Υπόθεση T‑280/18

ABLV Bank AS

κατά

Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο πενταμελές τμήμα) της 6ης Ιουλίου 2022

«Οικονομική και Νομισματική Ένωση – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΜΕ) – Διαδικασία εξυγίανσης εφαρμοστέα σε περίπτωση οντότητας η οποία βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Απόφαση του ΕΣΕ περί μη έγκρισης εξυγίανσης – Προσφυγή ακυρώσεως – Βλαπτική πράξη – Έννομο συμφέρον – Ενεργητική νομιμοποίηση – Εν μέρει παραδεκτό – Άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 – Αρμοδιότητα του εκδότη της πράξεως – Δικαίωμα ακροάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση»

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Περιλαμβάνεται

    (Άρθρο 263 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 18 και 86 § 2)

    (βλ. σκέψεις 30-36)

  2. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Άμεσος επηρεασμός – Κριτήρια – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Καθορισμός των ενδεχομένως άμεσων αποτελεσμάτων της εν λόγω απόφασης επί της νομικής κατάστασης των μετόχων πιστωτικού ιδρύματος – Δεν επηρεάζεται το δικαίωμα των μετόχων να εισπράττουν μερίσματα και να συμμετέχουν στη διαχείριση του εν λόγω ιδρύματος – Απουσία άμεσου επηρεασμού – Απαράδεκτο

    (Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ)

    (βλ. σκέψεις 39, 41-45)

  3. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Άμεσος επηρεασμός – Κριτήρια – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Καθορισμός των ενδεχομένως άμεσων αποτελεσμάτων της εν λόγω απόφασης επί της νομικής κατάστασης των μετόχων πιστωτικού ιδρύματος – Εφαρμογή η οποία έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα – Παραδεκτό

    (Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18)

    (βλ. σκέψεις 47, 48, 50-52)

  4. Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης – Προϋποθέσεις – Προϋπόθεση sine qua non η εκτίμηση του ΕΣΕ ότι η οικεία οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Εκτίμηση στηριζόμενη στο συμπέρασμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) – Παραδεκτό

    (Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18)

    (βλ. σκέψεις 47, 48, 57)

  5. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Έννομο συμφέρον – Προϋποθέσεις – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Εκτίμηση ότι η οικεία οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Προϋπόθεση sine qua non για την κίνηση της διαδικασίας εξυγίανσης – Έννομο συμφέρον της εν λόγω οντότητας να μην αποτελέσει αντικείμενο εκτίμησης με την οποία διαπιστώνεται ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Περιλαμβάνεται

    (Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18)

    (βλ. σκέψεις 54, 57-60)

  6. Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) – Αρμοδιότητα – Απόφαση περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Υποχρέωση έκδοσης τέτοιας απόφασης μετά την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) εκτίμηση ότι η οικεία οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης

    (Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18 § 1· οδηγία 2014/59 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 82 § 2)

    (βλ. σκέψεις 81-83)

  7. Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Απόφαση περί μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης – Προϋποθέσεις – Εκτίμηση ότι η οικεία οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης – Διακριτοί ρόλοι του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) – Συντρέχουσα αρμοδιότητα με πρωτεύοντα, έστω και μη αποκλειστικό, ρόλο της ΕΚΤ

    (Κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 18 § 1, εδ. 2)

    (βλ. σκέψεις 105, 106, 108)

  8. Οικονομική και νομισματική πολιτική – Οικονομική πολιτική – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Διαδικασία εξυγίανσης – Δικαίωμα ακροάσεως – Περιεχόμενο – Διαδικασία που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) από κοινού και διαδοχικά – Σύνθετη διοικητική διαδικασία – Υποχρέωση ακροάσεως της οντότητας την οποία αφορά η απόφαση περί έγκρισης ή μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης σε κάθε στάδιο της διαδικασίας από καθένα από τα εν λόγω δύο όργανα – Δεν υπάρχει υποχρέωση

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41 § 2, στοιχείο αʹ· κανονισμός 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 1)

    (βλ. σκέψεις 156-163, 165)

Σύνοψη

Η προσφεύγουσα, ABLV Bank AS, είναι λεττονικό πιστωτικό ίδρυμα και μητρική εταιρία του ομίλου ABLV. Η ABLV Bank Luxembourg SA είναι πιστωτικό ίδρυμα με έδρα το Λουξεμβούργο και αποτελεί μία εκ των θυγατρικών του ομίλου ABLV, της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι η προσφεύγουσα. Τα εν λόγω δύο ιδρύματα είχαν χαρακτηριστεί ως «σημαντικές οντότητες» και υπέκειντο, ως τέτοια, στην εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ) ( 1 ).

