ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Σεπτεμβρίου 2020 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Καθεστώς ενισχύσεων σχετικό με την επιδοτούμενη αγορά ή τη δωρεάν διάθεση φυσικών εκτάσεων – Προκαταρκτική διαδικασία ελέγχου – Απόφαση με την οποία η ενίσχυση κηρύσσεται συμβατή με την εσωτερική αγορά – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 – Άρθρο 1, στοιχείο ηʹ – Έννοια του όρου “ενδιαφερόμενο μέρος” – Σχέση ανταγωνισμού – Έννοια του όρου “σοβαρές δυσχέρειες” – Υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος – Δευτερεύουσες δραστηριότητες – Συνάφεια»
Στην υπόθεση C‑817/18 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2018,
Vereniging tot Behoud van Natuurmonumenten in Nederland, με έδρα το ’s‑Graveland (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Groninger Landschap, με έδρα το Haren (Κάτω Χώρες),
Vereniging It Fryske Gea, με έδρα το Opsterland (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Drentse Landschap, με έδρα το Assen (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Overijssels Landschap, με έδρα το Dalfsen (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Geldersch Landschap, με έδρα το Arnhem (Κάτω Χώρες),
Stichting Flevo‑Landschap, με έδρα το Lelystad (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Utrechts Landschap, με έδρα το De Bilt (Κάτω Χώρες),
Stichting Landschap Noord‑Holland, με έδρα το Heiloo (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Zuid‑Hollands Landschap, με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Zeeuwse Landschap, με έδρα το Heinkenszand (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Noordbrabants Landschap, με έδρα το ‘s‑Hertogenbosch (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Limburgs Landschap, με έδρα το Maastricht (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενες από τους P. H. L. M. Kuypers και M. de Wit, advocaten,
αναιρεσείουσες,
υποστηριζόμενες από το:
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις K. Bulterman και L. Noort,
παρεμβαίνον στη διαδικασία αναιρέσεως,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:
Vereniging Gelijkberechtiging Grondbezitters, με έδρα το Hoenderloo (Κάτω Χώρες),
Exploitatiemaatschappij De Berghaaf BV, με έδρα το Barneveld (Κάτω Χώρες),
Stichting Het Nationale Park De Hoge Veluwe, με έδρα το Hoenderloo,
BV Landgoed Den Alerdinck II, με έδρα το Heino (Κάτω Χώρες),
Landgoed Ampsen BV, με έδρα το Lochem (Κάτω Χώρες),
Pallandt van Keppel Stichting, με έδρα το Laag‑Keppel (Κάτω Χώρες),
Landgoed Kasteel Keppel BV, με έδρα το Laag‑Keppel,
Baron van Lynden, κάτοικος Zoutelande (Κάτω Χώρες),
Stichting het Lijndensche Fonds voor Kerk en Zending, με έδρα το Hemmen (Κάτω Χώρες),
Landgoed Welna BV, με έδρα το Epe (Κάτω Χώρες),
BV Landgoed «Huis te Maarn», με έδρα το Maarn (Κάτω Χώρες),
Vicariestichting De Vijf Capellarijen/Ambachtsheerlijkheid Kloetinge, με έδρα το Kloetinge (Κάτω Χώρες),
Maatschappij tot Exploitatie van het Landgoed Tongeren onder Epe BV, με έδρα το Epe,
Landgoed Anderstein NV, με έδρα το Maarsbergen (Κάτω Χώρες),
Landgoed Bekspring BV, με έδρα το Oldenzaal (Κάτω Χώρες),
Landgoed Nijenhuis en Westerflier BV, με έδρα το Diepenheim (Κάτω Χώρες),
Landgoed Caprera BV, με έδρα το Bloemendaal (Κάτω Χώρες),
Landgoed Schapenduinen BV, με έδρα το Bloemendaal,
Stichting Schapenduinen, με έδρα το Bloemendaal,
Landgoed de Noetselenberg BV, με έδρα το Rijssen (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενες από τoυς D. Gillet, T. Ruys, P. Wytinck και A. A. Al Khatib, advocaten,
προσφεύγουσες πρωτοδίκως
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Noë και P.‑J. Loewenthal,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, P. G. Xuereb, T. von Danwitz και A. Kumin, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 2020,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Οκτωβρίου 2018, Vereniging Gelijkberechtiging Grondbezitters κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑79/16, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:680), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση C(2015) 5929 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.27301 (2015/NN) – Κάτω Χώρες, για την επιδοτούμενη αγορά ή τη δωρεάν διάθεση φυσικών εκτάσεων, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2016, C 9, σ. 1, στο εξής: επίμαχη απόφαση). |
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999
|
2 |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως, όριζε, στο άρθρο του 1, στοιχείο ηʹ, την έννοια του «ενδιαφερόμενου μέρους» ως εξής: «[Κ]άθε κράτος μέλος και κάθε πρόσωπο, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να θιγούν από τη χορήγηση μιας ενίσχυσης, και ιδίως ο δικαιούχος της ενίσχυσης, οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις.» |
|
3 |
Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού αυτού: «1. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή εξετάζει την κοινοποίηση μόλις τη λάβει. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 ή 4. 2. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση, σημειώνει τη διαπίστωση αυτή με σχετική απόφαση. 3. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο, ενώ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου [107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ], δεν δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, το κηρύσσει συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά […]. Στην απόφαση αυτή, αναφέρεται η συγκεκριμένη εξαίρεση της συνθήκης που εφαρμόσθηκε. 4. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αποφασίζει να κινήσει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο [108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ].» |
Το πλαίσιο ΑΔΥ
|
4 |
Στο σημείο 3 της ανακοινώσεως της Επιτροπής, η οποία φέρει τον τίτλο «Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (2011)» (ΕΕ 2012, C 8, σ. 15, στο εξής: πλαίσιο ΑΔΥ) επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι, «στον βαθμό που ικανοποιούνται τα γενικά κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ], οι [αντισταθμίσεις για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας] συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 106, 107 και 108 [ΣΛΕΕ]». |
|
5 |
Κατά το σημείο 11 του πλαισίου ΑΔΥ προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «[…] οι κρατικές ενισχύσεις […] μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με το άρθρο 106, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ] εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και δεν επηρεάζουν την ανάπτυξη των συναλλαγών κατά τρόπο που αντίκειται στο συμφέρον της Ένωσης. Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα τμήματα 2.2 έως 2.10 πρέπει να πληρούνται προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία.» |
|
6 |
Στο τμήμα 2.2. του πλαισίου αυτού, το σημείο 12 προβλέπει ότι η «ενίσχυση πρέπει να χορηγείται για μια γνήσια και ορθώς προσδιοριζόμενη υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ]». |
|
7 |
Το σημείο 13 του εν λόγω πλαισίου, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο τμήμα, προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «[…] Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να συνδέουν με ειδικές υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας τις υπηρεσίες που παρέχονται ήδη ή μπορούν να παρασχεθούν ικανοποιητικά και υπό όρους, όπως τιμές, αντικειμενικά χαρακτηριστικά ποιότητας, συνέχεια και πρόσβαση στην υπηρεσία, συναφείς προς το δημόσιο συμφέρον, όπως ορίζεται από το κράτος, από επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς. […]» |
|
8 |
Το σημείο 21 του πλαισίου ΑΔΥ, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 2.8 του πλαισίου αυτού, έχει ως εξής: «Το ποσό της αντιστάθμισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του καθαρού κόστους […] για την εκπλήρωση της υποχρέωσης παροχής της δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου ενός εύλογου κέρδους.» |
|
9 |
