ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 15ης Απριλίου 2021 ( 1 )
Υπόθεση C‑662/19 P
NRW. Bank
κατά
Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης
«Αίτηση αναιρέσεως – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Καθορισμός της εκ των προτέρων εισφοράς στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης όσον αφορά τη λογιστική χρήση 2016 – Πράξη δεκτική προσβολής – Εν μέρει επιβεβαιωτική πράξη – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Με την αίτηση αναιρέσεως η NRW. Bank ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Ιουνίου 2019, NRW. Bank κατά ΕΣΕ (T‑466/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:445, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της για την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) την οποία εξέδωσε κατά την εκτελεστική σύνοδό του της 15ης Απριλίου 2016 επί των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ) (SRB/ES/SRF/2016/06) (στο εξής: πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση) και, αφετέρου, της αποφάσεως του ΕΣΕ την οποία εξέδωσε κατά την εκτελεστική σύνοδό του της 20ής Μαΐου 2016 περί προσαρμογής των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο ΕΤΕ, που συμπληρώνει την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση (SRB/ES/SRF/2016/13) (στο εξής: δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση), κατά το μέρος που την αφορούν (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες αποφάσεις). |
|
2. |
Το νομικό ζήτημα στο επίκεντρο της υποθέσεως αυτής είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των προσβαλλόμενων αποφάσεων και η μεταξύ τους σχέση. Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είχε εν μέρει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν ασκούσε επιρροή στο ουσιαστικό ζήτημα που έθετε η αναιρεσείουσα με την προσφυγή που άσκησε ενώπιόν του, ήτοι στο ζήτημα αν οι υποχρεώσεις της που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της αναιρεσείουσας. |
|
3. |
Με την αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αντικατέστησε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και, επικουρικώς, ότι η τροποποίηση της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως, που επήλθε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, εκκινεί νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής όχι μόνον όσον αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και όσον αφορά το ουσιαστικό ζήτημα που τέθηκε με την προσφυγή. |
|
4. |
Πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η χρήση, στις προτάσεις μου, της ορολογίας που χρησιμοποιεί το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία δεν πρόκειται για δύο πράξεις που αποτελούν ένα σύνολο, όπως αυτό διαμορφώνεται με τη μεταγενέστερη πράξη, αλλά για δύο αποφάσεις, ουδόλως προδικάζει τη θέση μου ως προς το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας. Χρησιμοποιώ την ορολογία αυτή για να διευκολύνω την ανάγνωση των προτάσεων και για να μπορώ να αναφέρομαι στη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αυτή διατυπώθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Ο κανονισμός (ΕΕ) 806/2014
|
5. |
Το άρθρο 54, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 ( 2 ) προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Συμβούλιο Εξυγίανσης [ΕΣΕ], στην εκτελεστική σύνοδό του:
|
|
6. |
Το άρθρο 67, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα: «Τις εισφορές που αναφέρονται στα άρθρα 69, 70 και 71 τις συγκεντρώνουν οι εθνικές αρχές εξυγίανσης από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και τις μεταβιβάζουν στο [ΕΤΕ].» |
|
7. |
Το άρθρο 70 του κανονισμού 806/2014, με τίτλο «Εισφορές εκ των προτέρων», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής: «Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υπολογίζει ετησίως, κατόπιν διαβούλευσης με την [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)] ή την εθνική αρμόδια αρχή και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές εξυγίανσης, τις επιμέρους εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι εισφορές που οφείλονται από το σύνολο των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών δεν υπερβαίνουν το 12,5 % του επιπέδου-στόχου. Κάθε έτος, ο υπολογισμός των εισφορών για τα επιμέρους ιδρύματα βασίζεται σε:
Η σχέση μεταξύ της κατ’ αποκοπή εισφοράς και των προσαρμοσμένων βάσει κινδύνου εισφορών λαμβάνει υπόψη την ισόρροπη κατανομή των εισφορών ανάμεσα σε διάφορους τύπους τραπεζών. Το συνολικό ποσό των επιμέρους εισφορών όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 12,5 % του επιπέδου-στόχου ετησίως.» |
Β. Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/81
|
8. |
Το άρθρο 4 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/81 ( 4 ) ορίζει τα εξής: «Για κάθε περίοδο εισφοράς, το Συμβούλιο Εξυγίανσης υπολογίζει την ετήσια εισφορά που οφείλεται από κάθε ίδρυμα με βάση το ετήσιο επίπεδο-στόχο του Ταμείου [ΕΤΕ], κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΚΤ ή τις αρμόδιες εθνικές αρχές και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές εξυγίανσης. Το ετήσιο επίπεδο-στόχος καθορίζεται σε συνάρτηση με το επίπεδο-στόχο του [ΕΤΕ] που αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 και στο άρθρο 70 του κανονισμού [806/2014] και με τη μεθοδολογία που ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/63 [ ( 5 )].» |
|
9. |
Το άρθρο 5 του εν λόγω εκτελεστικού κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα: «1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης γνωστοποιεί στις οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης τις αποφάσεις του για τον υπολογισμό των ετήσιων εισφορών των ιδρυμάτων που έχουν άδεια λειτουργίας στο έδαφός τους. 2. Μετά τη λήψη της γνωστοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κάθε εθνική αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί σε κάθε ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας στο οικείο κράτος μέλος την απόφαση του Συμβουλίου Εξυγίανσης για τον υπολογισμό της ετήσιας εισφοράς που οφείλεται από το εν λόγω ίδρυμα.» |
Γ. Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2015/63
|
10. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 προβλέπει τα ακόλουθα: «Οι συνεισφορές που αναφέρονται στο άρθρο 103 παράγραφος 2 της οδηγίας [2014/59] υπολογίζονται αποκλείοντας τις ακόλουθες υποχρεώσεις: […]
[…]». |
III. Το ιστορικό της διαφοράς
|
11. |
Η NRW. Bank είναι η αναπτυξιακή τράπεζα του Land Nordrhein-Westfalen (ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Γερμανία). |
|
12. |
Η αναιρεσείουσα ασκεί ουσιαστικά τρεις τύπους δραστηριοτήτων, ήτοι αναπτυξιακές δραστηριότητες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα του ενεργητικού της, παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο του ενεργητικού της, και άλλες δραστηριότητες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο του ενεργητικού της. |
|
13. |
Το 2015, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 806/2014 και δυνάμει της οδηγίας 2014/59, όπως τέθηκε σε εφαρμογή με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/63, η γερμανική ρυθμιστική αρχή, η Bundesanstalt für Finanzmarktstabilisierung (ομοσπονδιακή αρχή για τη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, Γερμανία, στο εξής: FMSA), καθόρισε την εκ των προτέρων εισφορά της αναιρεσείουσας για το έτος 2015, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη ότι έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς αυτής τόσο οι αναπτυξιακές της δραστηριότητες όσο και οι παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες. |
|
14. |
Το 2016, στο έντυπο με τίτλο «Εκ των προτέρων εισφορές στο [ΕΤΕ] – Έντυπο δηλώσεως για την περίοδο εισφορών 2016», που καταρτίστηκε από το ΕΣΕ και διαβιβάστηκε από την FMSA στην αναιρεσείουσα, η τελευταία δήλωσε ότι έπρεπε να εξαιρεθεί από τον υπολογισμό της εκ των προτέρων εισφοράς της για το έτος 2016, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, το άθροισμα όλων των υποχρεώσεών της που συνδέονται με τις αναπτυξιακές δραστηριότητες καθώς και τις παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητές της. |
|
15. |
Ωστόσο, μετά την κατάθεση του εντύπου αυτού συμπληρωμένου, η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε ότι, κατά το ΕΣΕ, οι παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες δεν έπρεπε να εξαιρούνται από τον σχετικό υπολογισμό. Ως εκ τούτου, υπέβαλε διορθωμένο έντυπο δηλώσεως, δηλώνοντας ότι εξαιρείται μόνο η συνολική αξία των δεσμεύσεων που συνδέονται με τις αναπτυξιακές της δραστηριότητες. |
|
16. |
Με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, το ΕΣΕ, κατά την εκτελεστική του σύνοδο, καθόρισε, δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, το ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς καθεμιάς από τις οντότητες που παρατίθενται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα, για το έτος 2016. |
|
17. |
Με ατομική πράξη επιβολής εισφοράς της 22ας Απριλίου 2016, την οποία παρέλαβε η αναιρεσείουσα στις 25 Απριλίου 2016, η FMSA την ενημέρωσε ότι το ΕΣΕ είχε καθορίσει την εκ των προτέρων εισφορά της στην ΕΤΕ για το έτος 2016, επισημαίνοντάς της το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί (στο εξής: πρώτη ατομική ειδοποίηση). |
|
18. |
Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, το ΕΣΕ αύξησε την εισφορά της αναιρεσείουσας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τον λόγο της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής και της αυξήσεως της εισφοράς. Ωστόσο, από τις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, για το Γενικό Δικαστήριο, ο λόγος αυτός δεν είχε σχέση με το ουσιαστικό ζήτημα το οποίο αφορούσε η προσφυγή, ήτοι το ζήτημα αν οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, το ΕΣΕ ανέφερε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση διόρθωσε μόνο ένα τυχαίο τυπογραφικό σφάλμα στον μαθηματικό υπολογισμό, που αφορούσε έναν εσφαλμένο δείκτη σχετικά με την ένταξη σε θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ): αντί για το σύμβολο «‐» που προβλέπεται στο βήμα 4 του παραρτήματος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 για την ένδειξη του κινδύνου «Συμμετοχή σε ΘΣΠ» (στο εξής: δείκτης ΘΣΠ), τέθηκε το σύμβολο «+», χωρίς να λάβει χώρα εκτίμηση νέων πραγματικών περιστατικών ούτε νέα νομική αξιολόγηση. |
|
19. |
Με ατομική ειδοποίηση περί πράξεως επιβολής εισφοράς της 10ης Ιουνίου 2016, την οποία έλαβε η αναιρεσείουσα στις 13 Ιουνίου 2016, η FMSA ζήτησε από αυτήν να καταβάλει το ποσό της προσαύξησης που προέκυψε από τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση (στο εξής: δεύτερη ατομική ειδοποίηση). |
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
20. |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 2016, η αναιρεσείουσα άσκησε την προσφυγή της. Το ΕΣΕ κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 2 Νοεμβρίου 2016. |
|
21. |
Με αποφάσεις της 10ης και 11ης Ιανουαρίου 2017 του προέδρου του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έγιναν δεκτές οι αιτήσεις παρεμβάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
22. |
Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας ελήφθησαν διάφορα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, προκειμένου το ΕΣΕ να διαβιβάσει το πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου των προσβαλλόμενων αποφάσεων. |
|
23. |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 26ης Ιουνίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη χωρίς να αποφανθεί επί των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα. |
|
24. |
Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, προκαταρκτικά, ότι το αίτημα της αναιρεσείουσας με το οποίο ζητούσε την ακύρωση της «αποφάσεως του [ΕΣΕ] περί καθορισμού της ετήσιας εισφοράς της στην [ΕΤΕ] για το οικονομικό έτος από 1ης Ιανουαρίου 2016 έως 31 Δεκεμβρίου 2016» σήμαινε ότι η προσφυγή αφορούσε τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, επισήμανε ότι η αναιρεσείουσα είχε διευκρινίσει ότι, κατά την άποψή της, επρόκειτο για «ενιαία απόφαση του ΕΣΕ» και ότι, στον βαθμό αυτό, αμφισβητούσε την «απόφαση του ΕΣΕ με τη μορφή που της προσέδωσε η δεύτερη απόφασή της», δηλαδή την «οριστική απόφαση του ΕΣΕ, στην τελική της εκδοχή». |
|
25. |
Όσον αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι οι εθνικές αρχές εξυγιάνσεως ήταν αποδέκτες των αποφάσεων του ΕΣΕ κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν είχαν ούτε δημοσιευθεί ούτε κοινοποιηθεί στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν ήταν αποδέκτης τους. |
|
26. |
Το Γενικό Δικαστήριο στη συνέχεια υπενθύμισε ότι, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να τρέχει μόνον από το χρονικό σημείο που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της οικείας πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πλήρες κείμενο της πράξεως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και ότι, με την επιφύλαξη αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να τρέχει μόνον από το χρονικό σημείο που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της οικείας πράξεως, ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του προς άσκηση προσφυγής. |
|
27. |
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως με την παραλαβή της πρώτης ατομικής ειδοποιήσεως, στις 25 Απριλίου 2016, την οποία είχε αναφέρει στην αίτηση για μελέτη του φακέλου στην FMSA στις 22 Αυγούστου 2016, δηλαδή σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την ημέρα κατά την οποία έλαβε την πρώτη ατομική ειδοποίηση. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο η FMSA είχε εφαρμόσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είχε αντικαταστήσει την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, έκρινε ότι, αν υποτεθεί, αφενός, ότι, μετά την παραλαβή του εγγράφου της 23ης Μαΐου 2016, με το οποίο η FMSA είχε αναγγείλει στην Bundesverband Öffentlicher Banken Deutschlands e.V. (ομοσπονδιακή ένωση δημόσιων γερμανικών τραπεζών, Γερμανία) την έκδοση νέας ατομικής ειδοποιήσεως, η αναιρεσείουσα μπορούσε να πιθανολογήσει ότι σκοπός του εγγράφου αυτού ήταν η κατάργηση της πρώτης ατομικής ειδοποιήσεως και η αντικατάστασή της με νέα ατομική ειδοποίηση και, αφετέρου, ότι ήταν, επομένως, αναγκαίο να περιμένει την έκδοση της τελευταίας, η αναιρεσείουσα όφειλε να καταλάβει ότι η πιθανολόγηση αυτή ήταν εσφαλμένη το αργότερο στις 13 Ιουνίου 2016, ημερομηνία παραλαβής της δεύτερης ατομικής ειδοποιήσεως. Όμως, η αναιρεσείουσα άφησε να παρέλθουν δύο επιπλέον μήνες ακόμη προτού ζητήσει να της κοινοποιηθεί η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταργήσει την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απλώς αναπροσάρμοσε τα ποσά της εισφοράς που είχε καθορίσει η πρώτη απόφαση. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε να της κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση και δεν είχε επικαλεστεί ούτε αποδείξει την ύπαρξη τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί παρέκκλιση από την προθεσμία προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή, η οποία κατατέθηκε στις 23 Αυγούστου 2016, ήταν εκπρόθεσμη όσον αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
28. |
Όσον αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, καταρχάς, επισήμανε ότι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η προσφυγή ασκήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει, κατ’ ουσίαν, ότι το ΕΣΕ είχε παραβεί ορισμένες διατάξεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας, καθόσον δεν είχε εξαιρέσει από τον υπολογισμό τής εκ των προτέρων εισφοράς της στο ΕΤΕ για το 2016 τις υποχρεώσεις της που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλάμβανε νέα στοιχεία σχετικά με το σημείο αυτό, ότι το ΕΣΕ ουδόλως είχε επανεξετάσει την εκτίμηση, που είχε ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της εκδόσεως της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως, του ζητήματος αν έπρεπε ή όχι να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της αναιρεσείουσας οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλει, προς το ΕΣΕ ή την FMSA, αίτηση επανεξετάσεως του εν λόγω ζητήματος βασιζόμενη σε νέα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία πληροφορήθηκε με τη δεύτερη ατομική ειδοποίηση την αιτιολογία της προσαρμογής που επήλθε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προέβαλε κανένα λόγο ή επιχείρημα κατά της αποφάσεως αυτής. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή κατά της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν απαράδεκτη, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή ήταν, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, αμιγώς επιβεβαιωτική της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει κανέναν λόγο ή επιχείρημα κατά της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως. |
V. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
|
29. |
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την απόφαση του ΕΣΕ σχετικά με την ετήσια εισφορά της αναιρεσείουσας στο ταμείο αναδιαρθρώσεως για το έτος εισφοράς 2016 και να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα. Επικουρικώς, όσον αφορά το αναιρετικό αίτημά της, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο. |
|
30. |
Το ΕΣΕ ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το ΕΣΕ ζητεί από το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για τελική απόφαση και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της αιτήσεως αναιρέσεως. |
|
31. |
Το Συμβούλιο, παρεμβαίνον υπέρ του ΕΣΕ, ζητεί από το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα ή την ισχύ του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81. |
|
32. |
Η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα υπέρ του ΕΣΕ, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. |
|
33. |
Βάσει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφάσισε να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση. |
VI. Ανάλυση
|
34. |
Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη χωρίς να αποφανθεί επί της ουσίας. Ως εκ τούτου, οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως δεν θίγουν το ουσιαστικό ζήτημα που έθεσε η αναιρεσείουσα με τους λόγους της προσφυγής της, ήτοι αν, κατά την έκδοση των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων, έπρεπε ή όχι να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της αναιρεσείουσας οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες. |
|
35. |
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν προβάλλουν παρατηρήσεις επί των δύο λόγων που προβάλλει η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναιρέσεώς της και περιορίζονται στην υποβολή παρατηρήσεων όσον αφορά τα επιχειρήματά της σχετικά με τον μη σύννομο χαρακτήρα, την ερμηνεία και την εφαρμογή της σχετικής εν προκειμένω νομοθεσίας. |
|
36. |
Πράγματι, στην προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι διαπράχθηκε παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, καθόσον οι παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες δεν έτυχαν προνομιακής μεταχειρίσεως και, κατά συνέπεια, η εκ των προτέρων εισφορά της είχε καθοριστεί σε υπερβολικό ύψος. Η υπέρβαση αυτή προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της, από εσφαλμένη ερμηνεία του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 ή –ζήτημα στο οποίο εστιάζουν οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής– από το γεγονός ότι ο ίδιος ο κανονισμός είχε εκδοθεί παρανόμως, σε αντίθεση προς πράξεις ανώτερης τυπικής ισχύος. |
|
37. |
Κατά το στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, μετά τη συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων, η αναιρεσείουσα επισημαίνει, στο σημείο 101 της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι παραπέμπει πλήρως στις παρατηρήσεις της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και ιδίως σε αυτές με τις οποίες είχε προβάλει ότι οι παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες έπρεπε να τύχουν προνομιακής μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό της εισφοράς. |
|
38. |
Αν η αναιρεσείουσα επιθυμούσε να προβάλει άλλους λόγους κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν θα μπορούσε να το πράξει με απλή παραπομπή στην προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, τέτοιοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως μη επαρκώς εμπεριστατωμένοι και, ως εκ τούτου, ως προδήλως απαράδεκτοι ( 7 ). |
|
39. |
Κατά συνέπεια, κατά την άποψή μου, η παραπομπή που διατυπώνεται στο σημείο 101 της αιτήσεως αναιρέσεως έχει την έννοια ότι η αναιρεσείουσα παραπέμπει στις παρατηρήσεις της σε περίπτωση που το Δικαστήριο αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κρίνει οριστικά επί της διαφοράς. |
|
40. |
Κατά συνέπεια, πρέπει κατά την άποψή μου να εξεταστούν οι λόγοι που ρητώς προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς να εξεταστούν οι παρατηρήσεις επί της ουσίας, στις οποίες παραπέμπει το σημείο 101 της αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε όχι επί της ουσίας των λόγων που προέβαλε η αναιρεσείουσα, αλλά μόνον επί του παραδεκτού της προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να θεωρηθεί ότι, μετά από ενδεχόμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί οριστικά επί της ουσίας της υποθέσεως, θα οδηγούσε στο να υπάρξει δικαστική κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως μόνο στο πλαίσιο ενός βαθμού δικαιοδοσίας στη δικαιοσύνη της Ένωσης. |
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
|
41. |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση των άρθρων 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα κατά της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο λόγος αυτός αποτελείται από τέσσερα σκέλη. |
1. Επί του πρώτου σκέλους
|
42. |
Με το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αντικατέστησε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και ότι, κατά συνέπεια, τηρήθηκε η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. Συναφώς, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τη σχέση μεταξύ των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων είναι ασυνεπής και αντιφατική και, δεύτερον, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά νέα απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν έχει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. |
α) Σχετικά με την προβαλλόμενη ασυνεπή και αντιφατική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
|
43. |
Κατά την αναιρεσείουσα, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων είναι ασυνεπής και αντιφατική. Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, έκρινε, με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είχε απλώς «αναπροσαρμόσει» τα ποσά της εισφοράς που είχε καθορίσει η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 75 της αποφάσεως αυτής, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση ήταν, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, απλώς «επιβεβαιωτική» της προηγούμενης αποφάσεως. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τις δύο ατομικές ειδοποιήσεις, το περιεχόμενο των οποίων αντιστοιχούσε στο περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ότι η δεύτερη ατομική ειδοποίηση συνιστούσε «τροποποίηση» της πρώτης ατομικής ειδοποιήσεως. |
|
44. |
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, που εκτίθεται στις σκέψεις 65 και 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αφορά τη σχέση μεταξύ των προσβαλλόμενων αποφάσεων, δεν είναι, αυτή καθαυτήν, ούτε ασυνεπής ούτε αντιφατική. |
|
45. |
Ειδικότερα, αφενός, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να αρνηθεί το γεγονός ότι ο καθορισμός της προσαρμογής της εισφοράς της αναιρεσείουσας, όπως εγκρίθηκε από τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, απαιτούσε νέο υπολογισμό της εισφοράς, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τη νομολογία περί των επιβεβαιωτικών πράξεων ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής όσον αφορά την εκτίμηση, «στην οποία ήδη προέβη το ΕΣΕ στο πλαίσιο της εκδόσεως της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά το ζήτημα, το οποίο είναι αποκλειστικώς επίδικο στην παρούσα προσφυγή, αν έπρεπε ή όχι να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της προσφεύγουσας οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητές της», δεδομένου ότι η εκτίμηση αυτή συνιστά, κατά τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «το αντικείμενο της διαφοράς». |
|
46. |
Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται ότι έκρινε, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής όσον αφορά την προσαρμογή που επέφερε η απόφαση αυτή. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε λόγο σχετικά με την προσαρμογή αυτή, η οποία, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της διαφοράς. |
|
47. |
Από τα προαναφερθέντα χωρία προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είναι εν μέρει επιβεβαιωτική όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο αφορά το ζήτημα αν έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της αναιρεσείουσας οι υποχρεώσεις της που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες. Επομένως, το παραδεκτό της προσφυγής που άσκησε η αναιρεσείουσα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του αντικειμένου της διαφοράς. |
|
48. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, με την επιφύλαξη του βασίμου της συλλογιστικής στην οποία στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί και να εξεταστούν τα λοιπά επιχειρήματα του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως. |
β) Επί του βασίμου του επιχειρήματος ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αντικατέστησε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση
|
49. |
Αναφερόμενη στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία παρατίθεται επίσης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι «μια απόφαση είναι αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως αν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη πράξη και δεν έχει προηγηθεί επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη». Υπό το πρίσμα των δύο κριτηρίων που πρέπει να πληροί μία πράξη προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική», η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι, επομένως, όπως υποστηρίζει, επιβεβαιωτική της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
50. |
Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι ετήσιες εισφορές που καθορίσθηκαν σε βάρος της διαφέρουν στις προσβαλλόμενες αποφάσεις και ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως αμιγώς επιβεβαιωτική. Κατά τους ισχυρισμούς της, η νομική της κατάσταση μεταβλήθηκε και, ακριβέστερα, επιδεινώθηκε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η απόφαση αυτή βασιζόταν σε νέα στοιχεία, δηλαδή στην τροποποιηθείσα εκτίμηση ενός δείκτη ΘΣΠ και, συνεπώς, δεν συνιστούσε διόρθωση απλού σφάλματος υπολογισμού. |
|
51. |
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η νομολογία την οποία παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο, η οποία αφορά αμιγώς επιβεβαιωτικές πράξεις, δεν στηρίζει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε, κατά τους ισχυρισμούς της, με εσφαλμένο τρόπο τα κριτήρια που πρέπει να πληροί μια πράξη για να χαρακτηριστεί «επιβεβαιωτική». Πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό συνιστά κατ’ ουσίαν επανάληψη των παρατηρήσεων της αναιρεσείουσας που εκτίθενται στο σημείο 50 των παρουσών προτάσεων. |
|
52. |
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα διευκρινίζει ότι η νομολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο αφορά καταστάσεις στις οποίες η προσφυγή αφορούσε επιβεβαιωτικό έγγραφο της διοικητικής αρχής, που κοινοποιήθηκε ως απάντηση επί ατομικής αιτήσεως, σχετικά με τους λόγους εκδόσεως μιας αποφάσεως. Ωστόσο, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί «επιβεβαιωτικό έγγραφο» του ΕΣΕ, αλλά περιλαμβάνει τον τελικό υπολογισμό του ΕΣΕ, ο οποίος εμφανίζεται μόνο στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, με δική του πρωτοβουλία το ΕΣΕ προέβη σε νέο υπολογισμό της εισφοράς, βάσει μεταβληθείσας αναλύσεως τουλάχιστον ενός επιμέρους δείκτη της διαδικασίας υπολογισμού. |
|
53. |
Δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί το επιχείρημα το οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της για τη νομολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο. Πράγματι, η αναιρεσείουσα φαίνεται να θεωρεί, αφενός, ότι η νομολογία αυτή δεν είναι συναφής με την υπό κρίση υπόθεση και, αφετέρου, ότι η εις βάθος εξέταση της νομολογίας επιβεβαιώνει τη θέση της ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως. Υποθέτω ότι οι συμπληρωματικές αυτές παρατηρήσεις έχουν την έννοια ότι, κατά την αναιρεσείουσα, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαιωτική πράξη, δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε ως απάντηση επί αιτήσεως επανεξετάσεως. |
|
54. |
Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν θα ήταν αναγκαίο να αναφερθούν, στη δεύτερη ατομική ειδοποίηση, τα ένδικα βοηθήματα εάν η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αμιγώς επιβεβαιωτική και ότι, επομένως, το γεγονός ότι η FMSA είχε μνημονεύσει τα μέσα αυτά επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για νέα απόφαση. |
|
55. |
Τέταρτον, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι η μνεία, στους τίτλους της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και της δεύτερης ατομικής ειδοποιήσεως, του τροποποιητικού χαρακτήρα τους («supplementing») είναι άνευ αντικειμένου και ότι μόνον το ουσιαστικό περιεχόμενο των πράξεων αυτών έχει σημασία. |
|
56. |
Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί επιβεβαιωτική πράξη προβάλλεται απαραδέκτως, δεδομένου ότι αμφισβητεί κατ’ ουσίαν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο. |
|
57. |
Ωστόσο, το ζήτημα αν μια προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως μπορεί να αποτελέσει, ως νομικό ζήτημα, αντικείμενο εξετάσεως από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως ( 8 ). Κατά μείζονα λόγο, το ίδιο ισχύει κατ’ ανάγκην όσον αφορά το αν, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναιρέσεως, μια απόφαση αντικατέστησε προηγούμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως. |
1) Σχετικά με τη σημασία του τίτλου μιας μεταγενέστερης πράξεως
|
58. |
Καταρχάς, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μιας «επιβεβαιωτικής» πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τίτλο της, αλλά πρέπει να βασίζεται στο ουσιαστικό περιεχόμενό της. Επομένως, η αναιρεσείουσα φαίνεται να προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι στηρίχθηκε εσφαλμένα στον τίτλο της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και της δεύτερης ατομικής ειδοποιήσεως («supplementing»), αντί για το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, κατά τον χαρακτηρισμό της αποφάσεως αυτής. |
|
59. |
Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε επιλεκτική και, κατά συνέπεια, εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
|
60. |
Πράγματι, από πάγια νομολογία σχετική με το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως προκύπτει ότι για τον χαρακτηρισμό των προσβαλλόμενων πράξεων σημασία έχει η ουσία των πράξεων και η βούληση των συντακτών τους ( 9 ). |
|
61. |
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι από τη διατύπωση της σκέψεως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορεί ενδεχομένως να συναχθεί ότι, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είχε απλώς προβεί σε προσαρμογή των ποσών της εισφοράς που είχαν καθοριστεί με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, ιδίως, στον τίτλο της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
62. |
Ωστόσο, από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως της σκέψεως 71, προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε επίσης το ουσιαστικό περιεχόμενο της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή δεν περιείχε νέα στοιχεία ως προς το ζήτημα αν οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες πρέπει να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της. Εξ αυτού συμπεραίνω ότι και με βάση το συμπέρασμα αυτό το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε αντικαταστήσει την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά την τροποποίησε όσον αφορά τον δείκτη ΘΣΠ. |
|
63. |
Επομένως, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στον τίτλο της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως για να αποφανθεί επί του νομικού χαρακτηρισμού της πρέπει να απορριφθεί. |
2) Σχετικά με τη σημασία της μνείας των ενδίκων βοηθημάτων
|
64. |
Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας που βασίζεται στη μνεία των ενδίκων βοηθημάτων στη δεύτερη ατομική ειδοποίηση της FMSA πρέπει επίσης να απορριφθεί. |
|
65. |
Χωρίς να θέλω να αποφανθώ στο στάδιο αυτό σχετικά με το ενδεχόμενο συγγνωστό σφάλμα της αναιρεσείουσας όσον αφορά τη μνεία αυτή ( 10 ), πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι μια τέτοια μνεία περιεχόμενη σε έγγραφο εκδοθέν από κάποιον φορέα δεν είναι δυνατό να επηρεάσει τον χαρακτηρισμό προγενέστερης πράξεως εκδοθείσας από άλλο φορέα ( 11 ). |
|
66. |
Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν επιβεβαιωτική όσον αφορά το σύνολο της αποφάσεως αυτής, αλλά μόνον όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς. Από την άποψη αυτή, η μνεία των ενδίκων βοηθημάτων στη δεύτερη ατομική ειδοποίηση της FMSA είχε, επομένως, κάποια σημασία. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, ακόμη και πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική υπόκειται σε προσφυγή όταν η επιβεβαιωθείσα πράξη δεν έχει καταστεί απρόσβλητη ως προς τον προσφεύγοντα ( 12 ). Η δεύτερη ατομική ειδοποίηση κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13 Ιουνίου 2016, λιγότερο από δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της πρώτης ατομικής ειδοποιήσεως, στις 25 Απριλίου 2016. Επομένως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, και όσον αφορά τα καθ’ υπόθεση επιβεβαιωτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα είχε συμφέρον να ενημερωθεί σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα με τη δεύτερη ατομική ειδοποίηση. |
|
67. |
Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστούν, πρώτον, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τη συναφή νομολογία περί επιβεβαιωτικών πράξεων και, δεύτερον, η εφαρμογή της νομολογίας αυτής προκειμένου να εκτιμηθεί ο νομικός χαρακτηρισμός της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως ως «εν μέρει επιβεβαιωτικής» υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας. |
3) Πράξεις που εκδίδονται με πρωτοβουλία των εκδοτών τους ως επιβεβαιωτικές πράξεις
|
68. |
Πρέπει να επισημανθεί ότι η σχετική νομολογία στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή η νομολογία για τις επιβεβαιωτικές πράξεις, προέκυψε από αποφάσεις σε υποθέσεις που αφορούν το παραδεκτό προσφυγών κατά επιβεβαιωτικών πράξεων οι οποίες είχαν εκδοθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, μετά από αίτηση επανεξετάσεως προγενέστερης πράξεως ( 13 ). |
|
69. |
Επομένως, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η απόφαση CMB και Christof κατά Επιτροπής ( 14 ), την οποία παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 67 έως 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορά μια τέτοια υπόθεση. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο η νομολογία αυτή συχνά θεωρεί ( 15 ) ότι «ο ενδεχόμενος επιβεβαιωτικός χαρακτήρας μιας πράξης δεν μπορεί να εκτιμάται αποκλειστικά βάσει του περιεχομένου της σε σχέση με το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης την οποία επιβεβαιώνει, αλλά πρέπει επίσης να εκτιμάται σε σχέση με τη φύση του αιτήματος στο οποίο η πράξη αυτή απαντά» ( 16 ). |
|
70. |
Εκτός από την απαρίθμηση των κριτηρίων που πρέπει να πληροί μια πράξη προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική» ( 17 ), η εν λόγω νομολογία περιέχει επίσης κρίσεις ( 18 ) ότι, αφενός, μόνον η ύπαρξη ουσιωδών νέων πραγματικών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως προγενέστερης αποφάσεως η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη και, αφετέρου, ότι δεν συνιστά ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό ένα γεγονός που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την κατάσταση του προσφεύγοντος, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά την έκδοση της προγενέστερης αποφάσεως που είχε καταστεί απρόσβλητη. |
|
71. |
Με βάση τα παρατιθέμενα τα χωρία της νομολογίας αυτής, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η νομολογία περί επιβεβαιωτικών πράξεων έχει ως σκοπό να εμποδίσει την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, στην πράξη, να εκκινήσει νέα προθεσμία προσφυγής όσον αφορά την επιβεβαιωνόμενη απόφαση, η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη. Επομένως, η νομολογία αυτή θα εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η έκδοση της μεταγενέστερης πράξεως ερείδεται σε πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου, έτσι ώστε κάθε μεταγενέστερη πράξη που λαμβάνεται με πρωτοβουλία του εκδότη της να αποτελεί νέα πράξη που αντικαθιστά την προηγούμενη πράξη. Όσον αφορά μια τέτοια νέα πράξη, ο κίνδυνος εκκινήσεως νέας προθεσμίας προσφυγής θα έπρεπε να βαρύνει τον εκδότη της. Αν η συλλογιστική αυτή ήταν ορθή, θα έπρεπε, επομένως, να θεωρηθεί ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αντικατέστησε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
72. |
Ωστόσο, καταρχάς, η νομολογία περί αμιγώς επιβεβαιωτικών πράξεων βασίζεται, αφενός, στην εκτίμηση ότι οι προθεσμίες προσφυγής, καθώς και το δεδικασμένο ( 19 ), αποσκοπούν στην κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου, αποτρέποντας την επ’ αόριστον αμφισβήτηση των πράξεων της Ένωσης που παράγουν έννομα αποτελέσματα (ιδίως των πράξεων οριστικού χαρακτήρα), καθώς και, αφετέρου, στις απαιτήσεις της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας της διαδικασίας ( 20 ). Πράξη η οποία απλώς επιβεβαιώνει προγενέστερη πράξη δεν παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν εκ νέου τη νομιμότητα της επιβεβαιωθείσας πράξεως. Ως εκ τούτου, το απρόσβλητο δεν αφορά μόνο την ίδια την πράξη, αλλά και κάθε μεταγενέστερη πράξη που θα είχε αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα ( 21 ). |
|
73. |
Το συμφέρον για τη διασφάλιση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας της διαδικασίας, στην οποία βασίζεται η νομολογία αυτή, δεν εξαρτάται καταρχήν από το αν η έκδοση της επιβεβαιωτικής πράξεως έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου. Πράγματι, οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγών είναι δημοσίας τάξεως. Θεσπίστηκαν όχι προς όφελος (ή με αποτέλεσμα τον κίνδυνο) του εκδότη των πράξεων που υπόκεινται σε προσφυγή, αλλά για να διασφαλιστεί η σαφήνεια και η ασφάλεια των νομικών καταστάσεων. |
|
74. |
