ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 23ης Μαΐου 2019 ( *1 )

«Δικαστική αρωγή – Υποβολή αιτήσεως πριν από την άσκηση προσφυγής – Οικονομική κατάσταση – Ανεπαρκή στοιχεία και δικαιολογητικά έγγραφα – Απόρριψη της αιτήσεως»

Στην υπόθεση T-630/18 AJ,

OP,

αιτούσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον R. Lyal, τον L. Mantl και την B. Conte,

καθής,

με αντικείμενο αίτηση δικαστικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 147 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου,

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Αίτηση και διαδικασία

1

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 2018, η αιτούσα, OP, υπέβαλε αίτηση δικαστικής αρωγής, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 147 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να ασκήσει προσφυγή με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί απορρίψεως αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα που αφορούσαν τα διοικητικά μέτρα που ελήφθησαν μεταξύ της εγγραφής στο μητρώο ARES(2015)2298835 της 5ης Ιουνίου 2015 και της εγγραφής στο μητρώο ARES(2015)3272640 της 5ης Αυγούστου 2015 σε σχέση με την αιτούσα και την καταγγελία που αυτή υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003, L 11, σ. 1), και, αφετέρου, τη λήψη προσωρινού μέτρου, το οποίο να υποχρεώνει την Επιτροπή να παράσχει άμεση πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα.

2

Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2018 η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής που υπέβαλε η αιτούσα.

3

Με τις παρατηρήσεις της, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 2018, σύμφωνα με το άρθρο 148, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως δικαστικής αρωγής.

Σκεπτικό

4

Κατά το άρθρο 146, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η χορήγηση δικαστικής αρωγής εξαρτάται από τη διττή προϋπόθεση ότι, αφενός, ο αιτών, λόγω της οικονομικής του κατάστασης, τελεί σε πλήρη ή μερική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα έξοδα νομικής αρωγής και δικαστικής εκπροσωπήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, αφετέρου, ότι το ένδικο βοήθημά του δεν είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο.

5

Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τους οικονομικούς πόρους, το άρθρο 147, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι η αίτηση δικαστικής αρωγής συνοδεύεται από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό έγγραφο βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση του αιτούντος, όπως πιστοποιητικό αρμόδιας εθνικής αρχής που αποδεικνύει την εν λόγω οικονομική κατάσταση. Η απαίτηση αυτή διατυπώνεται, εξάλλου, σαφώς στο έντυπο της αιτήσεως δικαστικής αρωγής.

6

Εν προκειμένω, το δικόγραφο με το οποίο η αιτούσα υπέβαλε την αίτηση δικαστικής αρωγής αποτελείται από περισσότερα έγγραφα, ήτοι από ένα συνοδευτικό έγγραφο με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 2018 (στο εξής: συνοδευτικό έγγραφο), στο οποίο αυτή περιγράφει συνοπτικά το αντικείμενο των αιτημάτων της. Στο έγγραφο αυτό επισυνάπτει, στο παράρτημα 1, περίληψη 20 σελίδων σχετικά με το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως και της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, ως προς τις οποίες ζητεί να τύχει δικαστικής αρωγής, συνοδευόμενη από συνημμένα έγγραφα, στο παράρτημα 2, το έντυπο της αιτήσεως δικαστικής αρωγής (στο εξής: έντυπο), μαζί με τα επισυναπτόμενα σε αυτό έγγραφα και, στο παράρτημα 3, αίτηση εξαιρέσεως ορισμένων μελών του Γενικού Δικαστηρίου.

7

Προκαταρκτικώς, όσον αφορά το έντυπο, διαπιστώνεται ότι αυτό δεν συμπληρώθηκε κατά τρόπο πλήρη από την αιτούσα. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα δεν συμπλήρωσε κανένα από τα πεδία στις τρεις στήλες του σχετικού με τους «οικονομικούς πόρους» πίνακα ο οποίος περιλαμβάνεται στο τμήμα του εντύπου που αφορά την «οικονομική κατάσταση του αιτούντος» (στο εξής: πίνακας «οικονομικοί πόροι»). Υπενθυμίζεται ότι οι τρεις αυτές στήλες αφορούν, αντιστοίχως, τους πόρους του αιτούντος, τους πόρους του συζύγου ή του συντρόφου του και εκείνους άλλου προσώπου με το οποίο ο αιτών συνήθως συγκατοικεί (τέκνο ή συντηρούμενο από αυτόν πρόσωπο).

8

Ασφαλώς, κατά το άρθρο 147, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση δικαστικής αρωγής συντάσσεται με βάση το υπόδειγμα, όπως αυτό δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αίτηση δικαστικής αρωγής για την οποία δεν έχει χρησιμοποιηθεί το υπόδειγμα δεν λαμβάνεται υπόψη. Επιπλέον, ο αιτών καλείται, στο τέλος του εντύπου, να υπογράψει και να θέσει ημερομηνία στην αίτησή του, «βεβαιών[οντας] υπευθύνως ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση δικαστικής αρωγής είναι ακριβείς». Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το έντυπο συμπληρώνεται με ελλιπή τρόπο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η αίτηση δικαστικής αρωγής μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

9

Ωστόσο, όσον αφορά τουλάχιστον τους ιδίους οικονομικούς πόρους του αιτούντος, από την «ένορκη συμπληρωματική δήλωση σχετικά με τα έξοδα [της αιτούσας] και τα μέσα προς κάλυψη των αναγκών της καθημερινής ζωής», η οποία φέρει ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 2018 και επισυνάπτεται ως παράρτημα 5 του εντύπου (στο εξής: συμπληρωματική δήλωση), προκύπτει ότι η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν έχει εισόδημα και παρέχει διάφορες πληροφορίες σχετικά με την οικονομική της κατάσταση και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή κατορθώνει να καλύπτει τις ανάγκες της. Διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία αυτά ταυτίζονται εν μέρει με τα δεδομένα που ζητείται να αναφερθούν στην πρώτη στήλη του πίνακα «οικονομικοί πόροι».

10

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά την οικονομική της κατάσταση, σε σχέση με τους ιδίους οικονομικούς πόρους, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν έχει προσωπικά εισοδήματα και ότι, σύμφωνα με τις οδηγίες της υποσημείωσης της σελίδας 4 του εντύπου, στη συμπληρωματική δήλωση, προσπαθεί να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο καλύπτει τις ανάγκες της.

11

Καταρχάς, όσον αφορά την εξέταση της οικονομικής κατάστασης της αιτούσας, από το άρθρο 147, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι τα στοιχεία και τα δικαιολογητικά έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση δικαστικής αρωγής πρέπει να καθιστούν δυνατό να εκτιμηθεί αν, όσον αφορά την εν λόγω κατάσταση, ο αιτών τελεί σε πλήρη ή μερική αδυναμία να καλύψει τα έξοδα νομικής αρωγής και δικαστικής εκπροσωπήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Μια τέτοια εκτίμηση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην ότι ο αιτών παρέχει στοιχεία και έγγραφα των οποίων η ημερομηνία προσεγγίζει αρκετά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί αντικειμενικά η οικονομική δυνατότητα του αιτούντος να καλύψει τα εν λόγω έξοδα. Για τον λόγο αυτό, υπό τον τίτλο «οικονομικοί πόροι» του εντύπου, ορίζεται ειδικότερα ότι, «[α]ν, κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεώς σας, οι οικονομικοί σας πόροι δεν έχουν μεταβληθεί σε σχέση με το προηγούμενο έτος, οι πόροι που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που […] δηλώ[θηκαν] στις εθνικές αρχές για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου του [προηγούμενου] έτους» και ότι, «[α]ν η οικονομική σας κατάσταση μεταβλήθηκε, λαμβάνονται υπόψη οι τρέχοντες πόροι […] από 1ης Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους μέχρι την ημερομηνία της αιτήσεως […]».

12

Εν προκειμένω, πρώτον, η αιτούσα υποστηρίζει «ότι το έντυπο [της αιτήσεως δικαστικής αρωγής] είναι πλήρες, διότι, βάσει πανομοιότυπων στοιχείων και εγγράφων, [της] [είχε] χορηγηθεί δικαστική αρωγή στις υποθέσεις [εμπιστευτικό] ( 1 ) και T-478/16 AJ». Για τον λόγο αυτό επισυνάπτει στην αίτησή της, στο παράρτημα 1, βεβαίωση εσόδων του 2015 και, στο παράρτημα 2, επιστολή της Deutscher Akademischer Austauschdienst (γερμανικής υπηρεσίας ακαδημαϊκών ανταλλαγών) που βεβαιώνει ότι αυτή ελάμβανε υποτροφία έως τις 31 Ιανουαρίου 2016. Καίτοι τα έγγραφα αυτά είχαν, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, υπό το πρίσμα της επίμαχης περιόδου και της ημερομηνίας υποβολής των αιτήσεων δικαστικής αρωγής στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι διατάξεις [εμπιστευτικό] και της 16ης Φεβρουαρίου 2017, OP/Επιτροπής (T-478/16 AJ, αδημοσίευτη), σημασία για την εκτίμηση της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας κατά το χρονικό εκείνο σημείο, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η αίτηση δικαστικής αρωγής υποβλήθηκε τον Οκτώβριο του 2018, ήτοι σχεδόν τρία χρόνια μετά την κατάρτιση των εν λόγω εγγράφων. Όπως όμως, ρητώς προκύπτει από τις οδηγίες που περιλαμβάνονται υπό τον τίτλο «οικονομικοί πόροι» του εντύπου και υπομνήσθηκαν στη σκέψη 11 ανωτέρω, η αιτούσα όφειλε να παράσχει στοιχεία σχετικά με τους οικονομικούς πόρους που αυτή είχε το 2017 και πολύ περισσότερο το 2018 (στο εξής: κρίσιμη περίοδος).