Στις 13 Φεβρουαρίου 2018, το United States Department of the Treasury (Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής) ανακοίνωσε σχέδιο μέτρου για τον χαρακτηρισμό της προσφεύγουσας ως ιδρύματος που αποτελεί υψηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατόπιν της ανακοίνωσης αυτής, η προσφεύγουσα δεν ήταν πλέον σε θέση να διενεργεί πληρωμές σε δολάρια και ήλθε αντιμέτωπη με μαζική ανάληψη καταθέσεων. Η ΕΚΤ ανέθεσε συνεπώς στη Finanšu un kapitāla tirgus komisija (επιτροπή χρηματοπιστωτικών αγορών και κεφαλαιαγοράς, Λεττονία) να επιβάλει προσωρινή αναστολή πληρωμών προκειμένου να παρασχεθεί στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να σταθεροποιήσει την κατάστασή της. Στις 23 Φεβρουαρίου 2018, η ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Με δύο αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 2018, οι οποίες αφορούσαν την προσφεύγουσα και την ABLV Luxembourg αντιστοίχως, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) υιοθέτησε το συμπέρασμα της ΕΚΤ, αλλά έκρινε, εντούτοις, ότι η λήψη μέτρου εξυγίανσής τους δεν ήταν αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος ( 2 ).

Επιληφθέν προσφυγής ακυρώσεως κατά των δύο ως άνω αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται για πρώτη φορά επί απόφασης του ΕΣΕ περί μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης και καταλήγει στην απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της.

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει, κατ’ αρχάς, τους επικαλούμενους από το ΕΣΕ λόγους απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως.

Πρώτον, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου ( 3 ), κρίνει ότι η απόφαση περί μη έγκρισης εργαλείων εξυγίανσης για πιστωτικό ίδρυμα συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ορισμένα εκ των εργαλείων αυτών ήταν ικανά να παράσχουν στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να διατηρήσει μέρος των δραστηριοτήτων της, μια τέτοια απόφαση παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντά της. Ο εν λόγω χαρακτηρισμός της απόφασης παρέχει, επιπλέον, τη δυνατότητα διασφάλισης του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά της απόφασης που αφορά την ABLV Luxembourg, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση παράγει άμεσα αποτελέσματα μόνον επί της νομικής κατάστασης του αποδέκτη της, ήτοι της ABLV Luxembourg. Η αρνητική επίδραση της εν λόγω απόφασης επί της προσφεύγουσας είναι οικονομικής και όχι νομικής φύσεως, καθώς παραμένει αναλλοίωτο το δικαίωμα των μετόχων να εισπράττουν μερίσματα και να συμμετέχουν στη διαχείριση.

Ως προς την απόφαση που αφορά την προσφεύγουσα, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η τελευταία διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση να στραφεί κατ’ αυτής, καθόσον παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της κατάστασής της. Συγκεκριμένα, το συμπέρασμα του ΕΣΕ, το οποίο στηρίζεται στην εκτίμηση της ΕΚΤ ότι η προσφεύγουσα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, αποτελεί το αναγκαίο υπόβαθρο για τη λήψη απόφασης περί μη έγκρισης καθεστώτος εξυγίανσης. Εξάλλου, η εν λόγω απόφαση δεν καταλείπει καμία διακριτική ευχέρεια στην εθνική ρυθμιστική αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή της, δεδομένου ότι έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης.