Δεύτερον, η εφαρμογή της νομολογίας περί απαραδέκτου των προσφυγών που ασκούνται κατά επιβεβαιωτικών πράξεων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκδοση της μεταγενέστερης πράξεως έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου επιβεβαιώνεται με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
75. |
Το Δικαστήριο εφάρμοσε τη νομολογία αυτή, στην απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής ( 22 ), σε περίπτωση κατά την οποία πράξη μεταγενέστερη αρχικής πράξεως ατομικού χαρακτήρα είχε εκδοθεί κατόπιν πρωτοβουλίας του εκδότη αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη μεταγενέστερη πράξη δεν είχε επέλθει καμία τροποποίηση, ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς την εξωτερική μορφή, σε σύγκριση με την προηγούμενη πράξη που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ήταν επομένως πρόδηλο ότι η μεταγενέστερη πράξη είχε αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. |
|
76. |
Το δε Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με διάφορες αποφάσεις, ότι μια πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεως, με αποτέλεσμα να αποκλείεται ο επιβεβαιωτικός της χαρακτήρας, όταν η εν λόγω πράξη εκδόθηκε είτε κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου είτε αυτεπαγγέλτως από τον εκδότη της, βάσει ουσιωδών στοιχείων που δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προγενέστερης πράξεως ( 23 ). |
|
77. |
Η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου φαίνεται να είναι σύμφωνη με εκείνη που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi στις προτάσεις του στην υπόθεση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής ( 24 ). Κατ’ αυτόν, αφενός, από την ευρέως επικρατούσα στη νομολογία του Δικαστηρίου άποψη προκύπτει ότι ο αμιγώς επιβεβαιωτικός χαρακτήρας μιας πράξεως συναρτάται αποκλειστικώς με την απουσία νέου στοιχείου ή, ακριβέστερα, με την απουσία νέου ουσιώδους, σε σχέση με την προγενέστερη επιβεβαιωθείσα πράξη, γεγονότος και, αφετέρου, μόνον η εμφάνιση ενός νέου (ουσιώδους) στοιχείου ή η επέλευση ενός νέου (ουσιώδους) γεγονότος δικαιολογεί την επανεξέταση, εκ μέρους της Διοικήσεως, μιας προγενέστερης αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη ( 25 ). |
|
78. |
Τρίτον, μια πράξη που δεν περιέχει ουσιώδες νέο στοιχείο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική» όταν το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο παρέχει στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να υποβάλει, χωρίς πρόσθετους όρους, νέο αίτημα ή αίτημα επανεξετάσεως ( 26 ). Ομοίως, μια πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική» όταν το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο απαιτεί από τον εκδότη της αρχικής πράξεως να διενεργεί, με δική του πρωτοβουλία, επανεξέταση σε τακτά χρονικά διαστήματα ( 27 ). Και στις δύο περιπτώσεις, ο εκδότης της αρχικής πράξεως υποχρεούται να προβεί σε επανεξέταση της εν λόγω πράξεως και δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το αποτέλεσμα της επανεξετάσεως αυτής δεν συνιστά νέα πράξη, υποκείμενη σε προσφυγή όσον αφορά τόσο την πράξη στο σύνολό της όσο και οποιοδήποτε από τα στοιχεία της. |
|
79. |
Ομοίως, η ανάκληση παράνομης πράξεως επιτρέπεται εφόσον η ανάκληση αυτή πραγματοποιείται εντός ευλόγου χρόνου και λαμβάνεται επαρκώς υπόψη ο βαθμός στον οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε ενδεχομένως εμπιστοσύνη στη νομιμότητα της πράξεως ( 28 ). Εάν, κατά περίπτωση, εκδοθεί πράξη μετά την ανάκληση, η πράξη αυτή υπόκειται σε προσφυγή η οποία δεν περιορίζεται στην προσβολή των στοιχείων που διακρίνουν τη μεταγενέστερη πράξη από την ανακληθείσα πράξη. |
|
80. |
Αντιθέτως, με την επιφύλαξη αυτών των τριών περιπτώσεων ( 29 ), εάν δεν υπάρχει ουσιώδες νέο στοιχείο σε σχέση με προηγούμενη πράξη, η μεταγενέστερη πράξη είναι επιβεβαιωτική. Δεν έχει σημασία αν η μεταγενέστερη πράξη εκδίδεται με πρωτοβουλία του εκδότη της. |
|
81. |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική πράξη» για τον λόγο ότι δεν εκδόθηκε ως απάντηση σε αίτηση επανεξετάσεως. Πράγματι, μόνον η ύπαρξη ουσιώδους νέου στοιχείου μπορεί να αποκλείσει ότι μια πράξη έχει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. Υπό το πρίσμα αυτής της εκτιμήσεως, που προκύπτει από τη σχετική νομολογία περί των πράξεων επιβεβαιωτικού χαρακτήρα, πρέπει να εκτιμηθεί η βασιμότητα των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και η σχέση της με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
4) Επί του νομικού χαρακτηρισμού της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και της σχέσεως μεταξύ των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων
|
82. |
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, το ΕΣΕ διευκρίνισε ότι η διόρθωση που έγινε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την εξάλειψη ενός ακούσιου σφάλματος που έγινε κατά τον αρχικό υπολογισμό. Επρόκειτο καθαρά για «ένα τυπογραφικό σφάλμα στον προγραμματισμό του εργαλείου υπολογισμού». Επιπλέον, η διόρθωση του σφάλματος αυτού δεν είχε, όπως υποστηρίχθηκε, καμία επίπτωση στο ζήτημα αν οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς της. |
|
83. |
Η προσέγγιση αυτή στοιχεί προς την προσέγγιση που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, προέβη σε «προσαρμογή» των ποσών της εισφοράς που καθόριζε η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και, αφετέρου, είναι εν μέρει επιβεβαιωτική όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο αφορά τις παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες. |
|
84. |
Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται σε νέα στοιχεία, ήτοι σε τροποποιημένη εκτίμηση του δείκτη ΘΣΠ, και δεν συνιστά διόρθωση απλού υπολογιστικού σφάλματος ( 30 ). |
|
85. |
Συναφώς, ανεξάρτητα από τον ακούσιο χαρακτήρα του «σφάλματος» που περιέχεται στην αρχική πράξη και τη σοβαρότητά του, μια πράξη με την οποία η διοίκηση επιδιώκει να διορθώσει τέτοιο σφάλμα δεν μπορεί να διαφύγει από τον έλεγχο αν η μεταγενέστερη πράξη έχει αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα σε σχέση με την αρχική πράξη. Πράγματι, η διόρθωση μιας αρχικής πράξεως ισοδυναμεί με την έκδοση πράξεως που ενδεχομένως περιέχει ένα νέο και ουσιώδες στοιχείο. Όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας J. Kokott ( 31 ) σχετικά με τη διόρθωση ενός μεταφραστικού σφάλματος, είναι πράγματι απολύτως κατανοητό ότι, με το πρόσχημα της διορθώσεως ενός σφάλματος, μια προηγούμενη νομική πράξη αποφασιστικού χαρακτήρα αποκτά περιεχόμενο εντελώς διαφορετικό από το αρχικό. |
|
86. |
Στο πλαίσιο αυτό, ένα στοιχείο πρέπει να θεωρηθεί «νέο» τόσο στην περίπτωση που αυτό δεν υπήρχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προγενέστερης πράξεως όσο και στην περίπτωση που πρόκειται για στοιχείο που υπήρχε μεν κατά την έκδοση της προγενέστερης πράξεως, αλλά το οποίο για οποιονδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένης της ελλείψεως επιμέλειας του εκδότη της πράξεως αυτής, δεν ελήφθη υπόψη κατά την έκδοσή της ( 32 ). Για να έχει ουσιώδη χαρακτήρα το στοιχείο αυτό, πρέπει να είναι ικανό να μεταβάλει ουσιωδώς την κατάσταση του προσφεύγοντος στην οποία αυτός βρισκόταν κατά την έκδοση της προγενέστερης αποφάσεως που κατέστη απρόσβλητη ( 33 ). |
|
87. |
Επομένως, αφενός, είναι πρόδηλο ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ένα νέο στοιχείο σε σχέση με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η αξία του δείκτη ΘΣΠ που χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση είναι διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
88. |
Αφετέρου, όσον αφορά τον ουσιώδη χαρακτήρα του ως άνω νέου στοιχείου, το Δικαστήριο επισήμανε, στη διάταξη Pracsis και Conceptexpo Project κατά Επιτροπής και EACEA ( 34 ), ότι σε περίπτωση που η διόρθωση υπολογιστικού σφάλματος το οποίο επηρεάζει τη βαθμολογία που απονέμεται σε έναν από τους προσφέροντες σε μια διαδικασία προσκλήσεως υποβολής προσφορών, οδηγεί σε αύξηση της βαθμολογίας, χωρίς όμως να μεταβάλλεται η κατάταξη του προσφέροντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάσταση του προσφέροντος μεταβάλλεται κατά τρόπο ουσιαστικό. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση με την οποία έγινε αυτή η διόρθωση είχε αμιγώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. |
|
89. |
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω διάταξη, η διόρθωση του σφάλματος της μεταγενέστερης πράξεως δεν οδήγησε σε μεταβολή του αποτελέσματος στο οποίο είχε καταλήξει η αρχική πράξη και το οποίο αναφέρεται στο διατακτικό της πράξεως αυτής. Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, οι αποφάσεις του ΕΣΕ για τον καθορισμό των εκ των προτέρων εισφορών βασίζονται σε υπολογισμό του οποίου τα αποτελέσματα εκδηλώνονται όχι μόνο στην εκτέλεση στην πράξη της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς αλλά και στο ποσό της εισφοράς αυτής. Δεδομένου ότι το ποσό αυτό τροποποιήθηκε κατόπιν της εκδόσεως της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση περιέχει ένα νέο ουσιώδες στοιχείο. |
|
90. |
Από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η εκτίμηση αυτή δεν είναι εντελώς ασύνδετη με το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται. Με τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, καταρχάς, ότι ο καθορισμός της προσαρμογής της εισφοράς της αναιρεσείουσας, όπως εγκρίθηκε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, απαιτούσε επανυπολογισμό της εισφοράς αυτής. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη συνέχεια ότι η απόφαση αυτή ήταν εν μέρει επιβεβαιωτική και ότι, κατά συνέπεια, ο νέος αυτός υπολογισμός δεν κίνησε νέα προθεσμία προσφυγής, προκειμένου να αμφισβητηθεί διαφορετικό στοιχείο του υπολογισμού που είχε διενεργηθεί με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
91. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, απομένει να καθοριστεί αν μια μεταγενέστερη πράξη μπορεί να είναι εν μέρει επιβεβαιωτική και, ενδεχομένως, ποιες είναι οι συνέπειες για την προθεσμία προσφυγής όσον αφορά την αρχική πράξη. |
5) Σχετικά με τον εν μέρει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα μιας μεταγενέστερης πράξεως
|
92. |
Με την απόφασή του Paroc κατά ΓΕΕΑ (INSULATE FOR LIFE) ( 35 ) το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι ο προσδιορισμός του αν και σε ποιο βαθμό η δεύτερη απόφαση ήταν αμιγώς επιβεβαιωτική της πρώτης αποφάσεως προϋποθέτει τον εντοπισμό των αντίστοιχων στοιχείων των διαφορών επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές. Το Γενικό Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μεταγενέστερη απόφαση ήταν επιβεβαιωτική όσον αφορά ένα από τα στοιχεία της, επαρκές από μόνο του για την επίτευξη του αποτελέσματος στο οποίο είχε καταλήξει η αρχική απόφαση, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί αν ο επιβεβαιωτικός αυτός χαρακτήρας επεκτεινόταν σε κάθε στοιχείο της πρώτης αποφάσεως. |
|
93. |
Συμπεραίνω από αυτό ότι, με την εν λόγω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δεν απέκλεισε ότι μια μεταγενέστερη πράξη θα μπορούσε να είναι εν μέρει επιβεβαιωτική, χωρίς, ωστόσο, να καθορίζει συγκεκριμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό της εκτάσεως του επιβεβαιωτικού χαρακτήρα της. Είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν το Δικαστήριο ακολουθεί την ίδια προσέγγιση και, ενδεχομένως, κατά πόσον τέτοια κριτήρια μπορούν να συναχθούν από τη νομολογία του. |
i) Η απόφαση Brembati κατά Επιτροπής
|
94. |
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Brembati κατά Επιτροπής ( 36 ), η Επιτροπή ισχυρίστηκε, προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι η προσφυγή κατά της μεταγενέστερης πράξεως ήταν απαράδεκτη, ότι η πράξη ήταν εν μέρει επιβεβαιωτική και ότι, εφόσον δεν μεταβάλλει την αντικειμενική νομική κατάσταση που διαμορφώνεται με την επιβεβαιωθείσα πράξη, δεν μπορούσε να θεωρηθεί διαφορετική από την τελευταία. |
|
95. |
Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να επισημανθεί ότι επρόκειτο για δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις που αφορούσαν προσφυγές ασκηθείσες κατά δύο αποφάσεων: κατά μιας σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως προκύπτουσας από την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει σε ιεραρχική προσφυγή που αφορούσε, αφενός, την κατάταξη του υποψηφίου (ο οποίος ζήτησε να καταταγεί στον βαθμό Α4, κλιμάκιο 5, αντί του βαθμού Α4, κλιμάκιο 4, στον οποίο είχε προαχθεί) και, αφετέρου, την αρχαιότητα στον βαθμό και στο κλιμάκιο, καθώς και κατά μιας μεταγενέστερης αποφάσεως, ομοίως σχετικής με την κατάταξη και την αρχαιότητα του προσφεύγοντος. Κατά την Επιτροπή, η δεύτερη απόφαση είχε τροποποιήσει μόνο την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της προαγωγής του προσφεύγοντος στον βαθμό Α4, κλιμάκιο 4, και η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ήταν απαράδεκτη. |
|
96. |
Με την απόφασή του το Δικαστήριο, καταρχάς, έκρινε παραδεκτή την προσφυγή κατά της μεταγενέστερης αποφάσεως, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι η απόφαση αυτή, μολονότι δεν ικανοποιούσε τα αιτήματα του προσφεύγοντος, είχε μεταβάλει κατά κάποιο τρόπο την αρχαιότητά του ως προς τον βαθμό και το κλιμάκιο ( 37 ). Στη συνέχεια, αφού εξέτασε τις δύο προσφυγές, το Δικαστήριο ακύρωσε τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις καθόσον είχαν αρνηθεί στον προσφεύγοντα την κατάταξή του, κατά τον χρόνο της προαγωγής του, στον βαθμό Α4, κλιμάκιο 5, άνευ αρχαιότητας κλιμακίου. |
|
97. |
Για να καταστεί σαφέστερο το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, προτείνω την ανάγνωσή της υπό το φως των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα J. Gand ( 38 ). |
|
98. |
Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας είχε επίσης προτείνει στο Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, θεωρώντας ότι «αν γίνει δεκτό ότι η δεύτερη απόφαση επιβεβαιώνει εν μέρει την πρώτη απόφαση, πρέπει ομοίως να γίνει δεκτό ότι την τροποποιεί εν μέρει. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η προαγωγή στον βαθμό […] και η κατάταξη στο κλιμάκιο· αυτό που τροποποιείται είναι η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της προαγωγής αυτής και, κατά συνέπεια, η αρχαιότητα στο κλιμάκιο· ωστόσο, αυτή ακριβώς η αρχαιότητα αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, στην πραγματικότητα, η πρώτη προσφυγή είναι αυτή που κατέστη άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως, η δεύτερη απόφαση, που αντικαθιστά την πρώτη επί του σημείου που είχε αρχικά αμφισβητηθεί, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής» ( 39 ). |
|
99. |
Μολονότι με την πρώτη απόφαση δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του προσφεύγοντος ως προς την κατάταξη που ζητούσε και η δεύτερη απόφαση, χωρίς να θίγει τη μη αποδοχή του αιτήματος αυτού όσον αφορά την κατάταξη, «είχε μεταβάλει κατά κάποιο τρόπο την αρχαιότητά του ως προς τον βαθμό και το κλιμάκιο», ωστόσο το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε τον εν μέρει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της μεταγενέστερης πράξεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο ακύρωσε και τις δύο αποφάσεις με την αιτιολογία ότι με αυτές δεν έγινε δεκτή η κατάταξη που ζητούσε ο προσφεύγων. |
|
100. |
Συμπεραίνω εξ αυτών ότι, για το Δικαστήριο, η κατάταξη λόγω της προαγωγής του προσφεύγοντος, η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει η προαγωγή αυτή και η αρχαιότητα στον βαθμό και στο κλιμάκιο αποτελούσαν αλληλένδετα στοιχεία τα οποία, από κοινού, καθόριζαν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, έτσι ώστε η τροποποίηση ενός από τα στοιχεία αυτά με μεταγενέστερη πράξη δεν μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα λοιπά στοιχεία θεωρούνται επιβεβαιωθέντα. |
|
101. |
Η εφαρμογή της συλλογιστικής αυτής στις προσβαλλόμενες αποφάσεις στην υπό κρίση υπόθεση θα οδηγούσε σε μη χαρακτηρισμό της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως ως «εν μέρει επιβεβαιωτικής πράξεως». |
|
102. |
Πράγματι, ούτε ο δείκτης ΘΣΠ ούτε το ποσό των υποχρεώσεων μιας οντότητας μπορούν να ληφθούν υπόψη αποσπασματικά. Το συνολικό ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς μπορεί να προσδιοριστεί μόνον εάν ληφθούν υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία. Τούτο ισχύει για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, όσον αφορά τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το ΕΣΕ δεν αποκαλύπτει τα στάδια υπολογισμού και δεν εξηγεί την προέλευση των αριθμητικών στοιχείων που καθορίστηκαν για την αναιρεσείουσα. Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι οι εκ των προτέρων εισφορές καθορίζονται, μεταξύ άλλων, βάσει στοιχείων που παρέχονται από τις ίδιες τις ενδιαφερόμενες οντότητες στις εθνικές αρχές εξυγιάνσεως μέσω εντύπου δηλώσεως που καταρτίζεται και παρέχεται από το ΕΣΕ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παρούσα υπόθεση, ο δείκτης ΘΣΠ δεν είναι στοιχείο που παρασχέθηκε απευθείας από την αναιρεσείουσα. |
ii) Η απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
|
103. |
Το συμπέρασμα ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «εν μέρει επιβεβαιωτική» επιρρωννύεται επίσης από τη νομολογία περί επιβεβαιωτικών πράξεων, όπως αυτή αναπτύχθηκε στο πλαίσιο πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα. |
|
104. |
Ωστόσο, είναι απαραίτητο, καταρχάς, να καθοριστεί αν η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί, άμεσα ή κατ’ αναλογία, επί ατομικών πράξεων. Το ζήτημα αυτό έγινε αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο εξετάσεως του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που προέβαλε επικουρικώς η αναιρεσείουσα ( 40 ). |
|
105. |
Η αναιρεσείουσα επικαλείται τη νομολογία αυτή, ιδίως την απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 41 ), κατά την οποία «όταν τροποποιείται διάταξη κανονισμού, αναβιώνει η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής όχι μόνον κατά της ως άνω διατάξεως, αλλά και καθ’ όλων εκείνων οι οποίες, έστω και αν δεν έχουν τροποποιηθεί, αποτελούν από κοινού ένα σύνολο». Το ΕΣΕ θεωρεί ότι η εν λόγω νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Από τη λέξη «αντιθέτως» της σκέψεως 30 της αποφάσεως αυτής συνάγει ότι οι κρίσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα δεν μπορούν να μεταφερθούν στις ατομικές πράξεις. |
|
106. |
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το ΕΣΕ, η λέξη «αντιθέτως» δεν χρησιμοποιείται για τη διάκριση μεταξύ ατομικών και κανονιστικών πράξεων, αλλά για να διακρίνει την αρχή που ισχύει όταν οι εκάστοτε κρίσιμες πράξεις είναι επιβεβαιωτικές (σκέψη 29 της εν λόγω αποφάσεως) από την αρχή που ισχύει όταν οι πράξεις αυτές δεν έχουν τέτοιο χαρακτήρα (σκέψη 30 της εν λόγω αποφάσεως). |
|
107. |
Δεύτερον, στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η λύση σύμφωνα με την οποία μια αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη δεν υπόκειται σε προσφυγή ισχύει τόσο για τις ατομικές πράξεις όσο και για εκείνες που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, όπως o κανονισμός ( 42 ). Επομένως, φαίνεται ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει εξομοιώσει τις ατομικές πράξεις με τις πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα. |
|
108. |
