ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA
της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑407/19 και C‑471/19
Katoen Natie Bulk Terminals NV,
General Services Antwerp NV
κατά
Belgische Staat
[αίτηση του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
και
Middlegate Europe NV
κατά
Ministerraad,
παρισταμένων των:
Katoen Natie Bulk Terminals NV,
General Services Antwerp NV,
Koninklijk Verbond der Beheerders van Goederenstromen (KVBG) CVBA,
MVH Logistics en Stuwadoring BV
[αίτηση του Grondwettelijk Hof (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άσκηση λιμενικών δραστηριοτήτων – Λιμενεργάτες (φορτοεκφορτωτές) – Πρόσβαση στο επάγγελμα και πρόσληψη – Διαδικασία αναγνωρίσεως φορτοεκφορτωτών – Λιμενεργάτες ενταγμένοι σε σύστημα ποσοστώσεως (pool) – Απευθείας πρόσληψη φορτοεκφορτωτών – Περιορισμός της διάρκειας της συμβάσεως εργασίας – Κινητικότητα φορτοεκφορτωτών μεταξύ λιμενικών ζωνών – Εργαζόμενοι στον τομέα της εφοδιαστικής – Προσωρινή εφαρμογή εθνικού κανόνα ασύμβατου προς το δίκαιο της Ένωσης»
|
1. |
Η φόρτωση και η εκφόρτωση πλοίων σε λιμένες αποτελούσαν έργο των φορτοεκφορτωτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, εργάζονταν περιστασιακά και υπό σκληρές συνθήκες. Ο αγώνας τους για βελτίωση των συνθηκών αυτών, επικουρούμενος από καλά οργανωμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις, είχε ως αποτέλεσμα πολλά κράτη να θεσπίσουν ειδικούς κανόνες για τη ρύθμιση αυτής της σχέσεως εργασίας. |
|
2. |
Κοινό στοιχείο των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών ήταν ότι επιφύλασσαν τις εργασίες αυτές αποκλειστικώς σε φορτοεκφορτωτές ενταγμένους σε σύστημα ποσοστώσεως ή σε σαφώς οριοθετημένη στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) («αναγνωρισμένοι» φορτοεκφορτωτές, σύμφωνα με την κρατούσα στις υποθέσεις αυτές ορολογία). Αυτούς τους φορτοεκφορτωτές έπρεπε υποχρεωτικώς να απασχολούν οι επιχειρήσεις παροχής λιμενικών υπηρεσιών. |
|
3. |
Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, η στοιβασία και οι λοιπές λιμενικές εργασίες γνώρισαν αλλαγές, η εργατική, όμως, νομοθεσία, η οποία, υπό διάφορες μορφές, ευνοούσε το «μονοπώλιο» των αναγνωρισμένων φορτοεκφορτωτών εξακολουθεί, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να ισχύει σε ορισμένα κράτη μέλη ( 2 ). |
|
4. |
Το 2014 ( 3 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ισπανική εργατική νομοθεσία περί λιμενικών εργασιών, η οποία ακολουθούσε τα παραδοσιακά, στον τομέα αυτόν, πρότυπα, ήταν ασύμβατη προς την ελευθερία εγκαταστάσεως του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. |
|
5. |
Παρά τις προσπάθειες της Επιτροπής, δεν κατέστη δυνατόν, τόσο πριν όσο και μετά την απόφαση αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης να εναρμονίσει το τμήμα του καθεστώτος παροχής λιμενικών υπηρεσιών που αφορά τις σχέσεις εργασίας και τις κοινωνικές συνθήκες των λιμενεργατών ( 4 ). |
|
6. |
Οι δύο υπό κρίση προδικαστικές παραπομπές παρέχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει εάν οι βελγικοί κανόνες (οι οποίοι διατηρούν ένα ειδικό εργατικό καθεστώς προσλήψεως φορτοεκφορτωτών) συνάδουν με την ελευθερία εγκαταστάσεως. Ταυτοχρόνως, η εκδοθησόμενη απόφαση μπορεί να καθιερώσει πρόσθετα κριτήρια εκτιμήσεως ως προς τη συμμόρφωση του καθεστώτος των λιμενεργατών με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, και, ιδίως, της ελευθερίας αυτής. Οι λιμένες δεν εκφεύγουν του νόμου ( 5 ). |
I. Νομικό πλαίσιο
Α. Δίκαιο της Ένωσης
|
7. |
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται. Η απαγόρευση αυτή εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιρειών από τους υπηκόους ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους. Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύσταση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, και ιδίως εταιρειών κατά την έννοια του άρθρου 54, δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου της παρούσας Συνθήκης που αναφέρονται στην κυκλοφορία κεφαλαίων.» |
Β. Βελγικό δίκαιο
1. Wet van 8 juni 1972 betreffende de havenarbeid ( 6 )
|
8. |
Οι κρίσιμες διατάξεις του νόμου αυτού, ο οποίος έχει διαδοχικώς τροποποιηθεί, είναι εν προκειμένω οι εξής: «Άρθρο 1 Εντός των λιμενικών ζωνών, ουδείς δύναται να αναθέσει λιμενικές εργασίες σε μη αναγνωρισμένους λιμενεργάτες. Άρθρο 2 Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος νόμου, ισχύει ο ορισμός των λιμενικών περιοχών και των λιμενικών εργασιών, όπως έχει καθοριστεί με βασιλικό διάταγμα κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 35 και 37 του νόμου της 5ης Δεκεμβρίου 1968, σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως. Άρθρο 3 Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες αναγνωρίσεως των λιμενεργατών καθορίζονται με βασιλικό διάταγμα κατόπιν γνωμοδοτήσεως της αρμόδιας για την οικεία λιμενική ζώνη επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως. […] Άρθρο 3bis Με βασιλικό διάταγμα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της αρμόδιας για την οικεία λιμενική ζώνη επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, δύναται να υποχρεωθούν οι εργοδότες που απασχολούν λιμενεργάτες στη ζώνη αυτή να εγγραφούν σε εγκεκριμένη από το διάταγμα αυτό εργοδοτική οργάνωση, η οποία, ως εντεταλμένη, εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις που, δυνάμει της νομοθεσίας περί ατομικής και συλλογικής εργασίας και της εργατικής νομοθεσίας, βαρύνουν τους εργοδότες λιμενεργατών. Για να τύχει η κατά το προηγούμενο εδάφιο εργοδοτική οργάνωση εγκρίσεως πρέπει τα μέλη της να αποτελούν την πλειονότητα των οικείων εργοδοτών.» |
2. Koninklijk besluit van 12 januari 1973 tot oprichting en vaststelling van de benaming en van de bevoegdheid van het Paritair Comité voor het Havenbedrijf ( 7 )
|
9. |
Το άρθρο 1 ορίζει τα εξής: «Συστήνεται επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, υπό την ονομασία “επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τη λειτουργία των λιμένων”, αρμόδια για τους εργαζομένους εν γένει και τους εργοδότες τους, ήτοι για: όλους τους εργαζομένους και τους εργοδότες τους οι οποίοι, εντός των λιμενικών ζωνών:
[…]» |
3. Koninklijk besluit van 5 juli 2004 betreffende de erkenning van havenarbeiders in de havengebieden die onder het toepassingsgebied vallen van de wet van 8 juni 1972 betreffende de havenarbeid ( 8 )
|
10. |
Το διάταγμα αυτό προέβλεπε, αρχικώς, υποχρέωση αναγνωρίσεως για το σύνολο των φορτοεκφορτωτών που εκτελούσαν λιμενικές εργασίες κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1973. Οι φορτοεκφορτωτές κατατάσσονταν, μετά την αναγνώρισή τους, στη γενική ποσόστωση (pool) ή στην εφοδιαστική. |
|
11. |
Το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004 τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, το οποίο εξεδόθη κατόπιν της προειδοποιητικής επιστολής της Επιτροπής της 28ης Μαρτίου 2014 προς το Βέλγιο ( 9 ). |
|
12. |
Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004, όπως ισχύει στις υπό κρίση υποθέσεις, ορίζει τα εξής: «Άρθρο 1 1. Σε κάθε λιμενική ζώνη, οι λιμενεργάτες αναγνωρίζονται από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως (στο εξής “διοικητική επιτροπή”) που συστήνεται στο πλαίσιο της αρμόδιας για την οικεία λιμενική ζώνη υποεπιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως. Η εν λόγω διοικητική επιτροπή συγκροτείται από:
Οι διατάξεις του βασιλικού διατάγματος της 6ης Νοεμβρίου 1969, περί καθορισμού των γενικών κανόνων λειτουργίας των επιτροπών και υποεπιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως, καθώς και οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 10 του παρόντος βασιλικού διατάγματος, εφαρμόζονται στη λειτουργία της διοικητικής επιτροπής. 2. Η αίτηση αναγνωρίσεως υποβάλλεται εγγράφως ενώπιον της αρμόδιας υποεπιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως βάσει υποδείγματος που διατίθεται προς τον σκοπό αυτόν. Η αίτηση αναφέρει εάν υποβάλλεται με σκοπό απασχόληση εντός ή εκτός της δεξαμενής εργαζομένων (pool). 3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, για τους εργαζομένους που παρέχουν εργασία κατά την έννοια του άρθρου 1 του [βασιλικού διατάγματος της 12ης Ιανουαρίου 1973] σε χώρους όπου τα εμπορεύματα υφίστανται, για την προετοιμασία της περαιτέρω διανομής ή αποστολής τους, μεταποίηση που προσδίδει εμμέσως αποδεικνυόμενη προστιθέμενη αξία, και οι οποίοι διαθέτουν πιστοποιητικό ασφαλείας καλούμενοι «εργαζόμενοι στον τομέα της εφοδιαστικής», το εν λόγω πιστοποιητικό ασφαλείας υπέχει θέση αναγνωρίσεως κατά την έννοια του [νόμου του 1972]. Η αίτηση για την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλείας υποβάλλεται από τον εργοδότη που έχει συνάψει με εργαζόμενο σύμβαση εργασίας για την πραγματοποίηση των κατά το προηγούμενο εδάφιο δραστηριοτήτων και το πιστοποιητικό εκδίδεται κατόπιν προσκομίσεως του δελτίου ταυτότητας και της συμβάσεως εργασίας. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής καθορίζονται με συλλογική σύμβαση εργασίας. Άρθρο 2 1. Μετά την αναγνώρισή τους, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, [πρώτο] εδάφιο, οι λιμενεργάτες είτε συμπεριλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) είτε δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν. Η αναγνώριση ενόψει της ένταξης των λιμενεργατών στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) συναρτάται με τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. 2. Η αναγνώριση των λιμενεργατών που έχουν συμπεριληφθεί στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) ισχύει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Οι λεπτομέρειες σχετικά με τη διάρκεια της αναγνωρίσεως καθορίζονται με συλλογική σύμβαση. 3. Οι λιμενεργάτες που δεν έχουν συμπεριληφθεί στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας σύμφωνα με τον νόμο της 3ης Ιουλίου 1978, σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας. Η διάρκεια της ισχύος αναγνωρίσεως περιορίζεται στη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας. […] Άρθρο 4 1. Η αναγνώριση ενός εργαζομένου ως λιμενεργάτη κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προϋποθέτει ότι αυτός: […]
[…]
2. Η αναγνώριση ενός λιμενεργάτη ισχύει σε κάθε λιμενική ζώνη, όπως αυτή ορίζεται με βασιλικό διάταγμα κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 35 και 37 του νόμου της 5ης Δεκεμβρίου 1968, σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως. Οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας λιμενεργάτης μπορεί να εργαστεί σε άλλη λιμενική ζώνη από εκείνη στην οποία έχει αναγνωριστεί καθορίζονται με συλλογική σύμβαση. Η ορισθείσα ως εντεταλμένη δυνάμει του άρθρου 3bis του [νόμου του 1972] εργοδοτική οργάνωση παραμένει εντεταλμένη στην περίπτωση κατά την οποία ο λιμενεργάτης εργάζεται εκτός της λιμενικής ζώνης στην οποία έχει αναγνωριστεί. 3. Οι λιμενεργάτες που μπορούν να αποδείξουν ότι πληρούν ισοδύναμες προϋποθέσεις σχετικά με την λιμενική εργασία σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης παύουν να υπόκεινται, όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος, στις προϋποθέσεις αυτές. 4. Οι αιτήσεις αναγνωρίσεως και ανανεώσεως υποβάλλονται στη διοικητική επιτροπή και διεκπεραιώνονται από αυτήν. […] Άρθρο 13/1 1. Η κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμβαση εργασίας συνάπτεται για αόριστο χρόνο· 2. η κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμβαση εργασίας συνάπτεται για ελάχιστη διάρκεια 2 ετών· 3. η κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμβαση εργασίας συνάπτεται για ελάχιστη διάρκεια 1 έτους· 4. η κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμβαση εργασίας συνάπτεται για ελάχιστη διάρκεια 6 μηνών. […] Άρθρο 15/1 Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος βασιλικού διατάγματος:
[…]» |
II. Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα
Α. Υπόθεση C‑407/19
|
13. |
Η Katoen Natie Bulk Terminals NV (στο εξής: Katoen) ( 10 ) και η General Services Antwerp NV (στο εξής: General Services) ( 11 ) είναι δύο εταιρίες εγκατεστημένες στο Βέλγιο των οποίων η δραστηριότητα, τόσο στη χώρα αυτή όσο και στην αλλοδαπή, περιλαμβάνει λιμενικές εργασίες. |
|
14. |
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2016, οι δύο αυτές εταιρίες προσέβαλαν ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας, Βέλγιο) το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016. Ζήτησαν την ακύρωσή του διότι, κατά την άποψή τους, αντέβαινε στις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης, καθώς και στους κανόνες περί ελεύθερου ανταγωνισμού ( 12 ) και, μολονότι φαινόταν να αποσκοπεί στη ελευθέρωση της αγοράς εργασίας, στην πραγματικότητα παγίωνε ή προσέθετε στη νομοθεσία περί λιμενικών εργασιών έως επτά περιττούς και δυσανάλογους περιορισμούς. |
|
15. |
Από τους περιορισμούς αυτούς, σημαντικότεροι, κατά την άποψή τους, ήταν:
|
|
16. |
Οι περιορισμοί αυτοί, προσέθεταν, υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών γενικού συμφέροντος και δεν είναι δικαιολογημένοι. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περάτωσε, για πολιτικούς λόγους, τη διαδικασία επί παραβάσει, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της να επανεξετάσει την κατάσταση, ουδόλως αναιρεί την ασυμβατότητα των περιορισμών αυτών προς το δίκαιο της Ένωσης. |
|
17. |
Η Βελγική Κυβέρνηση αρνείται ότι το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016 παραβιάζει την ελευθερία εγκαταστάσεως ή άλλες ελευθερίες. Ούτε η προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες εταιρίες συνιστούν επαρκείς αποδείξεις για τη συνδρομή παραβάσεως. Η Επιτροπή δεν περάτωσε τη διαδικασία επί παραβάσει για πολιτικούς λόγους, αλλά διότι εισακούστηκαν οι ανησυχίες που είχε εκφράσει. |
|
18. |
Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση δυσμενής διάκριση, καθόσον όλες οι εταιρίες, ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεώς τους, υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Οι εταιρίες άλλων κρατών μελών τυγχάνουν της ίδιας αντιμετωπίσεως με τις ημεδαπές. |
|
19. |
Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υφίσταντο οι προβαλλόμενοι περιορισμοί (πράγμα το οποίο αρνείται), η νομοθεσία περί λιμενικών εργασιών, μέρος της οποίας αποτελεί το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, είναι αναγκαία, αναλογική, και επαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον:
|
|
20. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Β. Υπόθεση C‑471/19
|
21. |
Η Middlegate Europe είναι μεταφορική εταιρία με έδρα την Zeebrugge (Βέλγιο) η οποία δραστηριοποιείται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στο πλαίσιο διεθνών οδικών μεταφορών, οι εργαζόμενοί της τοποθετούν, με τη βοήθεια ρυμουλκού οχήματος, στην αποβάθρα του λιμένος της Zeebrugge, μεταξύ άλλων, ρυμουλκούμενα οχήματα για θαλάσσιες μεταφορές στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. |
|
22. |
Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2011, η αστυνομία συνέταξε πρακτικό κατά της Middlegate Europe για παράβαση του άρθρου 1 του νόμου του 1972 (εκτέλεση λιμενικών εργασιών από μη αναγνωρισμένο λιμενεργάτη). Με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2013, της επεβλήθη πρόστιμο ύψους 100 ευρώ. |
|
23. |
Η Middlegate Europe προσέφυγε κατά της κυρώσεως αυτής ενώπιον του arbeidsrechtbank te Gent, afdeling Brugge (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Γάνδης, τμήμα Μπρυζ, Βέλγιο), το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή. Το arbeidshof te Gent (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης, Βέλγιο) απέρριψε, με τη σειρά του, την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. |
|
24. |
Η Middlegate Europe άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hof van Cassatie (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο), ισχυριζόμενη ότι τα άρθρα 1 και 2 του νόμου του 1972 αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 23 του βελγικού Συντάγματος (αρχή της ισότητας και της ελευθερίας του εμπορίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας). |
|
25. |
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το Hof van Cassatie (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) υπέβαλε στο Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο, Βέλγιο) ερώτημα συνταγματικότητας. Το τελευταίο θεωρεί αναγκαία, προκειμένου να αποφανθεί επί του υποβληθέντος ερωτήματος, την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, καθόσον ενώπιόν του έχουν προβληθεί νομικά επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά της συμβατότητας του εσωτερικού νόμου προς το δίκαιο της Ένωσης. |
|
26. |
Συγκεκριμένα, υποβάλλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
27. |
Αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑407/19 και C‑471/19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Katoen, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. |
|
28. |
Η προσδιορισθείσα για τις 23 Απριλίου 2020 επ’ ακροατηρίου συζήτηση αντικαταστάθηκε από ερωτήσεις του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους, οι οποίες απαντήθηκαν γραπτώς. |
IV. Προκαταρκτικές διευκρινίσεις
Α. Αμιγώς εσωτερική κατάσταση;
|
29. |
Δεδομένου ότι οι διαφορές στις οποίες ανάγονται οι υπό κρίση προδικαστικές παραπομπές αφορούν καταστάσεις χωρίς διασυνοριακά στοιχεία, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα [όπως πράττει το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας)] ( 13 ) εάν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων. |
|
30. |
Κατ’ αρχήν, οι κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με τις ελευθερίες κυκλοφορίας, καθώς και οι πράξεις που εκδίδονται σε εκτέλεσή τους, δεν μπορούν να εφαρμόζονται σε καταστάσεις όπου όλα τα σχετικά στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους ( 14 ). |
|
31. |
Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας ακυρώσεως διατάξεων εφαρμοζόμενων όχι μόνο σε ημεδαπούς υπηκόους, αλλά και σε υπηκόους άλλων κρατών μελών, η απόφαση την οποία θα εκδώσει το αιτούν δικαστήριο κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου θα παραγάγει έννομα αποτελέσματα και έναντι των υπηκόων άλλων κρατών μελών, οπότε παρίσταται δικαιολογημένη η απάντηση στα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί σχετικά με τις διατάξεις της Συνθήκης περί θεμελιωδών ελευθεριών, παρά το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνον κράτους μέλους ( 15 ). |
|
32. |
Στις περιπτώσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αιτιολογήσει την ανάγκη της προδικαστικής ερμηνείας του Δικαστηρίου ( 16 ). Το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή αναφέροντας τα εξής:
|
|
33. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) αιτιολόγησε επαρκώς ότι, παρά τον αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα της καταστάσεως, η διαφορά μπορεί να έχει διασυνοριακή διάσταση επαρκή για να καταστήσει αναγκαία τη συνεργασία του Δικαστηρίου μέσω του μηχανισμού προδικαστικής παραπομπής. |
Β. Δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης
|
34. |
Στην υπόθεση C‑407/19, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) υποβάλλει έως επτά ερωτήματα σχετικά με τα άρθρα 49, 56, 45, 34, 35, 101 και 102 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό ενδεχομένως με το άρθρο 106, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Σκοπός της παραθέσεως αυτής είναι να εξακριβωθεί εάν οι επίμαχες βελγικές διατάξεις είναι συμβατές προς τα εν λόγω άρθρα. |
|
35. |
Ωστόσο, η διάταξη περί παραπομπής δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητη η ερμηνεία όλων αυτών των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. |
|
36. |
Τούτο ισχύει, ιδίως, σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και, σε μικρότερο βαθμό, με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων (όσον αφορά τις δύο τελευταίες υφίστανται κάποιες αναφορές στην εν λόγω διάταξη). Το σκεπτικό του αιτούντος δικαστηρίου επικεντρώνεται στην ελευθερία εγκαταστάσεως, πράγμα που είναι λογικό, καθόσον η διαφορά αφορά τους περιορισμούς που συνεπάγεται το βελγικό καθεστώς προσλήψεως φορτοεκφορτωτών για όσες επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών επιθυμούν να εγκατασταθούν και να παράσχουν υπηρεσίες στους βελγικούς λιμένες ( 17 ). |
|
37. |
Η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει επαρκείς εξηγήσεις ούτε σε σχέση με τους κανόνες ανταγωνισμού που έχουν εφαρμογή στις επιχειρήσεις (άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ) ή τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τις επιχειρήσεις με ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα (άρθρο 106, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους κανόνες αυτούς και να κρίνει εάν η επίμαχη εθνική ρύθμιση είναι συμβατή προς αυτούς ( 18 ). |
|
38. |
Πρέπει να προσθέσω, συναφώς, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει, με την απόφαση Becu κ.λπ. ( 19 ), τη βελγική νομοθεσία περί λιμενεργατών υπό το πρίσμα του άρθρου 106, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο έκρινε τότε ότι τα άρθρα αυτά δεν απονέμουν στους ιδιώτες το δικαίωμα να αντιταχθούν στην εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους η οποία τους υποχρεώνει να απευθύνονται αποκλειστικώς σε αναγνωρισμένους λιμενεργάτες, όπως εκείνοι τους οποίους αφορά ο νόμος του 1972, και τους επιβάλλει να καταβάλλουν στους λιμενεργάτες αυτούς αμοιβή πολύ υψηλότερη των μισθών των μισθωτών που προσλαμβάνουν οι ίδιοι ή των μισθών που καταβάλλουν σε άλλους εργαζομένους ( 20 ). |
|
39. |
Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα του περιεχομένου των διατάξεων περί παραπομπής, αντικείμενο ερμηνείας πρέπει, κατ’ ουσίαν, να αποτελέσει το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση με τα προεκτεθέντα χαρακτηριστικά. Θα πρέπει, επιπλέον, να ληφθεί υπόψη το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων. |
Γ. Πρωτογενές δίκαιο ή κανόνες εναρμονίσεως;
|
40. |
Μέχρι την έκδοση του κανονισμού 2017/352 ( 21 ), ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε εναρμονίσει την παροχή λιμενικών υπηρεσιών. Οι προηγούμενες προσπάθειες (2004 και 2007) να θεσπιστούν σχετικές οδηγίες κατέληξαν σε αποτυχία, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, οφειλόταν στην αντίθεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων φορτοεκφορτωτών στην εφαρμογή της «αυτοεξυπηρετήσεως» (self‑handling) ( 22 ). |
|
41. |
Πρόκειται για τον τρόπο φορτώσεως και εκφορτώσεως στους λιμένες που προέβλεπε η πρόταση της Επιτροπής ( 23 ), σύμφωνα με τον οποίον οι εν λόγω εργασίες εκτελούνται από τους εργαζομένους της ίδιας της πλοιοκτήτριας εταιρίας (ή από μη αναγνωρισμένους εργαζομένους, οι οποίοι προσλαμβάνονται απευθείας από τους πλοιοκτήτες ή τις επιχειρήσεις παροχής λιμενικών υπηρεσιών). |
|
42. |
Όπως ήδη ανέφερα ( 24 ), ο κανονισμός 2017/352 απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής του τον πυρήνα των εργατικών πτυχών των λιμενικών υπηρεσιών: το άρθρο του 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι «δεν θίγει την εφαρμογή των κοινωνικών και εργασιακών κανόνων των κρατών μελών» ( 25 ). Ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε, συνεπώς, να μην παρέμβει στις βασικές πτυχές του νομικού καθεστώτος των φορτοεκφορτωτών ( 26 ). Ως εκ τούτου, οι εθνικοί κανόνες στον τομέα αυτόν πρέπει να εξετάζονται ευθέως υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. |
|
43. |
Χρήσιμη ενδεχομένως θα ήταν η ερμηνεία της οδηγίας 2005/36/ΕΕ, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ( 27 ), παρά το γεγονός ότι δεν παρατίθεται στις διατάξεις περί παραπομπής. |
Δ. Συνάφεια μεταξύ των δύο προδικαστικών παραπομπών
|
44. |
Οι δύο προδικαστικές παραπομπές (C‑407/19 και C‑471/19) συνδέονται στενά μεταξύ τους και για τον λόγο αυτόν αποφασίστηκε η συνεκδίκασή τους. Η οπτική, όμως, γωνία υπό την οποία υποβάλλονται είναι διαφορετική: το Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο) εξετάζει τη συμβατότητα των νόμων προς το βελγικό Σύνταγμα, ενώ το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) ελέγχει τη νομιμότητα διατάξεων κατώτερης τυπικής ισχύος. |
|
45. |
Η υπόθεση C‑471/19 αφορά τη συμβατότητα προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ δύο άρθρων του νόμου του 1972, τούτο, όμως, σε σχέση με πραγματικά περιστατικά που είχαν λάβει χώρα το 2011, ενόσω το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004 ίσχυε χωρίς τις τροποποιήσεις του 2016. |
|
46. |
Πράγματι, το Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο) διερωτάται ως προς τη συμβατότητα με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ (καθώς και με τα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη) των άρθρων 1 και 2 του νόμου του 1972, αυτών καθαυτών και ανεξαρτήτως των εκτελεστικών τους κανονιστικών διατάξεων ( 28 ). |
|
47. |
Στην υπόθεση C‑407/19, το ζήτημα της συμβατότητας τίθεται σε σχέση με τις κανονιστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016. |
V. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑471/19
|
48. |
Προτίθεμαι να εξετάσω, κατ’ αρχάς, τη συμβατότητα με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ του εθνικού νόμου που επιφυλάσσει τη δυνατότητα προσλήψεως για την εκτέλεση λιμενικών εργασιών μόνο στους «αναγνωρισμένους» εργαζομένους. Στη συνέχεια, θα αναφερθώ στα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη. Η εφαρμογή της αρχής της ισότητας καλύπτεται από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν χρήζει ειδικής μεταχειρίσεως. |
Α. Περιορισμοί στην πρόσληψη λιμενεργατών ως περιορισμός του δικαιώματος εγκαταστάσεως
|
49. |
Το επίμαχο ζήτημα είναι η άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως (άρθρο 49 ΣΛΕΕ) των επιχειρήσεων που επιθυμούν μεν να ασκήσουν δραστηριότητες σε βελγικούς λιμένες, πλην όμως θέλουν να προσλάβουν εργαζομένους άλλους από τους αναγνωρισμένους φορτοεκφορτωτές. Οι τελευταίοι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, είναι οι μόνοι στους οποίους επιτρέπεται η εκτέλεση λιμενικών εργασιών. |
|
50. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ αποτελεί κάθε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, απαγορεύει, παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους πολίτες της Ένωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που κατοχυρώνει η Συνθήκη ( 29 ). |
|
51. |
Η βελγική νομοθεσία δεν εισάγει άμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, καθόσον εφαρμόζεται κατά τον ίδιον τρόπο στις βελγικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να εγκατασταθούν και να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στις λιμενικές ζώνες. Όλες, ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν, για την άσκηση της δραστηριότητάς τους, να απασχολούν αναγνωρισμένους εργαζομένους, χωρίς να μπορούν να προσφύγουν στις υπηρεσίες των δικών τους (ή άλλων μη αναγνωρισμένων) εργαζομένων. |
|
52. |
Ο κανόνας αυτός έχει, ως εκ τούτου, αρνητικές συνέπειες για επιχειρήσεις προερχόμενες από άλλα κράτη μέλη οι οποίες επιδιώκουν να εγκατασταθούν στις βελγικές λιμενικές ζώνες, καθόσον δεν είναι σε θέση να προσλαμβάνουν ελεύθερα, και με άλλα μέσα, εργαζομένους για την εκτέλεση των εργασιών τους. Στο ίδιον αυτόν βαθμό, δύναται να εμποδίσει ή να αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις αυτές να εγκατασταθούν στους βελγικούς λιμένες προκειμένου να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα ( 30 ). |
|
53. |
Το αιτούν δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη αυτή, με την οποία συμφωνώ. Αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση προσλήψεως φορτοεκφορτωτών από τη δεξαμενή εργαζομένων (pool), υπό συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου των λιμενικών επιχειρήσεων, καθώς και η υποχρέωση συμμετοχής σε αντιπροσωπευτική οργάνωση εργοδοτών, έχουν ως συνέπεια να εμποδίζουν ή να αποθαρρύνουν την εγκατάσταση επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών στις βελγικές λιμενικές ζώνες ( 31 ). |
|
54. |
Από την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας συνάγεται, με σαφήνεια, ότι αυτό το είδος μέτρων συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως ( 32 ). Δεν θεωρώ, συνεπώς, απαραίτητο να επεκταθώ περαιτέρω επί του σημείου αυτού. |
Β. Δικαιολόγηση του περιορισμού
|
55. |
Οι περιορισμοί στην ελευθερία εγκαταστάσεως, οι οποίοι εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, δύνανται να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος υπό την προϋπόθεση ότι είναι ικανοί να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο ( 33 ). |
|
56. |
Στη διάταξή του, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε τους ίδιους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος με αυτούς που επικαλέστηκε η Βελγική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της ( 34 ). Αυτοί είναι οι εξής:
|
|
57. |
