ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
EVGENI TANCHEV
της 18ης Μαρτίου 2021 ( 1 )
Υπόθεση C‑282/19
YT,
ZU,
AW,
BY,
CX,
DZ,
EA,
FB,
GC,
IE,
JF,
KG,
LH,
MI,
NY,
PL,
HD,
OK
κατά
Ministero dell’Istruzione, dell’Università e della Ricerca – MIUR,
Ufficio Scolastico Regionale per la Campania,
παρεμβαίνουσα:
Federazione GILDA-UNAMS
[αίτηση του Tribunale di Napoli (πρωτοδικείου Νάπολης, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Εργασία ορισμένου χρόνου – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμβάσεις συναφθείσες με καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα στο Δημόσιο – Έλλειψη μέτρων που να αποσκοπούν στην αποτροπή της καταχρηστικής συνάψεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου – Ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ – Αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου – Μέσα ένδικης προστασίας – Άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για το καθεστώς των θρησκευτικών ομάδων – Άρθρα 20, 21 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Συνταγματικά εμπόδια στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης»
|
1. |
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Tribunale di Napoli (πρωτοδικείου Νάπολης, Ιταλία· στο εξής: αιτούν δικαστήριο) εντάσσεται σε σειρά υποθέσεων που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα στην Ιταλία, καθώς και την εθνική νομοθεσία που αποκλείει τη μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ( 2 ). Εντάσσεται σε μια υποκατηγορία των εν λόγω αιτήσεων προδικαστικών αποφάσεων, δηλαδή σε αυτές που αφορούν την απασχόληση εκπαιδευτικών σε δημόσια σχολεία ( 3 ), ζητούνται δε ταυτόχρονα διευκρινίσεις ως προς την επιρροή που ενδέχεται να έχει στην έκβαση της δίκης το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις. Τούτο απορρέει από το γεγονός ότι οι ενάγοντες της κύριας δίκης είναι καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα σε ιταλικά δημόσια σχολεία. |
|
2. |
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν οδηγούν σε εφαρμογή της προστασίας που αναγνωρίζεται στο καθεστώς των θρησκευτικών οργανώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διαφορά της κύριας δίκης επιλύεται με παραπομπή στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP ( 4 ) (στο εξής: συμφωνία‑πλαίσιο), όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής με σκοπό την επιβολή της εν λόγω απαγόρευσης βάσει του άρθρου 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη ( 5 ). |
|
3. |
Το αιτούν δικαστήριο απασχολούν δύο κύρια ζητήματα. Πρώτον, εάν οι περιστάσεις της κύριας δίκης συνιστούν «αντικειμενικούς λόγους» που δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως προβλέπεται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν η κατά το δίκαιο του κράτους μέλους απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, απαγόρευση η οποία επικυρώθηκε από το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ιταλία) ( 6 ), αντιβαίνει στη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 21 του Χάρτη. |
|
4. |
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, δεν τίθεται ζήτημα μεταβολής του «καθεστώτος» της Καθολικής Εκκλησίας βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθώς και ότι δεν υφίστανται «αντικειμενικοί λόγοι», κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου, που να δικαιολογούν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. |
|
5. |
Εντούτοις, δεδομένου ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου δεν αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα ( 7 ) και ότι, κατά τα φαινόμενα, το δίκαιο του κράτους μέλους αποκλείει σαφώς τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ( 8 ), η επιβληθείσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου υποχρέωση των δικαστηρίων των κρατών μελών να ερμηνεύουν τους σχετικούς εθνικούς κανόνες κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της ρήτρας 5 ( 9 ) δεν φτάνει μέχρι του σημείου να απαιτείται contra legem ερμηνεία του δικαίου του κράτους μέλους, ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου ή την αρχή της μη αναδρομικότητας ( 10 ). |
|
6. |
Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να μετατρέψει τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνον σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματός τους να μην υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, και του δικαιώματός τους για αποτελεσματική προσφυγή προς άρση της προσβολής αυτής, βάσει του άρθρου 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, σύμφωνα με τις αρχές που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Egenberger ( 11 ). Εάν αποδειχθεί ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, η άρση της απαγόρευσης μετατροπής των επίμαχων συμβάσεων ορισμένου χρόνου θα επιβάλλεται από το δίκαιο της Ένωσης, ελλείψει ενός ή περισσοτέρων μέσων παροχής ένδικης προστασίας στο πλαίσιο της επίμαχης εθνικής έννομης τάξεως ( 12 ), τα οποία να διασφαλίζουν, έστω και παρεμπιπτόντως, τα δικαιώματα που αντλούν οι ενάγοντες από τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη ( 13 ). |
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
7. |
Το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής: «Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.» |
|
8. |
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου τιτλοφορείται «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης». Στο σημείο 1 αυτής προβλέπονται τα εξής: «Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
|
Β. Το εθνικό δίκαιο
|
9. |
Το άρθρο 3 του Legge del 18 luglio 2003, n. 186 – Norme sullo stato giuridico degli insegnanti di religione cattolica degli istituti e delle scuole di ogni ordine e grado (νόμου αριθ. 186 της 18ης Ιουλίου 2003, περί του νομικού καθεστώτος των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα των ιδρυμάτων και των σχολείων όλων των ειδών και βαθμίδων) (GURI αριθ. 170, της 24ης Ιουλίου 2003· στο εξής: νόμος 186/2003), προβλέπει στην παράγραφο 3 ότι οι υποψήφιοι του εκάστοτε διαγωνισμού που προκηρύσσεται για τη μονιμοποίηση των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα πρέπει να διαθέτουν το πιστοποιητικό ικανότητας που χορηγείται από τον κατά τόπον αρμόδιο επίσκοπο. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 8, του ίδιου νόμου, η πρόσληψη των επιτυχόντων του διαγωνισμού με σύμβαση αορίστου χρόνου γίνεται από τον περιφερειάρχη, κατόπιν διαβούλευσης με τον τοπικώς αρμόδιο επίσκοπο. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 9, του ίδιου νόμου, η ανάκληση του πιστοποιητικού ικανότητας εκ μέρους του αρμόδιου επισκόπου συνιστά λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας. |
|
10. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 4-bis, του Decreto legislativo del 6 settembre 2001, n. 368 – Attuazione della direttiva 1999/70/CE relativa all’accordo quadro sul lavoro a tempo determinato concluso dall’UNICE, dal CEEP e dal CES (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 368 της 6ης Σεπτεμβρίου 2001, περί μεταφοράς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP) (GURI αριθ. 235, της 9ης Οκτωβρίου 2001· στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 368/2001), προέβλεπε τα εξής: «[…] εάν, λόγω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με αντικείμενο την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων, η συνολική διάρκεια της σχέσης εργασίας μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου υπερβαίνει τους τριάντα έξι μήνες, συμπεριλαμβανομένων των παρατάσεων και των ανανεώσεων και μη λαμβανομένων υπόψη των τυχόν διαστημάτων μη απασχόλησης που μεσολαβούν μεταξύ των συμβάσεων, η σχέση εργασίας λογίζεται ως αορίστου χρόνου […]» ( 14 ). |
|
11. |
Με το άρθρο 10, παράγραφος 4-bis, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001, εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4-bis, του ίδιου νομοθετικού διατάγματος οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνάπτονται για την αναπλήρωση διδακτικού, διοικητικού, τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας διασφάλισης της διαρκούς παροχής διδασκαλίας και υπηρεσιών εκπαίδευσης ( 15 ). |
|
12. |
Κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, του Decreto legislativo del 30 marzo 2001, n. 165 – Norme generali sull’ordinamento del lavoro alle dipendenze delle amministrazioni pubbliche (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 165 της 30ής Μαρτίου 2001, περί γενικών κανόνων για την οργάνωση της εργασίας στη δημόσια διοίκηση) (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 106, της 9ης Μαΐου 2001· στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 165/2001), η δημόσια διοίκηση προσλαμβάνει προσωπικό κατά κανόνα αποκλειστικά με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 2, η διοίκηση δύναται να προσφεύγει στις ευέλικτες μορφές συμβάσεων προσλήψεως προσωπικού που προβλέπονται από τον νόμο όταν συντρέχουν πρόσκαιρες και έκτακτες ανάγκες. Στο άρθρο 36, παράγραφος 5, προβλέπεται ότι, «[ε]ν πάση περιπτώσει και υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε ευθύνης και κυρώσεως που μπορεί να συνεπάγεται, η παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου που αφορούν την εκ μέρους της δημόσιας διοίκησης πρόσληψη ή απασχόληση εργαζομένων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου με τη δημόσια διοίκηση. Ο οικείος εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παροχή εργασίας κατά παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. […]». |
|
13. |