Στο ίδιο τμήμα, με το σημείο 44 του πλαισίου αυτού διευκρινίζονται τα ακόλουθα: «Όταν μια επιχείρηση αναπτύσσει δραστηριότητες τόσο εντός όσο και εκτός του πεδίου [υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ)], πρέπει να καταχωρούνται στην εσωτερική λογιστική ξεχωριστά οι δαπάνες και τα έσοδα που συνδέονται με την ΥΓΟΣ και οι αντίστοιχες δαπάνες και έσοδα που συνδέονται με τις λοιπές υπηρεσίες […]. Όταν μια επιχείρηση είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση πολλών ΥΓΟΣ, είτε επειδή η αρχή χορήγησης είναι διαφορετική, είτε επειδή η φύση της ΥΓΟΣ είναι διαφορετική, πρέπει η λογιστική σε επίπεδα επιχείρησης να μπορεί να επαληθεύει την παρουσία ή απουσία τυχόν υπεραντιστάθμισης σε καθεμία από τις ΥΓΟΣ.» |
|
10 |
Στο σημείο 46 του εν λόγω πλαισίου, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 2.8 του πλαισίου αυτού, επισημαίνονται επιπλέον τα εξής: «Το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι το κέρδος που απορρέει από άλλες δραστηριότητες εκτός του πεδίου εφαρμογής της ΥΓΟΣ, ιδιαίτερα από τις δραστηριότητες εκείνες που στηρίζονται στις απαραίτητες υποδομές για την παροχή της ΥΓΟΣ, πρέπει να διατίθεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει για τη χρηματοδότηση της ΥΓΟΣ.» |
|
11 |
Το σημείο 47 του ιδίου πλαισίου, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2.8 του πλαισίου αυτού, προβλέπει τα ακόλουθα: «Ως υπεραντιστάθμιση πρέπει να νοείται οποιαδήποτε αντιστάθμιση που λαμβάνει η επιχείρηση επιπλέον του ποσού ενίσχυσης όπως ορίζεται [στο σημείο 21] για ολόκληρη τη διάρκεια της σύμβασης. […]» |
|
12 |
Στο εν λόγω τμήμα 2.8, το σημείο 48 του πλαισίου ΑΔΥ έχει ως εξής: «Δεδομένου ότι η υπεραντιστάθμιση δεν είναι αναγκαία για την παροχή της ΥΓΟΣ, συνιστά ασυμβίβαστη κρατική ενίσχυση.» |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
13 |
Στο πλαίσιο της δημιουργίας κύριας οικολογικής δομής και δικτύου Natura 2000 εντός της επικράτειάς του, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έθεσε σε εφαρμογή το Regeling bijdragen particuliere terreinbeherende natuurbeschermingsorganisaties (καθεστώς επιδοτήσεων ιδιωτικών οργανώσεων προστασίας του περιβάλλοντος οι οποίες διαχειρίζονται γεωτεμάχια, στο εξής: καθεστώς PNB), βάσει του οποίου παρασχέθηκε σε δεκατρείς οργανώσεις διαχειρίσεως γεωτεμαχίων (στο εξής: ΟΔΓ), οι οποίες είναι εν προκειμένω οι αναιρεσείουσες, η δυνατότητα αγοράς φυσικών εκτάσεων. |
|
14 |
Οι επιλέξιμες για επιδότηση δαπάνες στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού περιελάμβαναν το τίμημα της αγοράς των γεωτεμαχίων, τα λοιπά έξοδα αγοράς και τα έξοδα καταγγελίας των συμβάσεων αγρομίσθωσης που βάρυναν τα εν λόγω γεωτεμάχια. Σε περίπτωση κατά την οποία τα έσοδα υπερέβαιναν τις δαπάνες διαχειρίσεως, τότε έπρεπε να επανεπενδυθούν με σκοπό τη διατήρηση της φύσεως ή να καταβληθούν στο Ολλανδικό Δημόσιο. Η υποχρέωση αυτή, μολονότι δεν προβλεπόταν ρητώς από το καθεστώς PNB, απέρρεε εμμέσως από τα καταστατικά των ΟΔΓ, τα οποία έπρεπε να υποβάλλονται προς έγκριση εκ μέρους των ολλανδικών αρχών προκειμένου οι ΟΔΓ να τύχουν των επίμαχων επιδοτήσεων. Επιπλέον, δεν επιτρεπόταν στις ΟΔΓ να μεταβάλουν τη χρήση των κτηθέντων υπό το ίδιο καθεστώς γεωτεμαχίων ή να τα χρησιμοποιούν κατά τρόπο που αντέβαινε στον σκοπό διατηρήσεως της φύσεως χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρχών που χορηγούσαν τις επίμαχες επιδοτήσεις. Ομοίως, τα γεωτεμάχια δεν μπορούσαν να εκμισθωθούν ή να μεταπωληθούν χωρίς τη ρητή άδεια των ολλανδικών αρχών. |
|
15 |
Στις 23 Δεκεμβρίου 2008 περιήλθε στην Επιτροπή καταγγελία δύο ιδιωτικών ιδρυμάτων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ολλανδικού δικαίου, συγκεκριμένα δε των Stichting het Nationale Park De Hogue Veluwe (στο εξής: NPDHV) και Stichting Linschoten, τα οποία διαχειρίζονται γεωτεμάχια και ασκούν δραστηριότητες διατηρήσεως της φύσεως και διαχειρίσεως της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και οικονομικές δραστηριότητες, όπως είναι η εκμίσθωση γαιών, η γεωργία, η δασοκομία και ο τουρισμός. Το 2009 υπεισήλθε στη θέση των καταγγελλόντων στην επίμαχη διοικητική διαδικασία η Vereniging Gelijkberechtiging Grondbezitters (ένωση για την ισότητα των δικαιωμάτων των ιδιωτών γαιοκτημόνων, Κάτω Χώρες) (στο εξής: VGG), εταιρικός σκοπός της οποίας είναι η διασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων όλων των ιδιωτών γαιοκτημόνων στο πλαίσιο της επιδοτήσεως της αγοράς γεωτεμαχίων. |
|
16 |
Το καθεστώς που ίσχυσε αρχικώς από το 1993 έως και το 2012 αντικαταστάθηκε από νέο καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2011. Εν συνεχεία, η VGG, με έγγραφα της 26ης Αυγούστου, της 14ης και της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει θέση επί της καταγγελίας της και να αξιώσει την ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως. |
|
17 |
Με την επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή κήρυξε το καθεστώς αγοράς φυσικών εκτάσεων συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. |
|
18 |
Η Επιτροπή έκρινε κατ’ αρχάς ότι το καθεστώς επιδοτήσεων συνιστούσε κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Με την επίμαχη απόφαση επισημαίνεται ότι το κύριο έργο των ΟΔΓ, ως οργανώσεων προστασίας και διατηρήσεως της φύσεως, δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα. Τούτου δοθέντος, οι οργανώσεις αυτές ασκούν εκ παραλλήλου δευτερευούσης σημασίας δραστηριότητες, όπως η πώληση ξυλείας και ποωδών φυτών, η εκμίσθωση δικαιωμάτων θήρας και αλιείας και οι τουριστικές δραστηριότητες οικονομικής φύσεως. Όσον αφορά τις δραστηριότητες αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω οργανώσεις έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως «επιχειρήσεις» κατά την έννοια των κανόνων περί ανταγωνισμού. Στηρίχθηκε συναφώς στην απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται από οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος οι οποίες επωφελούνται καθεστώτος ενισχύσεως παρόμοιου με το καθεστώς PNB στο πλαίσιο των δευτερευουσών δραστηριοτήτων τους ήταν απόρροια της κύριας δραστηριότητάς τους, δεν αποτελούσαν εντούτοις αναπόσπαστο στοιχείο της δραστηριότητας αυτής, οπότε αυτές οι δευτερεύουσες δραστηριότητες συνιστούσαν δραστηριότητες οικονομικής φύσεως. |
|
19 |
Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ότι η δωρεάν μεταβίβαση γεωτεμαχίων και οι επιδοτήσεις για την αγορά και τη διαχείρισή τους παρείχαν ένα πρώτο οικονομικό πλεονέκτημα στις ΟΔΓ. Επισήμανε, επίσης, ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να τύχουν οι ΟΔΓ δευτέρου πλεονεκτήματος, αντλούμενου από τα κεφαλαιουχικά κέρδη σε περίπτωση μεταπωλήσεως των κτηθέντων γεωτεμαχίων. Κατά την Επιτροπή, όμως, το καθεστώς PNB δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που προσδιόρισε το Δικαστήριο στην απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415), όσον αφορά τις ΥΓΟΣ, δεδομένου ότι η αντιστάθμιση προς τους δικαιούχους του καθεστώτος PNB δεν είχε καθορισθεί βάσει προσήκουσας διαδικασίας. |
|
20 |
Καθόσον στις οργανώσεις προστασίας της φύσεως είχε ανατεθεί, βάσει του μέτρου ενισχύσεως, υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας για την προστασία της φύσεως, η Επιτροπή εξέτασε εν συνεχεία το ζήτημα αν το καθεστώς επιδοτήσεως πληρούσε τις προϋποθέσεις του πλαισίου ΑΔΥ. Δεδομένου ότι, κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνταν, η Επιτροπή κήρυξε το καθεστώς PNB συμβατό με την εσωτερική αγορά. |
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
21 |
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 2016, η VGG και οι λοιπές πρωτοδίκως προσφεύγουσες (στο εξής: VGG κ.λπ.) άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. |
|
22 |
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2016, οι ΟΔΓ ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής. Με διάταξη της 6ης Απριλίου 2017, ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκε το αίτημα αυτό. |
|
23 |