Όσον αφορά την ασφάλεια των λιμένων, το Δικαστήριο την έχει δεχθεί ως επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος ( 35 ). Εν προκειμένω, η αναφορά στην ασφάλεια των λιμένων συνδέεται με την πρόληψη των ατυχημάτων, υπό την έννοια ότι πρόκειται για δραστηριότητα ενέχουσα σημαντικούς κινδύνους. |
|
58. |
Όσον αφορά την επικινδυνότητα των λιμενικών εργασιών, η Βελγική Κυβέρνηση και οι διάδικοι επιχειρήσεις υποστηρίζουν αντίθετες θέσεις:
|
|
59. |
Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επί των επιχειρημάτων αυτών, δεν αποκλείω, όμως, το ενδεχόμενο οι λιμενικές εργασίες να εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να ενέχουν σημαντικό κίνδυνο ώστε να είναι δικαιολογημένη η θέσπιση από τις αρχές κράτους μέλους κανόνων ασφαλείας στις λιμενικές εγκαταστάσεις. |
|
60. |
Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ) έχει καταρτίσει συστάσεις που επισημαίνουν την επικινδυνότητα των λιμενικών εργασιών ( 38 ). Καίτοι αναγνωρίζει την πρόοδο στον τομέα αυτόν, επισημαίνει, εντούτοις, ότι «η λιμενική εργασία εξακολουθεί να θεωρείται ενέχουσα πολύ υψηλό κίνδυνο ατυχημάτων» ( 39 ). |
|
61. |
Η ασφάλεια των λιμένων, ως σκοπός που συνίσταται στην πρόληψη των ατυχημάτων, μπορεί να θεωρηθεί επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος. Ως τέτοια, θα μπορούσε να δικαιολογήσει περιορισμούς στην πρόσβαση στη λιμενική εργασία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τους όρους προσλήψεως των προσώπων που την ασκούν. |
|
62. |
Όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων, το Δικαστήριο την έχει επίσης δεχθεί, υπό γενικούς όρους, ως έναν εκ των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως ( 40 ). |
|
63. |
Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται την προστασία των συνθηκών εργασίας των λιμενεργατών που έχουν ήδη αναγνωριστεί και ενταχθεί στη δεξαμενή εργαζομένων (pool), έναντι όσων δεν έχουν αναγνωριστεί και δεν έχουν ενταχθεί σε αυτήν. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η προστασία των εν λόγω εργαζομένων νομιμοποιεί τον περιορισμό στη πρόσληψη φορτοεκφορτωτών, μέσω της κατά προτεραιότητα προσλήψεως των μεν έναντι των δε, όπως προβλέπει ο νόμος του 1972. |
|
64. |
Μέτρο όπως αυτό θα μπορούσε να βρει κάποιο έρεισμα στη σύμβαση 137 περί λιμενικής εργασίας, συναφθείσα στη Γενεύη στις 25 Ιουνίου 1973 στο πλαίσιο της ΔΟΕ (στο εξής: σύμβαση αριθ. 137) ( 41 ), το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οποίας θεσπίζει την κατά προτεραιότητα απασχόληση των εγγεγραμμένων λιμενεργατών για την εκτέλεση εργασιών στους λιμένες. Η σύμβαση αυτή περιέχει κανόνες προστασίας αυτού του είδους εγγεγραμμένων φορτοεκφορτωτών. |
|
65. |
Ωστόσο, η σύμβαση αριθ. 137 είναι μια τεχνικού χαρακτήρα σύμβαση της ΔΟΕ υπό προσωρινό καθεστώς, δεδομένου ότι έχει κυρωθεί μόνον από 25 χώρες (στην πραγματικότητα μόνον από 24, διότι οι Κάτω Χώρες την κατήγγειλαν το 2006), συμπεριλαμβανομένων 11 κρατών μελών της Ένωσης στα οποία δεν συγκαταλέγεται το Βέλγιο ( 42 ). Επιπλέον, πρόκειται για σύμβαση η οποία, λόγω της τεχνολογικής εξελίξεως της λιμενικής εργασίας, έπαυσε να επικαιροποιείται, ο δε μηχανισμός της σχετικά με την εγγραφή λιμενεργατών λειτουργούσε ενίοτε ως σύστημα εφεδρικών πινάκων ή ως ευνοϊκό επαγγελματικό μονοπώλιο για μία μόνον ομάδα εργαζομένων ( 43 ). |
|
66. |
Η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση αριθ. 137, ενώ το Δικαστήριο δεν απεφάνθη, με την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας ( 44 ), επί της επιρροής της στο δίκαιο της Ένωσης, παρά το γεγονός ότι το Βασίλειο της Ισπανίας την είχε επικαλεστεί προς αιτιολόγηση του εθνικού του συστήματος προσλήψεως φορτοεκφορτωτών, το οποίο κρίθηκε εν τέλει ασύμβατο προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Λόγω του προσωρινού καθεστώτος της συμβάσεως αριθ. 137, το περιεχόμενό της, σε αντίθεση με άλλες συμβάσεις της ΔΟΕ ( 45 ), δεν έχει περιληφθεί ούτε σε συμφωνίες συναφθείσες σε διεθνές επίπεδο μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ώστε να ενσωματωθεί στη συνέχεια σε οδηγίες της Ένωσης. |
|
67. |
Εξ όσων έχουν έως τώρα εκτεθεί συνάγω ότι ο περιορισμός στην πρόσληψη φορτοεκφορτωτών, διά της απαιτήσεως αναγνωρίσεως, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους προστασίας της ασφάλειας των λιμένων, ήτοι για την πρόληψη των ατυχημάτων στις λιμενικές εγκαταστάσεις, δοθείσης της επικινδυνότητάς τους. |
|
68. |
Όσον αφορά την ανάγκη εξασφαλίσεως εργατικού δυναμικού για την εκτέλεση των λιμενικών εργασιών, εάν αυτή γινόταν δεκτή ως επιτακτική ανάγκη, δεν θα έπρεπε, υποχρεωτικώς, να λάβει τη μορφή κλειστού συστήματος ποσοστώσεως όπως το επίμαχο εν προκειμένω. Η ανάγκη αυτή θα μπορούσε να ικανοποιείται παγίως με προσφυγή σε λιμενικά κέντρα απασχολήσεως, σε επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως ή σε άλλες μεθόδους που δεν παρουσιάζουν την ακαμψία του εν λόγω συστήματος. |
Γ. Αναλογικότητα του περιορισμού
|
69. |
Πέραν της δικαιολογήσεώς του από επιτακτική ανάγκη, ένα εθνικό μέτρο περιοριστικό του δικαιώματος εγκαταστάσεως μπορεί να γίνει δεκτό μόνον εάν είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, το περιεχόμενό του πρέπει να είναι απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του σκοπού της ασφάλειας των λιμένων, όπερ σημαίνει ότι το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο αυστηρούς κανόνες της αυτής αποτελεσματικότητας ( 46 ). |
|
70. |
Τα άρθρα 1 και 2 του νόμου του 1972 περιορίζονται στη θέσπιση του μηχανισμού αναγνωρίσεως ως μέσου ελέγχου και περιορισμού της προσλήψεως φορτοεκφορτωτών. Δεν εξειδικεύουν, ωστόσο, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του. |
|
71. |
Κατά την άποψή μου, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι τα δύο αυτά άρθρα, αυτοτελώς εξεταζόμενα, ανταποκρίνονται στο κριτήριο της αναλογικότητας. Η προηγούμενη αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών θα μπορούσε, per se, ως προϋπόθεση για την πρόσληψή τους, να είναι κατάλληλη για την προστασία της ασφάλειας των λιμενικών εργασιών ( 47 ). |
|
72. |
Όλα, ωστόσο, εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίον διαρθρώνονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της αναγνωρίσεως. Δεκτές θα μπορούσαν να γίνουν όσες στηρίζονται σε αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και γνωστά εκ των προτέρων κριτήρια, που επιτρέπουν στους φορτοεκφορτωτές άλλων κρατών μελών να αποδείξουν ότι πληρούν στο κράτος καταγωγής τους απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν για τους ημεδαπούς λιμενεργάτες ( 48 ). |
|
73. |
Η αναγνώριση, ως προϋπόθεση για την πρόσληψη φορτοεκφορτωτών στους βελγικούς λιμένες, θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλους όσοι έχουν λάβει, στις χώρες καταγωγής τους, ισοδύναμη προηγούμενη επαγγελματική κατάρτιση ( 49 ) που να ανταποκρίνεται, παραδείγματος χάριν, στις κατευθυντήριες γραμμές που έχει χαράξει η ΔΟΕ ( 50 ). Αυτού του είδους η κατάρτιση θα οδηγούσε στην απόκτηση τίτλου επαγγελματικής καταρτίσεως παρέχοντος το δικαίωμα εκτελέσεως λιμενικών εργασιών ( 51 ). |
|
74. |
Με την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας ( 52 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν επιλογές λιγότερο περιοριστικές για την ελευθερία εγκαταστάσεως από αυτές που επέβαλλε η εθνική νομοθεσία ( 53 ), μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η υποχρέωση κατά προτεραιότητα προσλήψεως εργαζομένων που διέθετε συγκεκριμένη ανώνυμη εταιρία. |
|
75. |
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ως λιγότερο περιοριστικά τα προταθέντα από την Επιτροπή εναλλακτικά μέτρα προστασίας της ασφάλειας των λιμενεργατών, ήτοι: «[…] να εναπόκειται στις ίδιες τις επιχειρήσεως φορτοεκφορτώσεως, καθ’ ο μέρος είναι ελεύθερες να απασχολούν εργαζομένους αορίστου ή ορισμένου χρόνου, να διαχειρίζονται τα γραφεία απασχολήσεως που είναι επιφορτισμένα με την προς αυτές διάθεση εργατικού δυναμικού και να οργανώνουν την κατάρτιση των εν λόγω εργαζομένων, ή να δημιουργηθεί εφεδρικός πίνακας εργαζομένων υπό τη διαχείριση ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα λειτουργούν ως επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως προσωπικού και θα θέτουν εργαζομένους στη διάθεση των επιχειρήσεων φορτοεκφορτώσεως» ( 54 ). |
|
76. |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των λιμένων, στις εναλλακτικές αυτές λύσεις θα μπορούσε, ως προϋπόθεση καταλληλότητας προς πρόσληψη, να προστεθεί η επαρκής επαγγελματική κατάρτιση των λιμενεργατών, πιστοποιούμενη ενδεχομένως από πιστοποιητικά επαγγελματικής επάρκειας. |
|
77. |
Αντιθέτως, τα άρθρα 1 και 2 του νόμου του 1972 δεν θα διέρχονταν επιτυχώς τον έλεγχο αναλογικότητας, εάν οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους καθιστούσαν την αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών, υπό τη μορφή προϋποθέσεως για την πρόσληψή τους, μονοπώλιο ελεγχόμενο από τις συνδικαλιστικές και τις εργοδοτικές οργανώσεις των λιμενικών ζωνών. |
|
78. |
Αυτή ήταν η περίπτωση της βελγικής ρυθμίσεως που είχε θεσπιστεί σε εκτέλεση του νόμου του 1972, την οποία η Επιτροπή θεώρησε ασύμβατη προς το δίκαιο της Ένωσης, με αποτέλεσμα να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει ( 55 ). Η ρύθμιση αυτή (ιδίως το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004) εγκαθίδρυε έναν μηχανισμό αναγνωρίσεως φορτοεκφορτωτών που δεν ήταν σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, δεν ήταν απαραίτητος για τη βελτίωση της ασφάλειας των λιμένων, σκοπός ο οποίος μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα λιγότερο περιοριστικά του δικαιώματος εγκαταστάσεως. |
|
79. |
Χωρίς να υπεισέλθω σε εξαντλητική ανάλυση ( 56 ), θα αναφέρω απλώς ορισμένα στοιχεία του εν λόγω καθεστώτος τα οποία περιόριζαν δυσανάλογα το δικαίωμα εγκαταστάσεως και αντέβαιναν στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ. |
|
80. |
Πρώτον, επρόκειτο για κλειστό σύστημα προσλήψεως φορτοεκφορτωτών (closed shop) στο οποίο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις απήλαυαν προνομιακής θέσεως. Η αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών, ως προϋπόθεση για την ένταξή τους στη γενική ποσόστωση ή στην ποσόστωση της εφοδιαστικής, χορηγείτο από επιτροπή εκάστου λιμένος, συγκροτούμενη ισομερώς από συνδικαλιστικούς εκπροσώπους και εκπροσώπους της τοπικής ενώσεως εργοδοτών. |
|
81. |
Στην πράξη ( 57 ), φαίνεται ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ήλεγχαν πλήρως τον μηχανισμό αναγνωρίσεως νέων φορτοεκφορτωτών σε κάθε λιμένα, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι υποψήφιοι να πρέπει να προτείνονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή να γίνονται μέλη τους κατόπιν υποδείξεώς τους από την εργοδοτική ένωση ( 58 ). |
|
82. |
Δεύτερον, ο συντεχνιακός χαρακτήρας του συστήματος ενισχυόταν από το μονοπώλιο που παρείχε το άρθρο 3bis του νόμου του 1972 στις τοπικές εργοδοτικές οργανώσεις για την πρόσληψη φορτοεκφορτωτών ( 59 ). Σε κάθε λιμένα υπήρχε μία και μοναδική εργοδοτική οργάνωση στην οποία έπρεπε να ανήκει η πλειονότητα των εργοδοτών, η δε συμμετοχή σε αυτήν καθίστατο, de facto, σχεδόν υποχρεωτική. |
|
83. |
Αυτό εμπόδιζε την απευθείας πρόσληψη λιμενεργατών από τις επιχειρήσεις που χρειάζονταν τις υπηρεσίες τους. Δημιουργείτο μια τριγωνική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η τοπική εργοδοτική ένωση εγγυάτο την εφαρμογή των κανόνων εργασίας που ίσχυαν στον οικείο λιμένα. |
|
84. |
Τρίτον, το κλειστό σύστημα προσλήψεως ενισχυόταν από τις συλλογικές συμβάσεις που, σε κάθε λιμένα, αποτελούσαν προϊόν διαπραγματεύσεως μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της τοπικής εργοδοτικής οργανώσεως. Καρπός της συλλογικής αυτής διαπραγματεύσεως ήταν η υιοθέτηση, σε κάθε λιμένα, των λεγόμενων «κωδίκων», οι οποίοι στεγανοποιούσαν τον έλεγχο επί του μηχανισμού προσλήψεως φορτοεκφορτωτών. Αυτό είχε ως συνέπεια να εμποδίζεται η κινητικότητα των τελευταίων, ακόμη και μεταξύ των διαφορετικών βελγικών λιμένων, καθόσον η αναγνώριση παρεχόταν για εργασία σε έναν και μόνο λιμένα. |
|
85. |
Τέταρτον, οι συνδικαλιστικές και οι εργοδοτικές οργανώσεις είχαν το μονοπώλιο των μαθημάτων καταρτίσεως που έπρεπε να παρακολουθήσουν οι υποψήφιοι φορτοεκφορτωτές. Η κατάρτιση αυτή στο επάγγελμα του λιμενεργάτη παρεχόταν από τις ίδιες οργανώσεις που ήλεγχαν τις αποφάσεις αναγνωρίσεως ( 60 ). |
|
86. |
Τέλος, το βασιλικό διάταγμα της 12ης Ιανουαρίου 1973, εκδοθέν σε εκτέλεση του νόμου του 1972, θέσπισε έναν ουσιαστικό και γεωγραφικό ορισμό των λιμενικών ζωνών, ο οποίος ήταν δυσανάλογος:
|
|
87. |
Το περιοριστικό αποτέλεσμα του ευρέος αυτού ορισμού, ουσιαστικού και γεωγραφικού, των λιμενικών εργασιών διεύρυνε το περιοριστικό αποτέλεσμα του μέτρου των άρθρων 1 και 2 του νόμου του 1972. |
|
88. |
Εν συνόψει, εάν τα δύο αυτά άρθρα εξεταστούν εντός του ευρύτερου κανονιστικού πλαισίου τους (αυτού που έχει διαμορφωθεί με το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004 και των προγενέστερων αυτού κανόνων), όπως έχει περιγραφεί, η αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών, ως μέσο ελέγχου και περιορισμού της προσλήψεώς τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Και τούτο διότι ένας κλειστός μηχανισμός προσλήψεως, υπό τον έλεγχο των συνδικαλιστικών και εργοδοτικών οργανώσεων εκάστου λιμένος, συνεπάγεται δυσανάλογο περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως επιχειρήσεων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη. |
|
89. |
Δεκτές, αντιθέτως, όπως έχω ήδη επισημάνει, θα μπορούσαν να γίνουν οι λεπτομέρειες αναγνωρίσεως που στηρίζονται σε αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια, που επιτρέπουν στους φορτοεκφορτωτές άλλων κρατών μελών να αποδείξουν ότι πληρούν στο κράτος καταγωγής τους απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που ισχύουν για τους ημεδαπούς. |
Δ. Συμβατότητα με τα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη
|
90. |
Ένας περιορισμός κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ θίγει, εξ αντανακλάσεως, τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2 (ελευθερία εγκαταστάσεως) και στο άρθρο 16 (επιχειρηματική ελευθερία) του Χάρτη. Αμφότερα τα άρθρα αυτά παραπέμπουν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ ( 63 ). |
|
91. |
Η εξέταση της συμβατότητας προς τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 16 του Χάρτη του βελγικού κανόνα που περιορίζει την πρόσληψη φορτοεκφορτωτών συμπίπτει, συνεπώς, με αυτή στην οποία προέβην μόλις σε σχέση με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. |
VI. Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑471/19
|
92. |
