ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 ( 1 )

Υπόθεση C‑445/19

Viasat Broadcasting UK Ltd

κατά

TV2/Danmark A/S,

Βασιλείου της Δανίας

[αίτηση του Østre Landsret
(εφετείου ανατολικής περιφέρειας, Δανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές εταιρίες – Άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ – Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Έννομες συνέπειες – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Παράλειψη κοινοποιήσεως – Υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας – Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσω παράνομης εκτελέσεως της ενισχύσεως – Ποσά που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των τόκων»

I. Εισαγωγή

1.

Η εξεταζόμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά εκ νέου τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στη Δανία μέσω κρατικών επιχορηγήσεων, που υπήρξε ήδη αντικείμενο αρκετών αποφάσεων των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Με τις αποφάσεις αυτές, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, κρίθηκε ότι τα κρατικά μέτρα χρηματοδότησης υπέρ της TV2 Danmark A/S (στο εξής: TV 2) συνιστούν ενισχύσεις συμβατές με την εσωτερική αγορά ( 2 ).

2.

Εντούτοις, τα ανωτέρω μέτρα δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή πριν την εκτέλεσή τους. Στην κύρια δίκη τίθεται επί του παρόντος το ζήτημα αν, για τον λόγο αυτό, o αποδέκτης αυτής της παράνομης, από τυπικής απόψεως, ενισχύσεως πρέπει να καταβάλει τόκους στη Δανία για το χρονικό διάστημα έως την έγκρισή της. Η Επιτροπή έχει αναπτύξει προς τούτο την έννοια της καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας ( 3 ).

3.

Η υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν και σε περιπτώσεις στις οποίες η ενίσχυση δεν πρέπει να επιστραφεί, διότι είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά ( 4 ). Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, η TV 2 και η Δανία, υποστηριζόμενες από τις Κάτω Χώρες και την Αυστρία, αντιτάσσουν ότι η επίμαχη ενίσχυση αποτελεί αποζημίωση για την εκπλήρωση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, στοιχείο που πρέπει να επηρεάσει και την υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας.

II. Το νομικό πλαίσιο

4.

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ ( 5 ) (στο εξής: κανονισμός 2015/1589), περιέχει στο άρθρο 16 ( 6 ) διατάξεις σχετικά με την ανάκτηση ενισχύσεων. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει τα εξής:

«Το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί δυνάμει απόφασης ανάκτησης περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, υπολογιζόμενους με το δέον επιτόκιο που ορίζει η Επιτροπή. Οι τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης

5.

Η χρηματοδότηση της δανικής δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής εταιρίας TV 2 μέσω κρατικών πόρων κατά τα έτη 1995 έως 2002 υπήρξε αντικείμενο αρκετών διοικητικών και ενδίκων διαδικασιών.

6.

Κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα η TV 2 εισέπραττε, πέραν των ραδιοτηλεοπτικών τελών, έσοδα από την πώληση διαφημιστικού χώρου στην τηλεόραση. Τα έσοδα αυτά παράγονταν κατά καιρούς από την ανεξάρτητη εταιρία του δημοσίου TV 2 Reklame A/S και τα κέρδη διοχετεύονταν στην TV 2, εν μέρει μέσω ενός κεφαλαίου υπό διαχείριση και εν μέρει απευθείας.

7.

Ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός TV 2 αποτελείται από εννέα ανεξάρτητες επιχειρήσεις: οκτώ περιφερειακούς σταθμούς και μία επιχείρηση που δραστηριοποιείται στο σύνολο της χώρας. Κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα η TV 2 είχε εκ του νόμου την υποχρέωση να παράγει εθνικά και περιφερειακά τηλεοπτικά προγράμματα και να τα εκπέμπει μέσω των πομπών εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας.

8.

Οι περιφερειακοί σταθμοί δεν παρήγαν έσοδα αυτοτελώς, αλλά χρηματοδοτούνταν από την TV 2. Τούτο αποτελούσε επίσης υποχρέωση της TV 2 εκ του νόμου.

9.

Η Δανία δεν κοινοποίησε τη χρηματοδότηση μέσω ραδιοτηλεοπτικών τελών και διαφημιστικών εσόδων στην Επιτροπή. Μετά την ακύρωση μιας πρώτης σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής του έτους 2004 από το Γενικό Δικαστήριο ( 7 ), η Επιτροπή, κατόπιν νέου ελέγχου, αποφάσισε το 2011 ( 8 ) (στο εξής: απόφαση TV 2 II) ότι τα μέτρα χρηματοδοτήσεως της TV 2 κατά τα έτη 1995 και 2002 συνιστούσαν ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, πλην όμως, στο συνολικό τους ύψος, ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε οριστικά από το Δικαστήριο ( 9 ).

10.

Προβάλλοντας έλλειψη κοινοποίησης των επίμαχων ενισχύσεων, η ενάγουσα της κύριας δίκης Viasat Broadcasting UK Ltd. (στο εξής: Viasat) ζητεί να κριθεί ότι η TV 2 υποχρεούται να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, ήτοι για το χρονικό διάστημα μεταξύ της πληρωμής της ενισχύσεως και της εκδοθείσας το 2011 τελικής αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα της ενισχύσεως αυτής με την εσωτερική αγορά, ύψους 1746300000 δανικών κορωνών (DKK) (περίπου 234623606 ευρώ).

11.

Βάση υπολογισμού για την ως άνω απαίτηση τόκων αποτελεί το άθροισμα των μέτρων χρηματοδοτήσεως που χαρακτηρίζονται ως ενίσχυση, ήτοι περιλαμβάνει και τα ποσά που εισέπραξε η TV 2 από τα διαφημιστικά έσοδα, καθώς και τα ποσά που διοχέτευε η TV 2 στους περιφερειακούς σταθμούς της.

12.

Η TV 2 αντικρούει την απαίτηση αυτή. Φρονεί ότι δεν επιτρέπεται να επιβληθούν τόκοι για το χρονικό διάστημα της παρανομίας σε υπόθεση όπως η προκείμενη, στην οποία μια μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση, που χορηγήθηκε ως αποζημίωση για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν επιβάλλεται να ανακτηθεί. Προς στήριξη της απόψεώς της, προβάλλει κυρίως ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αντίκειται στην εφαρμογή της υποχρέωσης κοινοποίησης και αποφυγής λήψης μέτρων (standstill), αλλά και ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση καταβολής τόκων συνδέεται με την ύπαρξη ενός πραγματικού αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος. Τέτοιο πλεονέκτημα, όμως, δεν υφίσταται εν προκειμένω.

IV. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

13.

Με διάταξη της 29ης Μαΐου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουνίου 2019, το Østre Landsret (εφετείο ανατολικής περιφέρειας, Δανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Έχει το εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να επιβάλει στον αποδέκτη ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79) ακόμη και σε περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία η παράνομη κρατική ενίσχυση χορηγήθηκε ως αποζημίωση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, την οποία η Επιτροπή έκρινε εκ των υστέρων συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και η οποία εγκρίθηκε βάσει εκτιμήσεως της συνολικής οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλαιοποιήσεώς της;

2.

Έχει το εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να επιβάλει στον αποδέκτη ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79) και για τα ποσά που, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, μεταβιβάστηκαν από τον αποδέκτη της ενισχύσεως σε συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις βάσει υποχρεώσεως δημοσίου δικαίου, αλλά χαρακτηρίστηκαν, με απόφαση της Επιτροπής που κατέστη απρόσβλητη, ως ευνοϊκή μεταχείριση του αποδέκτη της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ;

3.

Έχει το εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να επιβάλει στον αποδέκτη ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79) και για τις κρατικές ενισχύσεις που, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, χορηγήθηκαν στον αποδέκτη τους από μια ελεγχόμενη από το Δημόσιο επιχείρηση, όταν μέρος των πόρων της τελευταίας προέρχεται από την εμπορία των υπηρεσιών που παρέχει ο αποδέκτης της ενισχύσεως;»

14.

Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η Viasat, η TV 2, το Βασίλειο της Δανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και απάντησαν εγγράφως σε περαιτέρω ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

V. Νομική ανάλυση

15.

Με τα τρία ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια έκταση οφείλει η TV 2 να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, επί των ποσών που έλαβε, λόγω της μη κοινοποιήσεως των ενισχύσεων κατά το χρονικό διάστημα από την είσπραξή τους έως την τελική απόφαση της Επιτροπής κατά το έτος 2011.

16.

Στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να διευκρινιστεί αν η υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, αφετηρία του οποίου είναι η παράνομη παράλειψη κοινοποίησης των ενισχύσεων (επ’ αυτού κατωτέρω υπό A), ισχύει και για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση, αλλά ήταν συμβατές με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (επ’ αυτού κατωτέρω υπό B). Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία θα συνεξεταστούν, αφορούν τα ποσά βάσει των οποίων πρέπει να υπολογιστούν κατά περίπτωση οι τόκοι για το χρονικό διάστημα της παρανομίας (επ’ αυτού κατωτέρω υπό Γ).

Α.   Προκαταρκτική παρατήρηση

17.

Μια ενίσχυση είναι παράνομη από τυπικής απόψεως, εάν χορηγήθηκε κατά παράβαση της διαδικαστικής διατάξεως του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 10 ). Το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποτελεί συστατικό τμήμα του συστήματος ελέγχου που θεσπίζει η ΣΛΕΕ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, αφενός, να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε μέτρο που αποσκοπεί στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, να μη θέτουν σε εφαρμογή τέτοιο μέτρο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθ’ όσο χρόνο εκκρεμεί η έκδοση τελικής αποφάσεως του θεσμικού αυτού οργάνου σχετικά με το επίμαχο μέτρο ( 11 ).

18.

Η ως άνω υποχρέωση κοινοποίησης και αποφυγής λήψης μέτρων αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα μιας ενίσχυσης δεν θα επέλθουν πριν η Επιτροπή ελέγξει εξατομικευμένα, εντός εύλογης προθεσμίας, το σχεδιαζόμενο μέτρο και ενεργοποιήσει, εφόσον η περίπτωση το απαιτεί, την επίσημη διαδικασία έρευνας ( 12 ). Με την υποχρέωση αυτή εξασφαλίζεται ότι μια ενίσχυση που είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά δεν θα εφαρμοστεί ποτέ ( 13 ).

19.

Υπάρχουν ασφαλώς εξαιρέσεις από την ως άνω αρχή. Παραδείγματος χάρη, ο κανονισμός (ΕΕ) 651/2014 ( 14 ), με το άρθρο 3, απαλλάσσει από τις απαιτήσεις του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ εκείνες τις ενισχύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού αυτού. Συγχρόνως, όμως, η αιτιολογική σκέψη 7 του εν λόγω κανονισμού υπογραμμίζει τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της απαλλαγής –και διευκρινίζει ότι όλες οι άλλες ενισχύσεις υπόκεινται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

Β.   Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα

20.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Østre Landsret (εφετείο ανατολικής περιφέρειας) ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να καταδικάσουν τον αποδέκτη παράνομης ενισχύσεως στην καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, ακόμη και όταν η Επιτροπή έχει κρίνει εκ των υστέρων την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, για τον λόγο ότι συνιστά αποζημίωση για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να ανακτηθεί.

21.

Ειδικότερα, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται με την απόφαση στην υπόθεση CELF ( 15 ): στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να επιβάλλονται τόκοι για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, όταν μια κρατική ενίσχυση έχει χορηγηθεί κατά παράβαση της υποχρέωσης κοινοποίησης, αλλά εκ των υστέρων κρίθηκε συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 16 ). Επομένως, θα πρέπει εν τέλει να διευκρινιστεί αν ο λόγος για τον οποίο μια ενίσχυση κρίθηκε συμβατή με την εσωτερική αγορά επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας.

1. Ο κανόνας: η καταβολή τόκων είναι υποχρεωτική όταν οι ενισχύσεις είναι παράνομες μόνον από τυπικής απόψεως

22.

Η υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας προκύπτει, σε επίπεδο παραγώγου δικαίου, από το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2015/1589 ή από το προϊσχύσαν άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 ( 17 ). Η διάταξη αυτή αναφέρεται μεν ρητώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ενίσχυση δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά και επομένως πρέπει να ανακτηθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να καταβληθούν τόκοι για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, ήτοι για το διάστημα μεταξύ της εκτελέσεως του σχετικού μέτρου και της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής.

23.

Εντούτοις, στην υπόθεση CELF το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας υφίσταται ακόμη και όταν η ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και δεν έχει ανακτηθεί ( 18 ).

24.

Η νομολογία αυτή πρέπει κατ’ αρχήν να ισχύει για όλες τις συμβατές με την εσωτερική αγορά, πλην όμως παράνομες ενισχύσεις, ανεξαρτήτως του θεμελίου της συμβατότητάς τους. Επομένως, δεν ευσταθούν οι αντιρρήσεις που προβάλλουν ιδίως η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, κατά τις οποίες η διαπλασθείσα με την απόφαση CELF νομολογία δεν πρέπει, λόγω του διαφορετικού λόγου συμβατότητας με την εσωτερική αγορά, να ληφθεί υπόψη σε περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων συνδεόμενων με υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος.

25.

Συγκεκριμένα, η υποχρέωση καταβολής τόκων απορρέει από την παράβαση της διαδικαστικής διάταξης του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η διαδικαστική παράβαση αυτή τελείται σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης κοινοποίησης και αποφυγής λήψης μέτρων, ανεξαρτήτως της συμβατότητας ή μη της ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά. Σκοπός της διαδικασίας, συστατικό μέρος της οποίας αποτελεί η υποχρέωση κοινοποίησης και αποφυγής λήψης μέτρων, είναι να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί αν το μέτρο συνιστά ενίσχυση και αν, κατά περίπτωση, αυτή είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά. Για τον λόγο αυτό, οι επιταγές του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αφορούν χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως αποφάσεως επί της συμβατότητας.

26.

Ως εκ τούτου, κατά τη νομολογία, η απόφαση που εκδίδει η Επιτροπή σχετικά με τη συμβατότητα της ενισχύσεως, ως απόφαση περατώνουσα τη διαδικασία έρευνας, δεν θεραπεύει την παράβαση της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ( 19 ) και, επομένως, δεν ασκεί επίδραση στον παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα ωθούσε σε μη τήρηση του άρθρου 108, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και θα καθιστούσε τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας ( 20 ). Πράγματι, αν, στο πλαίσιο σχεδιαζόμενου μέτρου ενίσχυσης, ανεξαρτήτως της συμβατότητάς του ή μη με την εσωτερική αγορά, η μη συμμόρφωση με τον κανόνα του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν συνεπαγόταν μεγαλύτερο κίνδυνο ή μεγαλύτερες κυρώσεις απ’ ό,τι η συμμόρφωση, το κίνητρο των κρατών μελών να κοινοποιούν τα σχεδιαζόμενα μέτρα ενισχύσεων στην Επιτροπή και να αναμένουν την απόφασή της ως προς τον συμβατό ή μη χαρακτήρα τους θα μειωνόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό –όπως θα μειωνόταν, κατά συνέπεια, και η σημασία του ελέγχου της Επιτροπής ( 21 ).

27.

Επιπλέον, μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα μια μετάθεση αρμοδιοτήτων. Πράγματι, στο σύστημα ελέγχου το οποίο προβλέπουν οι ρυθμίσεις περί κρατικών ενισχύσεων, η προστασία των δικαιωμάτων των διοικουμένων έναντι πιθανής παραβιάσεως της απαγορεύσεως που επιβάλλεται με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και η, κατά περίπτωση, θεραπεία των συνεπειών του παράνομου χαρακτήρα ορισμένης ενισχύσεως εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων ( 22 ). Αντιθέτως, η Επιτροπή εκτιμά αν ένα μέτρο ενισχύσεως είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά ( 23 ). Εάν η θετική απόφαση της Επιτροπής συνεπαγόταν και τη θεραπεία της διαδικαστικής παραβάσεως, η Επιτροπή θα αποφάσιζε εμμέσως και για την παράβαση που διαπράχθηκε έναντι μεμονωμένων ανταγωνιστών του αποδέκτη της ενισχύσεως ( 24 ) και θα τους στερούσε τις δυνατότητες έννομης προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

28.

Από το σύνολο των ανωτέρω συνάγεται ότι η διαδικαστική παράβαση εξακολουθεί υφιστάμενη ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης συμβατότητας της ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά. Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση CELF και όχι μόνο, το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να διατάξουν τα κατάλληλα μέτρα προς θεραπεία των συνεπειών της παρανομίας ( 25 ).

29.

Επίσης στην υπόθεση CELF, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας είναι αποτελεσματικό μέσο για τη θεραπεία αυτή ( 26 ). Τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διαφυλάσσουν ιδίως τα δικαιώματα των διοικουμένων από προσβολές που οφείλονται στον παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως ( 27 ).

30.

Από την παράβαση της υποχρεώσεως προς αποφυγή λήψεως μέτρων προκύπτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τον αποδέκτη της παράνομης ενισχύσεως, το οποίο έχει ως επακόλουθο την προσβολή δικαιωμάτων τρίτων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά. Το πλεονέκτημα αυτό μπορεί να είναι οικονομικής φύσεως, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας και της αναστολής του μέτρου που αυτή συνεπάγεται, ο αποδέκτης της ενισχύσεως θα ήταν υποχρεωμένος να αναζητήσει χρηματοδότηση από άλλες πηγές. Η χρηματοδότηση αυτή θα μπορούσε κατά κανόνα να έχει, ακόμη και για τους παρόχους υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, τη μορφή εντόκου δανείου, με αποτέλεσμα να υπόκειται στις απαιτήσεις τόκων που είναι συνήθεις στις συναλλαγές ( 28 ). Πράγματι, έστω και αν, στους τομείς των υπηρεσιών αυτών, δραστηριοποιούνται συχνά επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας που μπορούν να χρηματοδοτηθούν από το κράτος μέσω αυξήσεων κεφαλαίου, μόνο ένα δάνειο υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς συνιστά δυνατότητα χρηματοδότησης μη εντασσόμενη στο πλαίσιο του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, μπορεί να χορηγηθεί ad hoc και χωρίς προηγούμενη διοικητική διαδικασία.

31.

Συγχρόνως, όμως, το πλεονέκτημα της πρόωρης εκτελέσεως της ενισχύσεως συνίσταται επίσης στο ότι οι ανταγωνιστές του αποδέκτη της ενισχύσεως υφίστανται τις επιπτώσεις μιας συμβατής με την εσωτερική αγορά ενισχύσεως νωρίτερα απ’ ό,τι αν είχε τηρηθεί η διαδικασία, με αποτέλεσμα να βελτιώνεται η ανταγωνιστική θέση του αποδέκτη της ενισχύσεως έναντι των άλλων συμμετεχόντων στην αγορά για όσο διάστημα διαρκεί η παρανομία ( 29 ).

32.