Στο άρθρο 309, παράγραφος 1, του Decreto legislativo del 16 aprile 1994, n. 297 – Approvazione del testo unico delle disposizioni legislative vigenti in materia di istruzione, relative alle scuole di ogni ordine e grado (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 297 της 16ης Απριλίου 1994, περί εγκρίσεως του ενιαίου κειμένου των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τον τομέα της εκπαίδευσης όσον αφορά τα σχολεία όλων των ειδών και βαθμίδων) (GURI αριθ. 115 της 19ης Μαΐου 1994· στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 297/1994), το οποίο αφορά τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, προβλέπεται ότι στα μη πανεπιστημιακά δημόσια σχολεία όλων των ειδών και βαθμίδων η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα διέπεται από τη συμφωνία μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Αγίας Έδρας και από το σχετικό πρόσθετο πρωτόκολλο, το οποίο κυρώθηκε με τον νόμο αριθ. 121 της 25ης Μαρτίου 1985, καθώς και από τις συμφωνίες που προβλέπονται από το εν λόγω πρωτόκολλο, σύμφωνα με το σημείο 5, στοιχείο b, αυτού. Κατά το ίδιο άρθρο 309, παράγραφος 2, «για τη διδασκαλία του καθολικού δόγματος, ο επικεφαλής του οικείου εκπαιδευτικού ιδρύματος διορίζει το εκπαιδευτικό προσωπικό ετησίως βάσει σύμβασης ορισμένου χρόνου, κατόπιν διαβούλευσης με τον επίσκοπο». Κατά το άρθρο 309, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 297/1994, οι διδάσκοντες το μάθημα των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα περιλαμβάνονται στο εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων και έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους λοιπούς εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, συμμετέχουν μόνο στις περιοδικές αξιολογήσεις και τις τελικές αξιολογήσεις των μαθητών οι οποίοι παρακολούθησαν το μάθημα των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα. Κατά το άρθρο 309, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 297/1994, για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, αντί της βαθμολόγησης και εξέτασης, οι διδάσκοντες προετοιμάζουν και διαβιβάζουν στις οικογένειες ειδική βαθμολόγηση, η οποία συνοδεύει το δελτίο ελέγχου ή το σχολικό βιβλίο, σχετικά με το ενδιαφέρον του μαθητή για το μάθημα και με το τι αποκόμισε από αυτό. |
|
14. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 95, του Legge n. 107 – Riforma del sistema nazionale di istruzione e formazione e delega per il riordino delle disposizioni legislative vigenti (νόμου αριθ. 107 για τη μεταρρύθμιση του εθνικού συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης και για την ανάθεση αρμοδιοτήτων για την αναθεώρηση των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων) της 13ης Ιουλίου 2015 (GURI αριθ. 162, της 15ης Ιουλίου 2015· στο εξής: νόμος 107/2015) προβλέπει ότι, για το σχολικό έτος 2015/2016, το Ministero dell’Istruzione dell’università e della ricerca (Υπουργείο Παιδείας, Πανεπιστημίων και Έρευνας, Ιταλία) εξουσιοδοτείται να καταρτίσει έκτακτο σχέδιο πρόσληψης εκπαιδευτικών με συμβάσεις αορίστου χρόνου για απασχόληση στους δημόσιους εκπαιδευτικούς φορείς όλων των ειδών και βαθμίδων. |
|
15. |
Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 5 της CCNL (Contratto collettivo nazionale di lavoro) Scuola (εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τα σχολεία) της 27ης Νοεμβρίου 2007 (στο εξής: CCNL της 27ης Νοεμβρίου 2007), «[ο]ι καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα προσλαμβάνονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 309 [του νομοθετικού διατάγματος 297/1994] με ετήσια σύμβαση εργασίας η οποία θεωρείται επιβεβαιωμένη όταν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις που προβλέπονται κείμενες διατάξεις». |
|
16. |
Στο άρθρο 1 της συμφωνίας μεταξύ του ιταλικού κράτους και της Αγίας Έδρας της 18ης Φεβρουαρίου 1984 (στο εξής: συμφωνία της 18ης Φεβρουαρίου 1984) προβλέπονται τα εξής: «Η Ιταλική Δημοκρατία και η Αγία Έδρα επαναβεβαιώνουν ότι η Πολιτεία και η Καθολική Εκκλησία απολαύουν, εκάστη στον τομέα της, ανεξαρτησίας και κυριαρχίας και σέβονται πλήρως τις αρχές αυτές κατά τις μεταξύ τους σχέσεις και κατά την αμοιβαία συνεργασία τους για την ανύψωση του ανθρώπου και το καλό της χώρας.» |
|
17. |
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της συμφωνίας της 18ης Φεβρουαρίου 1984 προβλέπει: «Η Ιταλική Δημοκρατία, αναγνωρίζοντας την αξία του θρησκευτικού πολιτισμού και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι αρχές του καθολικού δόγματος αποτελούν μέρος της ιστορικής κληρονομιάς του ιταλικού λαού, θα συνεχίσει να διασφαλίζει, στο πλαίσιο των σχολικών στόχων, τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα στα δημόσια σχολεία όλων των ειδών και βαθμίδων, πλην των πανεπιστημίων. Λόγω σεβασμού της ελευθερίας της συνείδησης και της ευθύνης των γονέων σχετικά με την εκπαίδευση, διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε προσώπου να επιλέξει εάν θα παρακολουθήσει ή όχι την εκπαίδευση αυτή. Κατά τον χρόνο εγγραφής, οι μαθητές ή οι γονείς τους ασκούν το εν λόγω δικαίωμα έναντι των σχολικών αρχών, η δε επιλογή αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται δυσμενή διάκριση.» |
|
18. |
Το άρθρο 2.5 της Intesa tra Autorità scolastica e la Conferenza Episcopale Italiana per l’insegnamento della religione cattolica nelle scuole pubbliche (συμφωνίας μεταξύ της ιταλικής σχολικής αρχής και της Συνόδου των Ιταλών επισκόπων για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα στα δημόσια σχολεία) της 16ης Δεκεμβρίου 1985 προβλέπει ότι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα παρέχεται από καθηγητές οι οποίοι διαθέτουν πιστοποιητικό ικανότητας, εκδοθέν από τον επίσκοπο και μη ανακληθέν από αυτόν, και διορίζονται κατόπιν διαβούλευσης μεταξύ του επισκόπου και των αρμόδιων σχολικών αρχών βάσει της εθνικής νομοθεσίας ( 16 ). |
|
19. |
Κατά τον κανόνα 804, παράγραφος 2, του κώδικα κανονικού δικαίου ( 17 ), ο επίσκοπος μεριμνά ώστε όσοι διορίζονται καθηγητές θρησκευτικών στα σχολεία, ακόμη και στα μη καθολικά σχολεία, να διακρίνονται για την ορθή τήρηση του δόγματος, τη μαρτυρία χριστιανικής ζωής και την ικανότητα διδασκαλίας. |
II. Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
|
20. |
Ο YT και άλλοι 18 ενάγοντες (στο εξής: ενάγοντες) είναι καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, οι οποίοι έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο υπουργείο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Απασχολούνται βάσει ετήσιων διορισμών, οι οποίοι ανανεώνονται αυτομάτως, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 5, της CCNL της 27ης Νοεμβρίου 2007 (σημείο 15 των παρουσών προτάσεων). Σε όλους τους ενάγοντες έχει χορηγηθεί από τον επίσκοπο πιστοποιητικό ικανότητας. |
|
21. |
Οι ενάγοντες προσελήφθησαν με πράξη διορισμού της σχολικής αρχής μετά από πρόταση του επισκόπου. Καθεμία από τις επίμαχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου έχει συνολική διάρκεια άνω των 36 μηνών (σημείο 10 των παρουσών προτάσεων). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διάρκεια των συμβάσεων υπερβαίνει τα 20 έτη ( 18 ). |
|
22. |
Στις 31 Ιουλίου 2015 οι ενάγοντες άσκησαν αγωγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας i) τη μετατροπή των συμβάσεών τους ορισμένoυ χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, επικουρικώς, ii) την αποκατάσταση της ζημίας. Στη δίκη συμμετείχε, επιπλέον, η Federazione GILDA-UNAMS (στο εξής: ομοσπονδία GILDA-UNAMS), συνδικαλιστική οργάνωση που υπέγραψε την CCNL της 27ης Νοεμβρίου 2007. |
|
23. |
Το εναγόμενο υπουργείο αντέκρουσε την αγωγή. |
|
24. |
Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η οδηγία 1999/70 μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 368/2001 (σημεία 10 και 11 των παρουσών προτάσεων). Το άρθρο 5, παράγραφος 4-bis, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προέβλεπε ιδίως τη μετατροπή σχέσης εργασίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, όταν αυτή, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ του αυτού εργοδότη και του αυτού εργαζομένου, έχει υπερβεί συνολικώς τους 36 μήνες ( 19 ). |
|
25. |
Εντούτοις, οι προαναφερθείσες διατάξεις, ιδίως η διάταξη σχετικά με τη μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα. Όπως ήδη επισημάνθηκε (σημείο 12 των παρουσών προτάσεων) σχετικά με τους υπαλλήλους αυτούς, στο άρθρο 36 του νομοθετικού διατάγματος 165/2001 προβλέπεται ιδίως ότι η δημόσια διοίκηση δύναται να προσλαμβάνει προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου μόνον για την αντιμετώπιση πρόσκαιρων η έκτακτων αναγκών, καθώς και ότι η παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Αντ’ αυτού, οι εργαζόμενοι δικαιούνται αποζημίωση από τη δημόσια διοίκηση. |
|
26. |
Ωστόσο, το νομοθετικό διάταγμα 165/2001 δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου οι οποίες συνάπτονται στον τομέα της σχολικής εκπαίδευσης για την κάλυψη προσωρινών θέσεων διδακτικού, διοικητικού, τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού (σημείο 11 των παρουσών προτάσεων). |
|
27. |
Συνεπώς, τα κωλύματα και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο ιταλικό δίκαιο για την επανειλημμένη ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν εφαρμόζονται στον τομέα της σχολικής εκπαίδευσης. |
|
28. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων είναι απολύτως επισφαλείς και στερούνται προστασίας. Το άρθρο 309 του νομοθετικού διατάγματος 297/1994 προβλέπει, πράγματι, ότι οι επικεφαλής των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων διορίζουν σε ετήσια βάση το προσωπικό για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα κατόπιν διαβούλευσης με τον επίσκοπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Αγίας Έδρας και των συμφωνιών μεταξύ της ιταλικής σχολικής αρχής και της Συνόδου των Ιταλών επισκόπων για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα στα δημόσια σχολεία (σημείο 13 των παρουσών προτάσεων). Οι συμφωνίες αυτές προβλέπουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα παρέχεται από καθηγητές οι οποίοι διαθέτουν πιστοποιητικό ικανότητας, εκδοθέν και μη ανακληθέν από τον επίσκοπο, και διορίζονται κατόπιν διαβούλευσης μεταξύ του επισκόπου και των αρμόδιων σχολικών αρχών (σημείο 18 των παρουσών προτάσεων). |
|
29. |
Για τους καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα οι οποίοι προσελήφθησαν με τον μοναδικό ανοιχτό δημόσιο διαγωνισμό που πραγματοποιήθηκε ποτέ, η ανάκληση του πιστοποιητικού ικανότητας εκ μέρους του αρμόδιου επισκόπου συνιστά λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 9, του νόμου 186/2003 (σημείο 9 των παρουσών προτάσεων). |
|
30. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, επίσης, μια σύγκρουση μεταξύ της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Sciotto ( 20 ), αναφορικά με την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου, και της νομολογίας του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου), το οποίο έκρινε στην απόφαση 248/18 ( 21 ) ότι «δεν μπορεί παρά να επιβεβαιωθεί ότι είναι αδύνατη, για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, η μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου –σύμφωνα με την πάγια ευρωπαϊκή και εθνική νομολογία». Επομένως, το εθνικό δικαστήριο ουδέποτε δύναται να επιβάλλει σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου στους διάφορους τομείς της δημόσιας διοίκησης, ακόμη και ελλείψει οποιουδήποτε, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, σχετικού περιορισμού κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου. |