Για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο) ζητεί να μάθει εάν μπορεί να διατηρήσει προσωρινώς σε ισχύ τα αποτελέσματα των άρθρων 1 και 2 του νόμου του 1972, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο προκλήσεως ανασφάλειας δικαίου και κοινωνικών εντάσεων, ενόσω ο Βέλγος νομοθέτης εναρμονίζει τη νομοθεσία του προς το δίκαιο της Ένωσης. |
|
93. |
Όπως έχω ήδη αναφέρει, τα άρθρα 1 και 2 του νόμου του 1972, αυτοτελώς εξεταζόμενα, δεν δημιουργούν περιορισμό αντίθετο προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 16 του Χάρτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα ήταν αναγκαία η εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος. |
|
94. |
Δεν ισχύει το ίδιο εάν ληφθεί υπόψη το αποτελούμενο από τα άρθρα αυτά και την εκτελεστική τους νομοθεσία (το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004) κανονιστικό corpus, το οποίο θεωρώ ασύμβατο με το δίκαιο της Ένωσης. Ωστόσο, το κανονιστικό αυτό σύνολο δεν είναι πλέον σε ισχύ, καθόσον το βελγικό κράτος το τροποποίησε, με το διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, προκειμένου να ικανοποιήσει τα αιτήματα της Επιτροπής. |
|
95. |
Το ερώτημα θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί κατά τρόπο ώστε να περιοριστεί στην προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων του κανονιστικού συνόλου που αποτελείται από τα άρθρα 1 και 2 του νόμου του 1972 και τους κατά το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016 λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τους. Θα έπρεπε, συνεπώς, να γίνει, κατ’ αρχήν, δεκτό ότι οι νέες αυτές ρυθμίσεις, όπως και αυτές του βασιλικού διατάγματος του 2004, είναι αντίθετες προς το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, πράγμα που θα εξετάσω εν συνεχεία. |
|
96. |
Το Δικαστήριο δύναται, κατ’ εξαίρεση και για επιτακτικούς λόγους ασφάλειας δικαίου, να αποφασίσει ότι διάταξη του εθνικού δικαίου που έχει κριθεί αντίθετη προς κανόνα του δικαίου της Ένωσης μπορεί προσωρινώς να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται ( 64 ). |
|
97. |
Εκτός του γεγονότος ότι πρόκειται για αποκλειστικό προνόμιό του, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δύναται να εξουσιοδοτήσει τα εθνικά δικαστήρια να αναστείλουν προσωρινά την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και να διατηρήσουν τα αποτελέσματα του αντίθετου προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικού κανόνα αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Αναγκαία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη επιτακτικής απαιτήσεως γενικού συμφέροντος ικανής να δικαιολογήσει μια τέτοια αναστολή και η τήρηση αυστηρών προϋποθέσεων ( 65 ). |
|
98. |
Με διάφορες αποφάσεις του, το Δικαστήριο επέτρεψε την αναστολή του εγγενούς στην αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης αποτελέσματος περί μη εφαρμογής και την προσωρινή διατήρηση της ισχύος εθνικών διατάξεων αντίθετων προς τους διαδικαστικής φύσεως περιβαλλοντικούς κανόνες της Ένωσης (ιδίως προς εκείνους που επέβαλλαν υποχρεώσεις διενέργειας εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων) ( 66 ). |
|
99. |
Στην υπόθεση Winner Wetten ( 67 ) (η οποία αφορούσε γερμανικούς κανόνες σχετικά με το μονοπώλιο επί αθλητικών στοιχημάτων), η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης είχε, αντιθέτως, ουσιαστικό χαρακτήρα. Ο παράγοντας αυτός δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να αφήσει, εμμέσως ( 68 ), ανοικτό το ενδεχόμενο αναστολής των αποτελεσμάτων της αποφάσεώς του, παραπέμποντας, κατ’ αναλογίαν, στη νομολογία σχετικά με τη διατήρηση των αποτελεσμάτων πράξεως της Ένωσης που ακυρώθηκε ή κηρύχθηκε ανίσχυρη (έστω και αν η προστασία της κοινωνικής ευταξίας και των πολιτών κατά των κινδύνων των παιγνίων δεν δικαιολογούσε την προσωρινή διατήρηση σε ισχύ της γερμανικής ρυθμίσεως) ( 69 ). |
|
100. |
Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή, ότι ούτε εν προκειμένω συντρέχουν επαρκείς λόγοι για τη διατήρηση, προσωρινώς, των αποτελεσμάτων του βελγικού κανονιστικού συνόλου. Ούτε η φερόμενη ανασφάλεια δικαίου ούτε οι ενδεχόμενες κοινωνικές εντάσεις που επικαλείται το αιτούν δικαστήριο τη δικαιολογούν. |
|
101. |
Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης τη νομολογία σχετικά με τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των προδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου επί παρελθουσών εννόμων καταστάσεων. |
|
102. |
Η νομολογία αυτή (στην οποία δεν αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο) δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθόσον δεν συντρέχουν τα δύο ουσιώδη στοιχεία που η ίδια απαιτεί, ήτοι η καλή πίστη των ενδιαφερομένων και ο κίνδυνος σοβαρών διαταραχών ( 70 ). |
|
103. |
Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επίκληση της καλής πίστεως τη στιγμή που η βελγική νομοθεσία περί λιμενικής εργασίας έχει αποτελέσει αντικείμενο παρακολουθήσεως και διαδικασίας επί παραβάσει εκ μέρους της Επιτροπής, διαδικασία που, όπως παραδέχεται η τελευταία, την περάτωσε για πολιτικούς λόγους ( 71 ). Επιπλέον, μετά την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, η συμβατότητα της νομοθεσίας αυτής με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ήταν περισσότερο από αμφίβολη. |
|
104. |
Δεν συντρέχει ούτε ο κίνδυνος σοβαρών διαταραχών: η δυσαρέσκεια των αναγνωρισμένων φορτοεκφορτωτών (ακόμη και αν εκφραστεί με απεργίες, ενδεχόμενο που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση) έναντι των αναγκαίων τροποποιήσεων για τη μετάβαση από ένα κλειστό σύστημα προσλήψεων που τους ωφελεί μεν, πλην όμως αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, σε άλλο, δεν έχει τον χαρακτήρα αυτόν. |
VII. Υπόθεση C‑407/19
Α. Γενικές παρατηρήσεις επί του νέου κανονιστικού πλαισίου, εγκριθέντος με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, υπό το πρίσμα των άρθρων 49 και 45 ΣΛΕΕ
|
105. |
Με τα επτά προδικαστικά ερωτήματά του, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει εάν διάφορα στοιχεία της εκτελεστικής του νόμου του 1972 ρυθμίσεως, η οποία θεσπίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, είναι συμβατά, μεταξύ άλλων, με τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ ( 72 ). |
|
106. |
Όπως έχω ήδη επισημάνει, στις 28 Μαρτίου 2014, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά του Βελγίου, διότι, κατά την άποψή της, το εθνικό καθεστώς οργανώσεως της λιμενικής εργασίας ήταν, σε ορισμένα ουσιώδη σημεία του, αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης, και, ιδίως, προς την ελευθερία εγκαταστάσεως. |
|
107. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, μετά την προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής, ουδεμία τροποποίηση επήλθε στον νόμο του 1972 ή στις βασικές αρχές του. Ωστόσο, το βελγικό κράτος εξέδωσε το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016 σε απάντηση προς αντιρρήσεις της Επιτροπής, και η τελευταία αποφάσισε, για πολιτικούς λόγους ( 73 ), να περατώσει τη διαδικασία στις 17 Μαΐου 2017. |
|
108. |
Τα βασικά στοιχεία του νέου συστήματος προσλήψεως φορτοεκφορτωτών ( 74 ) είναι τα ακόλουθα:
|
|
109. |
Η μέθοδος αυτή προσλήψεως λιμενεργατών εξακολουθεί να περιορίζει την κατοχυρούμενη στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ ελευθερία εγκαταστάσεως. Όσα εξέθεσα κατά την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑471/19 έχουν πλήρη επ’ αυτής εφαρμογή. |
|
110. |
Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση ΑΓΕΤ Ηρακλής ( 76 ) (σχετικά με τη δημόσια παρέμβαση στο πλαίσιο των ομαδικών απολύσεων σε επιχειρήσεις του λιμενικού τομέα), καίτοι έχει διατυπωθεί σε διαφορετικό πλαίσιο, μπορεί, εντούτοις, τηρουμένων των αναλογιών, να εφαρμοστεί στα μέτρα του βασιλικού διατάγματος της 10ης Ιουλίου 2016. |
|
111. |
Τα μέτρα αυτά αποτελούν επίσης «σημαντική επέμβαση στην άσκηση ορισμένων ελευθεριών που εν γένει απολαύουν οι επιχειρήσεις […] να προσλαμβάνουν εργαζομένους, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν τις δραστηριότητές τους, ή ακόμη να παύουν για δικούς τους λόγους τη δραστηριότητα της εγκαταστάσεώς τους» ( 77 ). |
|
112. |
Εφαρμογή επ’ αυτών έχει και το σκεπτικό της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ισπανίας, καθόσον πρόκειται για μέτρα που «[…] αναγκάζουν τις αλλοδαπές επιχειρήσεις φορτοεκφορτώσεως να προβούν σε προσαρμογή η οποία ενδέχεται να έχει οικονομικές συνέπειες και να προκαλέσει διαταραχές στη λειτουργία τους, σε τέτοιον βαθμό ώστε να αποθαρρύνει επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών να εγκατασταθούν στους […] λιμένες» ( 78 ). |
|
113. |
Κάποια από τα στοιχεία του κανονιστικού αυτού καθεστώτος δύνανται, επιπλέον, να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των λιμενεργατών άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να απασχοληθούν στους βελγικούς λιμένες, κατά παράβαση του άρθρου 45 ΣΛΕΕ. Η νομολογία σχετικά με την ελευθερία αυτή συμπίπτει, ως προς τον τρόπο εξετάσεως της συμβατότητας των εθνικών περιοριστικών μέτρων, με τη νομολογία σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως. |
|
114. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποσκοπεί στη διευκόλυνση, για τους υπηκόους της Ένωσης, της ασκήσεως πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο έδαφος της Ένωσης. Οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν τα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν δυσμενή για τους υπηκόους αυτούς σε περίπτωση που θελήσουν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ( 79 ). |
|
115. |
Επομένως, κανόνες οι οποίοι εμποδίζουν ή αποτρέπουν υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει το κράτος καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του σε ελεύθερη κυκλοφορία συνιστούν εμπόδια στην άσκηση της ελευθερίας αυτής, έστω και αν εφαρμόζονται αδιακρίτως της ιθαγένειας των οικείων εργαζομένων ( 80 ). |
|
116. |
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει μόνον τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία, στηριζόμενη σε άλλα κριτήρια διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα. Διάταξη του εθνικού δικαίου, εξαιρουμένης της περιπτώσεως κατά την οποία είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, πρέπει, έστω και αν εφαρμόζεται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγένειας, να θεωρείται ότι συνεπάγεται εμμέσως διάκριση εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα τους διακινούμενους εργαζομένους ( 81 ). |
|
117. |
Τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με τα επτά ερωτήματά του (πλην αυτού που αποτελεί το αντικείμενο του πέμπτου ερωτήματος), καίτοι δεν εισάγουν ευθέως διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, είναι, εντούτοις, ικανά να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας από λιμενεργάτες άλλων χωρών. |
|
118. |
Οι επιτακτικές ανάγκες γενικού συμφέροντος τις οποίες επικαλέστηκε το βελγικό κράτος για να δικαιολογήσει τα μέτρα αυτά, τα οποία παρεκκλίνουν από το εφαρμοστέο στην εν λόγω χώρα γενικό καθεστώς εργασίας, είναι η ασφάλεια των λιμένων και η προστασία των δικαιωμάτων των λιμενεργατών ( 82 ). |
|
119. |
Καίτοι, όπως έχω ήδη αναφέρει, τα δύο αυτά συμφέροντα έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως επιτακτικές ανάγκες, πρέπει, εντούτοις, να εξεταστεί εάν το καθεστώς του βασιλικού διατάγματος της 10ης Ιουλίου 2016 είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι εάν είναι αναγκαίο για την επίτευξη των λόγων αυτών γενικού συμφέροντος και εάν υφίστανται λιγότερο περιοριστικές εναλλακτικές λύσεις για την επίτευξή τους. |
|
120. |
Θα αναλύσω έκαστο από τα μέτρα που ανέφερε το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) βάσει των στοιχείων που το ίδιο παρέσχε. Όπου τα εν λόγω στοιχεία είναι ανεπαρκή, θα περιοριστώ σε ορισμένες ελάχιστες κατευθύνσεις ούτως ώστε το δικαστήριο αυτό, στη διάθεση του οποίου βρίσκονται όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται για την επί της ουσίας επίλυση της διαφοράς, να μπορέσει να αποφανθεί επί της αναλογικότητας. |
Β. Αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών με απόφαση διοικητικής επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
|
121. |
Κατά το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, σε κάθε λιμενική ζώνη, οι λιμενεργάτες αναγνωρίζονται από διοικητική επιτροπή συγκροτούμενη ισομερώς από εκπροσώπους της εργοδοτικής οργανώσεως και των συνδικαλιστικών οργανώσεων της εν λόγω ζώνης. |
|
122. |
Τα κύρια χαρακτηριστικά λειτουργίας των επιτροπών αυτών είναι τα εξής:
|
|
123. |
Οι διάδικοι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι το σύστημα αυτό περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία που, όσον αφορά την αναγνώριση των μη απασχολουμένων στον τομέα της εφοδιαστικής λιμενεργατών, δεν είναι συμβατά με το δίκαιο της Ένωσης, ήτοι:
|
|
124. |
Η διοικητική επιτροπή που, σε κάθε λιμένα, είναι αρμόδια για την αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών, τόσο εκείνων που έχουν συμπεριληφθεί στη τη δεξαμενή εργαζομένων (pool) όσο και εκείνων που δεν έχουν συμπεριληφθεί, στην πραγματικότητα χορηγεί άδεια ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, αυτής του λιμενεργάτη. |
|
125. |
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ δεν απαιτεί ειδικές εγγυήσεις για τη σύσταση και τη λειτουργία επιτροπών που λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Δεδομένου, όμως, ότι μια τέτοια άδεια συνιστά, per se, περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, θα είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας μόνον εάν η διακριτική ευχέρεια της οικείας επιτροπής ασκείται σύμφωνα με διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η αυθαίρετη εκτέλεση των καθηκόντων της ( 83 ). |
|
126. |
Μια επιτροπή που χορηγεί άδειες (αναγνωρίσεις) αυτού του είδους πρέπει, επιπλέον, να διατηρεί την αμεροληψία της, η οποία μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση όταν σε αυτήν μετέχουν, με καθοριστική ψήφο, φορείς της οικείας αγοράς ή εκπρόσωποί τους ( 84 ). Η ανεξαρτησία της επιτροπής αυτής σε σχέση με τους εν λόγω φορείς αποτελεί εγγύηση έναντι των συγκρούσεων συμφερόντων που ενδέχεται να ανακύψουν κατά τη λήψη αποφάσεων ( 85 ). |
|
127. |
Η σύνθεση και η λειτουργία των διοικητικών επιτροπών που αποφαίνονται επί των αιτήσεων αναγνωρίσεως λιμενεργατών ελέγχεται, όπως μόλις εξετέθη, από τους φορείς που βρίσκονται ήδη στους λιμένες και εκπροσωπούνται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και την τοπική εργοδοτική ένωση. |
