Υποθέσεις T‑724/18 και T‑184/19

Aurea Biolabs Pte Ltd

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 28ης Μαΐου 2020

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως του εικονιστικού σημείου AUREA BIOLABS ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προγενέστερο λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης AUREA – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Ομοιότητα των προϊόντων – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 – Διόρθωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών – Άρθρο 102 του κανονισμού 2017/1001»

  1. Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικονομικές διατάξεις – Αποφάσεις του EUIPO – Διόρθωση – Κρίσιμη ημερομηνία για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας – Ημερομηνία εκδόσεως της διορθωτικής αποφάσεως

    (Κανονισμός 2868/95 της Επιτροπής, άρθρο 1, κανόνας 53· κανονισμός 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 102)

    (βλ. σκέψεις 18, 19)

  2. Πράξεις των οργάνων – Επιλογή της νομικής βάσεως – Σφάλμα – Ακύρωση της πράξεως – Προϋποθέσεις

    (βλ. σκέψη 20)

  3. Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικονομικές διατάξεις – Αποφάσεις του EUIPO – Διόρθωση – Πρόδηλη παράλειψη – Έννοια

    (Κανονισμός 2868/95 της Επιτροπής, άρθρο 1, κανόνας 53· κανονισμός 207/2009 του Συμβουλίου, άρθρο 80· κανονισμός 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 102 και 103)

    (βλ. σκέψεις 22, 25-33, 35)

Σύνοψη

Mε την απόφασή του της 28ης Μαΐου 2020, Aurea Biolabs κατά EUIPO – Avizel (AUREA BIOLABS) (T‑724/18 και T‑184/19), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), με την πρώτη εκ των οποίων το τμήμα προσφυγών είχε κρίνει ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως και με τη δεύτερη εκ των οποίων είχε διορθώσει την πρώτη απόφαση, απαλείφοντας ένα σημείο της που περιλαμβανόταν στη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Με την ανωτέρω απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ποιο είδος σφάλματος μπορεί να οδηγήσει σε διόρθωση.

Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα, Aurea Biolabs Pte Ltd, είχε ζητήσει την καταχώριση του εικονιστικού σήματος AUREA BIOLABS για συμπληρώματα διατροφής. Η Avizel SA άσκησε ανακοπή βάσει του προγενέστερου λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης AUREA, το οποίο είχε καταχωριστεί, μεταξύ άλλων, για κρέμες περιποιήσεως του δέρματος για ιατρική χρήση. Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2018 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τμήμα προσφυγών του EUIPO έκανε δεκτή την ανακοπή με το σκεπτικό ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, και απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως. Μεταξύ άλλων, έκρινε ότι τα προϊόντα τα οποία αφορούσαν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα ήταν, τουλάχιστον σε μικρό βαθμό, παρόμοια. Εντούτοις, κατά τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, επισήμανε ότι τα επίμαχα προϊόντα είχαν κριθεί ως πανομοιότυπα. Με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2019, το δεύτερο τμήμα προσφυγών διόρθωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απαλείφοντας το σχετικό με την ταυτότητα των προϊόντων σημείο.

Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα προέβαλε ότι το επίμαχο σφάλμα δεν μπορούσε να διορθωθεί. Κατά την προσφεύγουσα, σε περίπτωση «προφανών σφαλμάτων», μόνον η ανάκληση των αποφάσεων του EUIPO είναι δυνατή.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, κατ’ αρχάς, ότι η εφαρμοστέα διάταξη για τη διόρθωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν το άρθρο 102 του κανονισμού 2017/1001 ( 1 ). Το εν λόγω άρθρο, όμως, αναφέρει μόνον τις «πρόδηλες παραλείψεις». Μόνον το άρθρο 103 του ίδιου κανονισμού ( 2 ), το οποίο διέπει την ανάκληση των αποφάσεων του EUIPO, αναφέρεται σε «προφανή σφάλματα».

Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, υπό την προϊσχύσασα μορφή τους, οι διατάξεις που διέπουν τη διόρθωση και την ανάκληση των αποφάσεων του EUIPO αναφέρονταν, αντιστοίχως, σε «προφανείς ανακρίβειες» ( 3 ) και σε «πρόδηλα διαδικαστικά σφάλματα» ( 4 ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει διαφορά ως προς το είδος του σφάλματος που δύναται να οδηγήσει σε διόρθωση ή ανάκληση, τούτο δε λόγω της διακρίσεως μεταξύ της διαδικασίας διορθώσεως και της διαδικασίας ανακλήσεως.