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι VGG κ.λπ. προέβαλαν τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορούσε προσβολή των κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διαδικαστικών δικαιωμάτων τους, ο δεύτερος παραβίαση των αρχών της μη αναδρομικότητας και της ασφάλειας δικαίου, ο, επικουρικώς προβαλλόμενος, τρίτος λόγος αφορούσε πλάνη περί το δίκαιο και πλημμελή αιτιολογία κατά την εφαρμογή του πλαισίου ΑΔΥ και ο τέταρτος παράβαση του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. |
|
24 |
Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως αμφισβήτησαν ότι οι VGG κ.λπ. έχουν την ιδιότητα των «ενδιαφερομένων μερών», καθώς και το παραδεκτό του δευτέρου και του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκαν με την προσφυγή αυτή. |
|
25 |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που είχε προβληθεί με την προσφυγή και, ως εκ τούτου, ακύρωσε την επίμαχη απόφαση χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως. |
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
|
26 |
Οι ΟΔΓ ζητούν από το Δικαστήριο:
|
|
27 |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
28 |
Οι VGG κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο:
|
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
29 |
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι ΟΔΓ προβάλλουν δύο λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την ανάλυση του παραδεκτού της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής, ενώ ο δεύτερος αφορά πλάνη περί το δίκαιο καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτή η ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών. |
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
30 |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι οι VGG κ.λπ. αποτελούσαν «ενδιαφερόμενα μέρη», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Ο λόγος αυτός αποτελείται από δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο προβάλλεται ως κύριο, ενώ το δεύτερο ως επικουρικό. |
|
31 |
Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται καμία σχέση ανταγωνισμού μεταξύ αυτών και των μελών της VGG, δεδομένου ότι η κύρια δραστηριότητα των ΟΔΓ δεν είναι οικονομικής φύσεως και ότι, εφόσον οι δευτερεύουσες δραστηριότητές τους πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «οικονομικές», οι ΟΔΓ δεν δραστηριοποιούνται πάντως στην ίδια αγορά με τα μέλη της VGG. Συγκεκριμένα, κατά τις αναιρεσείουσες, η περιγραφή των αντίστοιχων δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και των μελών της VGG, όπως προκύπτει από τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καταδεικνύει ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι διαφορετικές και ότι ασκούνται σε διακριτές μεταξύ τους αγορές. |
|
32 |
Ειδικότερα, η χρήση του γενικού όρου «τουρισμός», στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να περιγραφεί μία εκ των δραστηριοτήτων της NPDHV, δεν αρκεί, κατά τις αναιρεσείουσες, για να καταδείξει την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των δραστηριοτήτων των μελών της VGG και εκείνων των ΟΔΓ. Αφενός, αυτή η υπέρμετρα γενική μνεία αποσιωπά τις πραγματικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των τουριστικών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ, οι οποίες προσφέρονται δωρεάν, και εκείνων που ασκούν τα μέλη της VGG, οι οποίες έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Αφετέρου, η μνεία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη, κατά τις αναιρεσείουσες, την άμεση σχέση μεταξύ της ουσιώδους αποστολής των ΟΔΓ περί προστασίας και διατηρήσεως της φύσεως και των τουριστικών δραστηριοτήτων τους. |
|
33 |
Τέλος, αφενός, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει, κατά τις αναιρεσείουσες, ότι η αγορά πωλήσεως ξυλείας ελήφθη υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και εκείνων των μελών της VGG. Αφετέρου, τα στοιχεία που μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αρκούν, εν πάση περιπτώσει, για να αποδειχθεί η ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού με τα μέλη της VGG στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αγοράς. |
|
34 |
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν είχε καμία συγκεκριμένη επίπτωση όσον αφορά την ανταγωνιστική θέση των μελών της VGG και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν νόθευσε τη μεταξύ τους σχέση ανταγωνισμού. |
|
35 |
Κατ’ αρχάς, όπως διατείνονται οι αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκανε χρήση εσφαλμένου κριτηρίου, συγκεκριμένα δε του κριτηρίου περί των επιπτώσεων στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αντί του κριτηρίου του συγκεκριμένου αποτελέσματος επί των σχέσεων ανταγωνισμού με τα μέλη της VGG. Εν συνεχεία, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, χωρίς κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, ότι υφίσταται κίνδυνος να έχει η ενίσχυση συγκεκριμένη επίπτωση επί της ανταγωνιστικής θέσεως των μελών της VGG. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι παρεμποδιζόταν συστηματικά η εκ μέρους των μελών της VGG αγορά γεωτεμαχίων, στοιχείο που συνιστούσε τροχοπέδη για την επέκτασή τους, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αγορά διαχειρίσεως των φυσικών εκτάσεων. |
|
36 |
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει τα επιχειρήματα των ΟΔΓ. |
|
37 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 63 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ακατανόητο, δεδομένου ότι από την επίμαχη απόφαση προκύπτει ότι οι οικονομικές δραστηριότητες των ΟΔΓ δεν είναι αντίστοιχες εκείνων των μελών της VGG, διότι η μόνη αλληλεπικάλυψη των δραστηριοτήτων αυτών αφορά τον τουριστικό τομέα. Στον τομέα αυτό, κατά την Επιτροπή, η δραστηριότητα των ΟΔΓ περιορίζεται πάντως στην παροχή δωρεάν προσβάσεως στις φυσικές εκτάσεις που διαχειρίζονται, οπότε δεν πρόκειται για προσφορά υπηρεσιών εντός συγκεκριμένης αγοράς. |
|
38 |
Εν συνεχεία, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, συνάγοντας από την αιτιολογική σκέψη 27 της επίμαχης αποφάσεως περιγραφή των δραστηριοτήτων των μελών της VGG, μολονότι στην αιτιολογική σκέψη αυτή δεν περιγράφεται η δραστηριότητα της NPDHV. |
|
39 |
Τέλος, η Επιτροπή συντάσσεται με τα επιχειρήματα των ΟΔΓ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ του κριτηρίου των επιπτώσεων στο εμπόριο και εκείνου περί συγκεκριμένου αποτελέσματος όσον αφορά την ανταγωνιστική θέση των μελών της VGG, ενώ παρέλειψε να διακριβώσει το δεύτερο αυτό κριτήριο. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απλώς υπέθεσε ότι πληρούνταν το κριτήριο περί συγκεκριμένου αποτελέσματος επί της ανταγωνιστικής θέσεως της VGG. Κατά τη νομολογία, όμως, απέκειτο στη VGG να αποδείξει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που είχε η χορηγηθείσα στις ΟΔΓ ενίσχυση επί της ανταγωνιστικής θέσεως των μελών της VGG. |
|
40 |
Οι VGG κ.λπ. αντιτείνουν, κυρίως, ότι τα επιχειρήματα των ΟΔΓ που αποσκοπούν σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτα. Επικουρικώς, οι VGG κ.λπ. αμφισβητούν τα επιχειρήματα των ΟΔΓ επί της ουσίας. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
41 |
Επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τουλάχιστον ένα εκ των μελών της VGG, συγκεκριμένα δε η NPDHV, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 659/1999. |
|
42 |
Προς στήριξη της κρίσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ένας έμμεσος ανταγωνιστής του δικαιούχου της ενισχύσεως μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος» εφόσον διατείνεται ότι τα συμφέροντά του ενδέχεται να θίγονται λόγω της χορηγήσεως της ενισχύσεως και εφόσον αποδεικνύει, επαρκώς κατά νόμον, ότι η ενίσχυση μπορεί να έχει συγκεκριμένη επίπτωση στην κατάστασή του. Στη σκέψη 54 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όσον αφορά ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, ο προσφεύγων, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος», πρέπει, αφενός, να αποδείξει ότι ευρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού με τους δικαιούχους της ενισχύσεως και, αφετέρου, να αποδείξει ότι η ενίσχυση ενδέχεται να έχει συγκεκριμένη επίπτωση στην κατάστασή του, νοθεύοντας την επίμαχη σχέση ανταγωνισμού. |
|
43 |
Λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 61 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των μελών της VGG, ειδικότερα δε της NPDHV, και των ΟΔΓ, και εξέτασε, στις σκέψεις 68 έως 75 της εν λόγω αποφάσεως, εάν αποδεικνυόταν συγκεκριμένη επίπτωση οφειλόμενη στη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως, επί της καταστάσεως των μελών της VGG νοθεύουσας τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των τελευταίων και των δικαιούχων του επίμαχου μέτρου ενισχύσεως. |
|
44 |
Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ΟΔΓ αμφισβητούν τη διαπιστωθείσα από το Γενικό Δικαστήριο ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού υποστηρίζοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η μνεία του γενικού όρου «τουρισμός», στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι υπέρμετρα γενικού χαρακτήρα, ότι δεν ελήφθη υπόψη η αγορά πωλήσεως ξυλείας και ότι τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη δεν αρκούν για να διαπιστωθεί σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των ΟΔΓ και των μελών της VGG. |
|
45 |
Αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι, με τα επιχειρήματα αυτά, οι ΟΔΓ αμφισβητούν, κατ’ ουσίαν και χωρίς να προβάλλουν παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, την κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 63 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
|
46 |
Κατά πάγια, όμως, νομολογία του Δικαστηρίου, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, υπό την επιφύλαξη του ενδεχομένου παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑57/00 P και C‑61/00 P, EU:C:2003:510, σκέψη 102, και της 26ης Μαρτίου 2020, Λάρκο κατά Επιτροπής, C‑244/18 P, EU:C:2020:238, σκέψη 25). |
|
47 |
Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως, προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αφορά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 174 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί ολικώς ή μερικώς η αίτηση αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 172 και 176 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε διάδικος που μπορεί να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως δύναται να ασκήσει, με χωριστό από το υπόμνημα δικόγραφο, ανταναίρεση, η οποία, κατά το άρθρο 178, παράγραφος 1 και παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να έχει ως αντικείμενο την ολική ή μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για διαφορετικούς λόγους και με βάση διαφορετικά νομικά επιχειρήματα από αυτά που προβάλλονται με το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. |
|
48 |
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου για λόγους διαφορετικούς και αυτοτελείς σε σχέση με εκείνους που προβάλλονται με την αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι τέτοιοι λόγοι μπορούν να προβληθούν μόνο στο πλαίσιο ανταναιρέσεως (αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής, C‑449/14 P, EU:C:2016:848, σκέψεις 99 έως 101, της 30ής Μαΐου 2017, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου, C‑45/15 P, EU:C:2017:402, σκέψη 20, και της 28ης Φεβρουαρίου 2019, Συμβούλιο κατά Growth Energy και Renewable Fuels Association, C‑465/16 P, EU:C:2019:155, σκέψη 57). |
|
49 |
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι ΟΔΓ δεν προέβαλαν λόγο αναιρέσεως περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτίμησή του σχετικά με την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των μελών της VGG, αφενός, και των ΟΔΓ, αφετέρου, το επιχείρημα αυτό που προβάλλει η Επιτροπή με το υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτό. |
|
50 |
Δεύτερον, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών του, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσον αφορά τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 659/1999, επιχείρηση ανταγωνίστρια του δικαιούχου μέτρου ενισχύσεως καταλέγεται αναμφίβολα μεταξύ των «ενδιαφερομένων μερών», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, NDSHT κατά Επιτροπής, C‑322/09 P, EU:C:2010:701, σκέψη 59). |
|
51 |
Ως εκ τούτου, κατά το μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ τουλάχιστον ενός εκ των μελών της VGG και των ΟΔΓ, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η VGG καταλεγόταν μεταξύ των «ενδιαφερομένων μερών», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. |
|
52 |
Τρίτον, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι είναι αλυσιτελή τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ΟΔΓ και η Επιτροπή στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο βάλλει κατά της υπάρξεως συγκεκριμένης επιπτώσεως του καθεστώτος PNB επί της καταστάσεως των μελών της VGG, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός των μελών της VGG ως ενδιαφερομένων μερών συνάγεται απευθείας από την ιδιότητά τους ως ανταγωνιστών των ΟΔΓ. |
|
53 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
54 |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι κακώς εκτίμησε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε «σοβαρές δυσχέρειες» κατά την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως. Ο λόγος αυτός αποτελείται από τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά τον χαρακτηρισμό της ΥΓΟΣ ως «καθολικής» ή «μη τυπικής», τον οποίον η Επιτροπή χρησιμοποίησε στην επίμαχη απόφαση προκειμένου να ορίσει τις δραστηριότητες των ΟΔΓ, ο δεύτερος την ένδειξη που συνάγεται από την έλλειψη χωριστών λογιστικών βιβλίων και ο τρίτος την ένδειξη που συνάγεται από την έλλειψη μηχανισμού αποτροπής της υπεραντισταθμίσεως. |
|
55 |
Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, πρώτον, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη υποτιθέμενου επιχειρήματος των VGG κ.λπ. περί αντιφάσεως ως προς τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ενισχύσεως ως «καθολικής» ή «μη τυπικής» ΥΓΟΣ, επιχείρημα, όμως, το οποίο, κατά τις αναιρεσείουσες, δεν είχε προβληθεί από τις πρωτοδίκως προσφεύγουσες. |
|
56 |
Δεύτερον, κατά τις αναιρεσείουσες, η επίμαχη απόφαση δεν ενέχει καμία αντίφαση, δεδομένου ότι η αιτιολογική της σκέψη 50 αφορά τον χαρακτηρισμό των δικαιούχων των μέτρων ενισχύσεως ως επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ενώ η αιτιολογική σκέψη 93 της αποφάσεως αυτής αφορά το ζήτημα του κατά πόσον οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ η οποία τους είχε ανατεθεί. |
|
57 |
Τρίτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τόσο από την επίμαχη απόφαση όσο και από τις απαντήσεις της Επιτροπής στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι το θεσμικό όργανο αυτό είχε στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία για να διαπιστώσει ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ η οποία τους είχε ανατεθεί. |
|
58 |
Τέταρτον, κατά τις αναιρεσείουσες, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε ότι η σκέψη 41 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), στερείται σημασίας για την εκτίμηση του ζητήματος αν οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν ή όχι αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ η οποία τους είχε ανατεθεί. |
|
59 |
Πέμπτον, οι ΟΔΓ διατείνονται ότι, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε πεπλανημένα το σημείο 11 του πλαισίου ΑΔΥ, κατά το οποίο η χορηγούμενη κρατική ενίσχυση πρέπει να είναι αναγκαία για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αν η Επιτροπή διέθετε στοιχεία τα οποία της παρείχαν τη δυνατότητα να εξετάσει αν οι δευτερεύουσες δραστηριότητες ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ. |
|
60 |
Τέλος, με το υπόμνημά τους απαντήσεως, οι ΟΔΓ αμφισβητούν ότι η χρονική διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου αποτελούσε, εν προκειμένω, ένδειξη περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών. |
|
61 |
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι ΟΔΓ υποστηρίζουν ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τη μη τήρηση χωριστών λογιστικών βιβλίων για τις δευτερεύουσες δραστηριότητές τους ένδειξη περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών, δεδομένου ότι το κριτήριο αυτό τυγχάνει εφαρμογής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι δραστηριότητες αυτές δεν εμπίπτουν αυτές καθεαυτές στο πεδίο της ΥΓΟΣ, ενδεχόμενο το οποίο, όμως, απέκλεισε η Επιτροπή στην επίμαχη απόφαση όσον αφορά τις δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ. |