|
128. |
Υπό τη σύνθεση αυτή, είναι μάλλον απίθανο τα μέλη της να μην υποπέσουν σε συγκρούσεις συμφερόντων και να μπορούν να κρίνουν κατά τρόπο αντικειμενικό, αμερόληπτο και μη αυθαίρετο τις αιτήσεις αναγνωρίσεως νέων φορτοεκφορτωτών. |
|
129. |
Καίτοι η τελική εκτίμηση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο διαθέτει όλες τις πληροφορίες, η δράση αυτού του είδους επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως, όταν αποφαίνονται επί της αναγνωρίσεως φορτοεκφορτωτών, δυσχερώς θα μπορούσε να είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. |
|
130. |
Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται και από άλλα στοιχεία του καθεστώτος των διοικητικών επιτροπών. |
|
131. |
Η απαίτηση ομοφωνίας για τη λήψη αποφάσεων ( 86 ) ενισχύει τον έλεγχο από πλευράς φορέων που είναι ήδη παρόντες στους λιμένες, ιδίως των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθόσον τους παρέχει δικαίωμα αρνησικυρίας ως προς την αποδοχή νέων φορτοεκφορτωτών. Κατά τις διαδίκους εταιρίες, το δικαίωμα αυτό αρνησικυρίας εκτείνεται στην ανάκληση της αναγνωρίσεως, όπερ επάγεται, στην πραγματικότητα, για τους συνδικαλισμένους φορτοεκφορτωτές, οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα, εργασία εφ’ όρου ζωής. |
|
132. |
Η ίδια αυτή εκτίμηση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το κριτήριο που εφαρμόζεται για την πρόσβαση των νέων εργαζομένων στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) είναι αμιγώς οικονομικής φύσεως: οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Το στοιχείο αυτό, όπως εκθέτω εν συνεχεία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως επιτακτική απαίτηση γενικού συμφέροντος δικαιολογούσα περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως. |
|
133. |
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εντούτοις, ότι ο λόγος για τον οποίον οι διοικητικές επιτροπές οφείλουν να εφαρμόζουν το κριτήριο της ανάγκης σε εργατικό δυναμικό είναι η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του συστήματος της δεξαμενής εργαζομένων (pool) και προσθέτει ότι, μετά τη θέσπιση του βασιλικού διατάγματος της 10ης Ιουλίου 2016, οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν αναγνωρισμένους εργαζομένους οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool). |
|
134. |
Φρονώ, ωστόσο, ότι:
|
|
135. |
Ένας τελευταίος παράγοντας που συμβάλλει στη διαπίστωση ότι το καθεστώς των διοικητικών επιτροπών στερείται αναλογικότητας είναι αυτός που αφορά την ακολουθητέα από αυτές διαδικασία και τα ένδικα βοηθήματα κατά των αποφάσεων ή παραλείψεών τους. Η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου υπαγορεύεται από το άρθρο 47 του Χάρτη και είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό τού κατά πόσο ένας περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως διέρχεται επιτυχώς τον έλεγχο αναλογικότητας ( 88 ). |
|
136. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, ουδεμία προθεσμία προβλέπεται εντός της οποίας οι επιτροπές αυτές οφείλουν να αποφανθούν επί των αιτήσεων. Λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με διαδικασία για την οποία δεν προβλέπονται ούτε συγκεκριμένες προθεσμίες ούτε ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, και χωρίς να υφίσταται σαφής υποχρέωση αιτιολογήσεως ( 89 ), γεγονός που προκαλεί σημαντική ανασφάλεια στους αιτούντες ( 90 ). |
|
137. |
Επιπλέον, κατά των αποφάσεών τους περί αναγνωρίσεως χωρεί ένα μόνον ένδικο βοήθημα, ενώπιον του tribunal du travail (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) ( 91 ). Εναπόκειται στο Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) να εξακριβώσει εάν, λαμβανομένου υπόψη του εθνικού δικαίου εν συνόλω, οι αποφάσεις αυτές υπόκεινται σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. |
|
138. |
Το σύνολο όλων αυτών των στοιχείων εκτιμήσεως με ωθεί να προτείνω καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. |
Γ. Ιατρικής και ψυχολογικής φύσεως απαιτήσεις, καθώς και απαιτήσεις καταρτίσεως ως προϋποθέσεις για την αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
|
139. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία 2, 3, 6 και 8, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως έχει τροποποιηθεί ή, ενδεχομένως, εισαχθεί με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, απαιτεί, ως προϋπόθεση για την αναγνώρισή του ως λιμενεργάτη, ο εργαζόμενος:
|
|
140. |
Το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας) διερωτάται εάν οι απαιτήσεις αυτές δικαιολογούνται από τον σκοπό της προστασίας της ασφάλειας των λιμένων. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι οι απαιτήσεις καλής φυσικής καταστάσεως, επιτυχίας σε ψυχολογικές δοκιμασίες και προηγούμενης επαγγελματικής καταρτίσεως είναι, κατ’ αρχήν, κατάλληλες να διασφαλίσουν την ασφάλεια των λιμένων. |
|
141. |
Ωστόσο, για να θεωρηθούν συμβατές με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν από απόψεως διαφάνειας, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας. Συναφώς, οι διάδικοι επιχειρήσεις υπογραμμίζουν ότι το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016 αναθέτει στην αναγνωρισμένη εργοδοτική οργάνωση (και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις), σύμφωνα με το άρθρο 3bis του νόμου του 1972, τον έλεγχο επί της εξωτερικής υπηρεσίας προλήψεως και προστασίας στον χώρο εργασίας, η οποία οφείλει να πιστοποιεί τη φυσική κατάσταση των υποψηφίων, και επί του επιφορτισμένου με τη διεξαγωγή των ψυχοτεχνικών δοκιμασιών οργανισμού. |
|
142. |
Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο διαθέτει όλα τα στοιχεία εκτιμήσεως, να διαπιστώσει εάν ο έλεγχος από πλευράς αναγνωρισμένων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων επί των οργανισμών που εκδίδουν τα πιστοποιητικά φυσικής καταστάσεως και διενεργούν τις ψυχοτεχνικές δοκιμασίες πάσχει, ή όχι, έλλειψη αντικειμενικότητας και διαφάνειας ( 93 ). |
|
143. |
Κατά την εκτίμηση αυτή, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να ληφθεί υπόψη ότι, σε μια μη ελεγχόμενη αγορά εργασίας, οι υποψήφιοι προς αναγνώριση θα μπορούσαν να προσφύγουν σε οποιαδήποτε εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διενέργεια των εν λόγω ιατρικών πιστοποιήσεων και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών. |
|
144. |
Όσον αφορά την επαγγελματική κατάρτιση, ως απαίτηση για την αναγνώριση, έχω ήδη αναφέρει ότι είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την ασφάλεια των λιμένων. |
|
145. |
Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει εάν, όπως ισχυρίζονται οι διάδικοι επιχειρήσεις, η επαγγελματική κατάρτιση των υποψηφίων φορτοεκφορτωτών, ως προϋπόθεση για την αναγνώρισή τους, τελεί επίσης υπό τον έλεγχο των εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων των λιμενικών ζωνών, με αποτέλεσμα οι δυνητικοί εργαζόμενοι να μην έχουν πρόσβαση σε αυτήν υπό αντικειμενικές συνθήκες ισότητας. Εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η κατάρτιση αυτή ενδεχομένως εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους (έλλειψη αμεροληψίας, συγκρούσεις συμφερόντων) με αυτούς στους οποίους αναφέρθηκα με την πρότασή μου απαντήσεως επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος. |
|
146. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 6, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα του 2016, εξαρτά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του λιμενεργάτη από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων. Επομένως, οι Βέλγοι φορτοεκφορτωτές φαίνεται να αποτελούν μέρος ενός «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2005/36 και του εθνικού κανόνα μεταφοράς της ( 94 ). Το Βέλγιο οφείλει να αναγνωρίζει, σύμφωνα με τις διαδικασίες και εντός των συγκεκριμένων ορίων που θέτει η εν λόγω οδηγία ( 95 ), τα προσόντα που έχουν αποκτήσει οι λιμενεργάτες σε άλλα κράτη μέλη κατά την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας. |
|
147. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, προβλέπει ότι οι λιμενεργάτες άλλων κρατών μελών που πληρούν στη χώρα καταγωγής τους ισοδύναμες προϋποθέσεις εξαιρούνται, όσον αφορά την αναγνώριση, από τις απαιτήσεις της βελγικής νομοθεσίας. |
|
148. |
Ελλείψει πληροφοριών (τόσο στη διάταξη περί παραπομπής όσο και στις παρατηρήσεις και απαντήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως), δεν είναι ευχερές να διαπιστωθεί εάν η διαδικασία αυτή αξιολογήσεως της ισοδυναμίας των επαγγελματικών προσόντων που κατέχουν οι φορτοεκφορτωτές άλλων κρατών μελών συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης. Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν έλαβε κοινοποίηση από τη Βελγική Κυβέρνηση σχετικά με το επάγγελμα του λιμενεργάτη ώστε αυτό να καταχωριστεί, για τους σκοπούς της οδηγίας 2005/36, στη βάση δεδομένων (της ίδιας της Επιτροπής) περί των νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων. |
|
149. |
Το αιτούν δικαστήριο οφείλει, αφού διευκρινίσει τα σημεία αυτά, να λάβει υπόψη ότι η αναγνώριση των λιμενεργατών άλλων κρατών μελών θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ισχύει για όλες τις βελγικές λιμενικές ζώνες και χωρίς να απαιτείται ανανέωση για κάθε νέα σύμβαση εργασίας. |
Δ. Αναγνώριση φορτοεκφορτωτών που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) (τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα)
|
150. |
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, ορίζει ότι η διάρκεια ισχύος της αναγνώρισης των λιμενεργατών που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) περιορίζεται στη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας τους. |
|
151. |
Μια τέτοια διάταξη συνεπάγεται σοβαρό περιορισμό στην πρόσληψη λιμενεργατών και έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Όποιος επιθυμεί να αναγνωριστεί ως εργαζόμενος χωρίς να περιλαμβάνεται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) οφείλει να υποβάλλει σχετική αίτηση κάθε φορά που συνάπτει σύμβαση με την ίδια ή άλλη επιχείρηση. Υπό τη μορφή αυτή, το μέτρο συνιστά σημαντικό περιορισμό τόσο της ελευθερίας εγκαταστάσεως όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. |
|
152. |
Δεδομένου ότι οι λιμενικές εργασίες είναι κατεξοχήν βραχείας διάρκειας, η απαίτηση να ανανεώνεται, ξανά και ξανά, η αναγνώριση για κάθε νέα σύμβαση συνεπάγεται αναπόφευκτα ότι οι εργαζόμενοι θα επιλέξουν την ένταξή τους στη δεξαμενή εργαζομένων (pool). Διαιωνίζεται έτσι το κλειστό σύστημα προσλήψεων (closed shop) υπό τον έλεγχο των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της αναγνωρισμένης εργοδοτικής ενώσεως, ενώ ταυτόχρονα δυσχεραίνεται η εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών στις βελγικές λιμενικές ζώνες ( 96 ). |
|
153. |
Η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρει στις παρατηρήσεις της ότι η αναγνώριση των εργαζομένων που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) και διαθέτουν προηγούμενη αναγνώριση είναι ταχεία και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η δημιουργία ηλεκτρονικής βάσεως (καλούμενης «Portunus») για την επιτάχυνση της διαδικασίας αυτής και την αποφυγή καθυστερήσεων ( 97 ). |
|
154. |
Εν πάση περιπτώσει, εξακολουθεί να μου φαίνεται δυσανάλογη η σύνδεση της αναγνωρίσεως με τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας μόνο για τους εργαζομένους που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) και όχι για εκείνους που περιλαμβάνονται. Η ανάγκη να διαπιστώνεται εάν οι πρώτοι εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως (επιχείρημα που προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση) θα μπορούσε να επεκταθεί και στους εργαζομένους που περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool), οι οποίοι, με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαν να απωλέσουν την από ιατρικής ή ψυχολογικής απόψεως ικανότητά τους να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. |
|
155. |
Δυσανάλογο μου φαίνεται και το μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 13/1 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, το οποίο διέπει την αναγνώριση φορτοεκφορτωτών που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) και έχουν προσληφθεί από επιχειρήσεις. |
|
156. |
Σύμφωνα με τους μεταβατικούς αυτούς κανόνες, οι συμβάσεις εργασίας πρέπει να συνάπτονται, αρχικώς, για αόριστο χρόνο· από την 1η Ιουλίου 2017, για τουλάχιστον 2 έτη· από την 1η Ιουλίου 2018, για τουλάχιστον 1 έτος· από την 1η Ιουλίου 2019, για τουλάχιστον 6 μήνες· και, από την 1η Ιουλίου 2020, για ελεύθερα προσδιοριζόμενη διάρκεια. |
|
157. |
Δεδομένου ότι οι λιμενικές εργασίες είναι κατεξοχήν βραχείας διάρκειας, το μεταβατικό αυτό καθεστώς διασφάλιζε σχεδόν απολύτως την πρόσληψη φορτοεκφορτωτών από τη δεξαμενή εργαζομένων (pool) και καθιστούσε δυσχερή την απευθείας πρόσληψη λιμενεργατών. |
|
158. |
Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι σκοπός των μεταβατικών αυτών κανόνων είναι η διευκόλυνση του σταδιακού ανοίγματος του κλειστού συστήματος προσλήψεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητά του. Όμως, όπως ήδη έχω τονίσει, η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας του συστήματος προσλήψεως της δεξαμενής εργαζομένων (pool) δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως επιτακτική απαίτηση γενικού συμφέροντος. |
|
159. |
Είναι, ωστόσο, αληθές ότι ένα μεταβατικό σύστημα θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προστατεύσει τις ευνοϊκές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των φορτοεκφορτωτών που περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool), διασφαλίζοντας ταυτοχρόνως ότι η άμεση κατάργησή του δεν θα δημιουργήσει σοβαρό κίνδυνο για τη σταθερότητα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ( 98 ). Ωστόσο, ούτε η Βελγική Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα αυτό ούτε φαίνεται πιθανό η άμεση κατάργηση του επίμαχου συστήματος να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του βελγικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. |
Ε. Αυτόματη αναγνώριση ως μελών της δεξαμενής εργαζομένων (pool) των υπό την προηγούμενη ρύθμιση εργαζομένων της γενικής ποσοστώσεως (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα)
|
160. |
Κατά το άρθρο 15/1 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, το οποίο εισήχθη με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, «οι λιμενεργάτες που έχουν αναγνωριστεί δυνάμει [της προηγούμενης ρυθμίσεως] συμπεριλαμβάνονται αυτοδικαίως στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) […]». |