Πράγματι, η διαδικασία διορθώσεως δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της υπό διόρθωση αποφάσεως, αλλά οδηγεί αποκλειστικώς και μόνο στη διόρθωση των σφαλμάτων που περιέχονται σε αυτήν μέσω διορθωτικής αποφάσεως. Επομένως, οι διορθώσεις περιορίζονται στα πρόδηλα τυπικά σφάλματα, τα οποία δεν επηρεάζουν το περιεχόμενο και την ουσία της εκδοθείσας αποφάσεως, αλλά μόνο τη μορφή της. Πρόκειται για σφάλματα τα οποία είναι τόσο προφανή ώστε να μην μπορεί να νοηθεί καμία άλλη διατύπωση πλην εκείνης που προκύπτει κατόπιν της διορθώσεως και τα οποία δεν δικαιολογούν την ακύρωση ή την ανάκληση της αποφάσεως που τα ενέχει. Αντιθέτως, δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως περί ανακλήσεως τα σφάλματα που δεν καθιστούν δυνατή τη διατήρηση του διατακτικού της επίμαχης αποφάσεως χωρίς νέα ανάλυση στην οποία θα προβεί μεταγενέστερα η αρχή που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά μεταξύ των περιπτώσεων διορθώσεως και των περιπτώσεων ανακλήσεως δεν ανατράπηκε από την αντικατάσταση της εκφράσεως «προφανείς ανακρίβειες» με τη φράση «πρόδηλες παραλείψεις» στο άρθρο 102 του κανονισμού 2017/1001. Πράγματι, η αντικατάσταση αυτή εξηγείται ακριβώς από την ανάγκη να διατηρηθεί σε ισχύ η διάκριση μεταξύ των σφαλμάτων που δικαιολογούν διόρθωση και των σφαλμάτων που δικαιολογούν ανάκληση.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι σφάλμα το οποίο εντοπίζεται σε απόφαση δύναται να διορθωθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 102 του κανονισμού 2017/1001, οσάκις πρόκειται για ανακόλουθο στοιχείο αποφάσεως η οποία, κατά τα λοιπά, έχει συνέπεια και είναι αναμφίλεκτη, ήτοι αν προκύπτει σαφώς ότι το σφάλμα οφείλεται σε παράλειψη ή σε παραδρομή που πρέπει προδήλως να διορθωθεί, υπό την έννοια που έγινε δεκτή, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να νοηθεί καμία άλλη διατύπωση πλην εκείνης που προκύπτει κατόπιν της διορθώσεως.

Εν προκειμένω, από αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η διόρθωση συνίστατο όχι στην προσθήκη σημείου που φέρεται να παραλείφθηκε, αλλά στην απαλοιφή σημείου της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η εν λόγω διόρθωση έγινε κατά παράβαση του άρθρου 102 του κανονισμού 2017/1001.

Προκειμένου να κρίνει αν μπορούσε να γίνει διόρθωση του επίμαχου σφάλματος, το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτό περιλαμβανόταν σε σημείο το οποίο υπενθύμιζε το αποτέλεσμα της συγκριτικής αναλύσεως των επίμαχων προϊόντων προς τον σκοπό σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως. Η υπόμνηση δε αυτή έπρεπε κατ’ ανάγκη να είναι σύμφωνη με την ανάλυση που επαναλαμβάνεται και, επομένως, να κάνει λόγο για μια μικρή, τουλάχιστον, ομοιότητα αντί για ταυτότητα των επίμαχων προϊόντων. Επομένως, το ως άνω διαπραχθέν σφάλμα δεν μπορούσε, προφανώς, να διορθωθεί παρά μόνον προς την κατεύθυνση της αναλύσεως στην οποία πράγματι προέβη το τμήμα προσφυγών, η οποία κατέληξε στην ύπαρξη ομοιότητας των προϊόντων. Ως εκ τούτου, η απαλοιφή του σημείου σχετικά με την ταυτότητα των προϊόντων στην προσβαλλόμενη απόφαση ήταν προφανώς επιβεβλημένη, οπότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγκύρως πραγματοποιηθείσα διόρθωση σφάλματος βάσει του άρθρου 102 του κανονισμού 2017/1001.

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση ότι τα οικεία προϊόντα ήταν παρόμοια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως.


( 1 ) Το άρθρο 102 παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1), το οποίο φέρει τον τίτλο «Διόρθωση σφαλμάτων και προδήλων παραλείψεων», έχει ως εξής: «1. Το [EUIPO] διορθώνει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης μέρους, γλωσσικά σφάλματα ή σφάλματα μεταγραφής και πρόδηλες παραλείψεις στις αποφάσεις του ή τεχνικά σφάλματα κατά την καταχώριση του σήματος της ΕΕ ή τη δημοσίευση της καταχώρισης τα οποία οφείλονται στο [EUIPO]».

( 2 ) Το άρθρο 103, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάκληση αποφάσεων», προβλέπει τα εξής: «1. Σε περίπτωση που το [EUIPO] πραγματοποιήσει εγγραφή στο μητρώο ή λάβει απόφαση που περιέχει προφανές σφάλμα το οποίο μπορεί να του αποδοθεί, μεριμνά για την ακύρωση της εγγραφής ή την ανάκληση της απόφασης […]».

( 3 ) Κανόνας 53 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (EE 1995, L 303, σ. 1).

( 4 ) Άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.