|
62 |
Ομοίως, κατά τις αναιρεσείουσες, κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την εκ μέρους της Επιτροπής αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη αφορούσε το ζήτημα της υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως και όχι το ζήτημα του συμβατού χαρακτήρα ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά. Συγκεκριμένα, κατά τις αναιρεσείουσες, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε στην απόφαση εκείνη για τον εκ μέρους της έλεγχο του καθεστώτος PNB, ενώ τη μνημόνευσε μόνον για να επιβεβαιώσει ότι τα έσοδα από τις εν λόγω δραστηριότητες μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αντιστάθμιση της ανατεθείσας ΥΓΟΣ. |
|
63 |
Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, οι ενδιαφερόμενες γερμανικές οργανώσεις τηρούσαν χωριστά λογιστικά βιβλία για τις δευτερεύουσες δραστηριότητές τους δεν δύναται, κατά τις αναιρεσείουσες, να εμποδίσει την Επιτροπή να διαπιστώσει, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η τήρηση χωριστών λογιστικών βιβλίων δεν ήταν αναγκαία λόγω του ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ. |
|
64 |
Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι ΟΔΓ διατείνονται ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία η έλλειψη προγενέστερου μηχανισμού αποτροπής υπεραντισταθμίσεως συνιστούσε επίσης ένδειξη περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών οφείλεται σε παραμόρφωση των πραγματικών στοιχείων η οποία υποκρύπτει αντικατάσταση της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 94, 95 και 97 της επίμαχης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι είχε προβλεφθεί μηχανισμός αποτροπής της υπεραντισταθμίσεως. Ειδικότερα, βάσει του καθεστώτος PNB, δεν επιτρεπόταν η συρροή των επιδοτήσεων επενδύσεως και των επιδοτήσεων διαχειρίσεως προς κάλυψη παρεμφερών δαπανών, τα έσοδα των γεωτεμαχίων έπρεπε πάντοτε να αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό των επιδοτήσεων διαχειρίσεως, τα γεωτεμάχια δεν μπορούσαν να πωληθούν χωρίς επίσημη άδεια των χορηγουσών τις επιδοτήσεις αρχών, οι δε ΟΔΓ όφειλαν να επιστρέφουν κάθε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα του οποίου είχαν τύχει κατά την πώληση γεωτεμαχίου. |
|
65 |
Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει τα επιχειρήματα των ΟΔΓ. |
|
66 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η χρονική διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου αποτελούσε ένδειξη περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών. Μολονότι η διαδικασία αυτή υπήρξε πράγματι ασυνήθιστα μακροχρόνια, η διάρκειά της εξηγείται από το ότι η Επιτροπή ανέμενε τόσο την έκβαση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών όσο και την έκδοση της αποφάσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), πριν εκδώσει την επίμαχη απόφαση. |
|
67 |
Δεύτερον, το θεσμικό όργανο αυτό υποστηρίζει ότι το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 126 έως 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ακατανόητο καθόσον οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ του ζητήματος της οικονομικής φύσεως των δευτερευουσών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και του ζητήματος αν οι δραστηριότητες αυτές υπάγονται στην ΥΓΟΣ που ανατέθηκε στις οργανώσεις αυτές. |
|
68 |
Τρίτον, το σκεπτικό αυτό στηρίζεται σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον υποτέθηκε ότι Επιτροπή έκρινε ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, μολονότι, για το θεσμικό όργανο αυτό, οι συγκεκριμένες δραστηριότητες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ανατεθείσας στις ΟΔΓ ΥΓΟΣ. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, από την επίμαχη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η ΥΓΟΣ που ανατέθηκε στις ΟΔΓ αφορά τόσο την προστασία της φύσεως όσο και τις δευτερεύουσες δραστηριότητες. |
|
69 |
Τέταρτον, κατά την Επιτροπή, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο καθόρισε, ως ανωτέρω, κριτήριο προδήλως εσφαλμένο, εκτιμώντας ότι, για την Επιτροπή, οι οικονομικού χαρακτήρα δευτερεύουσες δραστηριότητες ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του σημείου 11 του πλαισίου ΑΔΥ. |
|
70 |
Πέμπτον, η Επιτροπή υποστηρίζει, επαλλήλως, ότι οι VGG κ.λπ. δεν ήγειραν το ζήτημα της ακρίβειας του ορισμού της ΥΓΟΣ εκ μέρους του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, αλλά απλώς υποστήριξαν ότι ο μη τυπικός χαρακτήρας της ΥΓΟΣ συνεπαγόταν αφ’ εαυτού την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών. |
|
71 |
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, καθόσον οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ που είχε ανατεθεί σε αυτές, η μη τήρηση χωριστών λογιστικών βιβλίων στερείται σημασίας για την απόδειξη της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών. |
|
72 |
Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι, για τους λόγους που προέβαλαν οι ΟΔΓ, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και προσθέτει ότι η δραστηριότητα διαχειρίσεως της φύσεως είναι ελλειμματική, οπότε ήταν αδύνατο τα έσοδα από τις δευτερεύουσες δραστηριότητες να υπερβαίνουν τις δαπάνες διαχειρίσεως της φύσεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την έλλειψη αναλύσεως ως προς την ύπαρξη μηχανισμού αποτροπής της υπεραντισταθμίσεως παραλείποντας να λάβει υπόψη ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ που τους είχε ανατεθεί, οπότε υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο, συναφώς, ότι η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της επαρκή στοιχεία για να εκδώσει την επίμαχη απόφαση. |
|
73 |
Οι VGG κ.λπ. αντιτείνουν ευθύς εξαρχής και πρωτίστως ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι οι ΟΔΓ δεν αμφισβητούν τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου ότι η υπέρμετρα μακρά χρονική διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου, η εκ μέρους της Επιτροπής αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), και ο καινοφανής χαρακτηρισμός της ανατεθείσας στις ΟΔΓ ΥΓΟΣ ως «καθολικής» ή «μη τυπικής» καταδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών. Οι εν λόγω ενδείξεις, όμως, αρκούν αφ’ εαυτών για να καταδείξουν τις δυσχέρειες αυτές. |
|
74 |
Επικουρικώς, οι VGG κ.λπ. αμφισβητούν και τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ΟΔΓ με καθένα από τα τρία σκέλη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, επισημαίνοντας, πάντως, ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχθεί το ένα ή το άλλο από τα σκέλη αυτά, τούτο δεν θα αρκούσε, λαμβανομένης υπόψη της δέσμης ενδείξεων που διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
75 |
Κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ καθίσταται απαραίτητη εφόσον η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να εκτιμήσει αν ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί να αρκεσθεί στην προκαταρκτική έρευνα του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και να λάβει ευνοϊκή απόφαση για κάποια ενίσχυση μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως, ότι η συγκεκριμένη ενίσχυση είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, 3F κατά Επιτροπής, C‑646/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:36, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
76 |
Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την εκτίμηση της συμβατότητας της εν λόγω ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τούτο τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
77 |
Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την εκτίμηση του συμβατού χαρακτήρα του οικείου μέτρου, τότε το θεσμικό όργανο αυτό οφείλει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ χωρίς να διαθέτει προς τούτο διακριτική ευχέρεια (πρβλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, British Aggregates κατά Επιτροπής, C‑487/06 P, EU:C:2008:757, σκέψη 113 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