Τρίτον, φρονώ ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν με πρωτοβουλία του εκδότη τους, η νομολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των κανονιστικών πράξεων είναι ακόμη πιο σημαντική εν προκειμένω. Πράγματι, επίσης, οι κανονιστικές πράξεις εκδίδονται καταρχήν με πρωτοβουλία του εκδότη τους. Παρατηρώ ότι το ίδιο το ΕΣΕ προέβαλε, προς στήριξη του επιχειρήματός του ότι η νομολογία σχετικά με τις επιβεβαιωτικές πράξεις εφαρμόζεται σε πράξεις που εκδίδονται με πρωτοβουλία των εκδοτών τους ( 43 ), απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου κανονιστικών πράξεων, ήτοι την απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής ( 44 ). |
|
109. |
Επομένως, τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τη νομολογία η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των κανονιστικών πράξεων μπορούν να επηρεάσουν την εξέταση της βασιμότητας του επιχειρήματος της αναιρεσείουσας ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει εν μέρει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. |
|
110. |
Καθόσον η τροποποίηση ενός από τα στοιχεία για τον υπολογισμό της εκ των προτέρων εισφοράς συνεπάγεται τροποποίηση του συνολικού ποσού της εισφοράς και καθόσον μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα στοιχεία για τον υπολογισμό της εκ των προτέρων εισφοράς προσδιορίζεται το συνολικό ποσό της εισφοράς, πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα τα στοιχεία του υπολογισμού, μαζί με το συνολικό ποσό, αποτελούν ένα «σύνολο», κατά την έννοια της νομολογίας που εξετάστηκε στα σημεία 104 έως 108 των παρουσών προτάσεων. Κατά συνέπεια, η τροποποίηση ενός από τα στοιχεία του υπολογισμού τής εκ των προτέρων εισφοράς, όπως ο δείκτης ΘΣΠ, κινεί νέα προθεσμία προσφυγής όχι μόνο για την αμφισβήτηση του στοιχείου αυτού, αλλά και για την αμφισβήτηση όλων των στοιχείων τα οποία, ακόμη και αν δεν τροποποιούνται, αποτελούν μαζί με αυτό ένα ενιαίο σύνολο, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος που αφορά τις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας. |
6) Εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως
|
111. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και η σχέση της με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμο. Όσον αφορά το ζήτημα αν οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες έπρεπε να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό της εισφοράς, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επιβεβαιωτική. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα εδικαιούτο, στο πλαίσιο της προσφυγής της, να αμφισβητήσει το σημείο αυτό καθώς και το συνολικό ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς. |
|
112. |
Καταρχάς, το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την εφαρμογή των κριτηρίων που πρέπει να πληροί μια πράξη προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «επιβεβαιωτική», όπως η έννοια αυτή ορίζεται από το Δικαστήριο στη νομολογία του. Το συνολικό ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς μπορεί να προσδιοριστεί υπό την προϋπόθεση και μόνο ότι θα ληφθούν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία για τον υπολογισμό του για τον καθορισμό του, οπότε η τροποποίηση ενός από τα στοιχεία αυτά σε μεταγενέστερη απόφαση δεν συνιστά επιβεβαίωση των λοιπών στοιχείων του υπολογισμού ( 45 ). |
|
113. |
Στη συνέχεια, το συμπέρασμα αυτό και τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τη νομολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορούν να οδηγήσουν στην εξέταση του βασίμου του επιχειρήματος της αναιρεσείουσας ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει εν μέρει επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. Κάθε στοιχείο του ως άνω υπολογισμού αποτελεί, μαζί με το συνακόλουθο συνολικό ποσό, ένα «σύνολο» κατά την έννοια της προμνημονευθείσας νομολογίας ( 46 ). |
|
114. |
Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι, από την άποψη της αρχής της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της οικονομίας της διαδικασίας, στην οποία βασίζεται η νομολογία για τις επιβεβαιωτικές πράξεις ( 47 ), θα ήταν ίσως σκόπιμο να αναγνωριστεί, ενδεχομένως, ο εν μέρει επιβεβαιωτικός χαρακτήρας μιας μεταγενέστερης πράξεως. Η νομολογία αυτή βασίζεται, επίσης, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. Διασφαλίζοντας την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και της προθεσμίας που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, καθώς και των λοιπών συμφερόντων στα οποία βασίζεται η εν λόγω νομολογία, δεν διακυβεύεται ούτε η αρχή αυτή ούτε το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η συλλογιστική της αναλύσεώς μου, όπως διατυπώνεται με τις προτάσεις μου, η οποία εμπνέεται, αντιστοίχως, από τις αποφάσεις Brembati κατά Επιτροπής ( 48 ) και Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 49 ), αποσκοπεί στη διασφάλιση του σεβασμού τόσο της αρχής αυτής όσο και του ως άνω δικαιώματος. |
|
115. |
Τέλος, για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι το αντικείμενο της διαφοράς, όπως ορίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να αντιταχθεί στην αναιρεσείουσα προκειμένου να αμφισβητηθούν τα ως άνω συμπεράσματα. |
|
116. |
Κατά το Γενικό Δικαστήριο, αντικείμενο της διαφοράς είναι το ζήτημα αν έπρεπε να εξαιρεθούν οι υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που συνδέονται με τις παρεπόμενες αναπτυξιακές της δραστηριότητες από τον υπολογισμό της εισφοράς της. Το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται ότι έκρινε, αφενός, ότι το εν λόγω αντικείμενο της διαφοράς δεν αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση και, αφετέρου, το διαχώρισε από το συνολικό ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς για το έτος 2016. |
|
117. |
Βεβαίως, με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι το ΕΣΕ παραβίασε το σχετικό νομικό πλαίσιο, θεωρώντας ότι οι παρεπόμενες αναπτυξιακές δραστηριότητες δεν τυγχάνουν προνομιακής μεταχειρίσεως ( 50 ). |
|
118. |
Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα ζήτησε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ακύρωση «της αποφάσεως του [ΕΣΕ] περί καθορισμού της ετήσιας εισφοράς [της]», διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι πρόκειται για «ενιαία απόφαση του ΕΣΕ» και ότι προσέβαλε την απόφαση αυτή «υπό τη μορφή που της προσέδωσε η δεύτερη [προσβαλλόμενη] απόφαση», δηλαδή την «οριστική απόφαση του ΕΣΕ, υπό την τελική της εκδοχή». Δεν αμφισβήτησε μόνο το ποσό που αναφέρεται στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση ή τη διαφορά μεταξύ των ποσών που αναφέρονται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, αλλά το συνολικό ποσό της εισφοράς, όπως αποτυπώνεται στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. |
2. Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου σκέλους
|
119. |
Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει (δεν συμμεριστεί) το επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το οποίο η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αντικατέστησε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Από την άποψη αυτή, η αναιρεσείουσα στηρίζεται στη νομολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των κανονιστικών πράξεων. |
|
120. |
Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη την ανάλυσή μου για το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το δεύτερο σκέλος. Εν πάση περιπτώσει, έχω ήδη εκθέσει την άποψή μου, στο πλαίσιο της αναλύσεως αυτής, σχετικά με τη συνάφεια της νομολογίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα ( 51 ). |
|
121. |
Με το τρίτο σκέλος, που προβλήθηκε επικουρικώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται στην τροποποίηση της πρώτης προσβαλλομένης αποφάσεως χωρίς να κινήσει νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής όσον αφορά την τελευταία, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα κρίνοντας εκπρόθεσμη την προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως. Συναφώς, επισημαίνει ότι η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής ουδέποτε άρχισε να τρέχει, διότι ουδέποτε η ίδια γνώριζε επακριβώς το περιεχόμενο και την αιτιολογία των προσβαλλομένων αποφάσεων. |
|
122. |
Με το τέταρτο σκέλος, που προβάλλεται επίσης επικουρικώς, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και του συγγνωστού σφάλματος, πρέπει να θεωρηθεί ότι τηρήθηκε η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. |
|
123. |
Ωστόσο, δεδομένου ότι προκύπτει από την ανάλυση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εν μέρει επιβεβαιωτική, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τα οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ήταν ορθός ο χαρακτηρισμός της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως και της σχέσεως με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, στον οποίο προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η προσφυγή της δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως όσον αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. |
Β. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
|
124. |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεώς της, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι η ίδια δεν είχε προβάλει κανένα λόγο ή επιχείρημα κατά της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
125. |
Δεδομένου ότι προτείνω να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και ότι η αποδοχή του σκέλους αυτού αρκεί για να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το βάσιμο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. |
VII. Πρόταση
|
126. |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλεται από την αναιρεσείουσα προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμο και πρέπει να γίνει δεκτό. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Ιουνίου 2019, NRW. Bank κατά ΕΣΕ (T‑466/16, μη δημοσιευθείσα, EU:Τ:2019:445) και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας, επιφυλασσόμενο ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1).