|
31. |
Η απόφαση 248/2018 αφορούσε τον συνταγματικό έλεγχο του άρθρου 10, παράγραφος 4-bis, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001 (σημείο 11 των παρουσών προτάσεων) και του άρθρου 36, παράγραφοι 5, 5-ter και 5-quarter, του νομοθετικού διατάγματος 165/2001 (σημείο 12 των παρουσών προτάσεων), παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro ( 22 ), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino ( 23 ). |
|
32. |
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τη συμβατότητα της ιταλικής νομοθεσίας περί μεταφοράς της οδηγίας 1999/70, και ιδίως της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου, με το άρθρο 21 του Χάρτη και την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 24 ), όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα σε σχέση με τους λοιπούς καθηγητές. |
|
33. |
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι όλοι οι καθηγητές, πλην των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, έχουν εξασφαλίσει τη μονιμοποίησή τους και, κατά συνέπεια, έχουν πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου, βάσει του έκτακτου προγράμματος προσλήψεων που εισήχθη με τον νόμο 107/2015 (σημείο 14 των παρουσών προτάσεων), και διερωτάται εάν είναι δυνατόν, βάσει του άρθρου 21 του Χάρτη, της ρήτρας 4 της συμφωνίας‑πλαισίου και του άρθρου 1 της οδηγίας 2000/78, να μην εφαρμοστούν οι κανόνες της εθνικής νομοθεσίας που εμποδίζουν την αυτόματη μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου, αν η σχέση εργασίας συνεχίζεται πέραν μιας συγκεκριμένης περιόδου. |
|
34. |
Για τους λόγους αυτούς, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
35. |
Η ομοσπονδία GILDA-UNAMS (από κοινού με το σύνολο των 18 εναγόντων), η Ιταλική Δημοκρατία καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Δεν έλαβε χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. |
III. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Ο ρόλος του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ για την επίλυση της διαφοράς
|
36. |
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ιταλική Δημοκρατία με τις γραπτές παρατηρήσεις της, οι περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν επηρεάζουν το «καθεστώς» που έχει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους μια θρησκευτική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Ιταλικής Δημοκρατίας περί του παραδεκτού πρέπει να απορριφθεί. |
|
37. |
Καταρχάς, όπως επισημάνθηκε στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, η κατοχή του πιστοποιητικού ικανότητας για τους καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα δεν επηρεάζει την ορισμένη ή μη διάρκεια της σύμβασης. Και τούτο, διότι το πιστοποιητικό απαιτείται τόσο για τους καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα που απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όσο και για εκείνους που απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων αορίστου χρόνου (βλ. σημεία 9 και 18 των παρουσών προτάσεων). Επιπλέον, οι επιπτώσεις της ανάκλησής του εκ μέρους του επισκόπου είναι οι ίδιες για τους καθηγητές αμφοτέρων των τύπων συμβάσεων. |
|
38. |
Περαιτέρω, δύο προγενέστερες αποφάσεις που ερμηνεύουν το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιείχαν σαφή περιγραφή της επίδρασης που θα συνεπαγόταν η εφαρμογή των οικείων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στο «καθεστώς» θρησκευτικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 25 ), δεδομένου ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει «αποκλεισμό» από την εφαρμογή αυτή. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όχι μόνον δεν αμφισβητείται η αρμοδιότητα του επισκόπου για την έκδοση του πιστοποιητικού ικανότητας, αλλά, επιπλέον, η αρμοδιότητα αυτή θα εξακολουθήσει να υφίσταται, ανεξάρτητα από το εάν οι ενάγοντες επιτύχουν τη μετατροπή των συμβάσεών τους ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. |
|
39. |
Οι γενικόλογες επιφυλάξεις σχετικά με την ανεξαρτησία των εκκλησιών βάσει του συντάγματος των κρατών μελών (βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων) και με τον ρόλο της εκκλησίας στην έγκριση των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα (βλ. σημεία 9, 13 και 18 των παρουσών προτάσεων), όπως εκτίθενται στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία, δεν επαρκούν για την ενεργοποίηση του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. |
|
40. |
Με το υπόμνημά της η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει επίσης ότι, εάν το 30 % των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα δεν απασχολούνται δυνάμει προσωρινών συμβάσεων, θα διακυβευθεί η πρακτική σημασία του νομοθετικού καθεστώτος που παρατίθεται στο τμήμα I, μέρος B, των παρουσών προτάσεων, ήτοι η διδασκαλία του δόγματος αυτού στα ιταλικά δημόσια σχολεία, λόγω της ανάγκης για ευελιξία. Εντούτοις, άπαντες οι ενάγοντες απασχολούνται από το εναγόμενο σε μόνιμη βάση επί μακρό χρονικό διάστημα ( 26 ), ορισμένοι δε εξ αυτών εργάζονται επί εικοσαετία και πλέον. Και σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι προφανές ως προς τι διακυβεύεται το «καθεστώς» του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι στην πράξη η ζήτηση είναι σταθερή. |
|
41. |
Η εφαρμογή της συμφωνίας‑πλαισίου στην περίπτωση της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν συνιστά κρίση επί του προαιρετικού χαρακτήρα της διδασκαλίας του καθολικού δόγματος στα ιταλικά δημόσια σχολεία, όπως υποστηρίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Ιταλική Δημοκρατία. Αντιθέτως, αφορά τους όρους απασχόλησης των εκπαιδευτικών, οι οποίοι διδάσκουν προαιρετικό μάθημα. |
|
42. |
Επομένως, μολονότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εκφράζει την ουδετερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την οργάνωση από τα κράτη μέλη των σχέσεών τους με τις εκκλησίες και τις θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες ( 27 ), έχει επίσης αποφανθεί ότι εθνικές διατάξεις που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την αναγνώριση στους εργαζομένους που είναι μέλη συγκεκριμένων εκκλησιών μίας επιπλέον αργίας η οποία συμπίπτει με σημαντική για τις εκκλησίες αυτές θρησκευτική εορτή δεν αποσκοπούν στην οργάνωση των σχέσεων κράτους μέλους με τις εκκλησίες αυτές ( 28 ). Αντιστοίχως, εθνικές διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απασχολούν το 30 % των καθηγητών θρησκευτικών συγκεκριμένου δόγματος δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση κατάχρησης κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου δεν αποσκοπούν στην οργάνωση των σχέσεων του οικείου κράτους μέλους με την Καθολική Εκκλησία. |
2. Το άρθρο 351 ΣΛΕΕ δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
|
43. |
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Ιταλική Δημοκρατία, το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν θίγεται από το άρθρο 351, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά τη διάταξη αυτή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από διεθνείς συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ κρατών μελών προ της προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τρίτων χωρών δεν θίγονται από το δίκαιο της Ένωσης. Ωστόσο, οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την Αγία Έδρα ή συνδέονται με αυτήν δεν επηρεάζονται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι αφορούν την αρμοδιότητα των επισκόπων για την έκδοση και ανάκληση του πιστοποιητικού ικανότητας (βλ. σημεία 9 και 18 των παρουσών προτάσεων) –αρμοδιότητα που δεν θίγεται από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου. Με το άρθρο 351 ΣΛΕΕ παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να τηρήσουν τις υποχρεώσεις που ενδεχομένως ανέλαβαν βάσει διεθνών συμβάσεων πριν από την προσχώρησή τους στην Ένωση ( 29 ). Ωστόσο, το άρθρο 351 ΣΛΕΕ αφορά μόνον διεθνείς συμβάσεις που μπορεί να έχουν επίπτωση επί της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 30 ). Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στη διαφορά της κύριας δίκης. |
3. Η οδηγία 2000/78 αποτελεί επικουρικό κανόνα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης
|
44. |
Το κυρίαρχο μέτρο του δικαίου της Ένωσης που διέπει τη διαφορά της κύριας δίκης είναι η συμφωνία‑πλαίσιο, και όχι η οδηγία 2000/78. Υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, τα ανακύπτοντα ζητήματα που αφορούν τόσο την προβαλλόμενη δυσμενή διάκριση όσο και τα μέσα ένδικης προστασίας μπορούν να επιλυθούν υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα δε των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη αντιστοίχως. |
|
45. |
Η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου αποτελεί την πηγή της νομολογίας που είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην πραγματικότητα, αν η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, διάταξη με την οποία πρέπει να συμμορφώνεται η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου, απαιτεί από το αιτούν δικαστήριο να άρει μια προβλεπόμενη από το ιταλικό δίκαιο νομοθετική απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου δεν αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα ( 31 ), η διαφορά της κύριας δίκης πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Egenberger ( 32 ). Το άμεσο αποτέλεσμα αποκλείστηκε και σε εκείνη την υπόθεση, δεδομένου ότι επρόκειτο για οριζόντια διαφορά μεταξύ δύο ιδιωτών, οπότε τα μέρη στηρίχθηκαν στο άρθρο 21 του Χάρτη, καθώς και στο άρθρο 47 του Χάρτη, προκειμένου να άρουν νομοθετικό φραγμό σε μέσο ένδικης προστασίας ( 33 ). |
|
46. |
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επικρινόμενη διακριτική μεταχείριση έγκειται στο γεγονός ότι το 30 % των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίες δεν μπορούν, βάσει του δικαίου του κράτους μέλους, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα η πρόσβασή τους στα μέσα ένδικης προστασίας να παρέχεται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις εν συγκρίσει με άλλους εκπαιδευτικούς του δημοσίου τομέα. Αμφισβητείται επίσης η ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί τη διαδοχική σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου βάσει της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου. |
|
47. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ωστόσο, τα ζητήματα αυτά διέπονται από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου (βλ. σημεία 59 έως 62 των παρουσών προτάσεων). Δεδομένου ότι ο πυρήνας της διαφοράς έγκειται στο ζήτημα αν η νομοθεσία κράτους μέλους η οποία αποκλείει τη μετατροπή των συμβάσεων των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου πρέπει, βάσει του δικαίου της Ένωσης, να παραμεριστεί και στον ρόλο που διαδραματίζει η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου στον καθορισμό του ζητήματος αυτού, τα επιχειρήματα των εναγόντων σχετικά με τη δυσμενή διάκριση λόγω θρησκείας πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα δε του άρθρου 21 ( 34 ) του Χάρτη, και της αρχής της ίσης μεταχείρισης όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 20 ( 35 ) του Χάρτη. Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την οδηγία 2000/78 περιορίζονται στα μέσα ένδικης προστασίας στο πλαίσιο άμεσης διάκρισης ( 36 ). Η προστασία που παρέχει το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και συγκεκριμένα τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη καλύπτουν, εν πάση περιπτώσει, την έμμεση διάκριση (βλ. σημεία 71 έως 75 των παρουσών προτάσεων). Έχει παγιωθεί προ πολλού στη νομολογία του Δικαστηρίου ότι το σύνολο της νομοθεσίας της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία πλέον αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 20 του Χάρτη ( 37 ), το ίδιο δε ισχύει και για τα νομοθετήματα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή μέτρων της Ένωσης ( 38 ). |
|
48. |
Η προτεινόμενη εν προκειμένω προσέγγιση ενισχύεται από την πάγια πρακτική του Δικαστηρίου επί προβαλλόμενης παράβασης των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη, σε πλαίσια που βαίνουν πέραν της οδηγίας 2000/78. Στην απόφασή του στην υπόθεση Léger ( 39 ), εκτιμώντας κατά πόσο ο προσφεύγων υπέστη διακριτική μεταχείριση λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού του εξαιτίας της εφαρμογής από κράτος μέλος του σημείου 2.1 του παραρτήματος III της οδηγίας 2004/33/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2004, για την εφαρμογή της οδηγίας 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ορισμένες τεχνικές απαιτήσεις για το αίμα και τα συστατικά του αίματος ( 40 ), το Δικαστήριο βασίστηκε στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη. |
|
49. |
Ομοίως, στην απόφασή του στην υπόθεση Glatzel ( 41 ), κατά την εκτίμηση των αιτιάσεων για παράβαση των άρθρων 20, 21 και 26 του Χάρτη, αναφορικά με δυσμενή διάκριση λόγω αναπηρίας, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην οδηγία 2000/78 μόνον στον βαθμό που ήταν απαραίτητο για τον καθορισμό της έννοιας της «αναπηρίας» ( 42 ). Και τούτο, διότι η προβαλλόμενη άνιση μεταχείριση σημειώθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής από κράτος μέλος του παραρτήματος III, σημείο 6.4, της οδηγίας 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης ( 43 ) (διατάξεων προβαλλόμενων ως άκυρων), με αποτέλεσμα η διακριτική μεταχείριση να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη. |
|
50. |
Πρέπει να υπογραμμιστεί, επομένως, ότι η οδηγία 2000/78 δεν είναι το μόνο νομοθέτημα του δικαίου της Ένωσης που προστατεύει από παράνομες διακρίσεις είτε λόγω θρησκείας, είτε λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, είτε λόγω οποιασδήποτε άλλης αιτίας αναφερόμενης στο άρθρο 21 του Χάρτη. Η συνέπεια της απόφασης Léger και άλλων αποφάσεων για την κύρια δίκη είναι ότι όλες οι διατάξεις της συμφωνίας‑πλαισίου, μεταξύ των οποίων και η ρήτρα 5 και οι διατάξεις περί μέσων ένδικης προστασίας οι οποίες ισχύουν παράλληλα με αυτή (βλ. περαιτέρω σημεία 63 έως 77 των παρουσών προτάσεων), πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης κατά το άρθρο 20 του Χάρτη και με τις απαγορεύσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, δεδομένου ότι αυτή κατοχυρώνεται σε διάταξη του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, ήτοι στο άρθρο 21 του Χάρτη ( 44 ). Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 47 του Χάρτη, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που έχει για την επίλυση της διαφοράς η πάγια νομολογία σχετικά με τους κανόνες περί μέσων ένδικης προστασίας οι οποίοι συνδέονται με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου και εμπίπτουν στο άρθρο 47 ( 45 ). |
|
51. |
Περαιτέρω, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά το άρθρο 51 του Χάρτη, να συμμορφώνονται με αυτόν, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 20, 21 και 47 του Χάρτη, όταν «εφαρμόζουν» τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου ( 46 ) –υποχρέωση που εκτείνεται στον καθορισμό των μέσων παροχής ένδικης προστασίας ( 47 ). Επομένως, η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει, όταν παρέχει μέσα ένδικης προστασίας κατά της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, να σέβεται το δικαίωμα των εναγόντων να μην υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, καθώς και να διασφαλίζει την αποτελεσματική προσφυγή στη δικαιοσύνη, όπως επιτάσσει το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη. |
|
52. |
Ο ρόλος των άρθρων 21 και 47 του Χάρτη για την επίλυση της διαφοράς αναπτύσσεται περαιτέρω στη συνέχεια (σημεία 63 έως 77 των παρουσών προτάσεων). |
|
53. |
Ως εκ τούτου, θα δοθεί απάντηση μόνον στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. |
4. Επί της προσέγγισης για την απάντηση στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα
|
54. |
Με το τρίτο ερώτημα, ερωτάται εάν υφίσταται αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ( 48 ). Εν συνεχεία, ποιες είναι οι επιπτώσεις, από την άποψη των μέσων ένδικης προστασίας, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος; Με το τέταρτο ερώτημα, ερωτάται πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συνταγματικής ισχύος, που εμποδίζει την αποκατάσταση που επιτάσσει το δίκαιο της Ένωσης. Ως εκ τούτου, στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί κοινή απάντηση. |
|
55. |
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η βασική αιτίαση των εναγόντων είναι ότι υπέστησαν δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους εκπαιδευτικούς οι οποίοι ωφελήθηκαν από τη μεταρρύθμιση που εισήχθη με τον νόμο 107/2015 (σημείο 14 των παρουσών προτάσεων), με την οποία οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εκπαιδευτικών μετετράπησαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. |
|
56. |
Επισημαίνω, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του νόμου 107/2015 (σημείο 14 των παρουσών προτάσεων), ότι «η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου λόγω μεταρρύθμισης της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στη ρήτρα 4 της συμφωνίας‑πλαισίου ( 49 )». Τούτου λεχθέντος, η ρήτρα 4 δεν ασκεί επιρροή στην κύρια δίκη και δεν θα αξιολογηθεί στην απάντηση του τέταρτου ερωτήματος. |
|
57. |
Εντούτοις, η σχετική κρίση του Δικαστηρίου ουδόλως μετριάζει την ευρύτερη υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου προς αναγνώριση του δικαιώματος των εναγόντων να μην υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω της θρησκείας τους, όπως το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη, εκ των οποίων το πρώτο αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης στο δίκαιο της Ένωσης (βλ. περαιτέρω σημεία 63 έως 77 των παρουσών προτάσεων). |
Β. Επί της απάντησης στα προδικαστικά ερωτήματα
|
58. |
Στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η υποχρέωση των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα να λαμβάνουν την έγκριση του επισκόπου, ως προϋπόθεση για να διδάξουν στα δημόσια σχολεία, δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί την ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, και δεδομένου ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου δεν αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει την προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο απόλυτη νομοθετική απαγόρευση βάσει της οποίας αποκλείεται η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον η μη μετατροπή συνεπάγεται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 21 του Χάρτη, και έλλειψη πραγματικής προσφυγής προς άρση της διάκρισης αυτής, κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Στην περίπτωση αυτή, κάθε διάταξη του δικαίου του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συνταγματικής φύσεως, μη δυνάμενη να ερμηνευθεί σύμφωνα με την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, και το δικαίωμα προσφυγής κατά της παράβασης της απαγόρευσης αυτής, το οποίο εξασφαλίζεται με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 47 του Χάρτη, δεν πρέπει να εφαρμόζεται. |
1. Εισαγωγή
|
59. |
Η συμφωνία-πλαίσιο έχει εφαρμογή στο προσωπικό που προσλαμβάνεται στον κλάδο της εκπαίδευσης ( 50 ). Η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει θεσπίσει μέτρα που να περιορίζουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια των συμβάσεων ή τον αριθμό των ανανεώσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου. Επίσης η ιταλική νομοθεσία δεν φαίνεται να περιέχει μέτρα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα από τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου ( 51 ). Ωστόσο, προκειμένου να αποτραπεί η καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται στην εν λόγω ρήτρα, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα ( 52 ). Ως εκ τούτου, οι «αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας», κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου, αποτελούν μέσο αποτροπής των καταχρηστικών πρακτικών ( 53 ). |
2. Έλλειψη αντικειμενικού λόγου ανανέωσης
|
60. |
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η έννοια των “αντικειμενικών λόγων” πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτει σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένη δραστηριότητα και που, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν στο ειδικό αυτό πλαίσιο τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται μεταξύ άλλων στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους ενός κράτους μέλους» ( 54 ). |
|
61. |