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα διαθέτει έννομο συμφέρον να στραφεί κατά της εν λόγω απόφασης. Συγκεκριμένα, εάν διαπίστωνε ότι η εκτίμηση της ΕΚΤ, την οποία υιοθέτησε το ΕΣΕ, ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης ήταν εσφαλμένη, δεν θα έπρεπε να είχε κινηθεί ως προς την προσφεύγουσα η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση μιας τέτοιας απόφασης. Προσέτι, η οικεία οντότητα, για τους σκοπούς της άσκησης των τραπεζικών δραστηριοτήτων της, έχει έννομο συμφέρον να μην αποτελέσει αντικείμενο τέτοιας εκτίμησης.

Κατά δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το σύνολο των λόγων που προβάλλει η προσφεύγουσα επί της ουσίας.

Μεταξύ άλλων, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα εσφαλμένως προσάπτει στο ΕΣΕ ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκτίμηση της ΕΚΤ ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, χωρίς να προβεί σε δική του εξέταση. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι, βεβαίως, το ΕΣΕ δεν δεσμεύεται από την εν λόγω εκτίμηση της ΕΚΤ και ότι ουδόλως προκύπτει ότι δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Εντούτοις, ο κανονισμός ΕΜΕ ( 4 ) αποδίδει πρωτεύοντα, έστω και μη αποκλειστικό, ρόλο στην ΕΚΤ, καθώς αποτελεί το καταλληλότερο θεσμικό όργανο για μια τέτοια εκτίμηση, λαμβανομένης υπόψη της εμπειρογνωσίας της ως εποπτικής αρχής.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι δεν ενείχαν πρόδηλη πλάνη οι εκτιμήσεις της ΕΚΤ, τις οποίες υιοθέτησε το ΕΣΕ, ήτοι οι εκτιμήσεις σχετικά, αφενός, με την ικανότητα αντιστάθμισης που έπρεπε να διαθέτει η προσφεύγουσα και, αφετέρου, με την εκτίμηση ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ΕΚΤ μπορούσε εύλογα, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υπόθεσης, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μαζικές αναλήψεις καταθέσεων συνεπεία διάρρηξης της εμπιστοσύνης μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και της πελατείας του, να δώσει μικρότερη σημασία στον δείκτη κάλυψης και την κεφαλαιοποίηση της προσφεύγουσας και να στηριχθεί κυρίως στην άμεση διαθεσιμότητα ρευστότητας. Διαπιστώνει, ως εκ τούτου, ότι το ΕΣΕ, υπό το πρίσμα της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει, δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης.

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι το ΕΣΕ δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηριζόμενο στην εκτίμηση της ΕΚΤ ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης προκειμένου να διακριβώσει ότι δεν υπήρχε ουδεμία εύλογη προοπτική ότι εναλλακτικά μέτρα θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πτώχευσή της εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Συγκεκριμένα, διαπιστώνει ότι, καίτοι η εξέταση τέτοιων μέτρων είναι διακριτή από την εν λόγω εκτίμηση, εν προκειμένω η ΕΚΤ ενσωμάτωσε την ως άνω εξέταση στην εκτίμηση αυτή.

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, κρίνει ότι, υπό το πρίσμα της φύσεως της επίμαχης σύνθετης διοικητικής διαδικασίας την οποία διεξάγουν η ΕΚΤ και το ΕΣΕ από κοινού και διαδοχικά, δεν απαιτείται η οικεία οντότητα να εκφράζει την άποψή της σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των δύο εν λόγω οργάνων ξεχωριστά. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα έτυχε επανειλημμένως ακροάσεως από την ΕΚΤ και ήταν επομένως σε θέση να εκφράσει την άποψή της και, ως εκ τούτου, το ΕΣΕ είχε πλήρη γνώση των επιχειρημάτων της κατά την έκδοση της απόφασης στην οποία υιοθέτησε τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ.


( 1 ) Δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2013, L 287, σ. 63).

( 2 ) Κατά το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 806/2015 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1, στο εξής: κανονισμός ΕΜΕ).

( 3 ) Απόφαση της 6ης Μαΐου 2021, ABLV Bank κ.λπ. κατά ΕΚΤ (C 551/19 P και C 552/19 P, EU:C:2021:369).

( 4 ) Άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΜΕ.