ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 5ης Μαρτίου 2020 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Οικονομική και Νομισματική Ένωση – Τραπεζική ένωση – Ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΜΕ) – Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) – Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ) – Καθορισμός της εκ των προτέρων εισφοράς για το έτος 2016 – Προσφυγή ακυρώσεως – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Εκπρόθεσμο – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση C‑69/19 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2019,
Credito Fondiario SpA, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον F. Sciaudone, την S. Frazzani, τον A. Neri και τον F. Iacovone, avvocati, στη συνέχεια από τους F. Sciaudone, A. Neri και F. Iacovone, avvocati,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ), εκπροσωπούμενο από την H. Ehlers, επικουρούμενη από την S. Ianc, τον B. Meyring, τον T. Klupsch και τον S. Schelo, Rechtsanwälte, καθώς και από την M. Caccialanza και τον A. Villani, avvocati,
καθού πρωτοδίκως,
η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και K.‑P. Wojcik, καθώς και από την A. Steiblytė,
παρεμβαίνουσες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. S. Rossi, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και N. Wahl (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona
γραμματέας: Α. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Credito Fondiario SpA ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Νοεμβρίου 2018, Credito Fondiario κατά ΕΣΕ (T‑661/16, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2018:806), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της εκτελεστικής συνόδου του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) της 15ης Απριλίου 2016, σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ) για το έτος 2016 (SRB/ES/SRF/2016/06) (στο εξής: πρώτη επίδικη απόφαση), και της αποφάσεως της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 20ής Μαΐου 2016, σχετικά με την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών προς το ΕΤΕ για το έτος 2016, η οποία συμπληρώνει την πρώτη επίδικη απόφαση (SRB/ES/SRF/2016/13) (στο εξής: δεύτερη επίδικη απόφαση και, από κοινού με την πρώτη επίδικη απόφαση, επίδικες αποφάσεις), κατά το μέρος που την αφορούν, και, αφετέρου, τη διαπίστωση της ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 11, σ. 44), καθώς και του παραρτήματός του I ή, εφόσον είναι αναγκαίο, του συνόλου του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. |
Το νομικό πλαίσιο
|
2 |
Το άρθρο 54, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1), προβλέπει τα εξής: «Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, στην εκτελεστική σύνοδό του:
|
|
3 |
Το άρθρο 70 του κανονισμού 806/2014, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εισφορές εκ των προτέρων», ορίζει στην παράγραφο 2 ότι: «Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υπολογίζει ετησίως, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΚΤ ή την εθνική αρμόδια αρχή και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές εξυγίανσης, τις επιμέρους εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι εισφορές που οφείλονται από το σύνολο των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών δεν υπερβαίνουν το 12,5 % του επιπέδου-στόχου. Κάθε έτος, ο υπολογισμός των εισφορών για τα επιμέρους ιδρύματα βασίζεται σε:
Η σχέση μεταξύ της κατ’ αποκοπή εισφοράς και των προσαρμοσμένων βάσει κινδύνου εισφορών λαμβάνει υπόψη την ισόρροπη κατανομή των εισφορών ανάμεσα σε διάφορους τύπους τραπεζών. Το συνολικό ποσό των επιμέρους εισφορών όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 12,5 % του επιπέδου-στόχου ετησίως.» |
|
4 |
Το άρθρο 5 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/81 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, περί ενιαίων όρων εφαρμογής του κανονισμού 806/2014 (ΕΕ 2015, L 15, σ. 1), ορίζει τα εξής: «1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης γνωστοποιεί στις οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης τις αποφάσεις του για τον υπολογισμό των ετήσιων εισφορών των ιδρυμάτων που έχουν άδεια λειτουργίας στο έδαφός τους. 2. Μετά τη λήψη της γνωστοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κάθε εθνική αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί σε κάθε ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας στο οικείο κράτος μέλος την απόφαση του Συμβουλίου Εξυγίανσης για τον υπολογισμό της ετήσιας εισφοράς που οφείλεται από το εν λόγω ίδρυμα.» |
|
5 |
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63: «Οι συνεισφορές που αναφέρονται στο άρθρο 103 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ υπολογίζονται αποκλείοντας τις ακόλουθες υποχρεώσεις: […]
|
Το ιστορικό της διαφοράς
|
6 |
Το ιστορικό της διαφοράς εκτέθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μπορεί να συνοψισθεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, ως ακολούθως. |
|
7 |
Με την πρώτη επίδικη απόφαση, το ΕΣΕ ενέκρινε, κατά την εκτελεστική σύνοδό του της 15ης Απριλίου 2016, τις εκ των προτέρων εισφορές στο ΕΤΕ για το έτος 2016. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στις εθνικές αρχές εξυγιάνσεως (στο εξής: ΕΑΕ) οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την είσπραξη των επιμέρους εισφορών από τις οικείες τράπεζες στις αντίστοιχες εθνικές επικράτειες. |
|
8 |
Στο πλαίσιο αυτό, η Banca d’Italia (Τράπεζα της Ιταλίας), ως ιταλική εθνική αρχή εξυγιάνσεως, ενημέρωσε την αναιρεσείουσα, με την υπ’ αριθ. 585762/16 ανακοίνωση της 3ης Μαΐου 2016, η οποία παρελήφθη αυθημερόν, ότι το ΕΣΕ είχε εκδώσει απόφαση για την εκ των προτέρων εισφορά της στο ΕΤΕ για το 2016 και της ανέφερε το ποσό. |
|
9 |
Με τη δεύτερη επίδικη απόφαση, το ΕΣΕ προέβη, κατά την εκτελεστική σύνοδό του της 20ής Μαΐου 2016, σε προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών προς το ΕΤΕ για το έτος 2016 και προσαύξησε την εισφορά της αναιρεσείουσας. |
|
10 |
Η δεύτερη αυτή απόφαση κοινοποιήθηκε επίσης στις ΕΑΕ και, με την υπ’ αριθ. 709489/16 ανακοίνωση της 27ης Μαΐου 2016, η οποία παρελήφθη στις 30 Μαΐου 2016, η Τράπεζα της Ιταλίας ενημέρωσε την αναιρεσείουσα για την ανάγκη καταβολής του ποσού της ως άνω αποφασισθείσας προσαυξήσεως. |
|
11 |
Η αναιρεσείουσα ζήτησε από την Τράπεζα της Ιταλίας διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού και τους λόγους του ύψους της εισφοράς της. |
|
12 |
Στις 15 Ιουνίου 2016, η αναιρεσείουσα ενημέρωσε την Τράπεζα της Ιταλίας και το ΕΣΕ ότι είχε ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Λατίου, Ιταλία) ζητώντας, αφού ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, να ακυρωθούν οι υπ’ αριθ. 585762/16 και 709489/16 ανακοινώσεις της Τράπεζας της Ιταλίας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Τράπεζα της Ιταλίας επισύναψε τις επίδικες αποφάσεις στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 8 Ιουλίου 2016. |
|
13 |
Με διάταξη της 14ης Ιουλίου 2016, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Λατίου) απέρριψε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της νυν αναιρεσείουσας. |
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
|
14 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε την προσφυγή για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 1 της παρούσας αποφάσεως. |
|
15 |
Προς στήριξη της προσφυγής της, η νυν αναιρεσείουσα προέβαλε επτά λόγους ακυρώσεως που αφορούσαν, ο πρώτος, μη κοινοποίηση των επίδικων αποφάσεων, ο δεύτερος, έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεων αυτών και παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ο τρίτος, εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, ο τέταρτος, παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, και του άρθρου 6 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, ο πέμπτος, παράβαση των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο έκτος, παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, και, ο έβδομος, παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. |
|
16 |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να αποφανθεί επί των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα, απέρριψε την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη και καταδίκασε την νυν αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. |
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
|
17 |
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
18 |
Το ΕΣΕ ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
19 |
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη. |
|
20 |
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
21 |
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση των επίδικων αποφάσεων και από εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την εκτίμηση του μη εύλογου χαρακτήρα του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου ενήργησε. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της πράξεως που πρέπει να προσβληθεί, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει να του γνωστοποιηθεί η πράξη. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του αιτήματος που στηρίζεται στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ. Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, αποσκοπεί, για την περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η νυν αναιρεσείουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα του ΕΣΕ. |
Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
22 |
Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν από κοινού, η αναιρεσείουσα, υποστηριζόμενη κατ’ ουσίαν από την Ιταλική Δημοκρατία, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της πράξεως που πρέπει να προσβληθεί, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει να του γνωστοποιηθεί η πράξη και έσφαλε δις ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών. |
|
23 |
Πρώτον, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, στηριζόμενο σε εσφαλμένα στοιχεία, προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέφερε για ποιους λόγους η «στενή συνεργασία» μεταξύ του ΕΣΕ και των ΕΑΕ δεν ασκούσε συναφώς επιρροή, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. |
|
24 |
Δεύτερον, η νομολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της πράξεως που πρέπει να προσβληθεί, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει να του γνωστοποιηθεί η πράξη δεν ασκεί επιρροή και το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν ενήργησε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για να ζητήσει τη γνωστοποίηση των επίδικων αποφάσεων. |
|
25 |
Το ΕΣΕ προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει τα ίδια επιχειρήματα προς στήριξη των λόγων αυτών και βάλλει κατά των πραγματικών διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων. |
|
26 |
Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η νυν αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων με τις υπ’ αριθ. 585762/16 και 709489/16 ανακοινώσεις της Τράπεζας της Ιταλίας, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη είναι, συναφώς, επαρκώς αιτιολογημένη, η δε αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι ζήτησε να της γνωστοποιηθούν οι αποφάσεις αυτές ή ότι προέβη σε ειδικά διαβήματα προς τούτο. |
|
27 |
Εξάλλου, το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε τη νομολογία σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει τη γνωστοποίηση της πράξεως που πρέπει να προσβληθεί, αλλά δεν την εφάρμοσε εν προκειμένω και, επομένως, δεν έσφαλε ως προς το ζήτημα αυτό. |
|
28 |
Η Επιτροπή συντάσσεται με το ΕΣΕ, αλλά, επί της ουσίας, επαφίεται στην εκτίμηση του Δικαστηρίου όσον αφορά τη δεύτερη επίδικη απόφαση. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
29 |
Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνεται, αφενός, ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει αυτοτελή επιχειρήματα προς στήριξη της προβαλλόμενης πλάνης περί το δίκαιο. Αφετέρου, δεν βάλλει κατά των πραγματικών διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με τις κρίσιμες ημερομηνίες, αλλά υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να θεωρήσει τις ημερομηνίες αυτές ως τις ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτή είχε λάβει γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων για τους σκοπούς του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε δις ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, ο οποίος αποτελεί νομικό ζήτημα δυνάμενο να προβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως και εμπίπτον στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψη 49, και της 23ης Νοεμβρίου 2017, Bionorica και Diapharm κατά Επιτροπής, C-596/15 P και C-597/15 P, EU:C:2017:886, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
30 |
Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτοί. |
|
31 |
Όσον αφορά την ουσία, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να διαπιστώσει το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις αυτές ούτε είχαν δημοσιευθεί ούτε είχαν κοινοποιηθεί στην νυν αναιρεσείουσα που δεν ήταν αποδέκτης τους, επισήμανε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, κατά τη νομολογία, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να τρέχει μόνον από το χρονικό σημείο που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της επίμαχης πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πλήρες κείμενό της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η νυν αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων στις 3 και 30 Μαΐου 2016 αντιστοίχως, με τις υπ’ αριθ. 585762/16 και 709489/16 ανακοινώσεις της Τράπεζας της Ιταλίας, και ότι δεν ζήτησε να της γνωστοποιηθούν οι αποφάσεις αυτές, πολλώ δε μάλλον εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Δεδομένου ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας που να επιτρέπει παρέκκλιση από την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, ήταν προδήλως εκπρόθεσμη και έπρεπε να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη. |
|
32 |
Κατά πρώτον, προκειμένου να κριθεί αν το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τις ημερομηνίες κατά τις οποίες η νυν αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, σε δύο στοιχεία. |
|
33 |