Το πλεονέκτημα αυτό, το οποίο διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο σε σχέση με μια αγορά που δεν έχει σχέση με υπηρεσίες κοινής ωφελείας, δημιουργείται και υπέρ των παρόχων υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Πράγματι, από το άρθρο 14 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ συνάγεται σαφώς ότι και σε αυτόν τον τομέα κατ’ αρχήν υφίσταται και είναι ευκταίος ο ανταγωνισμός. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύουν ότι αυτή η εκτίμηση ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς ως προς την οποία τίθεται ζήτημα εν προκειμένω. Η Viasat ως ιδιωτική επιχείρηση είναι ανταγωνίστρια της δημόσιας επιχείρησης TV 2. Επομένως, η επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί η παροχή των υπηρεσιών βρίσκεται σε μια ανταγωνιστική θέση που βελτιώνεται, διότι διαθέτει, ήδη σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή δεν έχει ακόμη εκδώσει απόφαση σχετικά με την ενίσχυση, οικονομικά μέσα για τη διαμόρφωση του προγράμματός της. Στον τηλεοπτικό τομέα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι τέτοια μέσα έχουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τον ανταγωνισμό για τη διασφάλιση αποκλειστικών δικαιωμάτων εκπομπής.

33.

Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να απορριφθούν και οι αντιρρήσεις της TV 2 καθώς και της Δανικής και της Ολλανδικής Κυβέρνησης, κατά τις οποίες, στην παρούσα υπόθεση, η TV 2 δεν απέκτησε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα συνεπεία της πρόωρης εκτελέσεως της ενισχύσεως ή, εν πάση περιπτώσει, ότι τέτοιο πλεονέκτημα θα έπρεπε να διαπιστωθεί στο πλαίσιο κατά περίπτωση εκτιμήσεως. Προς στήριξη της απόψεώς τους, οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία προβάλλουν κυρίως ότι η TV 2 δεν έλαβε υπερβολική αποζημίωση συνεπεία της ενισχύσεως, στοιχείο που πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων της πρόωρης εκτελέσεως της ενισχύσεως.

34.

Εντούτοις, η ως άνω αντίρρηση, η οποία συνδέεται θεματικά με το ζήτημα της συμβατότητας της ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά και, επομένως, με το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να προβληθεί κατά του απορρέοντος από τη διαδικαστική παράβαση πλεονεκτήματος της πρόωρης πρόσβασης στην ενίσχυση, το οποίο εξετάστηκε στο σημείο 31 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του πραγματικού πλεονεκτήματος και του πλεονεκτήματος που προκύπτει από την παράνομη εκτέλεση. Ενώ το πρώτο αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση της ενίσχυσης, τη συνδρομή της οποίας οφείλει να διαπιστώνει η Επιτροπή βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, το δεύτερο συνιστά πλεονέκτημα που δεν χρήζει διερευνήσεως κατά περίπτωση, διότι η βελτίωση της θέσεως έναντι των πιθανών ανταγωνιστών προκύπτει ήδη από τη διαθεσιμότητα των κρατικών πόρων και συντρέχει ανεξαρτήτως του αν η Επιτροπή κρίνει το μέτρο ενισχύσεως συμβατό με την εσωτερική αγορά. Πράγματι, ακόμη και όταν ένα μέτρο είναι δικαιολογημένο, θωρείται ως τέτοιο μόνο υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της νόμιμης διαδικασίας ( 30 ).

35.

Από τα ανωτέρω πρέπει να συναχθεί ο κανόνας ότι ενίσχυση η οποία εκτελέστηκε κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και αποφυγής λήψεως μέτρων, την οποία προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, θεμελιώνει αξίωση καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης συμβατότητάς της με την εσωτερική αγορά, διότι η πρόωρη εκτέλεση παρέχει στον αποδέκτη της ενισχύσεως αδικαιολόγητο πλεονέκτημα.

2. Καμία εξαίρεση στην περίπτωση ενισχύσεων που αφορούν την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος

36.

Τίθεται ωστόσο το ζήτημα αν η προνομιακή μεταχείριση την οποία επιφυλάσσουν στην παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος οι ευρωπαϊκές Συνθήκες, και ιδίως τα άρθρα 14 και 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθιστά αναγκαία μια εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα. Σε αυτό το φάσμα κινούνται οι αντιρρήσεις της TV 2 και της Αυστριακής Κυβέρνησης, κατά τις οποίες, λόγω του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι ρυθμίσεις του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και πάντως, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση καταβολής τόκων, πρέπει να μην εφαρμοστούν, στον βαθμό που οι ρυθμίσεις αυτές ή η υποχρέωση αυτή εμποδίζουν την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

37.

Κατά το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών και ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί.

38.

Κατά το άρθρο 14 ΣΛΕΕ, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4 ΣΕΕ και των άρθρων 93, 106 και 107 ΣΛΕΕ, και ενόψει της θέσης που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Ένωση και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, και εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών, μεριμνούν ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους.

39.

Τα συνημμένα στις Συνθήκες πρωτόκολλα αριθ. 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος ( 31 ) και αριθ. 29 για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη ( 32 ) ενισχύουν τις δύο αυτές διατάξεις ( 33 ).

40.

Η υποχρέωση καταβολής τόκων για παράνομες, από τυπικής απόψεως, ενισχύσεις είναι δυνατόν να επηρεάσει τον σκοπό που συνίσταται στη διασφάλιση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Πράγματι, θα ήταν ασύμβατη με τον σκοπό αυτό και, επομένως, εν τέλει με τις προαναφερθείσες επιταγές του πρωτογενούς δικαίου η οριστική αφαίρεση από τον αποδέκτη ενισχύσεως, μέσω της υποχρεώσεως καταβολής τόκων, των μέσων που χρειάζεται για να παράσχει τις υπηρεσίες αυτές.

