός περιορισμού του ανταγωνισμού μπορούν να συνεχίσουν να υφίστανται ακόμη και μετά την τυπική παύση μιας ενιαίας και διαρκούς παράβασης, για παράδειγμα, μέχρι το τέλος της περιόδου κατά την οποία βρίσκονταν σε ισχύ οι τιμές που ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας.

16

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η νομολογία αυτή ενισχύει την άποψη κατά την οποία παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όπως αυτή που διαπίστωσε η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνεχίζεται έως ότου ο ζημιωθείς από τη σύμπραξη αντισυμβαλλόμενος καταβάλει το σύνολο του τιμήματος που ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας, δεδομένου ότι το τίμημα αυτό έχει οικονομικές συνέπειες στη δραστηριότητά του καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της σύμβασης. Εντούτοις, η εν λόγω νομολογία θα μπορούσε επίσης να στηρίξει εμμέσως την άποψη κατά την οποία οι συνέπειες της τιμής που ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας επί του ανταγωνισμού συνεχίζονται μέχρι την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς ή σύναψης της οριστικής σύμβασης, δεδομένου ότι η τιμή αυτή δεν έχει πλέον συνέπειες στην αγορά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto-oikeus (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Μπορεί το καθεστώς ανταγωνισμού που θεσπίστηκε με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση που μετέχων σε σύμπραξη έχει συνάψει σύμβαση έργου με μη μετέχοντα στη σύμπραξη φορέα με βάση τα συμφωνηθέντα στην εν λόγω σύμπραξη, η παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, λόγω των οικονομικών συνεπειών που αυτή έχει, εξακολουθεί να υφίσταται καθ’ όλο το χρονικό διάστημα εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων ή συνεχίσεως των πληρωμών στα συμβαλλόμενα μέρη για το έργο, ήτοι έως το χρονικό σημείο καταβολής της τελευταίας δόσεως για το έργο ή, τουλάχιστον, έως το χρονικό σημείο της ολοκληρώσεως του έργου,

ή μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού εξακολουθεί να υφίσταται μόνο μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η επιχείρηση που διέπραξε την παράβαση υπέβαλε προσφορά για το οικείο έργο ή συνήψε σύμβαση για την εκτέλεσή του;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18

Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να θεωρηθεί ότι παύει η φερόμενη συμμετοχή μιας επιχείρησης σε παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η οποία συνίσταται στην εναρμονισμένη με τους ανταγωνιστές της υποβολή προσφοράς σε διαγωνισμό, όταν η επιχείρηση αυτή επελέγη ως ανάδοχος στον διαγωνισμό και συνήψε με την αναθέτουσα αρχή σύμβαση έργου, η εκτέλεση και αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σταδιακά.

19

Συναφώς, κατά το αιτούν δικαστήριο, για να καθοριστεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο παύει η φερόμενη συμμετοχή επιχείρησης σε παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει να εξεταστούν τέσσερα χρονικά σημεία, δηλαδή, αντιστοίχως, το χρονικό σημείο κατά το οποίο η εν λόγω επιχείρηση υπέβαλε την προσφορά της, εκείνο κατά το οποίο συνήφθη η σύμβαση, το σημείο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η καταβολή της τελευταίας δόσης του συμφωνηθέντος τιμήματος και εκείνο κατά το οποίο ολοκληρώθηκε το έργο που αποτελούσε το αντικείμενο της σύμβασης.

20

Κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.

21

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να υφίσταται «συμφωνία», κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, 41/69, EU:C:1970:71, σκέψη 112, και της 29ης Οκτωβρίου 1980, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, 209/78 έως 215/78 και 218/78, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1980:248, σκέψη 86).

22

Η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής», όπως ορίζεται στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καλύπτει μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία, χωρίς να έχει φτάσει μέχρι τη σύναψη κατά κυριολεξία σύμβασης, αντικαθιστά εσκεμμένα τους κινδύνους του ανταγωνισμού με τη μεταξύ τους πρακτική συνεργασία (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Τα εν λόγω κριτήρια συντονισμού και συνεργασίας, τα οποία αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας «εναρμονισμένης πρακτικής», κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, πρέπει να νοούνται υπό το πρίσμα της αντιλήψεως που είναι συνυφασμένη με τις σχετικές προς τον ανταγωνισμό διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, κατά την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει αυτόνομα την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στην εσωτερική αγορά (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 71).

24

Συναφώς, το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύει κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ επιχειρηματιών ικανή είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά εντός της αγοράς υφιστάμενου ή εν δυνάμει ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σχεδιάζει να ακολουθήσει στην αγορά, όταν οι επαφές αυτές έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα περιορισμό του ανταγωνισμού (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 72).