Συγκεκριμένα, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι τα έγγραφα και τα ερωτηματολόγια που είχε λάβει η νυν αναιρεσείουσα προκειμένου να παράσχει τα στοιχεία που καθιστούσαν δυνατό τον υπολογισμό της επιμέρους εισφοράς της στο ΕΤΕ μνημόνευαν τις εφαρμοστέες νομικές βάσεις και την ενημέρωναν ότι η εισφορά αυτή είχε υπολογιστεί από το ΕΣΕ. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στις υπ’ αριθ. 585762/16 και 709489/16 ανακοινώσεις της Τράπεζας της Ιταλίας, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση της αναιρεσείουσας στις 3 και 30 Μαΐου 2016 αντιστοίχως, στις οποίες αναφερόταν ότι η εισφορά της, την οποία είχε υπολογίσει το ΕΣΕ, προοριζόταν για το ΕΤΕ. |
|
34 |
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, να συναγάγει κατά νόμον από τις ανακοινώσεις αυτές, οι οποίες απεστάλησαν στην νυν αναιρεσείουσα όταν αυτή είχε ήδη λάβει και συμπληρώσει τα έγγραφα και τα ερωτηματολόγια που ήσαν αναγκαία για τον υπολογισμό της επιμέρους εισφοράς της από το ΕΣΕ, ότι η νυν αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων στις 3 και 30 Μαΐου 2016 αντιστοίχως. |
|
35 |
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας. |
|
36 |
Πρώτον, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έλαβε πλήρη γνώση της αιτιολογίας των επίδικων αποφάσεων το πρώτον στις 8 Ιουλίου 2016, ήτοι όταν η Τράπεζα της Ιταλίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Λατίου), κατέθεσε το υπόμνημά της αντικρούσεως στο οποίο είχαν επισυναφθεί οι αποφάσεις αυτές, ουδόλως σημαίνει ότι δεν είχε λάβει γνώση της υπάρξεως των αποφάσεων αυτών πριν από την εν λόγω ημερομηνία. |
|
37 |
Δεύτερον, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ιταλίας, στις υπ’ αριθ. 585762/16 και 709489/16 ανακοινώσεις της, δεν ανέφερε επακριβώς τις ημερομηνίες εκδόσεως των επίδικων αποφάσεων ούτε μνημόνευε την εφαρμοστέα νομοθεσία της Ένωσης και τις ορθές νομικές βάσεις. Πράγματι, όχι μόνον οι περιστάσεις αυτές δεν αφορούν την εκ μέρους της αναιρεσείουσας γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων, αλλά, προ πάντων, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να γνώριζε η αναιρεσείουσα την ύπαρξη των αποφάσεων αυτών βάσει των στοιχείων που μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. |
|
38 |
Τρίτον, δεδομένου ότι, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ΕΣΕ ήταν ο εκδότης των επίδικων αποφάσεων χωρίς να συναγάγει εξ αυτού κανένα συμπέρασμα ως προς την ημερομηνία κατά την οποία η νυν αναιρεσείουσα έλαβε γνώση των αποφάσεων αυτών, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα έλλειψη αιτιολογίας δεν ασκεί επιρροή ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών. |
|
39 |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς άντλησε τις συνέπειες των διαπιστώσεων στις οποίες το ίδιο προέβη ως προς τα πραγματικά περιστατικά και δεν έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας ότι η νυν αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση της υπάρξεως των επίδικων αποφάσεων στις 3 και 30 Μαΐου 2016. |
|
40 |
Κατά δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, αφενός, σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία σχετικά με το εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της πράξεως που πρέπει να προσβληθεί, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει να του γνωστοποιηθεί η πράξη και, αφετέρου, έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών κρίνοντας ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν ζήτησε τη γνωστοποίηση των επίδικων αποφάσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. |
|
41 |
Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν στήριξε το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως στην περίσταση ότι η νυν αναιρεσείουσα ζήτησε τη γνωστοποίηση των επίδικων αποφάσεων αφού είχε παρέλθει το εύλογο προς τούτο χρονικό διάστημα και, επομένως, δεν εφάρμοσε τη νομολογία αυτή. Πράγματι, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η νυν αναιρεσείουσα, αφού έλαβε γνώση της υπάρξεως των αποφάσεων αυτών, δεν ζήτησε να της γνωστοποιηθούν. |
|
42 |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να έσφαλε υπό το πρίσμα της εν λόγω νομολογίας. |
|
43 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. |
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
44 |
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της νυν αναιρεσείουσας, αυτή αμφισβητεί το προδήλως απαράδεκτο της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής της και προσθέτει ότι η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να λάβει θέση επί του απαραδέκτου, το οποίο, εξάλλου, δεν είχε προβληθεί από το ΕΣΕ. |
|
45 |
Το ΕΣΕ αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αυτού και εκτιμά ότι ο λόγος αυτός είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
46 |