78 |
Επομένως, η Επιτροπή οφείλει, σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και το καθήκον χρηστής διοικήσεως που υπέχει, να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους προκειμένου να υπερβεί, κατά το στάδιο του προκαταρκτικού ελέγχου, τις δυσχέρειες που ενδεχομένως αντιμετώπισε, έτσι ώστε να άρει όλες τις υφιστάμενες αμφιβολίες ως προς τον συμβατό χαρακτήρα του υπό εξέταση μέτρου με την εσωτερική αγορά (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψεις 34 και 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
79 |
Δεδομένου ότι το κριτήριο των σοβαρών δυσχερειών έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, η ύπαρξη αυτών των δυσχερειών δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στις συνθήκες λήψεως της αποφάσεως της Επιτροπής κατόπιν της προκαταρκτικής εξετάσεως, αλλά και στις εκτιμήσεις επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
80 |
Ως εκ τούτου, η νομιμότητα αποφάσεως περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, εξαρτάται από το αν η εκτίμηση των πληροφοριών και των στοιχείων τα οποία διέθετε η Επιτροπή, κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως του κοινοποιηθέντος μέτρου, θα έπρεπε αντικειμενικά να δημιουργήσει αμφιβολίες όσον αφορά τον συμβατό χαρακτήρα του μέτρου αυτού με την εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι τέτοιες αμφιβολίες πρέπει να οδηγούν στην κίνηση επίσημης διαδικασίας ελέγχου στην οποία μπορούν να μετάσχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1, στοιχείο ηʹ, του εν λόγω κανονισμού (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
81 |
Σε περίπτωση κατά την οποία προσφεύγων ζητεί την ακύρωση αποφάσεως περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, αμφισβητεί κυρίως το ότι η απόφαση της Επιτροπής για την επίμαχη ενίσχυση εκδόθηκε χωρίς το εν λόγω θεσμικό όργανο να κινήσει την επίσημη διαδικασία ελέγχου, παραβιάζοντας επομένως τα διαδικαστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Συνεπώς, προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημα ακυρώσεως, ο προσφεύγων μπορεί να προβάλει οποιονδήποτε λόγο δυνάμενο να αποδείξει ότι η εκτίμηση των πληροφοριών και των στοιχείων που διαθέτει η Επιτροπή κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξετάσεως του κοινοποιηθέντος μέτρου θα έπρεπε να δημιουργήσει αμφιβολίες όσον αφορά τον συμβατό χαρακτήρα του μέτρου αυτού με την εσωτερική αγορά. Πάντως, η προβολή τέτοιων επιχειρημάτων δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ούτε τη μεταβολή του αντικειμένου της προσφυγής ούτε την τροποποίηση των προϋποθέσεων παραδεκτού. Αντιθέτως, η ύπαρξη αμφιβολιών όσον αφορά τον εν λόγω συμβατό χαρακτήρα συνιστά ακριβώς το αποδεικτικό στοιχείο που πρέπει να προσκομισθεί προκειμένου να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να κινήσει την επίσημη διαδικασία ελέγχου του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2011, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, C‑83/09 P, EU:C:2011:341, σκέψη 59, και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/15 P, EU:C:2016:989, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
82 |
Το βάρος αποδείξεως περί του ότι υφίστανται αμφιβολίες ως προς τον συμβατό χαρακτήρα της επίμαχης ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, στοιχείο που πρέπει να αναζητηθεί τόσο στις περιστάσεις της εκδόσεως της αποφάσεως περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων όσο και στο περιεχόμενό της, το φέρει ο αιτών την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, βάσει δέσμης συγκλινουσών ενδείξεων (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, 3F κατά Επιτροπής, C‑646/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:36, σκέψεις 30 και 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
83 |
Εν προκειμένω, για να εξετασθεί αν υφίσταντο ή όχι σοβαρές δυσχέρειες δικαιολογούσες την κίνηση επίσημης διαδικασίας ελέγχου, το Γενικό Δικαστήριο διακρίβωσε τη δέσμη ενδείξεων που προέβαλαν οι VGG κ.λπ., την οποία και εξέθεσε στις σκέψεις 107, 130, 132 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
|
84 |
Ειδικότερα, στις σκέψεις 115 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του λόγου ακυρώσεως που προέβαλαν οι VGG κ.λπ. σχετικά με την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών τις οποίες αντιμετώπισε η Επιτροπή κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων λόγω του χαρακτηρισμού της ΥΓΟΣ ως «καθολικής» ή «μη τυπικής», σε αυτό απέκειτο να αναλύσει τον βαθμό συνάφειας μεταξύ των δευτερευουσών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και της κύριας δραστηριότητάς τους. |
|
85 |
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε κατ’ αρχάς, στη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στην αιτιολογική σκέψη 50 της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή δέχθηκε ότι, μολονότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονταν από τις οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο των δευτερευουσών δραστηριοτήτων τους απέρρεαν από την κύρια δραστηριότητά τους για την προστασία του περιβάλλοντος, εντούτοις δεν καθίσταντο υποχρεωτικές λόγω αυτής της κύριας δραστηριότητας. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει αν οι οικονομικού χαρακτήρα δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ μπορούσαν να ασκούνται προσηκόντως υπό συνθήκες της αγοράς ή αν άπτονταν γενικού συμφέροντος. |
|
86 |
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε εν συνεχεία, στη σκέψη 127 της εν λόγω αποφάσεως, ότι ο ανεπαρκής ή ατελής χαρακτήρας του διενεργούμενου από την Επιτροπή ελέγχου κατά την προκαταρκτική διαδικασία ελέγχου συνιστά ένδειξη περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών. |
|
87 |
Στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι τα έσοδα από τις δευτερεύουσες δραστηριότητες αποσκοπούν στην κάλυψη μέρους των δαπανών για την κύρια δραστηριότητα διατηρήσεως της φύσεως και συνδέονται στενά με την αποστολή γενικού συμφέροντος της εν λόγω κύριας δραστηριότητας, τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή δεν της παρείχαν τη δυνατότητα να αποφανθεί, αποκλειστικώς επί της βάσεως αυτής, ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του σημείου 11 του πλαισίου ΑΔΥ, ή ότι οι δραστηριότητες αυτές άπτονταν γενικού οικονομικού συμφέροντος. |
|
88 |
Στη σκέψη 129 της ως άνω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, «[π]ράγματι, μολονότι επιχείρηση στην οποία ανατέθηκε ΥΓΟΣ δύναται να ασκεί άλλες οικονομικές δραστηριότητες, έστω συνδεόμενες με την αποστολή γενικού συμφέροντος που της ανατέθηκε, τούτο δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι οι τελευταίες αυτές δραστηριότητες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω ΥΓΟΣ» και ότι «[ε]ξ αυτών συνάγεται, αντιθέτως, η απαίτηση να τηρεί η επιχείρηση αυτή τις υποχρεώσεις οικονομικής διαφάνειας και τηρήσεως χωριστών λογιστικών βιβλίων προκειμένου να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος υπεραντισταθμίσεως». |
|
89 |
Στη σκέψη 130 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «ο εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμός του επίμαχου μέτρου ενισχύσεως ως “καθολικής” ή “μη τυπικής” ΥΓΟΣ καταδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής δυσχέρειας». |
|
90 |
Πρώτον, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατ’ αυτό, οι VGG κ.λπ. ανέδειξαν την ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ των αιτιολογικών σκέψεων 50 και 93 της επίμαχης αποφάσεως, δεν στήριξε εντούτοις στην αντίφαση αυτή την κρίση του περί υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών τις οποίες καταδεικνύει ο χαρακτηρισμός των δραστηριοτήτων των ΟΔΓ ως «καθολικής» ή «μη τυπικής» ΥΓΟΣ. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 71 και 72 των προτάσεών του, αντί να εστιάσει την προσοχή σε συγκεκριμένη αντίφαση την οποία ενείχε η περιεχόμενη στην επίμαχη απόφαση ανάλυση, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στον ανεπαρκή και ατελή χαρακτήρα των στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή κατά το πέρας της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου όσον αφορά τις δραστηριότητες τις οποίες ασκούσαν οι ΟΔΓ. |