25

Περαιτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι συμφωνίες περί κατανομής της πελατείας εμπίπτουν, όπως και οι συμφωνίες για τις τιμές, στην κατηγορία των σοβαρότερων περιορισμών του ανταγωνισμού (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, ING Pensii, C‑172/14, EU:C:2015:484, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26

Υπενθυμίζεται επίσης ότι η έννοια της «ενιαίας και διαρκούς παράβασης», όπως αυτή αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «συνολικού σχεδίου», στο οποίο εντάσσονται διάφορες πράξεις, λόγω του ότι επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι τη νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, τούτο δε ανεξάρτητα από το αν μία ή περισσότερες από τις πράξεις αυτές θα μπορούσαν επίσης να συνιστούν, εξεταζόμενες αφ’ εαυτών και μεμονωμένα, παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Silver Plastics και Johannes Reifenhäuser κατά Επιτροπής, C‑702/19 P, EU:C:2020:857, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι εξακριβωθείσες από την αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών συμπεριφορές των επιχειρήσεων που εμπλέκονταν στην έρευνα που διεξήγαγε η εν λόγω αρχή συνίσταντο σε συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων των επιχειρήσεων αυτών, κατά τις οποίες οι εν λόγω εκπρόσωποι εξέτασαν και, ενίοτε, προέβησαν από κοινού σε εκτιμήσεις, οι οποίες παρουσιάστηκαν υπό μορφή πινάκων, σχετικά με μελλοντικούς δημόσιους διαγωνισμούς για την κατασκευή γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τις τιμές τους, τα εφικτά περιθώρια κέρδους και την κατανομή των εν λόγω διαγωνισμών, καθώς και στην εναρμονισμένη υποβολή προσφορών στους διαγωνισμούς αυτούς. Η ως άνω αρχή χαρακτήρισε τις εν λόγω συμπεριφορές ως ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

28

Όσον αφορά τις τελευταίες συμπεριφορές της Eltel, τις οποίες η εν λόγω αρχή θεώρησε ως εμπίπτουσες στην παράβαση αυτή, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η εν λόγω αρχή θεώρησε ότι, πριν από την υποβολή προσφορών στο πλαίσιο του διαγωνισμού για την κατασκευή της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης, βάσει του οποίου όλοι οι προσφέροντες έπρεπε να υποβάλουν προσφορά με κατ’ αποκοπή τιμή, η Eltel συμφώνησε με την ανταγωνίστριά της Empower ως προς την τιμή των αντίστοιχων προσφορών τους. Στη συνέχεια, οι εταιρίες αυτές υπέβαλαν τις προσφορές τους και η Eltel επιλέχθηκε ως ανάδοχος βάσει της προσφοράς της. Η εν λόγω προσφορά βρισκόταν σε ισχύ μέχρι τις 19 Ιουνίου 2007, ημερομηνία κατά την οποία συνήφθη σύμβαση μεταξύ της Eltel και της Fingrid στην τιμή που αναφερόταν στην εν λόγω προσφορά.

29

Από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 20 έως 26 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι τέτοιες συμπεριφορές, εφόσον αποδειχθεί το υποστατό τους, δύνανται, κατ’ αρχήν, να συνιστούν παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

30

Όσον αφορά το πέρας της συμμετοχής μιας επιχείρησης σε μια τέτοια παράβαση, κατά πάγια νομολογία, το καθεστώς ανταγωνισμού που θεσπίζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ ενδιαφέρεται περισσότερο για τα οικονομικά αποτελέσματα των συμφωνιών ή οποιασδήποτε ανάλογης μορφής συνεννοήσεως ή συντονισμού, παρά για τον νομικό τους τύπο. Συνεπώς, σε περίπτωση συμπράξεων επιχειρήσεων που έπαυσαν να ισχύουν, η συνέχιση της παραγωγής των αποτελεσμάτων τους μετά την τυπική παύση των επαφών συμπαιγνιακού χαρακτήρα αρκεί για να έχει εφαρμογή το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Επομένως, η διάρκεια του χρονικού διαστήματος της παράβασης μπορεί να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με το διάστημα κατά το οποίο οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις επέδειξαν συμπεριφορά απαγορευόμενη από την εν λόγω διάταξη. Για παράδειγμα, η διάρκεια της παράβασης μπορεί να περιλαμβάνει όλη την περίοδο κατά την οποία βρίσκονταν σε ισχύ οι τιμές που ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας, παρόλο που η σύμπραξη είχε, τυπικώς, παύσει να ισχύει (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Quinn Barlo κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑70/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:351, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ότι η εναρμονισμένη υποβολή προσφοράς στον διαγωνισμό για τη σύμβαση που αφορούσε την κατασκευή της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης συνιστά την τελευταία συμπεριφορά της Eltel για την οποία η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών έκρινε ότι εμπίπτει στην ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την αρχή αυτή, η Eltel και η Empower, αφενός, συμφώνησαν τις τιμές των αντίστοιχων προσφορών τους και, αφετέρου, εφάρμοσαν τη συμφωνία, υποβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο συντονισμένες προσφορές.

