Υπόθεση T-504/18
XG
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 19ης Δεκεμβρίου 2019
«Προσωπικό ιδιωτικής εταιρίας, παρόχου υπηρεσιών πληροφορικής εντός του θεσμικού οργάνου – Άρνηση παροχής προσβάσεως στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής – Αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη»
Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή η οποία φέρεται ότι αφορά συμβατικής φύσεως διαφορά – Προσφυγή με την οποία προσβάλλεται έγγραφο θεσμικού οργάνου, το οποίο δεν συνδέεται αναπόσπαστα με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ του εν λόγω οργάνου και του προσφεύγοντος – Παραδεκτό
(Άρθρα 263 και 288 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 54-56, 60-66)
Θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άσκηση των αρμοδιοτήτων – Μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων – Προϋποθέσεις – Απόφαση η οποία δεν προέρχεται από την αρμόδια αρχή ή από αρχή που έχει ονομαστική εντολή – Αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση – Ακύρωση της αποφάσεως
(βλ. σκέψεις 80-84, 87-91, 93, 94, 96)
Σύνοψη
Με την απόφαση XG κατά Επιτροπής (T-504/18), η οποία εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2019, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση της Επιτροπής με την οποία το εν λόγω θεσμικό όργανο ενέμεινε στην άρνηση παροχής στον προσφεύγοντα προσβάσεως στις εγκαταστάσεις του, λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την πράξη αυτή.
Η Autorité nationale de sécurité (Εθνική Αρχή Ασφαλείας) (ANS) εξέδωσε αρνητική γνωμοδότηση για τον προσφεύγοντα, υπάλληλο εταιρίας η οποία συνήψε σύμβαση-πλαίσιο με την Ευρωπαϊκή Ένωση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών πληροφορικής στην Επιτροπή. Κατ’ εφαρμογήν της ως άνω συμβάσεως-πλαισίου, το δικαίωμα προσβάσεως του επιτόπου απασχολούμενου προσωπικού στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής εξαρτώνταν από την έκδοση θετικής γνωμοδοτήσεως ασφαλείας από τις βελγικές αρχές.
Ο προσφεύγων προσέβαλε την αρνητική γνωμοδότηση ενώπιον του αρμόδιου βελγικού οργάνου προσφυγής, το οποίο έκρινε ότι η γνωμοδότηση δεν είχε νομικό έρεισμα και ότι, κατά συνέπεια, το όργανο προσφυγής δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της βασιμότητας της εν λόγω γνωμοδοτήσεως.
Κατόπιν της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του οργάνου προσφυγής, η Επιτροπή, με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 2018 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ενημέρωσε τον εργοδότη του προσφεύγοντος ότι διατηρούνταν η απαγόρευση προσβάσεως στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής για τον προσφεύγοντα βάσει του άρθρου 3 της αποφάσεως 2015/443 ( 1 ), με την αιτιολογία ότι η εκδοθείσα από την ANS αρνητική γνωμοδότηση δεν ακυρώθηκε από το όργανο προσφυγής. Το έγγραφο αυτό υπογραφόταν από την προϊσταμένη της μονάδας «Ασφάλεια πληροφοριών» της Διευθύνσεως Ασφαλείας της Γενικής Διευθύνσεως Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφαλείας της Επιτροπής. Ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να αποσπασθεί από το συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου εξεδόθη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση αυτή αποτελεί πράξη δυνάμενη να αποσπαστεί από τη σύμβαση-πλαίσιο, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Πράγματι, αφενός, η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη από την Επιτροπή επί τη βάσει της αποφάσεως 2015/443, η οποία απονέμει στο εν λόγω θεσμικό όργανο ίδιες αρμοδιότητες που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη διαφύλαξη της ασφάλειας εντός των εγκαταστάσεών της. Αφετέρου, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η προσβαλλόμενη απόφαση, διατηρώντας την απαγόρευση προσβάσεως του προσφεύγοντος στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής, παράγει, μονομερώς και ανεξαρτήτως του συμβατικού πλαισίου, δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα επί της καταστάσεως τρίτου και, κατά συνέπεια, αποτελεί πράξη ασκήσεως δημόσιας εξουσίας.
Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόσωπο που την υπέγραψε δεν ήταν εξουσιοδοτημένο να εκδώσει την απόφαση αυτή κατά τα οριζόμενα στην απόφαση 2015/443. Πράγματι, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, για την έκδοση αποφάσεως περί απαγορεύσεως προσβάσεως, όπως η προσβαλλόμενη, ο υπάλληλος της Επιτροπής πρέπει να διαθέτει ονομαστική εντολή η οποία του ανατίθεται εγγράφως από τον Γενικό Διευθυντή Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφαλείας.
Επιπλέον, εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσον το πρόσωπο που υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση είχε εξουσιοδότηση υπογραφής, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εξουσιοδότηση υπογραφής δεν μεταβιβάζει αρμοδιότητα στον εξουσιοδοτούμενο, ο τελευταίος δε αποκτά απλώς την εξουσία να καταρτίζει και να υπογράφει, στο δικό του όνομα και υπό την ευθύνη του εξουσιοδοτούντος, το έγγραφο της αποφάσεως της οποίας το περιεχόμενο έχει καθοριστεί από τον εξουσιοδοτούντα. Εξάλλου, η εξουσιοδότηση υπογραφής πρέπει να αφορά σαφώς καθορισμένα διαχειριστικά και διοικητικά μέτρα.
Eν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, πρώτον, ότι οι αρμοδιότητες που μνημονεύονταν στο προσκομισθέν από την Επιτροπή έγγραφο, το οποίο περιείχε περιγραφή των καθηκόντων που ασκούσε το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιλάμβαναν κατ’ ανάγκην την εξουσία λήψεως μέτρων απαγορεύσεως της προσβάσεως στις εγκαταστάσεις της Επιτροπής. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν έφερε υπογραφή και ότι η περιγραφή των αρμοδιοτήτων του προσώπου που υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία περιλαμβανόταν στο έγγραφο αυτό δεν πληρούσε, λόγω του γενικού χαρακτήρα της, την απαίτηση σαφήνειας που ισχύει όσον αφορά τον καθορισμό των μέτρων για τα οποία δίδεται η εξουσιοδότηση υπογραφής. Τρίτον, τοιαύτη εξουσιοδότηση υπογραφής αντιβαίνει στην απόφαση 2015/443 η οποία, για τη λήψη μέτρου απαγορεύσεως προσβάσεως, απαιτεί ονομαστική και ρητή εντολή από τον Διευθυντή της ΓΔ Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφαλείας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόσωπο που υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αρμόδιο να την εκδώσει.
Τέλος, αφού υπενθύμισε τη νομολογία του, κατά την οποία, σε περίπτωση ένδικης διαφοράς μεταξύ θεσμικού οργάνου και μέλους του προσωπικού του η οποία αφορά εγγυήσεις παρεχόμενες στο πρόσωπο αυτό από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από κανόνα χρηστής διοικήσεως, η έλλειψη αρμοδιότητας του εκδόντος την προσβαλλόμενη πράξη οργάνου δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ακύρωση της τελευταίας, εκτός αν ο προσφεύγων αποδείξει ότι εθίγη εγγύηση που του παρέχεται, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος να επεκταθεί η νομολογία αυτή στις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και τρίτων, δεδομένου ότι οι τελευταίοι, ως μη έχοντες έννομη σχέση με τη διοίκηση, δεν απολαύουν των εγγυήσεων που παρέχονται στους υπαλλήλους της Ένωσης από τον οικείο Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
( 1 ) Απόφαση ([EE], Ευρατόμ) 2015/443 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015], σχετικά με την ασφάλεια στην Επιτροπή (ΕΕ L 2015, L 72, σ. 41). Το άρθρο 3 προβλέπει τις διατάξεις και τις αρχές που πρέπει να τηρεί η Επιτροπή κατά την εφαρμογή της αποφάσεως.