Είναι αναγκαίο να ελεγχθεί εάν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται όντως σε μια πραγματική ανάγκη, είναι πρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αναγκαία προς τούτο ( 55 ). Δεν πρόκειται, όμως, για «αντικειμενικά» κριτήρια, όταν δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τα κριτήρια που εφαρμόζονται για εργαζόμενους απασχολούμενους δυνάμει συμβάσεων αορίστου χρόνου οι οποίοι έχουν τα ίδια καθήκοντα με όσους απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αναφέρομαι εν προκειμένω στην υποχρέωση των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα να διαθέτουν πρόσφατο πιστοποιητικό ικανότητας από τον επίσκοπο, υποχρέωση κοινή τόσο για τους καθηγητές θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα που απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου όσο και για εκείνους που απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων αορίστου χρόνου (βλ. σημεία 9 και 18 των παρουσών προτάσεων). Παράγοντες όπως οι ειδικοί κανόνες βαθμολόγησης των μαθητών του καθολικού δόγματος (βλ. σημείο 13 των παρουσών προτάσεων) και το γεγονός ότι πρόκειται για προαιρετικό μάθημα (βλ. σημείο 17 των παρουσών προτάσεων) δεν αρκούν για τη διαφοροποίηση των διδασκόντων τα μαθήματα αυτά από τους λοιπούς εκπαιδευτικούς ως προς τα βασικά τους καθήκοντα (σημείο 13 των παρουσών προτάσεων). |
|
62. |
Μολονότι δεν μνημονεύεται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, οι ισχυρισμοί της Ιταλικής Δημοκρατίας αναφέρονται στην ανάγκη για ευελιξία ( 56 ) στο πλαίσιο της διδασκαλίας προαιρετικού μαθήματος. Εντούτοις, από πρακτική άποψη ( 57 ), η ανάγκη για ευελιξία δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή ως «πραγματική», δεδομένου ότι πολλοί από τους ενάγοντες απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου πλέον της εικοσαετίας. Δεν πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρης ανάγκης ( 58 ), όπως αποδεικνύεται από «τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας» ( 59 ). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να ανανεώνονται προς τον σκοπό της πάγιας και διαρκούς ασκήσεως καθηκόντων τα οποία εμπίπτουν στη συνήθη δραστηριότητα του οικείου κλάδου ( 60 ). Στη διαφορά της κύριας δίκης, η διάρκεια των σχέσεων εργασίας αποδεικνύει ότι η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου καλύπτει «πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό», παρά τον προαιρετικό χαρακτήρα της διδασκαλίας του καθολικού δόγματος ως μαθήματος ( 61 ). Τέλος, η επίμαχη εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει κάποια προϋπόθεση περί συγκεκριμένης επιβεβαίωσης του ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών ( 62 ) ούτε επιδιώκει σκοπό κοινωνικής πολιτικής ( 63 ). |
3. Οι συνέπειες ως προς τα μέσα παροχής ένδικης προστασίας
|
63. |
Η υπόθεση της κύριας δίκης ενέχει τις ακόλουθες τρεις ιδιαιτερότητες. Κατά πρώτον, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποδηλώνεται ότι οι ενάγοντες δεν διαθέτουν, βάσει του δικαίου του κράτους μέλους, κανένα μέσο ένδικης προστασίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, καθώς αναφέρεται ότι αυτοί δεν δικαιούνται ούτε τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε αποζημίωση (σημείο 27 των παρουσών προτάσεων) ( 64 ). Συνεπώς, και κατά δεύτερον, το γεγονός αυτό ενεργοποιεί το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη. Κατά τρίτον, εφαρμόζεται η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, καθώς και η κατά το άρθρο 20 του Χάρτη εγγύηση περί ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις του Χάρτη ( 65 ) και τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τα άρθρα 20 και 21, παράγραφος 1, του Χάρτη στο πλαίσιο κάθε εθνικού μέτρου εφαρμογής της ρήτρας 5 ( 66 ), συμπεριλαμβανομένων των μέτρων περί μέσων ένδικης προστασίας ( 67 ). Τα μέτρα «τα οποία θεσπίζει ο εθνικός νομοθέτης προς επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» ( 68 ). Οι ενάγοντες βάλλουν κατά του δυσμενούς καθεστώτος των μέσων ένδικης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους εν συγκρίσει προς άλλους εκπαιδευτικούς του δημοσίου τομέα οι οποίοι απασχολήθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για διάστημα άνω των 36 μηνών. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνδέεται με τη θρησκεία τους. |
|
64. |
Ελλείψει των τριών αυτών παραγόντων, η συμφωνία‑πλαίσιο ουδόλως θα επέβαλλε στο αιτούν δικαστήριο να άρει μια σαφή νομοθετική απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 36, παράγραφος 5, του νομοθετικού διατάγματος 165/2001 προβλέπει ότι «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε ευθύνης και κυρώσεως που μπορεί να συνεπάγεται, η παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου που αφορούν την εκ μέρους της δημόσιας διοίκησης πρόσληψη ή απασχόληση εργαζομένων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου με τη δημόσια διοίκηση» (σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, η υπογράμμιση δική μου). Επιπλέον, οι μεταρρυθμίσεις που ορίστηκαν ειδικά για το σχολικό έτος 2015-2016 (σημείο 14 των παρουσών προτάσεων) δεν φαίνονται να επιδέχονται ερμηνεία που να καλύπτει και τους ενάγοντες. |
|
65. |
Είναι πάγια η νομολογία σχετικά με τις αρχές που διέπουν τις κυρώσεις για την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι εθνικές αρχές πρέπει να εφαρμόζουν κυρώσεις αναλογικές, αρκούντως αποτελεσματικές και αποτρεπτικές έναντι των παραβάσεων ( 69 ), ώστε να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης ( 70 ). Η συμφωνία‑πλαίσιο δεν καθορίζει γενική υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους πρέπει, ωστόσο, να περιέχει άλλο μέτρο το οποίο είναι αποτελεσματικό προκειμένου να αποτρέπεται και, κατά περίπτωση, να επιβάλλεται κύρωση για την κατάχρηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ( 71 ). Πρόκειται για ζήτημα εθνικής δικονομικής αυτονομίας, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της ισοδυναμίας ( 72 ) και της αποτελεσματικότητας ( 73 ). Συναφώς, η ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου του κράτους μέλους αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο πρέπει να εξετάζει εάν το δίκαιο του κράτους μέλους αποτρέπει αποτελεσματικά και προβλέπει επαρκείς κυρώσεις για την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως αυτή αποκλείεται από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου ( 74 ). Το Δικαστήριο μπορεί, ωστόσο, να παράσχει καθοδήγηση ( 75 ). |
|
66. |
Εάν δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με δικαιώματα που απορρέουν από τον Χάρτη, η νομολογία θέτει όρια στις ερμηνευτικές υποχρεώσεις του αιτούντος δικαστηρίου· τα όρια αυτά πηγάζουν από το γεγονός ότι η ρήτρα 5 στερείται των προϋποθέσεων του άμεσου αποτελέσματος ( 76 ). Το αιτούν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να πράττει «ό,τι είναι δυνατό» εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, «λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα» της συμφωνίας‑πλαισίου ( 77 ). Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν υποχρεούται να αφήσει ανεφάρμοστες contra legem διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, όπως η προαναφερθείσα στο σημείο 64 των παρουσών προτάσεων διάταξη, βάσει της οποίας οι ενάγοντες αποκλείονται ρητώς του δικαιώματος για μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, διότι μια τέτοια υποχρέωση θα προσέκρουε στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας του δικαίου της Ένωσης ( 78 ). Ο όρος «δεν μπορεί» (βλ. σημείο 64 των παρουσών προτάσεων) φαίνεται αδύνατον να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις συνέπειες ως προς τα μέσα ένδικης προστασίας από τις οποίες συνοδεύεται η μη τήρηση των υποχρεώσεων της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου. Το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα ότι, σε «περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου […] δεν είναι δυνατή, επειδή θα οδηγούσε σε contra legem ερμηνεία του άρθρου 103, παράγραφοι 7 και 8, του ελληνικού Συντάγματος, θα πρέπει να εξετάσει αν στο ελληνικό δίκαιο υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέτρα προς τούτο» ( 79 ). Ωστόσο, εάν τα παραπάνω συνέθεταν την πλήρη εικόνα της κατάστασης, θα συντασσόμουν με τη διαπίστωση του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου) ότι «δεν μπορεί παρά να επιβεβαιωθεί ότι είναι αδύνατη, για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, η μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου –σύμφωνα με την πάγια ευρωπαϊκή και εθνική νομολογία» ( 80 ). |
|
67. |
Εντούτοις, όταν τίθενται σε εφαρμογή τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη, τα εθνικά δικαστήρια καλούνται να πράξουν περισσότερα. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Egenberger ( 81 ) προκύπτει ότι αμφότερα τα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη είναι αυτοτελή και δεν χρειάζεται να εξειδικεύονται με διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου προκειμένου να απονείμουν στους ιδιώτες δικαίωμα δυνάμενο να προβληθεί αυτό καθεαυτό ( 82 ). Κατά συνέπεια, με την απόφαση Egenberger κρίθηκε ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αφήσει ανεφάρμοστες εθνικές διατάξεις, εάν τούτο παρίσταται αναγκαίο για την αποτελεσματική διασφάλιση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 21 και 47 του Χάρτη ( 83 ). Οι ίδιες αρχές έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου στερείται άμεσου αποτελέσματος ( 84 ), δεδομένου ότι η υπόθεση Egenberger αφορούσε οριζόντια διαφορά μεταξύ δύο ιδιωτών, στο πλαίσιο της οποίας το άμεσο αποτέλεσμα ήταν εξίσου αδιάφορο ( 85 ). |
|
68. |
Επομένως, στην περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο, αφού συμμορφωθεί με την υποχρέωση να πράξει «ό,τι είναι δυνατό» εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, «λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα» της συμφωνίας‑πλαισίου ( 86 ), διαπιστώσει και πάλι ότι το δίκαιο του κράτους μέλους το εμποδίζει να επιβάλει την εφαρμογή των δικαιωμάτων των εναγόντων που απορρέουν από το άρθρο 21 ή του επακόλουθου δικαιώματος προσφυγής κατά το άρθρο 47 του Χάρτη, τότε οι σχετικές διατάξεις του δικαίου του κράτους μέλους πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες. Εάν η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου συνιστά τη μοναδική ένδικη προστασία που δύναται, βάσει του δικαίου του κράτους μέλους, να διασφαλίσει την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, και το παρεπόμενο δικαίωμα πραγματικής προσφυγής του άρθρου 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, τότε η ένδικη αυτή προστασία πρέπει να είναι διαθέσιμη. |
|
69. |