32

Υπό τις συνθήκες αυτές, υπό την επιφύλαξη της οριστικής εκτιμήσεως από το αιτούν δικαστήριο, υπό το πρίσμα του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων που του υποβλήθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάρκεια της συμμετοχής της Eltel στη φερόμενη παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καλύπτει όλη την περίοδο κατά την οποία η επιχείρηση αυτή έθεσε σε εφαρμογή την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνία που είχε συνάψει με τους ανταγωνιστές της, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου κατά την οποία η προσφορά με κατ’ αποκοπή τιμή που υπέβαλε η εν λόγω επιχείρηση βρισκόταν σε ισχύ ή μπορούσε να μετατραπεί σε οριστική σύμβαση μεταξύ της Eltel και της Fintel.

33

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών, καθώς και η Φινλανδική, η Γερμανική και η Λεττονική Κυβέρνηση με τις αντίστοιχες γραπτές παρατηρήσεις τους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή της Eltel στη φερόμενη παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καλύπτει περίοδο που εκτείνεται πέραν της ημερομηνίας κατά την οποία καθορίστηκαν οριστικά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης για την κατασκευή της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης και, ιδίως, το συνολικό τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το έργο αυτό.

34

Συγκεκριμένα, όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 33 έως 35 των προτάσεών του, ο μνημονευόμενος στη σκέψη 38 της απόφασης της 4ης Ιουνίου 2009, T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C 8/08, EU:C:2009:343) σκοπός που επιδιώκουν οι κανόνες περί ανταγωνισμού της Ένωσης, με τους οποίους επιδιώκεται η προστασία όχι αποκλειστικά των άμεσων συμφερόντων των ανταγωνιστών ή των καταναλωτών, αλλά της δομής της αγοράς και με τον τρόπο αυτό του ίδιου του ανταγωνισμού, επιτάσσει να γίνει δεκτό ότι η παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ διαρκεί όσο εξακολουθεί να υφίσταται ο περιορισμός του ανταγωνισμού που προκύπτει από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

35

Όσον αφορά, όμως, τις απαγορευόμενες από το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ συμπεριφορές, οι οποίες συνίστανται στη νόθευση διαγωνισμού που διοργανώνεται στο πλαίσιο της σύναψης δημόσιας σύμβασης, μέσω συμφωνίας μεταξύ των ανταγωνιστών για τις τιμές που θα προταθούν στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού και/ή για την ανάθεση της σύμβασης, τα περιοριστικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα της σύμπραξης εξαφανίζονται, κατ’ αρχήν, το αργότερο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης, και ιδίως το συνολικό τίμημα που πρέπει να καταβληθεί ως αντιπαροχή για τα αγαθά, το έργο ή τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, καθορίστηκαν οριστικά, ενδεχομένως με τη σύναψη σύμβασης μεταξύ του αναδόχου και της αναθέτουσας αρχής, καθόσον κατά το χρονικό εκείνο σημείο η αναθέτουσα αρχή στερείται οριστικά τη δυνατότητα να αποκτήσει τα αγαθά, το έργο ή τις επίμαχες υπηρεσίες υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, εν προκειμένω, να εξακριβώσει την ημερομηνία κατά την οποία καθορίστηκαν οριστικά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της επίμαχης σύμβασης, και ιδίως το συνολικό τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το έργο κατασκευής της επίμαχης γραμμής υψηλής τάσης.

36

Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το επιχείρημα που προέβαλαν η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών και η Φινλανδική, η Γερμανική και η Λεττονική Κυβέρνηση με τις αντίστοιχες γραπτές παρατηρήσεις τους, κατά το οποίο τα ζημιογόνα οικονομικά αποτελέσματα της σύμπραξης επί του τιμήματος που συμφωνήθηκε με τη συναφθείσα μεταξύ της Eltel και της Fingrid σύμβαση εκδηλώθηκαν μέχρι το χρονικό σημείο της καταβολής της τελευταίας δόσης του τιμήματος αυτού και μπορούσαν να έχουν επιζήμιες οικονομικές συνέπειες σε μεταγενέστερο στάδιο, ιδίως υπό τη μορφή υψηλότερων τιμολογίων διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας που θα επιβάρυναν τους πελάτες της Fingrid.

