16.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 134/34


Προσφυγή-αγωγή της 19ης Φεβρουαρίου 2018 — Σταματόπουλος κατά ENISA

(Υπόθεση T-99/18)

(2018/C 134/49)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγων-ενάγων: Γρηγόριος Σταματόπουλος (Αθήνα, Ελλάδα) (εκπρόσωπος: Σ. Παππάς, δικηγόρος)

Καθού-εναγόμενος: Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA)

Αιτήματα

Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την απόφαση της ομάδας Ανθρώπινου Δυναμικού του ENISA της 25/07/2017, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος-ενάγοντος (στο εξής: προσφεύγων) για την κάλυψη της θέσεως του προϊσταμένου οικονομικών και συμβάσεων δημοσίων έργων του ENISA, σύμφωνα με την προκήρυξη «ENISA-TA16-AD-2017-03», προκειμένου να γίνει νέα αξιολόγηση της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος από τον εν λόγω Οργανισμό με δίκαιο και διαφανή τρόπο·

να υποχρεώσει τον καθού-εναγόμενο (στο εξής: καθού) να καταβάλει στον προσφεύγοντα τουλάχιστον πέντε χιλιάδες (5 000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως· και

να καταδικάσει τον καθού στα δικαστικά έξοδά του καθώς και στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος στην παρούσα δίκη.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους.

1.

Με τον πρώτο λόγο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογήσεως που βαρύνει τον καθού, διότι δεν αιτιολογεί επαρκώς την απόρριψη της υποψηφιότητάς του. Μολονότι ο ENISA γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα τη βαθμολογία του για κάθε κριτήριο επιλογής καθώς και τη συνολική βαθμολογία του, η αξιολόγηση όλων των υποψηφίων ήταν συγκριτική και, επομένως, οι βαθμοί που έλαβε κάθε υποψήφιος ήταν αποτέλεσμα συγκριτικής εξετάσεώς τους. Ο προσφεύγων υποστηρίζει, συνεπώς, ότι, καθόσον ο ENISA δεν του κοινοποίησε συγκεκριμένη αιτιολογία για τη βαθμολογία που έλαβε σε σχέση με κάθε κριτήριο, ούτε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των επιτυχόντων υποψηφίων που προκρίθηκαν στο στάδιο των συνεντεύξεων και δοκιμασιών, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του, κατά τρόπο που να παρέχει τη δυνατότητα στον μεν προσφεύγοντα να διαπιστώσει εάν είναι βάσιμη η συγκεκριμένη βλαπτική γι’ αυτόν πράξη και εάν θα ήταν πρόσφορο να προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο και, δεύτερον, στο Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξεως αυτής.

2.

Με τον δεύτερο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση των ικανοτήτων του από την Επιτροπή Επιλογής, ιδίως όσον αφορά την αξιολόγηση των ακόλουθων κριτηρίων επιλογής: «Υψηλός βαθμός οργανωτικών δεξιοτήτων, ακρίβειας και της ικανότητας αναλύσεως, συνθέσεως και συνοψίσεως σύνθετων χρηματοοικονομικών πληροφοριών»· «Άριστη διαπραγματευτική ικανότητα και ικανότητα επιλύσεως προβλημάτων»· «Ιδιαίτερη ικανότητα διοικήσεως, εποπτείας προσώπων και διαχειρίσεως συγκρούσεων»· «Ιδιαίτερες δεξιότητες προφορικής και γραπτής επικοινωνίας στην αγγλική γλώσσα»· και «Ικανότητα συνεχούς αποτελεσματικότητας υπό συνθήκες μεγάλου φόρτου εργασίας και συστηματικής τηρήσεως των προθεσμιών των προγραμμάτων ανεξαρτήτως αλλαγών στο περιβάλλον εργασίας».

3.

Με τον τρίτο λόγο, ο προσφεύγων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας. Συγκεκριμένα, το όριο που έθεσε η Επιτροπή Επιλογής για την αποδοχή των υποψηφίων στον επόμενο γύρο των συνεντεύξεων και δοκιμασιών καθορίστηκε, κατά την άποψή του, αυθαίρετα και παράνομα. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προκήρυξη της θέσεως δεν προέβλεπε καμία προϋπόθεση σχετικά με το στάδιο κατά το οποίο θα καθοριζόταν το όριο αυτό και σχετικά με τα κριτήρια που θα έπρεπε να λάβει υπόψη η Επιτροπή Προσωπικού για τον καθορισμό του. Συνεπώς, η Επιτροπή Επιλογής δεν παρέσχε καμία αιτιολογία για τον τρόπο καθορισμού του επιπέδου του ορίου αυτού, το οποίο μάλιστα κοινοποίησε στους υποψηφίους για πρώτη φορά μετά την ολοκλήρωση της αξιολογήσεως.

4.

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω πλημμελειών, ο προσφεύγων ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη συμμετοχή του σε πλημμελή και μη σύννομη διαδικασία και από τη μη αιτιολόγηση της απορρίψεώς του, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως παντελής έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπό του και προσβολή του δικαιώματός του για χρηστή διοίκηση.