Επαναλαμβάνεται ότι η μέχρι τούδε νομολογία σχετικά με τις επιπτώσεις που συνεπάγεται ως προς την ένδικη προστασία η καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά παράβαση της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου, εάν δεν τίθεται ζήτημα διασφάλισης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, παραμένει σαφής. Δεν περιλαμβάνει δικαίωμα μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ( 87 ). Όπως επισήμανε πρόσφατα η γενική εισαγγελέας J. Kokott, η παροχή αρμοδιότητας στα εθνικά δικαστήρια να αναγνωρίζουν κατά περίπτωση, ως κύρωση για καταχρηστική πρακτική, τη μονιμότητα υπαλλήλου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου θα είχε σοβαρές συνέπειες όσον αφορά την πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση εν γένει και θα έθετε εν αμφιβόλω τη λειτουργία των διαγωνιστικών διαδικασιών του δημοσίου τομέα ( 88 ). Το εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους πρέπει, ωστόσο, να περιέχει άλλο μέτρο το οποίο είναι αποτελεσματικό προκειμένου να αποτρέπεται και, κατά περίπτωση, να επιβάλλεται κύρωση για την κατάχρηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ( 89 ). |
|
70. |
Επομένως, αυτό που προτείνεται εν προκειμένω, όσον αφορά τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά τρόπο αντίθετο προς τη ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου, αφορά τη σπάνια περίπτωση κατά την οποία η μη μετατροπή ενδέχεται να συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 21, παράγραφος 1, και της συνακόλουθης απαίτησης περί πραγματικής προσφυγής βάσει του άρθρου 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη. |
|
71. |
Όσον αφορά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, και κατά τρόπο ασυνήθη, το δικαίωμα των εναγόντων να μην υφίστανται διάκριση λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων θίγεται από το ισχύον στην Ιταλία σύστημα ένδικης προστασίας το οποίο εξετάζεται εν προκειμένω. Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας αποτελεί υποχρεωτική γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 90 ) με την οποία πρέπει να συμμορφώνονται τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη ( 91 ). |
|
72. |
Όπως επανέλαβε πρόσφατα το Δικαστήριο αναφορικά με το άρθρο 21 του Χάρτη, «η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, η οποία περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης, και […] η αρχή αυτή επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε παρόμοιες περιπτώσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές περιπτώσεις παρόμοια μεταχείριση, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς» ( 92 ). Η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη ( 93 ). Η οδηγία 2000/78 αποτελεί απλώς μία έκφρασή της ( 94 ). |
|
73. |
Η ανάλυση αυτή εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο έχει το πλεονέκτημα της γνώσης όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σχετικά με το σύνολο των 18 εναγόντων και το οποίο είναι σε θέση να εκτιμήσει τον πρακτικό αντίκτυπο του επίμαχου συστήματος ένδικης προστασίας επί της μεταχείρισης των εναγόντων όσον αφορά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Ωστόσο, εν είδει καθοδήγησης, επισημαίνονται τα ακόλουθα. |
|
74. |
Το αιτούν δικαστήριο πρέπει να κρίνει κατά πόσον οι περιορισμοί που επιβάλλουν τα κράτη μέλη ως προς τα διαθέσιμα στους ενάγοντες μέσα ένδικης προστασίας σχετικά με την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου συνεπάγονται την πραγματική ή νομική δυσμενή διάκριση σε βάρος τους λόγω της θρησκείας τους, έναντι συγκρίσιμης ομάδας, χωρίς τούτο να δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 95 ). Το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί αν συντρέχει διαφορετική μεταχείριση βασιζόμενη άμεσα ή έμμεσα στη θρησκεία ( 96 ). Διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται «εφόσον η διαφοροποίηση βασίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι εφόσον συνδέεται με νομίμως επιδιωκόμενο από την επίμαχη κανονιστική ρύθμιση σκοπό, και είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με τη συγκεκριμένη μεταχείριση» ( 97 ). Όπως προαναφέρθηκε, ωστόσο, έχω ήδη αποκλείσει από την έννοια των «αντικειμενικών λόγων», κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου, την έκδοση πιστοποιητικού ικανότητας από τους επισκόπους (σημείο 61 των παρουσών προτάσεων), τον προαιρετικό χαρακτήρα της διδασκαλίας των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα ως μαθήματος επιλογής (σημείο 61 του μαθήματος), καθώς και την προβαλλόμενη ανάγκη ευελιξίας, ένεκα της οποίας το 30 % των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, πρέπει να απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου (σημείο 62 των παρουσών προτάσεων). Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και όσον αφορά την αντικειμενική δικαιολόγηση, πράγμα το οποίο εναπόκειται πάντως στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. |
|
75. |
Μολονότι πρέπει να αναγνωριστούν οι ιδιαιτερότητες της διδασκαλίας των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα, όπως το γεγονός ότι πρόκειται για προαιρετικό μάθημα (σημείο 17 των παρουσών προτάσεων), ότι έχει χωριστό και διακριτό σύστημα βαθμολόγησης (σημείο 13 των παρουσών προτάσεων), καθώς και ότι οι διορισμοί πραγματοποιούνται σε συνεργασία με τις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας (σημεία 9, 18 και 19 των παρουσών προτάσεων), το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι οι καθηγητές των θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα αποτελούν μέρος του διδακτικού προσωπικού των σχολείων και έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους λοιπούς εκπαιδευτικούς (σημείο 13 των παρουσών προτάσεων). Η συγκρίσιμη με τους ενάγοντες ομάδα φαίνεται, επομένως, να είναι αυτή των εκπαιδευτικών σε δημόσια σχολεία οι οποίοι έχουν απασχοληθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για διάστημα άνω των 36 μηνών. |
|
76. |
Τέλος, φρονώ ότι η υπόθεση της κύριας δίκης είναι ασυνήθιστη, υπό την έννοια ότι ένα κατοχυρωμένο στον Χάρτη δικαίωμα, δηλαδή η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, χρησιμοποιείται ως μέτρο βάσει του οποίου εκτιμάται η συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης της παρεχόμενης σε επίπεδο κράτους μέλους ένδικης προστασίας για την τήρηση ουσιαστικής διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ήτοι της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου. Συνήθως, η αξιολόγηση της ένδικης προστασίας από την άποψη της συμμόρφωσης προς τον Χάρτη γίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 47 αυτού. Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι η δέσμευση των κρατών μελών να τηρούν τις απαγορεύσεις που τίθενται στο άρθρο 21 του Χάρτη όταν παρέχουν ένδικη προστασία για τον σεβασμό των δικαιωμάτων της Ένωσης δεν συνιστά διεύρυνση της αρμοδιότητας της Ένωσης υπό το πρίσμα του Χάρτη, κατά παράβαση του άρθρου 6 ΣΕΕ και του άρθρου 51, παράγραφος 2, του Χάρτη ( 98 ). Και τούτο, διότι το δίκαιο της Ένωσης κατελάμβανε τον καθορισμό παραμέτρων σχετικά με τους δικονομικούς κανόνες και την ένδικη προστασία για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πολύ πριν αποκτήσει νομική ισχύ ο Χάρτης το 2009, και μάλιστα ήδη από το 1976 ( 99 ). Συνεπώς, όσα προτείνονται εν προκειμένω δεν φαίνονται να διευρύνουν την αρμοδιότητα της Ένωσης κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 51, παράγραφος 2, του Χάρτη ( 100 ). |
|
77. |
Όσον αφορά το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής βάσει του άρθρου 47, το Δικαστήριο στην υπόθεση Sciotto απεφάνθη, κατ’ ουσίαν, ότι, σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι που θίγονται από την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν δικαιούνται, βάσει του εθνικού δικαίου, ούτε τη μετατροπή της σύμβασής τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε αποζημίωση, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να υποδείξει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, κάποιο άλλο μέσο ένδικης προστασίας που να έχει αρκούντως αποτελεσματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας‑πλαισίου ( 101 ). Η έλλειψη οποιουδήποτε μέσου ένδικης προστασίας βάσει του δικαίου του κράτους μέλους είναι ικανή να θίξει τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου ( 102 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, δυνάμει των αρχών που διατυπώθηκαν με την απόφαση Egenberger ( 103 ), δεν πρέπει να εφαρμοστούν οι κανόνες δικαίου του κράτους μέλους οι οποίοι εμποδίζουν τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. |
IV. Πρόταση
|
78. |
Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα του Tribunale di Napoli (πρωτοδικείου Νάπολης, Ιταλία) πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: Η υποχρέωση των καθηγητών θρησκευτικών για το καθολικό δόγμα να διαθέτουν την έγκριση επισκόπου ως προαπαιτούμενο για να διδάξουν σε δημόσια σχολεία δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο που να δικαιολογεί την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας‑πλαισίου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, και δεδομένου ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου δεν αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει την προβλεπόμενη στο δίκαιο του κράτους μέλους απόλυτη νομοθετική απαγόρευση βάσει της οποίας αποκλείεται η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον η μη μετατροπή συνεπάγεται δυσμενή διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έλλειψη πραγματικής προσφυγής, κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Στην περίπτωση αυτή, κάθε διάταξη του δικαίου του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συνταγματικής φύσεως, μη δυνάμενη να ερμηνευθεί σύμφωνα με την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, και το δικαίωμα προσφυγής κατά της παράβασης της απαγόρευσης αυτής, το οποίο εξασφαλίζεται με το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, δεν πρέπει να εφαρμόζεται. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino (C‑53/04, EU:C:2006:517)· της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Vassallo (C‑180/04, EU:C:2006:518)· και της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166). Πρβλ. διάταξη της 1ης Οκτωβρίου 2010, Affatato (C‑3/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:574), και τις μνημονευόμενες στην υποσημείωση 3 αποφάσεις. Σχετικά με υποθέσεις που αφορούν εργασία στον ιδιωτικό τομέα, βλ. αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ. (C‑362/13, C‑363/13 και C‑407/13, EU:C:2014:2044), και της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859). Επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 43 της τελευταίας αυτής αποφάσεως, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο δημόσιος ή ιδιωτικός χαρακτήρας του εργοδότη «δεν ασκεί επιρροή στην προστασία που παρέχει στον εργαζόμενο η ρήτρα 5 της συμφωνίας‑πλαισίου».