Όσον αφορά το παραδεκτό του τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τεκμηριωμένα επιχειρήματα σχετικά με τον μη πρόδηλο χαρακτήρα του απαραδέκτου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής της και σχετικά με την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της, και, αφετέρου, ότι το ζήτημα κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 126 του Κανονισμού του Διαδικασίας συνιστά νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής, C-155/98 P, EU:C:1999:345, σκέψεις 9 έως 15· πρβλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2018, Apcoa Parking Holdings κατά EUIPO, C‑32/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:396, σκέψεις 21 έως 24). |
|
47 |
Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός. |
|
48 |
Επί της ουσίας, όσον αφορά, πρώτον, τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι, εφόσον κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη ερειδόμενη στη διάταξη αυτή (πρβλ. διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2004, Ripa di Meana κατά Κοινοβουλίου, C-360/02 P, EU:C:2004:690, σκέψη 35). |
|
49 |
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το προδήλως απαράδεκτο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να είναι προφανές όχι μόνον υπό την έννοια ότι εντοπίζεται σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας σε σχέση, ιδίως, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αλλά και υπό την έννοια ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου. |
|
50 |
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, προκειμένου να κρίνει την προσφυγή προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, στις σκέψεις 36 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, σε πάγια νομολογία. |
|
51 |
Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το απαράδεκτο της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν είχε πρόδηλο χαρακτήρα, καθόσον δεν οφειλόταν στη μη τήρηση της δίμηνης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, αλλά στην αξιολόγηση του εύλογου χαρακτήρα του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει τη γνωστοποίηση της προσβαλλομένης πράξεως. |
|
52 |
Πράγματι, από τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι, δεδομένου ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν ζήτησε να της γνωστοποιηθούν οι επίδικες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε τον εύλογο χαρακτήρα του ως άνω χρονικού διαστήματος εν προκειμένω. |
|
53 |
Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το γεγονός ότι η υπόθεση εξετάστηκε από το Γενικό Δικαστήριο, ότι αυτό δέχθηκε αιτήσεις παρεμβάσεως και ότι έλαβε μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγής αποδείξεων δεν το εμπόδιζε να εκδώσει διάταξη περί προδήλως απαραδέκτου βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού του Διαδικασίας. Ειδικότερα, η χρήση των μέτρων αυτών, τα οποία σκοπούν, μεταξύ άλλων, στην προετοιμασία των υποθέσεων και στην εξέλιξη των διαδικασιών, δεν δύναται καθεαυτή να αποτελέσει πρόσκομμα για την έκδοση διατάξεως επί της βάσεως αυτής (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, AIT κατά Επιτροπής, C-547/03 P, EU:C:2006:46, σκέψεις 28 έως 30). |
|
54 |
Τέλος, δεδομένου ότι το παραδεκτό της προσφυγής αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως που πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο, η έκδοση διατάξεως βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν εξαρτάται από την αμφισβήτηση, εκ μέρους του καθού, του παραδεκτού της προσφυγής. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, είναι αδιάφορο για την κρίση περί προδήλως απαραδέκτου το γεγονός ότι το ΕΣΕ, καθού στο πλαίσιο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν προέβαλε την ένσταση περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της προσφυγής (πρβλ. διάταξη της 17ης Ιουλίου 2014, Melkveebedrijf Overenk κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-643/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2118, σκέψη 38). |
|
55 |
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η προσφυγή ήταν προδήλως απαράδεκτη κατά την έννοια του άρθρου 126 του Κανονισμού του Διαδικασίας. |
|
56 |
Δεύτερον, όσον αφορά την προβληθείσα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της νυν αναιρεσείουσας, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δεν θίγει, αφεαυτής, την προσήκουσα και αποτελεσματική ένδικη διαδικασία, καθόσον η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή μόνο στις υποθέσεις στις οποίες η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι προδήλως απορριπτέα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2009, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου, C-308/07 P, EU:C:2009:103, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
57 |
Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 43 και 55 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι, αφενός, η έκδοση διατάξεως βάσει του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας και ότι, αφετέρου, το άρθρο 129 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου αποτελούσε καταλληλότερη νομική βάση εν προκειμένω, καθόσον διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας. |