|
91 |
Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα των ΟΔΓ και της Επιτροπής με τα οποία προβάλλεται ότι κακώς στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο σε ενέχουσες αντιφάσεις διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. |
|
92 |
Δεύτερον, όσον αφορά τα στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή κατά το πέρας της προκαταρκτικής διαδικασίας αυτής, οι ΟΔΓ και η Επιτροπή φρονούν ότι κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι τα στοιχεία ήταν ανεπαρκή για να διαπιστωθεί ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ΥΓΟΣ που τους είχε ανατεθεί. Όπως, όμως, προκύπτει από τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 119 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να αποφανθεί ότι αυτές οι δευτερεύουσες δραστηριότητες ενέπιπταν στην «καθολική ΥΓΟΣ», η Επιτροπή στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην περίσταση ότι οι δαπάνες και τα έσοδα των εν λόγω οικονομικού χαρακτήρα δραστηριοτήτων καταλογίζονταν στις δαπάνες της κύριας δραστηριότητάς τους για την προστασία της φύσεως. |
|
93 |
Ειδικότερα, στις σκέψεις 120 και 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η Επιτροπή, απαντώντας στις ερωτήσεις του σχετικά με τη συνάφεια μεταξύ των δευτερευουσών οικονομικών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και της ΥΓΟΣ που τους είχε ανατεθεί, απλώς ισχυρίσθηκε, κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι οι δευτερεύουσες αυτές δραστηριότητες συνδέονταν στενά με την κύρια δραστηριότητα προστασίας της φύσεως, καθόσον συνέβαλλαν στη χρηματοδότησή της, και, αφετέρου, ότι η περίσταση ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν ήταν αναγκαίες για την επίτευξη των σκοπών προστασίας της φύσεως δεν συνεπαγόταν ότι δεν μπορούσαν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ΥΓΟΣ αποτελούμενης από την κύρια μη οικονομική δραστηριότητα για την προστασία της φύσεως. |
|
94 |
Στηριζόμενο στις διαπιστώσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι απλώς και μόνον το ότι τα έσοδα που πραγματοποιούνταν λόγω των δευτερευουσών δραστηριοτήτων αποσκοπούσαν στην κάλυψη μέρους των δαπανών για την κύρια δραστηριότητα διατηρήσεως της φύσεως και ότι, ως εκ τούτου, συνδέονταν στενά με την αποστολή γενικού συμφέροντος της κύριας δραστηριότητας αυτής, δεν αρκούσε για να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συμπεράνει ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του σημείου 11 του πλαισίου ΑΔΥ, ή ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες ήταν γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια της νομολογίας. |
|
95 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι, μολονότι τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν το εύρος και την οργάνωση των ΥΓΟΣ τους, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη σκοπούς που προσιδιάζουν στην εθνική τους πολιτική και διαθέτουν, προς τούτο, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως η οποία μπορεί να αμφισβητηθεί από την Επιτροπή μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης, εντούτοις η εξουσία αυτή δεν είναι απεριόριστη και πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ασκείται τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2018, Cellnex Telecom και Telecom Castilla‑La Mancha κατά Επιτροπής, C‑91/17 P και C‑92/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:284, σκέψεις 41 έως 43, και της 15ης Μαΐου 2019, Achema κ.λπ., C‑706/17, EU:C:2019:407, σκέψη 104). |
|
96 |
Πράγματι, το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει, αφενός, ότι οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση ΥΓΟΣ υπόκεινται στους κανόνες περί ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή εν τοις πράγμασι την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί, και, αφετέρου, ότι η ανάπτυξη του εμπορίου δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό που να θίγεται το συμφέρον της Ένωσης. |
|
97 |
Επομένως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι παρεκκλίσεις από τους κανόνες της Συνθήκης επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί σε επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση ΥΓΟΣ (απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, Viasat Broadcasting UK κατά Επιτροπής, C‑660/15 P, EU:C:2017:178, σκέψη 29). |
|
98 |
Ως εκ τούτου, όπως υπενθυμίζεται στο σημείο 3 του πλαισίου ΑΔΥ, στον βαθμό που μέτρο του οποίου επωφελείται επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση ΥΓΟΣ πληροί τις γενικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, συνιστά κρατική ενίσχυση υποκείμενη στις διατάξεις των άρθρων 106 έως 108 ΣΛΕΕ. |
|
99 |
Όσον αφορά, πάντως, την εκτίμηση περί του συμβατού χαρακτήρα μέτρων ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκτίμηση αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο διαθέτει προς τούτο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως και ότι, κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής εκτιμήσεως, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων προτίθεται να εκτιμά τον συμβατό με την εσωτερική αγορά χαρακτήρα μέτρων ενισχύσεως που σχεδιάζουν να λάβουν τα κράτη μέλη (αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2016, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑431/14 P, EU:C:2016:145, σκέψη 68, και της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψεις 37 έως 39). |
|
100 |
Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, θεσπίζοντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας, με τη δημοσίευσή τους, ότι θα τους εφαρμόζει εφεξής στις περιπτώσεις που αφορούν οι κανόνες αυτοί, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της οικείας εξουσίας εκτιμήσεως και δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, άλλως υπάρχει ενδεχόμενο να ακυρωθούν οι πράξεις της λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι η ίση μεταχείριση ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2016, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑431/14 P, EU:C:2016:145, σκέψη 69, και της 19ης Ιουλίου 2016, Kotnik κ.λπ., C‑526/14, EU:C:2016:570, σκέψη 40). |
|
101 |
Ως εκ τούτου, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεσμεύεται από τα πλαίσια που καθορίζει, εφόσον αυτά δεν αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ και εφόσον η εφαρμογή τους δεν παραβιάζει τις γενικές αρχές του δικαίου, όπως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (απόφαση της 8ης Μαρτίου 2016, Ελλάδα κατά Επιτροπής, C‑431/14 P, EU:C:2016:145, σκέψη 70). |
|
102 |
Εν προκειμένω, ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι το πλαίσιο ΑΔΥ αποκλίνει από τους κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ ή ότι παραβιάζει γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, οι ΟΔΓ, υποστηριζόμενες από την Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε πεπλανημένα το σημείο 11 του εν λόγω πλαισίου κρίνοντας, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή δεν της παρείχαν τη δυνατότητα να συμπεράνει ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες των ΟΔΓ ήταν αναγκαίες, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ που τους είχε ανατεθεί. |
|
103 |
Στο σημείο 11 του πλαισίου ΑΔΥ επισημαίνεται ότι οι αντισταθμίσεις δημόσιας υπηρεσίας συνιστούν κρατικές ενισχύσεις δυνάμενες να κηρυχθούν συμβατές με το άρθρο 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των οικείων ΥΓΟΣ και δεν επηρεάζουν την ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό που να αντίκειται στο συμφέρον της Ένωσης. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται επίσης ότι μια τέτοια ισορροπία είναι δυνατή μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα τμήματα 2.2 έως 2.10 του πλαισίου αυτού, τμήματα τα οποία περιλαμβάνουν τα σημεία 12 έως 60 του εν λόγω πλαισίου. |