13

Δεύτερον, ούτε το απόσπασμα με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2017 των τραπεζικών λογαριασμών που η αιτούσα διατηρούσε στη Sparda-Bank Baden-Württemberg eG και η επιστολή που αυτή απηύθυνε προς την εν λόγω τράπεζα στις 26 Ιουνίου 2017 προκειμένου να αμφισβητήσει το κλείσιμο του λογαριασμού της ούτε η απόφαση του Sozialgericht Köln (δικαστηρίου εργατικών διαφορών και διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως της Κολωνίας, Γερμανία) της 9ης Φεβρουαρίου 2018 περί χορηγήσεως δικαστικής αρωγής, ούτε το αποδεικτικό περί επιστροφής εξόδων της 17ης Ιουλίου 2017 από το Amtsgericht Esslingen (ειρηνοδικείο Esslingen, Γερμανία) ούτε το αποδεικτικό της αιτήσεως εισπράξεως απαιτήσεως του Land [ομόσπονδο κράτος] της Βάδης-Βυρτεμβέργης (Γερμανία) κατά της αιτούσας του Ιουνίου 2017, ούτε το αποδεικτικό σχετικά με σεμινάριο από τις 19 έως τις 23 Απριλίου 2015 ούτε η βεβαίωση περί του χρόνου απασχόλησης της αιτούσας στο πανεπιστήμιο του Tübingen (Γερμανία) από τις 19 έως τις 25 Απριλίου 2015, που επισυνάπτονται ως παραρτήματα 3, 4, και 5α έως 5δ στο έντυπο καθιστούν δυνατόν τον προσδιορισμό των οικονομικών πόρων της αιτούσας κατά την κρίσιμη περίοδο, προκειμένου να εκτιμηθεί η οικονομική της κατάσταση και, συνεπώς, να αξιολογηθεί η δυνατότητά της να καλύψει τα έξοδα της δίκης.

14

Τρίτον, στη συμπληρωματική δήλωση, η αιτούσα αναφέρει, αφενός, ότι ασκεί καθήκοντα λέκτορα στο Land της Βάδης-Βυρτεμβέργης, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνει οποιαδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα από το 2015, λόγω συνεχιζόμενης αντιδικίας της με το Πανεπιστήμιο του Tübingen και, αφετέρου, ότι μετέχει τιμητικώς ή ως ομιλητής σε διεθνείς οργανισμούς χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή συναφώς. Εν συνεχεία, η αιτούσα διευκρινίζει ότι καλύπτει τις ανάγκες της με τις επιστροφές εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών. Τέλος, δεν διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό και δεν υφίσταται φορολογική δήλωση που να αφορά την κρίσιμη περίοδο λόγω των δικαστικών εξόδων που είχε να αντιμετωπίσει.

15

Τα στοιχεία αυτά που παρέχονται με τη συμπληρωματική δήλωση είναι ιδιαίτερα λακωνικά ή και αμφίσημα.

16

Καταρχάς, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που αφορούν τους οικονομικούς πόρους που προέρχονται από την επιστροφή εξόδων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούν ένδικες διαδικασίες, ούτως ώστε δεν επιτρέπουν να γίνει κατανοητό με ποιον τρόπο η αιτούσα κατορθώνει, ελλείψει εισοδημάτων, να ικανοποιήσει τις πλέον στοιχειώδεις καθημερινές ανάγκες της, όπως ιδίως σε τρόφιμα, ένδυση και κατάλυμα. Όπως η ίδια η αιτούσα αναγνωρίζει με τη συμπληρωματική δήλωση, αυτό το είδος οικονομικών παροχών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με πόρους ικανούς να επιτρέψουν την κάλυψη των καθημερινών αναγκών ενός προσώπου.

17

Κατά τα λοιπά, πρέπει να προστεθεί ότι οι επιστροφές εξόδων στα οποία η αιτούσα υποστηρίζει ότι είχε υποβληθεί στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών αποτελούν κατ’ ανάγκην, ως εκ της φύσεως τους, και εν πάση περιπτώσει εν μέρει, αντιστάθμιση δαπάνης στην οποία έχει ήδη υποβληθεί ένα πρόσωπο. Ωστόσο, η αιτούσα δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η βάση επί της οποίας πραγματοποιήθηκε η επιστροφή ή οι συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε αυτή η δαπάνη, ενώ εξάλλου δεν διευκρινίζει με ποιο τρόπο αυτή μπορούσε να προκύψει. Ελλείψει, όπως ισχυρίζεται, εισοδημάτων, η αιτούσα δεν θα μπορούσε να έχει καταβάλει προηγουμένως αυτά τα έξοδα.