41.

Εντούτοις, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει δύο οδούς για την υπέρβαση της απαγορεύσεως χορήγησης κρατικών ενισχύσεων όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη υπηρεσιών τέτοιου είδους και για την προσήκουσα εξισορρόπηση της υποχρεώσεως καταβολής τόκων και της διασφαλίσεως της παροχής υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος: Πρώτον, ορισμένα κρατικά μέτρα υποστήριξης δεν συνιστούν, βάσει των κριτηρίων της αποφάσεως Altmark Trans ( 34 ), ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, δεύτερον, η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει μέτρα υποστήριξης που δεν πληρούν τα ανωτέρω κριτήρια και, επομένως, συνιστούν ενισχύσεις.

42.

Επομένως, σε αυτές τις ειδικές περιπτώσεις ενισχύσεων, όταν, λόγω της υποχρεώσεως καταβολής τόκων, προκύψει κενό χρηματοδοτήσεως αναφορικά με την παροχή της υπηρεσίας, το κράτος μέλος δύναται να εξετάσει αν θα αντισταθμίσει τις δαπάνες του παρόχου, οι οποίες αντιστοιχούν στην καταβολή τόκων, σύμφωνα με τα κριτήρια της απόφασης Altmark Trans ( 35 ), προκειμένου να καταστεί παρά ταύτα δυνατή η παροχή των αναγκαίων υπηρεσιών. Σε αυτή την περίπτωση, η παροχή των υπηρεσιών εξακολουθεί να διασφαλίζεται. Ως εκ τούτου, το δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων δεν αντιτίθεται στην αντιστάθμιση της δαπάνης που αντιστοιχεί στην καταβολή τόκων.

43.

Εάν το μέτρο που συνίσταται σε επιστροφή των τόκων στον πάροχο της υπηρεσίας δεν πληροί τα κριτήρια της αποφάσεως Altmark, το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε να παράσχει τους αναγκαίους πόρους ως ενίσχυση, η οποία όμως θα προϋπέθετε την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής ( 36 ). Η ενίσχυση αυτή θα ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, στο μέτρο κατά το οποίο η απορρέουσα από τους τόκους οικονομική επιβάρυνση εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την παροχή των ανατεθεισών υπηρεσιών.

44.

Στην ως άνω λύση θα μπορούσε να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αποδέκτης μιας εγκεκριμένης επιχορήγησης υποχρεώνεται να επιστρέψει μέρος της στο κράτος μέλος υπό τη μορφή τόκων, προκειμένου και μόνο, στη συνέχεια, να λάβει εκ νέου το ποσό αυτό υπό τη μορφή νέας ενισχύσεως –τούτο δε με προβαλλόμενο αποκλειστικό σκοπό την τήρηση τυπικών διαδικαστικών απαιτήσεων. Με αυτά τα δεδομένα τίθεται το ερώτημα αν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, η αναστολή της υποχρεώσεως καταβολής τόκων για παράνομες μεν, πλην όμως εγκριθείσες ενισχύσεις που αφορούν την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος θα ανταποκρινόταν καλύτερα στην ουσιαστική έννομη κατάσταση των ενδιαφερομένων.

45.

Εντούτοις, μια τέτοια άποψη είναι απορριπτέα. Κατ’ αρχάς είναι αντίθετη στην κατανομή των αρμοδιοτήτων ελέγχου στο πλαίσιο του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων. Τούτο διότι η «αναστολή» των τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας ( 37 ) συνιστά, στην πραγματικότητα, απαλλαγή από την καταβολή τους και, επομένως, ενίσχυση, στην περίπτωση που δεν πληρούνται τα κριτήρια της αποφάσεως Altmark Trans. Ο έλεγχος της συμβατότητας μιας τέτοιας ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής και δεν μπορεί να διενεργηθεί, ούτε σε μεμονωμένες περιπτώσεις, από τα εθνικά δικαστήρια.

46.

Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η υποχρέωση κοινοποίησης και αποφυγής λήψης μέτρων, την αποτελεσματική τήρηση της οποίας διασφαλίζει η υποχρέωση καταβολής τόκων, διαφυλάσσει, πέραν των προαναφερθέντων σκοπών ( 38 ), και τα δικαιώματα των ανταγωνιστών του αποδέκτη ενισχύσεως. Η πτυχή αυτή δεν χάνει τη σημασία της όταν η ενίσχυση αποδεικνύεται συμβατή με την εσωτερική αγορά και οι τόκοι επιστρέφονται στον αποδέκτη.

47.