|
58 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
59 |
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας απαράδεκτο το ερειδόμενο επί του άρθρου 277 ΣΛΕΕ αίτημα με το σκεπτικό ότι η προσφυγή του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ήταν προδήλως απαράδεκτη, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. |
|
60 |
Το ΕΣΕ, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αμφισβητεί το βάσιμο αυτού του λόγου αναιρέσεως. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
61 |
Το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι η δυνατότητα επικλήσεως του παράνομου χαρακτήρα πράξεως γενικής ισχύος κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν αποτελεί αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και δεν μπορεί να ασκείται ελλείψει δικαιώματος ασκήσεως κυρίας προσφυγής, έκρινε ότι το αίτημα της νυν αναιρεσείουσας περί διαπιστώσεως της ελλείψεως νομιμότητας, εν όλω ή εν μέρει, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 είναι προδήλως απαράδεκτο ελλείψει αυτοτελούς δικαιώματος ασκήσεως κύριας προσφυγής για την επίκληση του παράνομου χαρακτήρα πράξεως γενικής ισχύος. |
|
62 |
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, εφόσον ένα τέτοιο αίτημα αποσκοπούσε εμμέσως πλην κατ’ ανάγκη στη διαπίστωση της ελλείψεως νομιμότητας στο πλαίσιο αιτήματος περί ακυρώσεως των επίδικων αποφάσεων, το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως, καθόσον στρεφόταν κατά των αποφάσεων αυτών, συνεπαγόταν το απαράδεκτο της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας. |
|
63 |
Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει απλώς, παραπέμποντας στα επιχειρήματα που προέβαλε προς στήριξη των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε απαράδεκτο το αίτημα που στηριζόταν στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Εξ αυτού συνάγει ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε εσφαλμένη παραδοχή για να απορρίψει ως προδήλως απαράδεκτο το ερειδόμενο επί του άρθρου 277 ΣΛΕΕ αίτημα να διαπιστωθεί η έλλειψη νομιμότητας, εν όλω ή εν μέρει, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63. |
|
64 |
Εντούτοις, από την απόρριψη των τριών πρώτων λόγων αναιρέσεως προκύπτει ότι δεν ανετράπη το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ήταν προδήλως απαράδεκτη. Ως εκ τούτου, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ότι το απαράδεκτο της κύριας προσφυγής συνεπαγόταν το απαράδεκτο της στηριζόμενης στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας (βλ. διατάξεις της 28ης Ιουνίου 1993, Donatab κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-64/93, EU:C:1993:266, σκέψεις 19 και 20, και της 8ης Δεκεμβρίου 2006, Polyelectrolyte Producers Group κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, C-368/05 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2006:771, σκέψη 72). |
|
65 |
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
66 |
Επικουρικώς και για την περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα του ΕΣΕ. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του ΕΣΕ συνέβαλε στην παράταση της έρευνας της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στην αύξηση των δικαστικών εξόδων, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να κάνει χρήση των δυνατοτήτων που προβλέπει το άρθρο 135 του Κανονισμού του Διαδικασίας. |
|
67 |
Το ΕΣΕ και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Το ΕΣΕ προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
68 |
Κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση απορρίψεως όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, το αίτημα που αφορά την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα δικαστικά έξοδα πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το οποίο αναίρεση δεν χωρεί αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος της δικαστικής δαπάνης (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, České dráhy κατά Επιτροπής, C-538/18 P και C‑539/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:53, σκέψεις 85 και 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
69 |
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως σχετικά με την κατανομή των δικαστικών εξόδων πρέπει, κατά συνέπεια, να κριθεί απαράδεκτος. |
|
70 |
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
71 |
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
72 |
Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε το ΕΣΕ, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου. |
|
73 |
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, κατά το οποίο τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή φέρουν τα έξοδά τους. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.