|
104 |
Κατά τα σημεία 12 και 13 του πλαισίου ΑΔΥ, όμως, η ενίσχυση που χορηγείται προς αντιστάθμιση των δαπανών εκ της αναλήψεως υποχρεώσεων γενικού συμφέροντος πρέπει να αφορά γνήσια ΥΓΟΣ, στοιχείο το οποίο αποκλείει υπηρεσίες που ήδη παρέχονται ή μπορούν να παρέχονται με ικανοποιητικό τρόπο και υπό όρους συμβατούς με το γενικό συμφέρον από επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς. |
|
105 |
Πράγματι, ορθώς εκτίμησε η Επιτροπή, θεσπίζοντας τις δύο αυτές διατάξεις, ότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 95 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να καθορίζουν το εύρος ΥΓΟΣ, υπόκειται στους περιορισμούς οι οποίοι υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 96 και 97 της παρούσας αποφάσεως και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να νοείται τόσο ευρέως ώστε τα κράτη μέλη να δύνανται να υπαγάγουν σε ΥΓΟΣ τέτοιες αυτοτελείς υπηρεσίες που δύνανται να παρέχονται από επιχειρήσεις ασκούσες τις δραστηριότητές τους υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς. |
|
106 |
Επιπλέον, βάσει των σημείων 21, 47 και 48 του πλαισίου ΑΔΥ, το ποσό της αντισταθμίσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την κάλυψη του καθαρού κόστους για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής της δημόσιας υπηρεσίας, οπότε ενδεχόμενη υπεραντιστάθμιση, η οποία δεν είναι αναγκαία για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, συνιστά κρατική ενίσχυση. |
|
107 |
Το σημείο 44 του πλαισίου ΑΔΥ ορίζει ότι, οσάκις μια επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες τόσο εντός όσο και εκτός του πεδίου της ΥΓΟΣ, πρέπει να καταχωρίζει στην εσωτερική λογιστική της χωριστά τις δαπάνες και τα έσοδα που συνδέονται με την ΥΓΟΣ, αφενός, και τις δαπάνες και τα έσοδα που συνδέονται με τις λοιπές υπηρεσίες, αφετέρου. Το σημείο 46 του εν λόγω πλαισίου διευκρινίζει ότι το κράτος μέλος δύναται να αποφασίζει ότι τα κέρδη από τις άλλες δραστηριότητες εκτός του πεδίου της ΥΓΟΣ, ιδίως δε από τις δραστηριότητες που ασκούνται χάρη στις υποδομές που είναι απαραίτητες για την παροχή της ΥΓΟΣ, πρέπει να διατίθενται εν όλω ή εν μέρει για τη χρηματοδότηση της ΥΓΟΣ. |
|
108 |
Από το σύνολο των ανωτέρω σημείων, όμως, προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι οι δευτερεύουσες δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν αυτές καθεαυτές στο πεδίο της ΥΓΟΣ δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγκαίες για αυτήν απλώς και μόνο επειδή τα πραγματοποιούμενα εξ αυτών κέρδη διατίθενται για τη χρηματοδότηση της ΥΓΟΣ, εν συνεχεία, ότι μόνον οι αναγκαίες για την ΥΓΟΣ δευτερεύουσες δραστηριότητες μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μέρος της και, τέλος, ότι οι αντισταθμίσεις που χορηγούνται για τις δευτερεύουσες δραστηριότητες οι οποίες δεν είναι αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ συνιστούν, ως υπεραντισταθμίσεις, κρατικές ενισχύσεις. |
|
109 |
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απαιτώντας να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή επιπλέον στοιχεία καταδεικνύοντα ότι οι δευτερεύουσες οικονομικές δραστηριότητες των ΟΔΓ ήταν αναγκαίες για τη διαχείριση της ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του σημείου 11 του πλαισίου ΑΔΥ, ή ότι οι δραστηριότητες αυτές ενέπιπταν αυτές καθεαυτές στο πεδίο της ΥΓΟΣ. |
|
110 |
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα των ΟΔΓ με το οποίο προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε εσφαλμένως υπόψη τη σκέψη 41 της αποφάσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418), εκ της οποίας συνήγαγε ότι το γεγονός ότι οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση δευτερεύουσες δραστηριότητες απέρρεαν, κατά την Επιτροπή, από την κύρια δραστηριότητα προστασίας του περιβάλλοντος δεν σημαίνει ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο της κύριας δραστηριότητας, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες των ΟΔΓ δεν αποτελούσαν αδιαίρετο σύνολο. |
|
111 |
Πράγματι, έχοντας επισημάνει ότι η Επιτροπή μνημόνευσε στην επίμαχη υπόθεση την ως άνω σκέψη 41, το Γενικό Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα, κατ’ αρχάς, να στηριχθεί στο στοιχείο αυτό για να κατανοήσει την εκ μέρους του θεσμικού αυτού οργάνου ανάλυση περί συνδέσεως μεταξύ των δευτερευουσών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ και της κύριας δραστηριότητας, εν συνεχεία, να συναγάγει εξ αυτού ότι η Επιτροπή υιοθέτησε τη συλλογιστική που εκτίθεται στην εν λόγω σκέψη 41 και την ενσωμάτωσε, κατ’ αναλογία, στην εκ μέρους της ανάλυση της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, τέλος, να αποφανθεί ότι η ανάλυση αυτή στηριζόταν σε ανεπαρκή στοιχεία. |
|
112 |
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμός των δραστηριοτήτων των ΟΔΓ ως «καθολικής» ή «μη τυπικής» ΥΓΟΣ αποτελούσε ένδειξη σοβαρών δυσχερειών τις οποίες αντιμετώπισε το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά το προκαταρκτικό στάδιο ελέγχου του καθεστώτος PNB. |
|
113 |
Τρίτον, τα επιχειρήματα της Επιτροπής με τα οποία προβάλλεται παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα των δευτερευουσών δραστηριοτήτων των ΟΔΓ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, για λόγους όμοιους με τους μνημονευθέντες στις σκέψεις 47 έως 49 της παρούσας αποφάσεως. |
|
114 |
Τέταρτον, δεν αμφισβητείται ότι οι ΟΔΓ δεν έβαλαν με την αίτησή τους αναιρέσεως κατά των ενδείξεων που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τη χρονική διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου και τις συνέπειες της αποφάσεως της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Γερμανία κατά Επιτροπής (T‑347/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:418). |
|
115 |
Αφενός, όμως, κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, 3F κατά Επιτροπής, C‑646/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:36, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
116 |
Αφετέρου, κατά το μέτρο που οι ΟΔΓ αμφισβήτησαν τις ενδείξεις αυτές με το υπόμνημά τους απαντήσεως, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 190, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων λόγων και ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Από την παρούσα διαδικασία δεν προκύπτει, πάντως, ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν συναφώς οι ΟΔΓ στο πλαίσιο του υπομνήματός τους απαντήσεως στηρίζονται σε νομικά ή πραγματικά στοιχεία τα οποία αυτές δεν είχαν στη διάθεσή τους κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ΟΔΓ προς αμφισβήτηση των ενδείξεων που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να κριθούν απαράδεκτα. |
|
117 |
Ομοίως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η Επιτροπή, για λόγους όμοιους με τους εκτιθέμενους στις σκέψεις 47 έως 49 της παρούσας αποφάσεως. |
|
118 |
Πέμπτον, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη πλείονες ενδείξεις περί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών απτόμενες της διαδικασίας, της χρονικής διάρκειάς της και του περιεχομένου της επίμαχης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου και του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι αλυσιτελή, όπως ορθώς υποστηρίζουν οι VGG κ.λπ. |
|
119 |
Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των ενδείξεων αυτών και της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 82 της παρούσας αποφάσεως, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι οι VGG κ.λπ. απέδειξαν την ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τον συμβατό με την εσωτερική αγορά χαρακτήρα της επίμαχης ενισχύσεως. |
|
120 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
121 |
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
122 |
Δεδομένου ότι οι VGG κ.λπ. ζήτησαν την καταδίκη των ΟΔΓ στα δικαστικά έξοδα και οι δεύτερες ηττήθηκαν, οι ΟΔΓ πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα. |
|
123 |
Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, η Επιτροπή και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.