|
161. |
Οι διάδικοι επιχειρήσεις φρονούν ότι η αυτόματη αυτή αναγνώριση περιορίζει τη δυνατότητα απευθείας προσλήψεως των λιμενεργατών (με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου). Προσθέτουν ότι εμποδίζονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι εργοδότες να προσλάβουν καταρτισμένους εργαζομένους, να συνάψουν απευθείας με αυτούς σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να τους προσφέρουν εργασιακή ασφάλεια σύμφωνα με τους κανόνες του γενικού εργατικού δικαίου. |
|
162. |
Συμφωνώ, εντούτοις, με την Επιτροπή ότι η αυτόματη αναγνώριση των πρώην εργαζομένων της γενικής ποσοστώσεως ως εργαζομένων που περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) προστατεύει τα δικαιώματά τους χωρίς, συγχρόνως, να προκαλεί, δυσανάλογο περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως ή στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων. |
|
163. |
Όπως επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση, ο αυτόματος αυτός μηχανισμός απαλλάσσει τους εν ενεργεία φορτοεκφορτωτές από την υποχρέωση να ζητήσουν την αναγνώρισή τους κατ’ εφαρμογήν του βασιλικού διατάγματος της 10ης Ιουλίου 2016. |
|
164. |
Το μέτρο είναι λογικό, διότι οι εργαζόμενοι αυτοί διαθέτουν ήδη πείρα στις λιμενικές εργασίες, κάτι που πιστοποιεί την ικανότητά τους να τις εκτελούν με την απαιτούμενη γνώση και ασφάλεια. Επιπλέον, δεν εμποδίζει τις επιχειρήσεις να τους προσλάβουν απευθείας, έστω και αν, στην πράξη, οι συνθήκες εργασίας για τους ανήκοντες στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) είναι ευνοϊκότερες και η απευθείας πρόσληψη δεν θα αποτελεί συχνό φαινόμενο. |
ΣΤ. Περιορισμός της κινητικότητας των αναγνωρισμένων φορτοεκφορτωτών συνεπεία συλλογικών συμβάσεων εργασίας (έκτο προδικαστικό ερώτημα)
|
165. |
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016:
|
|
166. |
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στον βαθμό που ο νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει τους όρους ή τις προϋποθέσεις για την κινητικότητα των φορτοεκφορτωτών, ο καθορισμός τους με συλλογική σύμβαση δύναται να περιορίσει την κινητικότητα των φορτοεκφορτωτών μεταξύ των βελγικών λιμενικών ζωνών, κατά παράβαση των άρθρων 45 και 49 ΣΛΕΕ. |
|
167. |
Τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή όχι μόνο στα μέτρα των δημοσίων αρχών, αλλά και στις συλλογικές συμβάσεις ( 100 ). Καίτοι, δεν αντιβαίνει, κατ’ αρχήν, στα άρθρα αυτά νομοθετική παραπομπή στις συλλογικές συμβάσεις για τη ρύθμιση της κινητικότητας των αναγνωρισμένων φορτοεκφορτωτών, η παραπομπή, εντούτοις, αυτή μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη υπό τον όρο ότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν χρησιμοποιούνται συντεχνιακά με σκοπό τη δημιουργία εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την ελευθερία εγκαταστάσεως ( 101 ). |
|
168. |
Οι διάδικοι επιχειρήσεις αναφέρουν ότι υφίσταται συλλογική σύμβαση η οποία απαγορεύει απολύτως την κινητικότητα αναγνωρισμένων φορτοεκφορτωτών μεταξύ των βελγικών λιμένων. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η σύμβαση αυτή επιτρέπει κάποια κινητικότητα, πλην όμως η μετακίνηση εργαζομένων μεταξύ διαφορετικών δεξαμενών εργαζομένων (pool) είναι περίπλοκη, διότι εξαρτάται από την ύπαρξη αναγκών σε εργατικό δυναμικό στο pool προορισμού. Προβάλλει, επιπλέον, ότι, ενώ ο αναγνωρισμένος εργαζόμενος που έχει ενταχθεί σε δεξαμενή εργαζομένων (pool) δεν μπορεί να εργαστεί σε άλλη λιμενική ζώνη, οι αναγνωρισμένοι εργαζόμενοι σε λιμενική ζώνη που δεν περιλαμβάνονται σε δεξαμενή εργαζομένων (pool) μπορούν κάλλιστα να προσληφθούν σε άλλη λιμενική ζώνη, ακόμη και εκτός δεξαμενής εργαζομένων (pool). |
|
169. |
Ελλείψει περισσοτέρων στοιχείων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει εάν οι συλλογικές συμβάσεις των βελγικών λιμένων περιορίζουν ή όχι την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ διαφορετικών δεξαμενών εργαζομένων (pool). Κατά την ανάλυση αυτή, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι μια συλλογική διαπραγμάτευση που διεξάγεται σε κάθε λιμένα μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της αναγνωρισμένης ενώσεως επιχειρήσεων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη διατήρηση των περιορισμών στις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς και την προστασία των προνομίων των συντακτών των συλλογικών αυτών συμβάσεων, όταν τα προνόμια αυτά επηρεάζουν την πρόσβαση στη λιμενική δραστηριότητα και την απασχόληση των φορτοεκφορτωτών. |
|
170. |
Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η εθνική ρύθμιση διασφαλίζει την αναγνώριση των φορτοεκφορτωτών άλλων κρατών μελών, τούτο δε θα έπρεπε να ισχύει για όλες τις βελγικές λιμενικές ζώνες. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση λήψεως διοικητικής άδειας για την άσκηση δραστηριότητας περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως σε μεγαλύτερο βαθμό όταν η επιχείρηση άλλου κράτους μέλους πρέπει να λάβει πολλαπλές άδειες από διαφορετικές αρχές του κράτους ( 102 ). Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε εάν απαιτούντο διαδοχικές (ή ταυτόχρονες) αναγνωρίσεις από τις διοικητικές επιτροπές των διαφόρων βελγικών λιμένων. |
Ζ. Απαίτηση πιστοποιητικού ασφαλείας για τους εργαζομένους στον τομέα της εφοδιαστικής (έβδομο προδικαστικό ερώτημα)
|
171. |
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016:
|
|
172. |
Επομένως, από την έναρξη ισχύος του βασιλικού διατάγματος του 2016, το πιστοποιητικό ασφαλείας αντικατέστησε, ως ισοδύναμο της αναγνωρίσεως, την προϋφιστάμενη ποσόστωση των εργαζομένων στον τομέα της εφοδιαστικής. |
|
173. |
Όπως το αιτούν δικαστήριο, η Επιτροπή και η Βελγική Κυβέρνηση, φρονώ ότι η απαίτηση κατοχής του πιστοποιητικού αυτού από τους εργαζομένους στον τομέα της εφοδιαστικής μπορεί, κατ’ αρχήν, να δικαιολογηθεί για λόγους ασφαλείας των λιμένων. |
|
174. |
Ωστόσο, το μέτρο αυτό μπορεί να διέλθει επιτυχώς τον έλεγχο αναλογικότητας μόνον εάν οι λεπτομέρειες εφαρμογής του είναι κατάλληλες. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, οι λεπτομέρειες αυτές ρυθμίστηκαν με συλλογική σύμβαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2016. Η διάταξη περί παραπομπής περιέχει ελάχιστες πληροφορίες ως προς το σημείο αυτό, και, ως εκ τούτου, η εκτίμηση της αναλογικότητάς τους πρέπει να διενεργηθεί από το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας). |
|
175. |
Κατά τη διενέργεια της εκτιμήσεως αυτής:
|
VIII. Πρόταση
|
176. |
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις C‑407/19 και C‑471/19 ως εξής: Στην υπόθεση C‑471/19:
Στην υπόθεση C‑407/19: «Τα άρθρα 49 και 45 ΣΛΕΕ αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαιτεί, ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στη λιμενική εργασία, την προηγούμενη αναγνώριση των εργαζομένων, όταν οι λεπτομέρειες εφαρμογής της περιλαμβάνουν κάποιο από τα ακόλουθα στοιχεία:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Van Hooydonk, E., «Port labour in the EU. Labour Market, Qualifications & Training Health & Safety, Vol. I – The EU Perspective», Μελέτη ανατεθείσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2014, https://ec.europa.eu/transport/sites/transport/files/modes/maritime/ports/doc/2014-ec-port-labour-study-vol-1-update-5-12-2014.pdf
( 3 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑576/13, EU:C:2014:2430, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας).
( 4 ) Το καθεστώς τους εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του νέου κανονισμού (ΕΕ) 2017/352 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2017, για τη θέσπιση πλαισίου όσον αφορά την παροχή λιμενικών υπηρεσιών και κοινών κανόνων για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια των λιμένων (ΕΕ 2017, L 57, σ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο του 9, τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν το επίμαχο ζήτημα.
( 5 ) Van Hooydonk, E., The law ends where the port area begins. On the anomalies of port law – Inaugural lecture at the launch of Portius – International and EU Port Law Centre, Maklu, Αμβέρσα και Άπελντορν, 2010, σ. 47.
( 6 ) Νόμος της 8ης Ιουνίου 1972, σχετικά με τη λιμενική εργασία (στο εξής: νόμος του 1972).
( 7 ) Βασιλικό διάταγμα της 12ης Ιανουαρίου 1973, σχετικά με τη σύσταση της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τη λειτουργία των λιμένων καθώς και για τον προσδιορισμό της ονομασίας και της αρμοδιότητας αυτής.
( 8 ) Βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004, σχετικά με την αναγνώριση των λιμενεργατών στις λιμενικές ζώνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου της 8ης Ιουνίου 1972, σχετικά με τη λιμενική εργασία (στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004).
( 9 ) Koninklijk besluit tot wijziging van het koninklijk besluit van 5 juli 2004 betreffende de erkenning van havenarbeiders in de havengebieden die onder het toepassingsgebied vallen van de wet van 8 juni 1972 betreffende de havenarbeid (βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016, για την τροποποίηση του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, σχετικά με την αναγνώριση των λιμενεργατών στις λιμενικές ζώνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου της 8ης Ιουνίου 1972, σχετικά με τη λιμενική εργασία· στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 2016· Belgisch Staatsblad της 13ης Ιουλίου 2016). Το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004 τροποποιήθηκε προσφάτως με το Koninklijk besluit van 26 juni 2020 tot wijziging van het koninklijk besluit van 5 juli 2004 betreffende de erkenning van havenarbeiders in de havengebieden die onder het toepassingsgebied vallen van de wet van 8 juni 1972 betreffende de havenarbeid (βασιλικό διάταγμα της 26ης Ιουνίου 2020, για την τροποποίηση του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουλίου 2004, σχετικά με την αναγνώριση των λιμενεργατών στις λιμενικές ζώνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου της 8ης Ιουνίου 1972, σχετικά με τη λιμενική εργασία), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2020 και, ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στις υπό κρίση υποθέσεις.
( 10 ) Η Katoen δραστηριοποιείται στον τομέα της συντηρήσεως αγαθών και εμπορευμάτων υπό ευρεία έννοια. Εκτελεί εργασίες σε λιμένες ανά τον κόσμο, όπως η φόρτωση και η εκφόρτωση πλοίων από ή προς άλλα κράτη μέλη, η αποθήκευση, η ζύγιση, η συσκευασία, η προετοιμασία προϊόντων και εμπορευμάτων, η παροχή υπηρεσιών εφοδιαστικής και υλικοτεχνικής υποστηρίξεως, καθώς και η παροχή υπηρεσιών διεθνών και εθνικών μεταφορών εμπορευμάτων.
( 11 ) Η δραστηριότητα της General Services συνίσταται στην προώθηση, στο Βέλγιο και στην αλλοδαπή, της απασχολήσεως και της εντάξεως προσώπων στο κύκλωμα εργασίας στο πλαίσιο δραστηριοτήτων όπως η εκτέλεση υλικοτεχνικών εργασιών, η διαχείριση αγαθών και εμπορευμάτων υπό τη γενικότερη έννοια, καθώς και η εθνική και διεθνής μεταφορά αγαθών.
( 12 ) Κατά την άποψή τους, το επίδικο βασιλικό διάταγμα αντιβαίνει στο άρθρο 106, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
( 13 ) Σημεία 35 και 36 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 14 ) Απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten (C‑268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 15 ) Όπ.π. (σκέψη 51).
( 16 ) Όπ.π. (σκέψη 55): «[…] εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να υποδείξει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, εάν η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του, καίτοι αμιγώς εσωτερικής φύσεως, παρουσιάζει εντούτοις κάποιο συνδετικό στοιχείο με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί θεμελιωδών ελευθεριών, οπότε η ζητούμενη προδικαστική ερμηνεία καθίσταται απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς αυτής».
( 17 ) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ένα εθνικό μέτρο περιορίζει περισσότερες από μία ελευθερίες κυκλοφορίας, η εξέταση του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της συμβατότητάς του με μία μόνον από τις εν λόγω ελευθερίες, εάν προκύπτει ότι, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η μία εξ αυτών είναι εντελώς δευτερεύουσα σε σχέση με την άλλη και μπορεί να συνδέεται με αυτήν (αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 26, και της 26ης Μαΐου 2005, Burmanjer κ.λπ., C‑20/03, EU:C:2005:307, σκέψη 34).
( 18 ) Αν και οι διάδικοι επιχειρήσεις αναφέρονται με τις παρατηρήσεις τους στα προβλήματα ανταγωνισμού, η διάταξη περί παραπομπής δεν τα προσδιορίζει επακριβώς.
( 19 ) Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999 (C‑22/98, EU:C:1999:419, σκέψεις 26 έως 30 και 37).
( 20 ) Το Δικαστήριο έκρινε ότι, έχοντας ενταχθεί, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως, στις επιχειρήσεις και σχηματίζοντας, έτσι, μία οικονομική μονάδα με καθεμιά από αυτές, οι λιμενεργάτες δεν αποτελούν οι ίδιοι «επιχειρήσεις» υπό την έννοια του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης. Ακόμη και αν οι αναγνωρισμένοι φορτοεκφορτωτές λιμενικής ζώνης ληφθούν συλλογικώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν επιχείρηση.
( 21 ) Βλ. Van Hooydonk, E., The EU Seaports Regulation. A commentary on Regulation (EU) 2017/352 of the European Parliament and of the Council of 15 February 2017 establishing a framework for the provision of port services and common rules on the financial transparency of ports, Portius, Αμβέρσα, 2019.
( 22 ) Notteboom, T. E., «The impact of changing market requirements on dock labour employment systems in Northwest European seaports», International Journal Shipping and Transport Logistics, αριθ. 4, 2018, σ. 443· Verhoeven, P., «Dock Labor Schemes in the Context of EU Law and Policy», European Research Studies, αριθ. 2, 2011, σ. 155 επ.
( 23 ) Το άρθρο 3, σημείο 9, της προτάσεως οδηγίας ορίζει ως «αυτοεξυπηρέτηση» την «κατάσταση στα πλαίσια της οποίας κάποια εταιρεία (αυτοεξυπηρετούμενος) που κανονικά θα μπορούσε να πληρώσει για την παροχή λιμενικών υπηρεσιών, φροντίζει να εξασφαλίσει μόνη της, χρησιμοποιώντας το δικό της προσωπικό ξηράς […] και τον δικό της εξοπλισμό μία ή περισσότερες κατηγορίες λιμενικών υπηρεσιών σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία» [έγγραφο COM(2004) 654 τελικό, της 13ης Οκτωβρίου 2004, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών].