18

Εν συνεχεία, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αιτούσας που περιλαμβάνεται στη συμπληρωματική δήλωση ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει φορολογική δήλωση για την κρίσιμη περίοδο λόγω των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε και τα οποία απαριθμεί στην εν λόγω συμπληρωματική δήλωση, αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός προς τον σκοπό της εξέτασης της υπό κρίση αιτήσεως. Πράγματι, η ύπαρξη τέτοιων εξόδων, τα οποία εν προκειμένω αμφισβητούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη υποβολής φορολογικής δηλώσεως ή, εν πάση περιπτώσει και τουλάχιστον, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη, παρά τις ρητές οδηγίες του εντύπου, προσκόμισης πιστοποιητικού εκδιδόμενου από αρμόδια εθνική αρχή που να αποδεικνύει την τρέχουσα οικονομική κατάστασή της.

19

Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα δεν διευκρίνισε, όπως ρητώς απαιτείται στον πίνακα «οικονομικοί πόροι», αν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα, αποζημίωση και/ή σύνταξη, αλλά και τους ενδεχόμενους πόρους τυχόν συζύγου ή συντρόφου ή άλλου συντηρούμενου από αυτή προσώπου με το οποίο συνήθως συγκατοικεί.

20

Για λόγους πληρότητας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τη δικογραφία της υποθέσεως προκύπτει ότι από το σύνολο σχεδόν των εγγράφων που συντάχθηκαν από την αιτούσα το 2017 και το 2018, είτε πρόκειται για το συνοδευτικό έγγραφο, τα παραρτήματα 1και 3 αυτού, τα έγγραφα που υποβλήθηκαν ως παραρτήματα 3, 5 και 6 της αιτήσεως, καθώς και έγγραφα, όπως επιστολές ή μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που επισυνάπτονται στα παραρτήματα Α, Β, Ζ και Η, προς θεμελίωση της περίληψης που κοινοποιήθηκε ως παράρτημα 1 της αιτήσεως, προκύπτει σαφώς, ιδίως από την επικεφαλίδα ορισμένων εκ των εν λόγω εγγράφων και/ή την περιγραφή της ιδιότητας και των στοιχείων επικοινωνίας της υπογράφουσας, δηλαδή της αιτούσας, ότι, τουλάχιστον από το 2018, αυτή φαίνεται να εργάζεται στο Τμήμα «Φυσικής και Αστρονομίας» του Πανεπιστημίου Rutgers, στο New Jersey (ΗΠΑ), του οποίου η ταχυδρομική διεύθυνση είναι 136 Frelinghuysen Roa, Piscataway, NJ 08854 -8019. Επιπλέον, τα στοιχεία επικοινωνίας που η αιτούσα αναφέρει στο προαναφερθέν παράρτημα Ζ περιλαμβάνουν έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

21

Υπό το πρίσμα αυτής της διαπιστώσεως που γίνεται για λόγους πληρότητας, η οποία ισχύει τουλάχιστον και όσον αφορά το έτος 2018, και ελλείψει οποιωνδήποτε διευκρινίσεων εκ μέρους της αιτούσας, εύλογα διερωτάται κανείς ως προς το αν υφίσταται πράγματι άσκηση από την τελευταία τακτικής δραστηριότητας στο Πανεπιστήμιο Rutgers στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συναφώς, αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, καθήκον της αιτούσας να διευκρινίσει τους υλικούς και οικονομικούς όρους υπό τους οποίους ασκεί τη δραστηριότητα αυτή και, σύμφωνα με τις οδηγίες που περιλαμβάνονται υπό τον τίτλο «οικονομικοί πόροι» του εντύπου, να παράσχει πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους τρέχοντες πόρους της, από την 1η Ιανουαρίου 2018, που συνδέονται με την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας.

22

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι οικονομικοί πόροι που επέτρεπαν στην αιτούσα, κατά την κρίσιμη περίοδο, να καλύψει τις ανάγκες της.

23

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι, λόγω της οικονομικής της καταστάσεως, τελούσε σε πλήρη ή μερική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα έξοδα νομικής αρωγής και δικαστικής εκπροσωπήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

24

Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 146, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η υπό κρίση αίτηση δικαστικής αρωγής πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται να κριθεί το ζήτημα αν το σκοπούμενο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο.

 

Για τους λόγους αυτούς,

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

διατάσσει:

 

Η αίτηση δικαστικής αρωγής στην υπόθεση T-630/18 AJ απορρίπτεται.

 

Λουξεμβούργο, 23 Μαΐου 2019.

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Η Πρόεδρος

I. Pelikánová


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

( 1 ) Μη δημοσιοποιούμενα εμπιστευτικά στοιχεία.