( 3 ) Αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401), και της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387).
( 4 ) ΕΕ 1999, L 175, σ. 43.
( 5 ) Μεταξύ πλήθους αποφάσεων σχετικά με τον κανόνα ότι το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τον Χάρτη, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo (C‑163/17, EU:C:2019:218, σκέψη 78), και της 14ης Ιανουαρίου 2021, Okrazhna prokuratura – Haskovo and Apelativna prokuratura – Plovdiv (C‑393/19, EU:C:2021:8, σκέψη 52).
( 6 ) Απόφαση 248/18 της 23ης Οκτωβρίου 2018.
( 7 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 79). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 64).
( 8 ) Βλ. τις διατάξεις που παρατίθενται στα σημεία 12 και 14 των παρουσών προτάσεων.
( 9 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψεις 121 έως 122 και 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψεις 65, 66 και 68).
( 10 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 123). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 67).
( 11 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018 (C‑414/16, EU:C:2018:257).
( 12 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 104), όπου μνημονεύεται η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C‑432/05, EU:C:2007:163, σκέψη 40). Βλ. επίσης απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 70), που παρατίθεται στο σημείο 66 των παρουσών προτάσεων.
( 13 ) Τούτο αναφέρεται ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα το οποίο σκοπεί, κυρίως, την αμφισβήτηση της συμφωνίας εθνικών διατάξεων με τους κανόνες της Ένωσης. Βλ., προσφάτως, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, YS (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων) (C‑223/19, EU:C:2020:753, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 14 ) Με το άρθρο 19 του Decreto legislativo del 15 giugno 2015, n. 81 – Disciplina organica dei contratti di lavoro […] (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 81, της 15ης Ιουνίου 2015, περί οργανικών διατάξεων για τις συμβάσεις εργασίας) (GURI αριθ. 144, της 24ης Ιουνίου 2015· στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 81/2015) καταργείται και αντικαθίσταται το νομοθετικό διάταγμα 368/2001, ενώ επαναλαμβάνεται με όμοιο κατ’ ουσίαν περιεχόμενο το άρθρο 5, παράγραφος 4‑bis, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001
( 15 ) Με το νομοθετικό διάταγμα 81/2015, καταργείται το άρθρο 10, παράγραφος 4‑bis, του νομοθετικού διατάγματος 368/2001 και επαναλαμβάνεται με όμοιο κατ’ ουσίαν περιεχόμενο στο άρθρο 29, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 81/2015.
( 16 ) Πρβλ. σημείο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της συμφωνίας της 18ης Φεβρουαρίου 1984.
( 17 ) Πρόκειται για διάταξη του καθολικού εκκλησιαστικού νόμου και όχι της νομοθεσίας του κράτους μέλους.
( 18 ) Από τις γραπτές παρατηρήσεις των εναγόντων προκύπτει ότι η διάρκεια της απασχόλησης κυμαίνεται από τα 8 έως τα 30 έτη.
( 19 ) Όπως επισημάνθηκε στην υποσημείωση 14 των παρουσών προτάσεων, η διάταξη αυτή επαναλήφθηκε κατ’ ουσίαν στο άρθρο 19 του μεταγενέστερου νομοθετικού διατάγματος 81/2015.
( 20 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018 (C‑331/17, EU:C:2018:859).
( 21 ) Υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων.
( 22 ) C‑494/16, EU:C:2018:166.
( 23 ) C‑53/04, EU:C:2006:517.
( 24 ) ΕΕ 2000, L 303, σ. 16.
( 25 ) Στην απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257), το εναγόμενο επιδίωκε να διατηρηθεί ο περιορισμένος δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται από το γερμανικό δίκαιο όσον αφορά τον καθορισμό από τις εκκλησίες, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, του εάν ένας εργοδότης, όπως το Evangelisches Werk für Diakonie und Entwicklung eV, ή η εκκλησία για λογαριασμό του, μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος κατά τρόπο δεσμευτικό ότι η απαίτηση να ανήκει ο αιτών εργασία σε συγκεκριμένο χριστιανικό δόγμα συνιστά, λόγω της φύσεως της δραστηριότητας ή του πλαισίου εντός του οποίου αυτή ασκείται, ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας του Evangelisches Werk für Diakonie und Entwicklung eV. Πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, IR (C‑68/17, EU:C:2018:696), στο πλαίσιο της οποίας το αιτούν δικαστήριο διερωτάτο εάν οι εκκλησίες ή άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές ενώσεις των οποίων η δεοντολογία εδράζεται στο θρήσκευμα ή στις πεποιθήσεις δύνανται να καθορίζουν οι ίδιες δεσμευτικά τι αποτελεί στάση καλής πίστεως και συμμορφώσεως «προς τη δεοντολογία τους» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 και αν στο πλαίσιο αυτό δύνανται επίσης να προβλέπουν αυτόνομα –σύμφωνα με τους γερμανικούς συνταγματικούς κανόνες– διαβάθμιση των υποχρεώσεων τηρήσεως στάσεως καλής πίστεως, σε όμοιες περιπτώσεις ασκήσεως διευθυντικών καθηκόντων, αποκλειστικώς με γνώμονα το θρήσκευμα του εργαζομένου.
( 26 ) Βλ. υποσημείωση 18 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43, σκέψη 33), η οποία παραπέμπει στις αποφάσεις της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257, σκέψη 58), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, IR (C‑68/17, EU:C:2018:696, σκέψη 48).
( 28 ) Όπ.π.
( 29 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:135, σημείο 97), με παραπομπή στις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1995, Evans Medical και Macfarlan Smith (C‑324/93, EU:C:1995:84, σκέψη 27)· της 14ης Ιανουαρίου 1997, Centro‑Com (C‑124/95, EU:C:1997:8, σκέψη 56)· και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Air Transport Association of America κ.λπ. (C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 61).
( 30 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:135, σημείο 96). Βλ., περαιτέρω, γνωμοδότηση 2/15 (Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Σινγκαπούρης) της 16ης Μαΐου 2017 (EU:C:2017:376, σκέψεις 253 έως 256).
( 31 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψεις 118 και 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., ομοίως, απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 80). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 64).
( 32 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018 (C‑414/16, EU:C:2018:257).
( 33 ) Η κατάσταση που έχει ανακύψει στη διαφορά της κύριας δίκης διαφέρει, επομένως, από αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε, παράλληλα, τη συμφωνία‑πλαίσιο και την οδηγία 2000/78 και στις οποίες δεν ανέκυψε, προς εκτίμηση, ζήτημα πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, όπως είναι οι διατάξεις του Χάρτη, ούτε υποβλήθηκε αίτημα για μη εφαρμογή διάταξης κράτους μέλους η οποία αντέβαινε σε οδηγία. Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 2020, Universitatea Lucian Blaga Sibiu κ.λπ. (C‑644/19, EU:C:2020:810), και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, John (C‑46/17, EU:C:2018:131).
( 34 ) Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (C‑336/19, EU:C:2020:1031).
( 35 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (C‑336/19, EU:C:2020:1031), της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872), και της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr (C‑555/19, EU:C:2021:89).
( 36 ) Ως προς την άμεση διάκριση κατά την οδηγία 2000/78, βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43).
( 37 ) Βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2011, Association Belge des Consommateurs Test-Achats κ.λπ. (C‑236/09, EU:C:2011:100).
( 38 ) Βλ. προσφάτως, για παράδειγμα, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr (C‑555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 95). Ειδικώς, σχετικά με τη διάκριση λόγω θρησκείας, βλ. απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψεις 34 και 35).
( 39 ) Απόφαση της 29ης Απριλίου 2015 (C‑528/13, EU:C:2015:288).
( 40 ) ΕΕ 2004, L 91, σ. 25.
( 41 ) Απόφαση της 22ας Μαΐου 2014 (C‑356/12, EU:C:2014:350).
( 42 ) Όπ.π., σκέψη 45.
( 43 ) ΕΕ 2006, L 403, σ. 18. Πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, Fries (C‑190/16, EU:C:2017:513), σχετικά με αμφισβήτηση του κύρους του σημείου FCL.065, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΕ) 1178/2011 της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2011, για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών όσον αφορά το ιπτάμενο προσωπικό πολιτικής αεροπορίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 311, σ. 1). Η αμφισβήτηση βασίστηκε στην απαγόρευση διάκρισης λόγω ηλικίας, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 21 του Χάρτη. Στη σκέψη 42, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 2, παράγραφος 5, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, πλην όμως υπενθυμίζοντας μόνον ότι είχε κρίνει ότι ο σκοπός διαφυλάξεως της ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας αποτελεί θεμιτό σκοπό κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων. Το Δικαστήριο μνημόνευσε την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Prigge κ.λπ. (C‑447/09, EU:C:2011:573, σκέψεις 58 και 69).
( 44 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τον Χάρτη. Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2021, Okrazhna prokuratura – Haskovo and Apelativna prokuratura – Plovdiv (C‑393/19, EU:C:2021:8, σκέψη 52), και της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo (C‑163/17, EU:C:2019:218, σκέψη 78).