( 24 ) Βλ. υποσημείωση 4 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Το άρθρο 9, παράγραφος 2, προβλέπει ότι ο διαχειριστικός φορέας του λιμένα ή η αρμόδια αρχή απαιτεί από τον ορισθέντα πάροχο λιμενικών υπηρεσιών να αναγνωρίσει στο προσωπικό συνθήκες εργασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες υποχρεώσεις στον τομέα του κοινωνικού και εργατικού δικαίου και να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά πρότυπα του δικαίου της Ένωσης, του εθνικού δικαίου ή των συλλογικών συμβάσεων. Το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, αφορά τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του παρόχου λιμενικών υπηρεσιών.
( 26 ) Επισημαίνω ότι το άρθρο 14 του κανονισμού 2017/352 παραπέμπει στην κατάρτιση του προσωπικού, ορίζοντας ότι «[ο]ι πάροχοι λιμενικών υπηρεσιών διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν την αναγκαία κατάρτιση για να αποκτήσουν τις γνώσεις που είναι απαραίτητες για την εργασία τους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα υγείας και ασφάλειας, και ότι οι απαιτήσεις κατάρτισης επικαιροποιούνται τακτικά προκειμένου να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της τεχνολογικής καινοτομίας».
( 27 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 255, σ. 22).
( 28 ) Τούτο φαίνεται να συνάγεται από τα σημεία B.8.2 και B.8.3 της διατάξεως περί παραπομπής: κατά το Υπουργικό Συμβούλιο, το ερώτημα είναι απαράδεκτο, διότι η λιμενική εργασία ορίζεται στα βασιλικά διατάγματα εφαρμογής του νόμου του 1972. Το Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο) απαντά στην ένσταση αυτή ότι τα βασιλικά διατάγματα ορίζουν μεν την έννοια της λιμενικής εργασίας, πλην όμως τα άρθρα 1 και 2 του νόμου αυτού εισάγουν το επίδικο σύστημα κλειστής προσλήψεως στις λιμενικές ζώνες και δημιουργούν την επίμαχη διαφορετική μεταχείριση.
( 29 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 36), της 14ης Νοεμβρίου 2018, Memoria και Dall’Antonia (C‑342/17, EU:C:2018:906, σκέψη 48), της 8ης Μαΐου 2019, PI (C‑230/18, EU:C:2019:383, σκέψη 59), και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Comune di Bernareggio (C‑465/18, EU:C:2019:1125, σκέψη 39).
( 30 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Somova (C‑103/13, EU:C:2014:2334, σκέψεις 41 και 45), και της 8ης Μαΐου 2019, PI (C‑230/18, EU:C:2019:383, σκέψη 60).
( 31 ) Διάταξη περί παραπομπής, σημεία B.14 και B.15.
( 32 ) Στη σκέψη 37 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «τόσο η υποχρέωση εγγραφής σε μια SAGEP [Sociedad Anónima de Gestion de Estibadores Portuarios (ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως φορτοεκφορτωτών λιμένος)] και, ενδεχομένως, συμμετοχής στο κεφάλαιό της όσο και η υποχρέωση κατά προτεραιότητα προσλήψεως εργαζομένων που τίθενται στη διάθεσή τους από την εν λόγω εταιρία, εκ των οποίων ένας ελάχιστος αριθμός πρέπει να προσλαμβάνεται για αόριστο χρόνο, αναγκάζουν τις αλλοδαπές επιχειρήσεις φορτοεκφορτώσεως να προβούν σε προσαρμογή η οποία ενδέχεται να έχει οικονομικές συνέπειες και να προκαλέσει διαταραχές στη λειτουργία τους, σε τέτοιον βαθμό ώστε να αποθαρρύνει επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών να εγκατασταθούν στους ισπανικούς λιμένες γενικού ενδιαφέροντος».
( 33 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 47).
( 34 ) Η Βελγική Κυβέρνηση επικαλέστηκε (με ελάχιστα επιχειρήματα) την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, δεδομένης της ανάγκης να καταπολεμηθεί η παράνομη διακίνηση πλείστων όσων εμπορευμάτων εντός των λιμένων. Φρονώ ότι η προβαλλόμενη αυτή αιτιολογία δεν είναι λυσιτελής, διότι η καταπολέμηση των παράνομων δραστηριοτήτων στους λιμένες εναπόκειται στις τελωνειακές και αστυνομικές αρχές και όχι στους φορτοεκφορτωτές.
( 35 ) «[Ο] σκοπός της διατηρήσεως της ασφάλειας εντός των λιμένων συνιστά επίσης επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος»: αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 51) και της 17ης Μαρτίου 2011, Ναυτιλιακή Εταιρία Θάσου και Αμάλθεια I Ναυτική Εταιρία (C‑128/10 και C‑129/10, EU:C:2011:163, σκέψη 45). Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η υπηρεσία πρυμνοδετήσεως συνιστά τεχνική ναυτική υπηρεσία ουσιώδη για τη διατήρηση της ασφάλειας εντός των λιμένων, η οποία παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά δημόσιας υπηρεσίας (απόφαση της 18ης Ιουνίου 1998, Corsica Ferries France, C‑266/96, EU:C:1998:306, σκέψη 60).
( 36 ) Η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι εργασίες αυτές εκτελούνται συνήθως με συγκεκριμένα μηχανήματα, ο χειρισμός των οποίων απαιτεί τεχνικές γνώσεις και επαρκή πείρα. Επιπλέον, μια λιμενική περιοχή έχει την ιδιαιτερότητα ότι οι δραστηριότητες πρέπει να εκτελούνται σε μικρό σχετικά χώρο, όπου διασταυρώνονται αναγκαστικά όλα τα είδη εργασιών και μηχανημάτων, στο σύνολό τους κοντά σε ύδατα, αποβάθρες, με σιδηροδρόμους που διασχίζουν την περιοχή, γερανούς, και προϊόντα που πρέπει να εκφορτώνονται με ιδιαίτερες προφυλάξεις. Οι δραστηριότητες αυτές ενέχουν μικρότερο κίνδυνο όταν ασκούνται εκτός των λιμενικών ζωνών. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος εργατικού ατυχήματος είναι αναλογικά μεγαλύτερος σε μια λιμενική ζώνη.
( 37 ) Κατά τις διαδίκους επιχειρήσεις, η αυξανόμενη μηχανοποίηση της συντηρήσεως των εμπορευμάτων, ο ηλεκτρονικός χειρισμός των γερανών εμπορευματοκιβωτίων και των ανυψωτικών οχημάτων στους λιμενικούς τερματικούς σταθμούς, η αυτοματοποιημένη ζύγιση και καταμέτρηση εμπορευμάτων, η αυτοματοποίηση των αποθηκών, η σάρωση των αποστελλομένων εμπορευματοκιβωτίων για πιθανές ζημίες ή η χρήση φορτηγών χωρίς οδηγό έχουν μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο των λιμενικών εργασιών.
( 38 ) Σύμβαση για την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων (λιμενικές εργασίες), 1979 (αριθ. 152) https://www.ilo.org/dyn/normlex/es/f?p=NORMLEXPUB:12100:0::NO:12100:P12100_INSTRUMENT_ID:312297:NO και σύσταση για την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων (λιμενικές εργασίες), 1979 (αριθ. 160) https://www.ilo.org/dyn/normlex/es/f?p=NORMLEXPUB:12100:0::NO:12100:P12100_INSTRUMENT_ID:312498:NO.
( 39 ) «Ο διεθνής λιμενικός τομέας χρονολογείται από τις απαρχές του πολιτισμού. Έκτοτε, δεν έπαυσε να εξελίσσεται, αν και οι μέθοδοι διακινήσεως του φορτίου, οι οποίες ήταν και κοπιώδεις και επικίνδυνες, δεν μεταβλήθηκαν ουσιωδώς μέχρι τη δεκαετία του 1960, με την εισαγωγή των εμπορευματοκιβωτίων και των συστημάτων ro‑ro. Από τότε και μετά, οι τεχνικές εξελίξεις ήταν συνεχείς, για παράδειγμα, με την υιοθέτηση όλο και πιο σύγχρονου εξοπλισμού διακινήσεως, μεγαλύτερης αποδόσεως και εμβέλειας. Αν και πολλές από τις βελτιώσεις αυτές στις μεθόδους διακινήσεως του φορτίου αύξησαν σημαντικά την ασφάλεια των λιμενεργατών, άλλες αλλαγές δημιούργησαν νέους κινδύνους […]». Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, Ασφάλεια και υγιεινή στους λιμένες. Κατάλογος πρακτικών συστάσεων της ΔΟΕ, Γενεύη, 2005, σ. 1, https://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/---ed_protect/---protrav/---safework/documents/normativeinstrument/wcms_112516.pdf.
( 40 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 50) και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union (C‑438/05, EU:C:2007:772, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 41 ) Κείμενο διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο https://www.ilo.org/dyn/normlex/es/f?p=NORMLEXPUB:12100:0::NO::P12100_ILO_CODE:C137. Βλ. επίσης τη σύσταση σχετικά με τη λιμενική εργασία, 1973 (αριθ. 145), διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο https://www.ilo.org/dyn/normlex/es/f?p=NORMLEXPUB:12100:0::NO:12100:P12100_INSTRUMENT_ID:312483:NO.
( 42 ) Τα στοιχεία είναι διαθέσιμα στον διαδικτυακό τόπο https://www.ilo.org/dyn/normlex/es/f?p=1000:11300:0::NO:11300:P11300_INSTRUMENT_ID:312282.
( 43 ) Rodriguez‑Piñero y Bravo‑Ferrer, M., «Trabajo portuario y libertad de contratación de trabajadores», Relaciones Laborales, αριθ. 1, 2002, σ. 14 και 15, και Rodríguez Ramos, P., «El régimen jurídico de la relación laboral de los estibadores: pasado, presente y futuro», Temas Laborales, αριθ.142, 2018, σ. 103 έως 108.
( 44 ) Σκέψη 44.
( 45 ) Αυτή είναι η περίπτωση, παραδείγματος χάριν, της συμβάσεως ναυτικής εργασίας του 2006 της ΔΟΕ, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώθηκε στο δίκαιο της Ένωσης με τη θέσπιση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/131 του Συμβουλίου, της 23ης Ιανουαρίου 2018, για την εφαρμογή της συμφωνίας που συνήψαν η Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Ενώσεων Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF) σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2009/13/ΕΚ του Συμβουλίου σύμφωνα με τις τροποποιήσεις του 2014 στη σύμβαση ναυτικής εργασίας του 2006, όπως εγκρίθηκαν από τη Διεθνή Διάσκεψη Εργασίας στις 11 Ιουνίου 2014 (ΕΕ 2018, L 22, σ. 28).
( 46 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Comune di Bernareggio (C‑465/18, EU:C:2019:1125, σκέψη 47), και απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 53).
( 47 ) Κατά τον Van Hooydonk, E. (βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων), σ. 207: «In sum, EU law allows Member States and social partners to choose between a free and open port labour market or an efficient and sustainable registration or pool system which is not affected by restrictive excesses, either in the law or in practice».
( 48 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑317/14, EU:C:2015:63, σκέψεις 27 έως 29), και της 6ης Ιουνίου 2000, Angonese (C‑281/98, EU:C:2000:296, σκέψεις 44 και 45).
( 49 ) Το απαιτούμενο επίπεδο καταρτίσεως των λιμενεργατών διαφέρει ουσιωδώς από ένα κράτος μέλος σε άλλο, σύμφωνα με τη μελέτη του Turnbull, P., «Sistemas de formación y de cualificación en el sector portuario de la UE: Planteamiento del estado de la cuestión y perfil del punto de vista de la ETF», ETF, Βρυξέλλες, Ιούλιος 2009, https://www.etf-europe.org/wp-content/uploads/2018/08/Training-and-qualification-systems-in-the-EU-port-sector-EN.pdf.
( 50 ) ΔΟΕ, Κατευθυντήριες γραμμές για την κατάρτιση στον λιμενικό τομέα, Κατάλογος πρακτικών συστάσεων της ΔΟΕ, Γενεύη, 2012, https://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/---ed_dialogue/---sector/documents/normativeinstrument/wcms_214614.pdf.
( 51 ) Πιθανότατα δεν θα ήταν αναγκαίο να απαιτείται η ίδια κατάρτιση για τους ασκούμενους φορτοεκφορτωτές, ως προς τους οποίους θα έπρεπε να αρκεί ένα πιστοποιητικό επαγγελματικής καταρτίσεως που να αποδεικνύει, επί τη βάσει της κτηθείσας πείρας, την ικανότητά τους.
( 52 ) Σχολιάζοντας τον αντίκτυπο της αποφάσεως αυτής σε άλλα κράτη μέλη, ο Van Hooydonk αναφέρει: «The Spanish dock ruling of the Court of Justice brings an end to the era of “old style” port work, in which the occupation of dock worker was regarded being something special, indeed mythologized, while the resulting organization of work in ports was often something of a bottleneck and gave workers in this category privileges compared to workers in similar sectors», στο Van Hooydonk, E., «The Spanish Dock Labour Ruling (C‑576/13): Mortal Blow for the Docker’s Pools», European Transport Law, 2015, σ. 581.
( 53 ) Οι υποχρεώσεις αυτές συνίσταντο, αφενός, στην εγγραφή στη Sociedad Anónima de Gestión de Estibadores Portuarios (SAGEP) (ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως φορτοεκφορτωτών λιμένος) και, ενδεχομένως, στη συμμετοχή στο κεφάλαιό της και, αφετέρου, στην κατά προτεραιότητα πρόσληψη εργαζομένων που διέθετε η εταιρία αυτή, εκ των οποίων ένας ελάχιστος αριθμός έπρεπε να προσλαμβάνεται για αόριστο χρόνο.
( 54 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 55). Η εκτέλεση της αποφάσεως στην Ισπανία υπήρξε σύνθετη και χρειάστηκε η επιβολή χρηματικής ποινής (απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑388/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:548) ώστε να υλοποιηθούν οι αντίστοιχες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες συντελέστηκαν με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 8/2017, αντικατασταθείσα με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου 9/2019, της 29ης Μαρτίου. Η εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση C‑462/19 αφορά το νομικό καθεστώς που θέσπισε η τελευταία.
( 55 ) Φάκελος 2014/2088, C(2014) 1874 τελικό.
( 56 ) Βλ. Van Hooydonk, E., «Port Labour in the EU. Labour Market, Qualifications & Training Health & Safety. Vol. II – The Member State Perspective. Annexes», Μελέτη ανατεθείσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2014, σ. 8 έως 135.
( 57 ) Engels, C., «The European Social Charter: Freedom of Association and Free Collective Bargaining. European and Belgian Implementation», στο Blanpain, R. (επιμ.), The Council of Europe and the Social Challenges of the XXIst Century, Kluwer Law International, Χάγη, 2001, σ. 204· και Van Hooydonk, E., βλ. υποσημείωση 56 των παρουσών προτάσεων, σ. 57 έως 59.
( 58 ) Οι διάδικοι επιχειρήσεις προσκόμισαν το επίσημο έντυπο αιτήσεως αναγνωρίσεως λιμενεργάτη που εκδίδει η Service public fédéral Emploi, Travail et Concertation sociale (Δημόσια Ομοσπονδιακή υπηρεσία απασχολήσεως, εργασίας και κοινωνικού διαλόγου, Βέλγιο). Στο έντυπο αυτό αναφέρεται ρητώς ότι το ίδιο πρέπει, εκτός από πληροφορίες σχετικά με τυχόν οικογενειακό δεσμό του υποψηφίου με λιμενεργάτες, να φέρει τη σφραγίδα της συνδικαλιστικής οργανώσεως του λιμένος για τον οποίο ζητείται η αναγνώριση και την υπογραφή του αντίστοιχου συνδικαλιστικού εκπροσώπου.