Κατά τα λοιπά, τα διαδικαστικά δικαιώματα των ανταγωνιστών έχουν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Αφενός, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να συμβάλει ουσιωδώς στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Αφετέρου, η απαγόρευση χορήγησης κρατικών ενισχύσεων αποσκοπεί στην προστασία του ανόθευτου ανταγωνισμού, ο οποίος επιτρέπεται να περιορίζεται μέσω ενισχύσεων για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος μόνο στο μέτρο κατά το οποίο τούτο είναι πραγματικά αναγκαίο.

48.

Ο προτεινόμενος εν προκειμένω τρόπος άρσεως της συγκρούσεως μεταξύ της υποχρεώσεως καταβολής τόκων και της διασφαλίσεως της παροχής υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος συνεπάγεται μεν αυξημένη διοικητική επιβάρυνση, πλην όμως εξαλείφει κάθε κίνητρο για παράλειψη της προηγούμενης κοινοποιήσεως κρατικών ενισχύσεων όσον αφορά υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Επιπλέον διαφυλάσσει την κατανομή αρμοδιοτήτων ελέγχου μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο του δικαίου κρατικών ενισχύσεων. Εγγυάται τα δικαιώματα των ανταγωνιστών και μεριμνά ώστε η έκταση τέτοιων ενισχύσεων να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο –είτε στο πλαίσιο των κριτηρίων της αποφάσεως Altmark είτε κατά την έγκριση από την Επιτροπή.

49.

Επομένως, η υποχρέωση ενός εθνικού δικαστηρίου να επιβάλει σε αποδέκτη κρατικής ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας ισχύει ακόμη και όταν η παράνομη κρατική ενίσχυση χορηγήθηκε για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και η Επιτροπή την έκρινε εκ των υστέρων συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, βάσει εκτιμήσεως της συνολικής οικονομικής καταστάσεως της δημόσιας επιχειρήσεως, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλαιοποιήσεώς της.

Γ.   Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα

50.

Η βάση επί της οποίας υπολογίζεται το ποσό των τόκων αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά το ποσό με βάση το οποίο υπολογίζονται οι τόκοι για το χρονικό διάστημα της παρανομίας. Κατ’ ουσίαν, επιθυμεί να πληροφορηθεί αν πρέπει να επιβληθούν τόκοι επί του συνόλου των χρηματοδοτικών μέτρων υπέρ της TV 2 κατά το χρονικό διάστημα που εξετάζεται εν προκειμένω ή αν ορισμένα μέτρα εξαιρούνται.

51.

Στα ερωτήματα αυτά μπορεί να δοθεί κοινή απάντηση. Τα εν λόγω ερωτήματα αφορούν μεν διαφορετικές πτυχές, διότι το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στο τμήμα εκείνο των μέτρων χρηματοδότησης υπέρ της TV 2 που ήταν αποτέλεσμα των διαφημιστικών εσόδων, ενώ το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στα ποσά που διοχέτευε η TV 2 στους περιφερειακούς σταθμούς. Εντούτοις, για αμφότερα τα ερωτήματα, η απάντηση προκύπτει εξίσου από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις και τη νομολογία που έχει εκδοθεί επί των διατάξεων αυτών.

52.

Κατά τις εν λόγω διατάξεις και την εν λόγω νομολογία, η υποχρέωση κοινοποιήσεως και αποφυγής λήψεως μέτρων αφορά κάθε μέτρο ενισχύσεως ( 39 ). Τα δικαστήρια της Ένωσης έχουν επιβεβαιώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τόσο ως προς τα διαφημιστικά έσοδα ( 40 ) όσο και ως προς τα ποσά που διοχέτευε η TV 2 στους περιφερειακούς σταθμούς ( 41 ). Επομένως είναι βέβαιο ότι και αυτά τα τμήματα των μέτρων χρηματοδοτήσεως συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.

53.

Δεδομένου ότι το δανικό κράτος δεν προέβη στην προσήκουσα κοινοποίησή τους ούτε σε αναστολή τους έως την έγκρισή τους από την Επιτροπή, πρόκειται για παράνομες, από τυπικής απόψεως, ενισχύσεις που συνεπάγονται τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, ακόμη και σε σχέση με τα ποσά που αναφέρονται χωριστά εδώ.

54.

Όπως προαναφέρθηκε, όσον αφορά την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας δεν έχει σημασία ούτε αν ο αποδέκτης της παράνομης ενισχύσεως αποκόμισε ή διατηρεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα εξ αυτής ( 42 ). Επομένως δεν έχει σημασία ότι, κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, η TV 2 δεν διατήρησε «καθαρό πλεονέκτημα» από τα έσοδα που διοχέτευε στους περιφερειακούς σταθμούς. Η υποχρέωση καταβολής τόκων απορρέει από την παράβαση της διαδικασίας και αντισταθμίζει το πλεονέκτημα που προκύπτει από την πρόωρη εκτέλεση της ενισχύσεως ( 43 ).

55.

Επομένως, στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να επιβάλουν στον αποδέκτη κρατικής ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας, επί όλων των ποσών που χαρακτηρίστηκαν με απόφαση της Επιτροπής, η οποία κατέστη οριστική, ως ευνοϊκή μεταχείριση του αποδέκτη της ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

VI. Πρόταση

56.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1.

Το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να επιβάλει στον αποδέκτη ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας ακόμη και όταν η παράνομη κρατική ενίσχυση χορηγήθηκε για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και η Επιτροπή την έκρινε εκ των υστέρων συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, βάσει εκτιμήσεως της συνολικής οικονομικής καταστάσεως της δημόσιας επιχειρήσεως, συμπεριλαμβανομένης της κεφαλαιοποιήσεώς της.

2.

Το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να επιβάλει στον αποδέκτη ενισχύσεως την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα της παρανομίας για όλα τα ποσά που χαρακτηρίστηκαν με απόφαση της Επιτροπής, η οποία κατέστη οριστική, ως ευνοϊκή μεταχείριση του αποδέκτη της ενισχύσεως υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:C:2017:178), καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2017, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (C‑649/15 P, EU:C:2017:835), Επιτροπή κατά TV2/Danmark (C‑656/15 P, EU:C:2017:836), και Viasat Broadcasting UK/TV2/Danmark (C‑657/15 P, EU:C:2017:837).

( 3 ) Σημεία 39 επ. της ανακοίνωσης σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια (ΕΕ 2009, C 85, σ. 1).

( 4 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF und Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 52 και 55 καθώς και διατακτικό 1).

( 5 ) ΕΕ 2015, L 248, σ. 9.

( 6 ) Ο κανονισμός 2015/1589 αντικατέστησε από την έναρξη ισχύος του στις 14 Οκτωβρίου 2015 τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1) και ενσωμάτωσε επί λέξει το άρθρο 14, παράγραφος 2, αυτού στο νέο άρθρο του 16, παράγραφος 2.

( 7 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2008, TV2/Danmark κλπ. κατά Επιτροπής (T‑309/04, T‑317/04, T‑329/04 και T‑336/04, EU:T:2008:457).

( 8 ) Απόφαση COM 2011/839/ΕΕ της 20ής Απριλίου 2011 (ΕΕ 2011, L 340, σ. 1).

( 9 ) Αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:C:2017:178), καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2017, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (C‑649/15 P, EU:C:2017:835), Επιτροπή κατά TV2/Danmark (C‑656/15 P, EU:C:2017:836), και Viasat Broadcasting UK κατά TV2/Danmark (C‑657/15 P, EU:C:2017:837).

( 10 ) Άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 2015/1589.

( 11 ) Απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar (C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 12 ) Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 17), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 36).

( 13 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 47).

( 14 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2014, L 187, σ. 1).

( 15 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79).

( 16 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 55).

( 17 ) Κατά τον κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρόνο ίσχυε ο κανονισμός 659/1999· αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 2015/1589, στον οποίο επαναλαμβάνεται επί λέξει η διάταξη σχετικά με τους τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας.

( 18 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 52).

( 19 ) Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Féderation nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon (C‑354/90, EU:C:1991:440, σκέψη 16), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 40).

( 20 ) Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Féderation nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon (C‑354/90, EU:C:1991:440, σκέψη 16), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 40).

( 21 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψη 42).

( 22 ) Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψεις 38 και 44), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 38, 41 και 46).

( 23 ) Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψη 38), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 38).

( 24 ) Πρβλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψη 41).

( 25 ) Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2006, Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψεις 47 και 48), και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 46).

( 26 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 52).

( 27 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 38 και 39).

( 28 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 51).

( 29 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 50 και 51).

( 30 ) Πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar (C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 98).

( 31 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 308.

( 32 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 312.

( 33 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:C:2017:178, σκέψεις 36 και 37).

( 34 ) Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415).

( 35 ) Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψεις 88 έως 93)· βλ. επίσης απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής (C‑660/15 P, EU:C:2017:178, σκέψη 26).

( 36 ) Μια παρόμοια λύση έχει ήδη επιλεγεί μία φορά στην προκειμένη υπόθεση: Απόφαση C(2004) 3632 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2004, στην αφορώσα κρατική ενίσχυση υπόθεση N 313/2004 περί ανακεφαλαιοποιήσεως της [TV2 A/S] (ΕΕ 2005, C 172, σ. 3).

( 37 ) Σημεία 22 έως 35 των παρουσών προτάσεων.

( 38 ) Σημείο 18 των παρουσών προτάσεων.

( 39 ) Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, αιτιολογικές σκέψεις 2 και 5, άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 2015/1589, καθώς και απόφαση της 5ης Μαρτίου 2019, Eesti Pagar (C‑349/17, EU:C:2019:172, σκέψη 88).

( 40 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά TV2/Danmark (C‑656/15 P, EU:C:2017:836, σκέψεις 52 και 53).

( 41 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2015, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (T‑674/11, EU:T:2015:684, σκέψεις 167 έως 172), και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 2017, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (C‑649/15 P, EU:C:2017:835, σκέψεις 48 έως 57).

( 42 ) Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.

( 43 ) Βλ. σημεία 31 και 34 των παρουσών προτάσεων.