Υπόθεση T-292/18
Πορτογαλική Δημοκρατία
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 30ής Ιανουαρίου 2020
«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Πορτογαλία – Άρθρα 32 και 33 του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 – Άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 – Έννοια του εθνικού δικαστηρίου»
Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ – Εκκαθάριση των λογαριασμών – Ποσά προς ανάκτηση από το κράτος μέλος – Μη εμπρόθεσμη ανάκτηση από το κράτος μέλος ποσών που οφείλονται λόγω παρατυπιών ή αμελειών – Διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του αν η ανάκτηση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Έννοια του εθνικού δικαστηρίου – Ανάκτηση εκ μέρους διοικητικής υπηρεσίας με τη διαδικασία της αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών – Υπηρεσία που ασκεί μόνον καθήκοντα διοικητικής φύσεως και δεν πληροί την απαίτηση περί ανεξαρτησίας – Δεν εμπίπτει
(Άρθρο 267 ΣΛΕΕ· Κανονισμός 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 54 § 2· κανονισμός 1290/2005 του Συμβουλίου, άρθρα 32 § 5 και 33 § 8)
(βλ. σκέψεις 33-37, 47-49, 55, 56)
Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ – Εκκαθάριση των λογαριασμών – Αρχές – Υποχρέωση επιμέλειας των κρατών μελών
(Άρθρο 4 § 3 ΣΛΕΕ ·κανονισμός 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 58 § 1· κανονισμός 1290/2005 του Συμβουλίου, άρθρο 9 § 1, στοιχείο αʹ)
(βλ. σκέψεις 59-67)
Σύνοψη
Με την απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής (T-292/18), την οποία εξέδωσε στις 30 Ιανουαρίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή περί μερικής ακυρώσεως την οποία άσκησε η Πορτογαλική Δημοκρατία κατά της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2018/304 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ( 1 ), καθόσον απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε το εν λόγω κράτος μέλος στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), ύψους 1052101,05 ευρώ .
Το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 ( 2 ) προβλέπει ότι, εφόσον η ανάκτηση των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως λόγω παρατυπιών ή αμελειών δεν πραγματοποιηθεί εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης διαπίστωσης ή οκτώ ετών, εάν η ανάκτηση αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, οι οικονομικές συνέπειες της έλλειψης ανάκτησης βαρύνουν κατά 50 % το εμπλεκόμενο κράτος μέλος και κατά 50 % τον προϋπολογισμό της Ένωσης (κανόνας της κατανομής της οικονομικής ευθύνης για την μη ανάκτηση, καλούμενος κανόνας 50/50) ( 3 ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της εκ μέρους της Επιτροπής διαπιστώσεως, στο πλαίσιο της αποστολής της που συνίσταται στον έλεγχο των εθνικών διαδικασιών ανακτήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών οι οποίες κινούνται λόγω παρατυπιών, ότι ορισμένες δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ είχαν κατηγοριοποιηθεί εσφαλμένως και έπρεπε να ανακτηθούν. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι οφειλές προς τον πορτογαλικό οργανισμό πληρωμών, των οποίων η ανάκτηση αποτελούσε αντικείμενο διαδικασίας εκτελέσεως από τις πορτογαλικές φορολογικές αρχές, εσφαλμένως κατηγοριοποιήθηκαν ως οφειλές «των οποίων η ανάκτηση αποτελ[ούσε] το αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων», κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως. Επομένως, κατά την Επιτροπή, ο κανόνας 50/50 έπρεπε να εφαρμοστεί επί των οφειλών αυτών σε περίπτωση μη ανακτήσεως ήδη μετά από τέσσερα έτη και όχι μόνο μετά από οκτώ έτη, όπως υποστήριζαν οι πορτογαλικές αρχές.
Διαφωνώντας με την ερμηνεία αυτή, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι οι αναγκαστικές εισπράξεις ποσών οφειλομένων στο πλαίσιο διοικητικών σχέσεων πραγματοποιούνται στην Πορτογαλία με τη διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών, η οποία έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει δικαστικό χαρακτήρα. Επομένως, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, ο κανόνας 50/50 έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο σε περίπτωση μη ανακτήσεως μετά την πάροδο οκτώ ετών.
Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση των άρθρων 32 και 33 του κανονισμού 1290/2005 και του άρθρου 54 του κανονισμού 1306/2013, καθόσον η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε ότι οι οφειλές προς τον πορτογαλικό οργανισμό πληρωμών, των οποίων η ανάκτηση αποτελούσε αντικείμενο διαδικασίας εκτελέσεως από τις φορολογικές αρχές, δεν συνιστούσαν οφειλές των οποίων η ανάκτηση αποτελούσε αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά την έννοια των εν λόγω άρθρων.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, αφού κατ’ αρχάς υπενθύμισε ότι η έννοια του «εθνικού δικαστηρίου», η οποία είναι καθοριστικής σημασίας για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του κανόνα 50/50, δεν πρέπει να επαφίεται στην εκτίμηση κάθε κράτους μέλους και πρέπει να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ένωση κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο, η δε ερμηνεία αυτή πρέπει να αναζητηθεί λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου των διατάξεων στις οποίες εντάσσεται η ως άνω έννοια και του σκοπού που επιδιώκουν οι κανονισμοί 1290/2005 και 1306/2013.
Προκειμένου να ερμηνεύσει την έννοια του «εθνικού δικαστηρίου» η οποία μνημονεύεται στα ανωτέρω άρθρα, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο για την εκτίμηση του ζητήματος αν το αιτούν όργανο αποτελεί «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ
Αφού εξέτασε τα χαρακτηριστικά της αρμόδιας υπηρεσίας της πορτογαλικής φορολογικής αρχής υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η υπηρεσία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «εθνικό δικαστήριο» Πράγματι, η υπηρεσία αυτή δεν ασκεί δικαιοδοτική λειτουργία, αλλά μόνον καθήκοντα διοικητικής φύσεως και δεν έχει ως αποστολή να επιλύει διαφορά ούτε να ελέγχει τη νομιμότητα της βεβαιώσεως οφειλών που εκδίδει ο πορτογαλικός οργανισμός πληρωμών. Μια τέτοια υπηρεσία δεν πληροί, επιπλέον, την απαίτηση της ανεξαρτησίας.
Το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εντεύθεν ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής αρχής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανάκτηση αχθείσα ενώπιον των «εθνικών δικαστηρίων» κατά την έννοια των ως άνω άρθρων των κανονισμών 1290/2005 και τ 1306/2013, τουλάχιστον ενόσω δεν έχουν επέμβει τα διοικητικά και φορολογικά δικαστήρια.
Επομένως, η Πορτογαλική Δημοκρατία όφειλε να ολοκληρώσει τη διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής αρχής εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τεσσάρων ετών που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ορθώς απέκλεισε ορισμένες δαπάνες από τη χρηματοδότηση της Ένωσης με την αιτιολογία ότι αποτελούσαν, για περισσότερα από τέσσερα έτη, αντικείμενο διαδικασίας αναγκαστικής εισπράξεως φορολογικών οφειλών ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής αρχής.
( 1 ) Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/304 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2018, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2018, L 59, σ. 3).
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1).
( 3 ) Το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 προβλέπει ειδικές διατάξεις για το ΕΓΤΕ. Το άρθρο 33, παράγραφος 8, του ίδιου κανονισμού περιέχει μια κατ’ ουσίαν ισοδύναμη διάταξη όσον αφορά το ΕΓΤΑΑ. Οι διατάξεις αυτές επανελήφθησαν, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 130, σ. 7), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1290/2005.