( 59 ) Με βασιλικά διατάγματα, εκδοθέντα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3bis του νόμου του 1972, ιδρύθηκαν τοπικές εργοδοτικές οργανώσεις για τους λιμένες της Αμβέρσας, της Zeebrugge, της Γάνδης, της Οστάνδης, και των Βρυξελλών Vilvoorde. Ωστόσο, άλλοι βελγικοί λιμένες που εξυπηρετούν τη θαλάσσια κυκλοφορία, όπως οι λιμένες του Ruisbroek (στο κανάλι Βρυξέλλες‑Σκάλδης), της Γάνδης ή της Λιέγης εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του νόμου του 1972 και της εκτελεστικής νομοθεσίας του, παρά το γεγονός ότι και σε αυτούς εκτελούνται εργασίες φορτώσεως και εκφορτώσεως πλοίων θαλάσσης.
( 60 ) Παραδείγματος χάριν, το κέντρο καταρτίσεως του λιμένος της Αμβέρσας, με την επωνυμία Cepa/OCHA, στη σελίδα http://www.ocha.be/.
( 61 ) Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται κάθε διακίνηση εμπορευμάτων που μεταφέρονται διά θαλάσσιας ή ποτάμιας οδού, σιδηροδρομικώς ή οδικώς, και κάθε βοηθητική υπηρεσία σε σχέση με τα εμπορεύματα αυτά, ανεξαρτήτως του εάν οι δραστηριότητες αυτές πραγματοποιούνται σε αποβάθρες, σε πλωτές οδούς, σε προβλήτες ή σε ειδικές εγκαταστάσεις για την εισαγωγή, την εξαγωγή ή τη διαμετακόμιση των εμπορευμάτων, καθώς και κάθε διακίνηση εμπορευμάτων που μεταφέρονται διά θαλάσσιας ή ποτάμιας οδού με προορισμό ή προέλευση αποβάθρες βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
( 62 ) Van Hooydonk, E., βλ. υποσημείωση 56 των παρουσών προτάσεων, σ. 18 έως 22.
( 63 ) Πρβλ. αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Sokoll‑Seebacher (C‑367/12, EU:C:2014:68, σκέψη 22), και της 8ης Μαΐου 2019, PI (C‑230/18, EU:C:2019:383, σκέψεις 52 έως 55).
( 64 ) Απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Association France Nature Environnement (C‑379/15, EU:C:2016:603, σκέψη 33).
( 65 ) Αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Inter‑Environnement Wallonie και Terre wallonne (C‑41/11, EU:C:2012:103), και της 28ης Ιουλίου 2016, Association France Nature Environnement (C‑379/15, EU:C:2016:603, σκέψη 43).
( 66 ) Αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Inter‑Environnement Wallonie και Terre wallonne (C‑41/11, EU:C:2012:103), της 28ης Ιουλίου 2016, Association France Nature Environnement (C‑379/15, EU:C:2016:603, σκέψη 43), και της 29ης Ιουλίου 2019, Inter‑Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψεις 179 έως 181).
( 67 ) Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2010 (C‑409/06, EU:C:2010:503).
( 68 ) Στο ενδεχόμενο αυτό αντιτάχθηκε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot με τις προτάσεις του της 26ης Ιανουαρίου 2010, Winner Wetten (C‑409/06, EU:C:2010:38, σημεία 96 έως 99).
( 69 ) Στη σκέψη 67 της αποφάσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Winner Wetten (C‑409/06, EU:C:2010:503), αναφέρεται ότι: «[…] αρκεί πάντως η παρατήρηση ότι έστω και αν υποτεθεί ότι λόγοι παρόμοιοι προς εκείνους που ενέπνευσαν την εν λόγω νομολογία, η οποία αναπτύχθηκε σχετικά με τις πράξεις της Ένωσης, δύνανται να οδηγήσουν, κατ’ αναλογία και κατ’ εξαίρεση, σε προσωρινή αναστολή του αποτελέσματος του εξοβελισμού που έχει ο άμεσα εφαρμοστέος κανόνας δικαίου της Ένωσης έναντι του εθνικού δικαίου που αντιβαίνει σε αυτόν, εντούτοις η ως άνω αναστολή, οι προϋποθέσεις της οποίας καθορίζονται μόνον από το Δικαστήριο, εν προκειμένω αποκλείεται εξαρχής, λαμβανομένης υπόψη της απουσίας επιτακτικών λόγων ασφάλειας δικαίου ικανών να τη δικαιολογήσουν». Υπό την ίδια έννοια, βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2019, Belgisch Syndicaat van Chiropraxie κ.λπ. (C‑597/17, EU:C:2019:544, σκέψη 59).
( 70 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Transportes Jordi Besora (C‑82/12, EU:C:2014:108, σκέψη 41), της 19ης Απριλίου 2018, Oftalma Hospital (C‑65/17, EU:C:2018:263, σκέψη 57), της 10ης Ιουλίου 2019, WESTbahn Management (C‑210/18, EU:C:2019:586, σκέψη 45), και της 3ης Οκτωβρίου 2019, Schuch‑Ghannadan (C‑274/18, EU:C:2019:828, σκέψεις 60 έως 62). «[Τ]ο Δικαστήριο κατέφυγε στη λύση αυτή μόνον υπό πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, και δη όταν υπήρχε κίνδυνος σοβαρών οικονομικών συνεπειών οφειλομένων, ιδίως, στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που είχαν συσταθεί καλοπίστως βάσει ρυθμίσεως η οποία εθεωρείτο νομίμως ισχύουσα και εφόσον προέκυπτε ότι οι ιδιώτες και οι εθνικές αρχές είχαν παρακινηθεί σε συμπεριφορά αντιβαίνουσα προς το δίκαιο της Ένωσης λόγω αντικειμενικής και σοβαρής αβεβαιότητας ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, αβεβαιότητας στη δημιουργία της οποίας είχε ενδεχομένως συμβάλει η ίδια η συμπεριφορά άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής» (αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2019, C‑210/18, WESTbahn Management,EU:C:2019:586, σκέψη 46, και της 14ης Μαρτίου 2019, Skanska Industrial Solutions κ.λπ., C‑724/17, EU:C:2019:204, σκέψη 57).
( 71 ) Βλ. γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 12.
( 72 ) Βλ. σημεία 34 έως 39 των παρουσών προτάσεων.
( 73 ) Βλ. σημείο 103 και υποσημείωση 71 των παρουσών προτάσεων.
( 74 ) Ως προς την εξέλιξη της οργανώσεως εργασίας των φορτοεκφορτωτών στους ευρωπαϊκούς λιμένες, παραπέμπω στις εργασίες των Notteboom, T.E., «The impact of changing market requirements on dock labour employment systems in Northwest European seaports», International Journal Shipping and Transport Logistics, αριθ. 4, 2018, σ. 429 έως 454· και Verhoeven, P., «Dock Labor Schemes in the Context of EU Law and Policy», European Research Studies, αριθ. 2, 2011,σ. 149 έως 167.
( 75 ) Κατά το μεταβατικό καθεστώς (έως την 1η Ιουλίου 2020), η αναγνώριση των εργαζομένων που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) χορηγείται για τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, ενώ για κάθε μεταγενέστερη σύμβαση απαιτείται η υποβολή νέας αιτήσεως.
( 76 ) Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016 (C‑201/15, EU:C:2016:972).
( 77 ) Όπ.π. (σκέψη 55).
( 78 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 37).
( 79 ) Αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2019, Zyla (C‑272/17, EU:C:2019:49, σκέψη 22), και της 7ης Μαρτίου 2018, DW (C‑651/16, EU:C:2018:162, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 80 ) Αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2019, Zyla (C‑272/17, EU:C:2019:49, σκέψη 23), της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Rockler (C‑137/04, EU:C:2006:106, σκέψη 18), και της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Öberg (C‑185/04, EU:C:2006:107, σκέψη 15).
( 81 ) Αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2019, Zyla (C‑272/17, EU:C:2019:49, σκέψη 24), της 7ης Μαρτίου 2018, DW (C‑651/16, EU:C:2018:162, σκέψεις 29 έως 31), και της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Zentralbetriebsrat der gemeinnützigen Salzburger Landeskliniken (C‑514/12, EU:C:2013:799, σκέψεις 25 και 26).
( 82 ) Κατά πάγια νομολογία, λόγοι αμιγώς οικονομικής φύσεως που συνδέονται με την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας ή με την εύρυθμη λειτουργία της δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμό κάποιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τις Συνθήκες (βλ. αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 2019, Associação Peço a Palavra κ.λπ., C‑563/17, EU:C:2019:144, σκέψη 70, και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, ΑΓΕΤ Ηρακλής, C‑201/15, EU:C:2016:972, σκέψη 72).
( 83 ) Απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Garkalns (C‑470/11, EU:C:2012:505, σκέψη 42): «[…] ένα καθεστώς αδειών […] πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά, μη εισάγοντα διακρίσεις και εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια, ούτως ώστε να πλαισιώνεται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των δημοσίων αρχών προκειμένου αυτές να μην τη χρησιμοποιούν κατά τρόπο αυθαίρετο».
( 84 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑439/99, EU:C:2002:14, σκέψη 39). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Ottica New Line (C‑539/11, EU:C:2013:591, σκέψη 53): «[…] oι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγήσουν άδεια για την ίδρυση επιπλέον καταστήματος οπτικών ειδών μόνον κατόπιν υποχρεωτικής γνωμοδοτήσεως επιτροπής του εμπορικού επιμελητηρίου, η οποία αποτελείται […] από εκπροσώπους των δραστηριοποιούμενων στην αγορά οπτικών, δηλαδή των άμεσων ανταγωνιστών των οπτικών που έχουν ζητήσει την ίδρυση καταστήματος».
( 85 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑202/88, EU:C:1991:120, σκέψη 52).
( 86 ) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος του 2004 παραπέμπει στο βασιλικό διάταγμα της 6ης Νοεμβρίου 1969, περί καθορισμού των γενικών κανόνων λειτουργίας των επιτροπών και υποεπιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως. Ο κανόνας ομοφωνίας απορρέει από το άρθρο 47, τελευταίο εδάφιο, του νόμου της 5ης Δεκεμβρίου 1968, σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως.
( 87 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, DW (C‑651/16, EU:C:2018:162, σκέψεις 33 και 34).
( 88 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, PI (C‑230/18, EU:C:2019:383, σκέψη 81).
( 89 ) Στη σκέψη 43 της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 2012, Garkalns (C‑470/11, EU:C:2012:505), αναφέρεται ότι: «[…] για τον έλεγχο της αμεροληψίας των διαδικασιών αδειοδοτήσεως, είναι αναγκαίο οι αρμόδιες αρχές να στηρίζουν καθεμία από τις αποφάσεις τους σε συλλογιστική προσβάσιμη στο κοινό, η οποία να αναφέρει επακριβώς τους λόγους για τους οποίους, ενδεχομένως, δεν χορηγήθηκε η άδεια».
( 90 ) Κατά την Επιτροπή, από τα στατιστικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της προκύπτει ότι δεν διεκπεραιώθηκε το 52 % των αιτήσεων αναγνωρίσεως λιμενεργατών περιλαμβανόμενων στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) για την περίοδο 2014‑2019 και το 43 % των αιτήσεων αναγνωρίσεως λιμενεργατών μη περιλαμβανόμενων στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) για την περίοδο 2016‑2019. Η Βελγική Κυβέρνηση, σε απάντηση προς τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, αμφισβήτησε τα αριθμητικά αυτά στοιχεία και παρέσχε ορισμένες εξηγήσεις σχετικά με τις διοικητικές καθυστερήσεις κατά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων.
( 91 ) Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 40.
( 92 ) Θα αναλύσω την απαίτηση περί υπάρξεως συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση για την αναγνώριση των λιμενεργατών που δεν περιλαμβάνονται στη δεξαμενή εργαζομένων (pool) στο πλαίσιο του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος.
( 93 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, UNIS και Beaudout Père et Fils (C‑25/14 και C‑26/14, EU:C:2015:821, σκέψεις 34 έως 37), σχετικά με την υποχρέωση διαφάνειας που επιβάλλει η ελευθερία παροχής υπηρεσιών κατά τη λήψη αποφάσεως να ανατεθεί σε έναν και μοναδικό φορέα η διαχείριση συστήματος υποχρεωτικής επικουρικής ασφαλίσεως για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής διαφάνειας απαιτεί, αφενός, οι δυνητικώς ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, πλην του ορισθέντος, να είχαν προηγουμένως τη δυνατότητα να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους να αναλάβουν τη διαχείριση περί της οποίας πρόκειται και, αφετέρου, ο ορισμός του επιφορτισμένου με τη διαχείριση του εν λόγω επικουρικού συστήματος φορέα να πραγματοποιήθηκε με αδιάβλητες διαδικασίες.
( 94 ) Οι διάδικοι επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εφαρμόστηκε η αμοιβαία αναγνώριση φορτοεκφορτωτών άλλων κρατών μελών.
( 95 ) Ειδικότερα, ο τίτλος III, κεφάλαια I και II, καθώς και τα άρθρα 50, 51 και 53 της οδηγίας 2005/36.
( 96 ) Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Επιτροπής, κατά την περίοδο 2016‑2019, είχαν υποβληθεί 28 μόνον αιτήσεις αναγνωρίσεως λιμενεργατών μη περιλαμβανόμενων στη δεξαμενή εργαζομένων (pool), έναντι 3901 αιτήσεων αναγνωρίσεως λιμενεργατών περιλαμβανόμενων στη δεξαμενή εργαζομένων (pool).
( 97 ) Το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 26ης Ιουνίου 2020, το οποίο τροποποιεί το βασιλικό διάταγμα της 5ης Ιουλίου 2004, προβλέπει τη δημιουργία της εφαρμογής αυτής υπό την εν λόγω ονομασία. Όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2020 και, ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στις υπό κρίση υποθέσεις.
( 98 ) Βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, Kohll (C‑158/96, EU:C:1998:171, σκέψη 41).
( 99 ) Όπως έχω ήδη εκθέσει, ο κανόνας αυτός φαίνεται να έχει εφαρμογή μόνο στους λιμένες της Αμβέρσας, της Γάνδης, της Οστάνδης, της Zeebrugge, των Βρυξελλών και της Vilvoorde, και όχι σε άλλους βελγικούς λιμένες όπως αυτούς της Genk ή της Λιέγης.
( 100 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union (C‑438/05, EU:C:2007:772, σκέψεις 33, 34 και 50 έως 58).
( 101 ) Van Hooydonk, E., βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων, σ. 152 έως 157.
( 102 ) Αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑298/99, EU:C:2002:194, σκέψη 64), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑465/05, EU:C:2007:781, σκέψη 59).
( 103 ) Το ίδιο ισχύει για την απαίτηση κατ’ επανάληψη λήψεως πιστοποιητικού ασφαλείας για τον ίδιο εργαζόμενο και ανακλήσεώς του από έκαστο φορέα εκδόσεως. Το κόστος ανά κάρτα ενδέχεται επίσης να είναι υπερβολικό για προσλήψεις διάρκειας μίας ή μερικών ημερών.
( 104 ) Για πληροφορίες σχετικά με την κάρτα αυτή και την εταιρία που την εκδίδει, βλ. https://www.alfapass.be/fr/.