( 45 ) Βλ., για παράδειγμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Santoro (C‑494/16, EU:C:2017:822, σημείο 53), όπου μνημονεύονται τρεις υποθέσεις στις οποίες ήταν κρίσιμο το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της ρήτρας 5 της συμφωνίας‑πλαισίου. Πρόκειται για την απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ. (C‑378/07 έως C‑380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 176), και τις διατάξεις της 12ης Ιουνίου 2008, Βασιλάκης κ.λπ. (C‑364/07, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:346, σκέψη 149), και της 24ης Απριλίου 2009, Κούκου (C‑519/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:269, σκέψη 101).
( 46 ) Απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Léger (C‑528/13, EU:C:2015:288, σκέψη 40). Βλ. επίσης τις υποθέσεις που μνημονεύονται στην υποσημείωση 38 των παρουσών προτάσεων. Σχετικά με την έννοια της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, βλ., για παράδειγμα, πρόσφατη απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαστική προστασία έναντι αιτήματος παροχής πληροφοριών στο φορολογικό δίκαιο) (C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψεις 45 έως 46).
( 47 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, DEB (C‑279/09, EU:C:2010:811). Βλ. πιο πρόσφατα, για παράδειγμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Pikamäe στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις R.N.N.S. και K.A. (C‑225/19 και C‑226/19, EU:C:2020:679, σημείο 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 48 ) Οι γραπτές παρατηρήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας περιέχουν ενδείξεις υπό την έννοια ότι η διαδοχική χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν είναι καταχρηστική. Δεδομένου ότι δεν έχει υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα επί του εν λόγω ζητήματος, προτείνω να αφήσουμε τυχόν εναπομείνασες αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο έχει γνώση όλων των συναφών πραγματικών περιστατικών.
( 49 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψη 44), στην οποία μνημονεύεται η απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, Viejobueno Ibáñez και de la Vara González (C‑245/17, EU:C:2018:934, σκέψεις 50 και 51). Πρβλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, Universitatea Lucian Blaga Sibiu κ.λπ. (C‑644/19, EU:C:2020:810).
( 50 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 51 ) Όπ.π., σκέψεις 84 και 85.
( 52 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. περαιτέρω, για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 55). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 54).
( 53 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 86), όπου μνημονεύονται οι αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 67), και της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ. (C‑362/13, C‑363/13 και C‑407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 58). Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 38).
( 54 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 55 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 28).
( 56 ) Τούτο έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ως θεμιτό στο πλαίσιο του κλάδου της εκπαίδευσης. Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 95).
( 57 ) Όπ.π., σκέψεις 97, 99, 104 και 108· απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 57).
( 58 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψεις 91 και 100).
( 59 ) Όπ.π., σκέψη 102. Πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kücük (C‑586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 40).
( 60 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 49).
( 61 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2019:874, σημείο 50), όπου μνημονεύεται η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 49).
( 62 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψεις 50 και 51).
( 63 ) Κατά πάγια νομολογία, οι σκοποί αυτοί περιλαμβάνουν την προστασία της κυήσεως και της μητρότητας, καθώς και την εξασφάλιση της δυνατότητας ανδρών και γυναικών να συμβιβάσουν τις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις τους. Για παράδειγμα, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 93).
( 64 ) Πρβλ., για παράδειγμα, την περίπτωση που απασχόλησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 63), στην οποία η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε ως αποτελεσματικό μέτρο την υποχρέωση λογοδοσίας των μελών της διοικήσεως.
( 65 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2021, Okrazhna prokuratura – Haskovo and Apelativna prokuratura – Plovdiv (C‑393/19, EU:C:2021:8, σκέψη 52), και της 19ης Μαρτίου 2019, Jawo (C‑163/17, EU:C:2019:218, σκέψη 78).
( 66 ) Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2015, Léger (C‑528/13, EU:C:2015:288, σκέψη 40)· της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψεις 34 και 35), και της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr (C‑555/19, EU:C:2021:89). Σχετικά με την έννοια της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, βλ., για παράδειγμα, πρόσφατη απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, État luxembourgeois (Δικαστική προστασία έναντι αιτήματος παροχής πληροφοριών στο φορολογικό δίκαιο) (C‑245/19 και C‑246/19, EU:C:2020:795, σκέψεις 45 έως 46).
( 67 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, DEB (C‑279/09, EU:C:2010:811). Βλ. πιο πρόσφατα, για παράδειγμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Pikamäe στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις R.N.N.S. και K.A. (C‑225/19 και C‑226/19, EU:C:2020:679, σημείο 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 68 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 40).
( 69 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 70 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 71 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 72 ) Η αρχή της ισοδυναμίας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η κατάσταση των εναγόντων είναι «ανάλογη» με εκείνη των εκπαιδευτικών του δημοσίου τομέα των οποίων οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου έχουν ήδη μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η αρχή της ισοδυναμίας αφορά δικαιώματα αμιγώς εσωτερικής φύσεως και όχι μέτρα που θεσπίζει ο νομοθέτης για την άσκηση δικαιωμάτων τα οποία απονέμονται από την έννομη τάξη της Ένωσης. Βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 73 ) Όπ.π., σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 74 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψεις 34 και 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψεις 89 και 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 75 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 36). Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 91 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 76 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 79). Βλ. πιο πρόσφατα, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 64).
( 77 ) Απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Deutsche Lufthansa (C‑109/09, EU:C:2011:129, σκέψη 56)· της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)· της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψεις 121 έως 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)· βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψεις 65 και 66).
( 78 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 67).
( 79 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 70).
( 80 ) Σημείο 30 των παρουσών προτάσεων.
( 81 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018 (C‑414/16, EU:C:2018:257).
( 82 ) Όπ.π., σκέψη 78. Βλ. επίσης, όσον αφορά την απαγόρευση διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 83 ) Όπ.π., σκέψη 79.
( 84 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ. απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 79). Βλ., εσχάτως, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 64).
( 85 ) Σχετικά με τη συνεχιζόμενη απαγόρευση του οριζόντιου άμεσου αποτελέσματος των οδηγιών, βλ., ιδίως, αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2017, Farrell (C‑413/15, EU:C:2017:745), και της 7ης Αυγούστου 2018, Smith (C‑122/17, EU:C:2018:631).
( 86 ) Απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Impact (C‑268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ., για παράδειγμα, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Deutsche Lufthansa (C‑109/09, EU:C:2011:129, σκέψη 56)· της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 69), και της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψεις 121 έως 124).
( 87 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις στο πλαίσιο προσωρινής απασχόλησης) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 88 ) Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Sánchez Ruiz κ.λπ. (C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2019:874, σημείο 84).
( 89 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, M.V. κ.λπ. (Διαδοχικές συμβάσεις στο πλαίσιο προσωρινής απασχόλησης) (C‑760/18, EU:C:2021:113, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 90 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψη 36).
( 91 ) Όπ.π., σκέψη 34.
( 92 ) Βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Centraal Israëlitisch Consistorie van België κ.λπ. (C‑336/19, EU:C:2020:1031, σκέψη 85), στην οποία μνημονεύονται οι αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977, Ruckdeschel κ.λπ. (117/76 και 16/77, EU:C:1977:160, σκέψη 7), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23). Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση Marrosu και Sardino (C‑53/04, EU:C:2005:569, σημείο 37). Ο γενικός εισαγγελέας μνημόνευσε τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, Wachauf (5/88, EU:C:1989:321, σκέψη 19), και της 14ης Δεκεμβρίου 2004, Arnold André (C‑434/02, EU:C:2004:800, σκέψη 68). Βλ., περαιτέρω, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, Diego Porras (C‑619/17, EU:C:2018:936, σκέψη 60).
( 93 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257, σκέψη 47).
( 94 ) Όπ.π. Η υπογράμμιση δική μου.
( 95 ) Βλ. για παράδειγμα, την προσέγγιση του Δικαστηρίου σε ζητήματα δυσμενούς διάκρισης π.χ. στην απόφαση της 22ας Μαΐου 2014, Glatzel (C‑356/12, EU:C:2014:350)· της 5ης Ιουλίου 2014, Fries (C‑190/16, EU:C:2017:513), και της 29ης Απριλίου 2015, Léger (C‑528/13, EU:C:2015:288).
( 96 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψη 40). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Hogan (EU:C:2020:325, σημείο 75). Μολονότι η διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται μόνο σε άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων κατά την έννοια της οδηγίας 2000/78, εκτιμηθείσα εσχάτως από το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43), εξακολουθεί να ασκεί επιρροή η νομολογία σχετικά με την έμμεση διάκριση λόγω θρησκείας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/78, δεδομένου ότι το άρθρο 21 του Χάρτη παρέχει επίσης προστασία έναντι τέτοιας διάκρισης. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2017, Bougnaoui και ADDH (C‑188/15, EU:C:2017:204, σκέψη 32), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπέκειτο στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει εάν «η απόλυση της Α. Bougnaoui στηρίχθηκε στη μη τήρηση εσωτερικού κανόνα, ο οποίος ίσχυε εντός της επιχειρήσεως αυτής και απαγόρευε στους εργαζομένους να φέρουν οποιοδήποτε εμφανές σύμβολο των πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεών τους […], και εάν προκύπτει ότι αυτός ο εκ πρώτης όψεως ουδέτερος κανόνας προκαλεί, εν τοις πράγμασι, τη μειονεκτική μεταχείριση προσώπων ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως η Α. Bougnaoui, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται έμμεση διαφορετική μεταχείριση λόγω της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/78 (βλ., συναφώς, σημερινή απόφαση, G4S Secure Solutions, C‑157/15, σκέψεις 30 και 34)».
( 97 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2020, Veselības ministrija (C‑243/19, EU:C:2020:872, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 98 ) Επ’ αυτού, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Επικαρπίες επί γεωργικών γαιών) (C‑235/17, EU:C:2018:971, σημεία 64 έως 112).
( 99 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Comet (45/76, EU:C:1976:191).
( 100 ) Αποφασιστική σημασία έχει το αν ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με τον Χάρτη στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Ανοδική Services ΕΠΕ (C‑260/17, EU:C:2018:864, σκέψεις 38 και 39).
( 101 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψεις 63 έως 70).
( 102 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Sciotto (C‑331/17, EU:C:2018:859, σκέψη 66).
( 103 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257).