37

Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, πρέπει να διακρίνονται τα περιοριστικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα της σύμπραξης, τα οποία συνίστανται στον αποκλεισμό των ανταγωνιστών διαγωνιζομένων και/ή στον ενδεχομένως τεχνητό περιορισμό της επιλογής του πελάτη, και τα οποία θίγουν τη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να αποκτήσει τα συμφωνηθέντα αγαθά, έργα ή υπηρεσίες υπό συνθήκες ανταγωνισμού, από τις απορρέουσες από τη σύμπραξη ευρύτερες ζημιογόνες οικονομικές συνέπειες για τους άλλους παράγοντες της αγοράς, ως προς τις οποίες οι παράγοντες αυτοί μπορούν, όπως υπογράμμισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, να ζητήσουν από τα εθνικά δικαστήρια την αποκατάσταση της ζημίας.

38

Επιπλέον, τα ζητήματα της προθεσμίας παραγραφής τέτοιου ενδίκου βοηθήματος με το οποίο ζητείται αποζημίωση, όπως και ενδεχομένου ενδίκου βοηθήματος της αναθέτουσας αρχής για την αμφισβήτηση της νομιμότητας του διαγωνισμού ή για τη λύση της σύμβασης, αποτελούν διαφορετικά νομικά ζητήματα από εκείνα της ημερομηνίας κατά την οποία έπαυσε η παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να επιβληθεί κύρωση για την παράβαση αυτή πριν επέλθει παραγραφή.

39

Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλαν η αρχή ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών, καθώς και η Φινλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση με τις αντίστοιχες γραπτές παρατηρήσεις τους, κατά το οποίο το να γίνει δεκτή υπερβολικά σύντομη διάρκεια της παράβασης, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, αντιβαίνει προς την απαίτηση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ για αποτελεσματικότητα, καθόσον θα παρέμενε ατιμώρητος μεγαλύτερος αριθμός παραβάσεων λόγω της εφαρμογής των κανόνων παραγραφής.

40

Πράγματι, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 45 και 46 των προτάσεών του, εφόσον το δίκαιο της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν των αρχών που χαρακτηρίζουν μια Ένωση δικαίου, δέχεται αυτή καθεαυτή την αρχή της παραγραφής των ενεργειών της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για τη δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η αποτελεσματική εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την τεχνητή παράταση της διάρκειας του διαστήματος της παράβασης προκειμένου να καταστεί δυνατή η δίωξη της παράβασης.

41

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, όταν επιχείρηση φερόμενη ως μετέχουσα σε ενιαία και διαρκή παράβαση της ως άνω διάταξης, το τελευταίο συστατικό στοιχείο της οποίας ήταν η εναρμονισμένη με τους ανταγωνιστές της υποβολή προσφοράς σε διαγωνισμό για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης έργου, επιλέγεται ως ανάδοχος στον διαγωνισμό και συνάπτει με την αναθέτουσα αρχή σύμβαση έργου με την οποία καθορίζονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής και, ιδίως, το συνολικό τίμημα που πρέπει να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το εν λόγω έργο, η εκτέλεση και αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σταδιακά, το χρονικό διάστημα της παράβασης αντιστοιχεί στο διάστημα που εκτείνεται μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης μεταξύ της εν λόγω επιχείρησης και της αναθέτουσας αρχής βάσει της εναρμονισμένης προσφοράς που υπέβαλε η επιχείρηση. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει την ημερομηνία κατά την οποία καθορίστηκαν οριστικά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της επίμαχης σύμβασης, και, ιδίως, το συνολικό τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το έργο.

Επί των δικαστικών εξόδων

42

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, όταν επιχείρηση φερόμενη ως μετέχουσα σε ενιαία και διαρκή παράβαση της ως άνω διάταξης, το τελευταίο συστατικό στοιχείο της οποίας ήταν η εναρμονισμένη με τους ανταγωνιστές της υποβολή προσφοράς σε διαγωνισμό για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης έργου, επιλέγεται ως ανάδοχος στον διαγωνισμό και συνάπτει με την αναθέτουσα αρχή σύμβαση έργου με την οποία καθορίζονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής και, ιδίως, το συνολικό τίμημα που πρέπει να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το εν λόγω έργο, η εκτέλεση και αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σταδιακά, το χρονικό διάστημα της παράβασης αντιστοιχεί στο διάστημα που εκτείνεται μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης μεταξύ της εν λόγω επιχείρησης και της αναθέτουσας αρχής βάσει της εναρμονισμένης προσφοράς που υπέβαλε η επιχείρηση. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει την ημερομηνία κατά την οποία καθορίστηκαν οριστικά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της επίμαχης σύμβασης, και, ιδίως, το συνολικό τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί ως αντιπαροχή για το έργο.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.