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190).
( 4 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2014, περί ενιαίων όρων εφαρμογής του κανονισμού [806/2014] (ΕΕ 2015, L 15, σ. 1).
( 5 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 21ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας [2014/59] (ΕΕ 2015, L 11, σ. 44).
( 6 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ 2013, L 176, σ. 1).
( 7 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1997, Unifruit Hellas κατά Επιτροπής (C‑51/95 P, EU:C:1997:53, σκέψη 33).
( 8 ) Βλ. διάταξη της 29ης Ιουνίου 2009, Nuova Agricast κατά Επιτροπής (C‑225/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:406, σκέψη 37).
( 9 ) Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 52).
( 10 ) Το επιχείρημα περί συγγνωστής πλάνης της αναιρεσείουσας στηρίζει το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Βλ. σημείο 122 των παρουσών προτάσεων.
( 11 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, Infortec κατά Επιτροπής (C‑12/90, EU:C:1990:415, σκέψη 10), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι επιστολή του τμήματος υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου δεν μπορούσε να επηρεάσει τον χαρακτήρα της αποφάσεως που είχε λάβει προηγουμένως η Επιτροπή.
( 12 ) Σε περίπτωση που η επιβεβαιωθείσα απόφαση δεν έχει καταστεί απρόσβλητη όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, αυτός δικαιούται να προσβάλει είτε την επιβεβαιωθείσα απόφαση είτε την επιβεβαιωτική απόφαση ή και τις δύο αποφάσεις. Βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 2017, ΔΕΗ κατά Επιτροπής (C‑228/16 P, EU:C:2017:409, σκέψη 35).
( 13 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 2004, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑521/03 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2004:778, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 14 ) Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011 (T‑407/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:477).
( 15 ) Αναφέρεται αυτολεξεί στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 16 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 17 ) Δηλαδή, η απουσία νέου στοιχείου και η μη επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη. Βλ. σημείο 49 των παρουσών προτάσεων.
( 18 ) Παρατιθέμενες στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 29ης Ιουνίου 2009, Cofra κατά Επιτροπής (C-295/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:407, σκέψη 54).
( 20 ) Πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Εσθονία κατά Επιτροπής (C‑334/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:914, σκέψη 51).
( 21 ) Βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑299/05, EU:C:2007:608, σκέψεις 28 έως 30).
( 22 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2017, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C‑337/16 P, EU:C:2017:381, σκέψεις 6, 48 και 51).
( 23 ) Βλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής (T‑481/11, ΕU:T:2014:945, σκέψη 36)· της 24ης Μαρτίου 2017, Εσθονία κατά Επιτροπής (T‑117/15, ΕU:T:2017:217, σκέψη 60), καθώς και διάταξη της 28ης Ιουνίου 2018, TL κατά ΕΕΠΔ (T‑452/17, μη δημοσιευθείσα, ΕU:T:2018:418, σκέψη 28).
( 24 ) C‑362/08 P, EU:C:2009:553.
( 25 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑362/08 P, EU:C:2009:553, σημεία 150, 154 και 155). Πρβλ. πρόσφατη απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, Γερμανία κατά Esso Raffinage (C‑471/18 P, EU:C:2021:48, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 26 ) Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψεις 57 και 59).
( 27 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 103). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2006:606, σημείο 91).
( 28 ) Βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Jager & Polacek κατά ΓΕΕΑ (C‑402/11 P, EU:C:2012:649, σκέψη 59). Πρβλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Evonik Degussa κατά Επιτροπής (C‑162/15 P, EU:C:2016:587, σημείο 183).
( 29 ) Η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές. Πρώτον, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη με πρωτοβουλία του ΕΣΕ. Δεύτερον, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ΕΣΕ είχε υποχρέωση να εκδώσει πράξη μετά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση για τον υπολογισμό των εισφορών για το έτος 2016. Όπως προκύπτει από την ίδια τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, το ΕΣΕ υπολογίζει τις ατομικές εισφορές «ετησίως». Η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, που κάλυπτε την περίοδο του 2016, αρκούσε από μόνη της προκειμένου περί του καθορισμού των ποσών των εκ των προτέρων εισφορών της αναιρεσείουσας για το εν λόγω έτος. Τέλος, τρίτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το ΕΣΕ ανακάλεσε την πρώτη απόφαση λόγω της παρανομίας της και ότι, κατά συνέπεια, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση την αντικατέστησε.
( 30 ) Βλ. σημείο 50 των παρουσών προτάσεων.
( 31 ) Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑138/03, C‑324/03 και C‑431/03, EU:C:2005:387, σημείο 66).
( 32 ) Βλ. πρόσφατη διάταξη της 28ης Ιουνίου 2018, TL κατά ΕΕΠΔ (T‑452/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:418, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Εσθονία κατά Επιτροπής (C‑334/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:914, σκέψη 47).
( 34 ) Βλ. διάταξη της 11ης Απριλίου 2019 (C‑794/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:305, σημείο 8 της γνώμης που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας και που ακολούθησε το Δικαστήριο).
( 35 ) Απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2011, Paroc κατά ΓΕΕΑ (INSULATE FOR LIFE) (T‑157/08, EU:T:2011:33, σκέψεις 32 και 40).
( 36 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1970, Brembati κατά Επιτροπής (59/69 και 71/69, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1970:70, σελίδα 626 για τα επιχειρήματα της Επιτροπής και σκέψεις 4 και 5 [δεν διατίθεται στα ελληνικά]).
( 37 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1970, Brembati κατά Επιτροπής (59/69 και 71/69, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1970:70, σκέψη 4).
( 38 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Gand στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Brembati κατά Επιτροπής (59/69 και 71/69, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1970:56).
( 39 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Gand στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Brembati κατά Επιτροπής (59/69 και 71/69, μη δημοσιευθείσες, ΕU:C:1970:56, σημείο 2).
( 40 ) Βλ., επίσης, σημείο 119 των παρουσών προτάσεων.
( 41 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007 (C‑299/05, EU:C:2007:608, σκέψη 30).
( 42 ) Βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑299/05, ΕU:C:2007:608, σκέψεις 15 και 29).
( 43 ) Βλ. σημεία 68 έως 77 των παρουσών προτάσεων.
( 44 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2012 (C‑416/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:761, σκέψη 33).
( 45 ) Βλ. σημείο 102 των παρουσών προτάσεων.
( 46 ) Βλ. σημεία 109 και 110 των παρουσών προτάσεων.
( 47 ) Βλ. σημείο 72.
( 48 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1970, Brembati κατά Επιτροπής (59/69 και 71/69, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1970:70).
( 49 ) Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑299/05, EU:C:2007:608).
( 50 ) Εξάλλου, επισημαίνω ότι, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι προέβαλε λόγους ακυρώσεως και κατά της δεύτερης προσβαλλομένης αποφάσεως. Όμως, αφενός, όσα διατείνεται η αναιρεσείουσα υποστηρίζοντας ότι προέβαλε τέτοιους λόγους αφορούν τα υπομνήματά της τα οποία κατατέθηκαν μετά την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα δεν φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, να ισχυρίζεται ότι οι λόγοι αυτοί είναι ξένοι προς το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό καθορίζεται με την προσφυγή της.
( 51 ) Βλ. σημεία 104 έως 109 των παρουσών προτάσεων.