Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-542/18 RX-II και C-543/18 RX-II

Erik Simpson
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

και

HG
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 26ης Μαρτίου 2020

«Επανεξέταση των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Simpson κατά Συμβουλίου (T-646/16 P) και HG κατά Επιτροπής (T-693/16 P) – Υπαλληλικές υποθέσεις – Σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε τις αποφάσεις πρωτοδίκως – Διαδικασία διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Νομίμως συσταθέν δικαστήριο – Παρεμπίπτων έλεγχος νομιμότητας – Προσβολή της ενότητας και της συνοχής του δικαίου της Ένωσης»

  1. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Διασφάλιση του σεβασμού τους από τον δικαστή της Ένωσης – Αρχή του νόμιμου δικαστή – Πλημμέλεια στη διαδικασία διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης – Αυτεπάγγελτη εξέταση από τον δικαστή της Ένωσης

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

    (βλ. σκέψεις 55-58)

  2. Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης – Διαδικασία διορισμού δικαστή στο εν λόγω δικαστήριο – Εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου – Όρια – Τήρηση των όρων που τάσσει η δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων και των θεσπισθέντων κανόνων διαδικασίας για την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως

    (Άρθρο 257, εδ. 4, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 3)

    (βλ. σκέψεις 61, 68)

  3. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών – Περιεχόμενο

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

    (βλ. σκέψεις 71, 73, 74, 80)

  4. Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Κατοχύρωση βάσει των άρθρων 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Πανομοιότυπη έννοια και εμβέλεια – Διασφαλιζόμενο από τον Χάρτη επίπεδο προστασίας το οποίο είναι σύμφωνο με εκείνο που κατοχυρώνει η εν λόγω Σύμβαση

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 47, εδ. 2, 52 § 3 και 53)

    (βλ. σκέψη 72)

  5. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Διασφάλιση του σεβασμού τους από τον δικαστή της Ένωσης – Αρχή του νόμιμου δικαστή – Πλημμέλεια στη διαδικασία διορισμού δικαστή στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης – Παραβίαση της εν λόγω αρχής – Δεν υφίσταται

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

    (βλ. σκέψεις 75, 77-79, 81-83)

  6. Επανεξέταση – Διαπίστωση προσβολής της ενότητας ή της συνοχής του δικαίου της Ένωσης – Κριτήρια εκτιμήσεως – Συνέπειες που επιβάλλεται να συναχθούν – Εξαφάνιση της αποφάσεως και αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του κατ' αναίρεση δικάζοντος δικαστηρίου

    (Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 62β, εδ. 1)

    (βλ. σκέψεις 84-87, 89, 90)

Σύνοψη

Με την απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-542/18 RX II και C-543/18 RX II), το Δικαστήριο, τμήμα μείζονος συνθέσεως, επανεξέτασε ( 1 ) τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Ιουλίου 2018, Simpson κατά Συμβουλίου (T-646/16 P) και HG κατά Επιτροπής (T-693/16 P) ( 2 ) (στο εξής: επανεξετασθείσες αποφάσεις). Έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι η πλημμέλεια την οποία ενείχε η διαδικασία διορισμού δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα παραβίαση της αρχής του νόμιμου δικαστή ( 3 ), προσέβαλε την ενότητα και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης. Το Δικαστήριο αναγνώρισε μεν την ύπαρξη πλημμέλειας στην επίμαχη διαδικασία διορισμού, πλην όμως έκρινε ότι η πλημμέλεια αυτή δεν μπορούσε αφ' εαυτής να δικαιολογήσει την αναίρεση των αποφάσεων που εξέδωσε ο δικαστικός σχηματισμός του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στον οποίο είχε τοποθετηθεί ο οικείος δικαστής. Οι επανεξετασθείσες αποφάσεις εξαφανίστηκαν και οι υποθέσεις αναπέμφθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της τότε επικείμενης λήξεως της θητείας δύο δικαστών του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ήτοι των S. van Raepenbusch και H. Kreppel, προκηρύχθηκε δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Κατόπιν της πρόσκλησης αυτής, η επιτροπή επιλογής ( 4 ) κατήρτισε κατάλογο με έξι υποψήφιους. Δεν δημοσιεύθηκε δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων στο πλαίσιο της τότε επικείμενης λήξεως της θητείας τρίτου δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ήτοι της Μ. I. Rofes i Pujol.

Στις 22 Μαρτίου 2016, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διόρισε τρεις δικαστές στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης: τον S. Van Raepenbusch, τον J. Sant’Anna και τον A. Kornezov. Προκειμένου να προβεί στους διορισμούς σε αυτές τις τρεις θέσεις δικαστών, το Συμβούλιο χρησιμοποίησε τον κατάλογο των υποψηφίων που καταρτίστηκε κατόπιν της δημόσιας προσκλήσεως υποβολής υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013, και για την κενή θέση που κατείχε προηγουμένως η Μ. I. Rofes i Pujol (στο εξής: τρίτη θέση), παρότι η εν λόγω δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη θέση. Οι J. Sant’Anna και Α. Kornezov τοποθετήθηκαν στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης για την περίοδο από 14 Απριλίου έως 31 Αυγούστου 2016.

Κατόπιν των αναιρέσεων που ασκήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με τις επανεξετασθείσες αποφάσεις αναιρέθηκαν δύο αποφάσεις εκδοθείσες από το δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ( 5 ) (στο εξής: αναιρεσιβληθείσες αποφάσεις), με το σκεπτικό ότι η σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού δεν ήταν νόμιμη. Με αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2018 ( 6 ), το τμήμα επανεξετάσεως του Δικαστηρίου έκρινε ότι έπρεπε να επανεξεταστούν οι εν λόγω αποφάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί αν θίγουν την ενότητα ή τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης.

Κατά πρώτον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο λόγος αναιρέσεως περί μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε τις αναιρεσιβληθείσες αποφάσεις έπρεπε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, οι εγγυήσεις περί προσβάσεως σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και προηγουμένως νομίμως συσταθέν δικαστήριο, και ιδίως εκείνες που καθορίζουν την έννοια του δικαστηρίου όπως και τη σύνθεσή του, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ότι κάθε δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αν, με την εκάστοτε σύνθεσή του, συνιστά τέτοιο δικαστήριο όταν ανακύπτει επί του θέματος αυτού σοβαρή αμφιβολία. Τέτοια αμφιβολία ανέκυψε πράγματι εν προκειμένω καθόσον η μη νόμιμη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού είχε διαπιστωθεί με προηγούμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ( 7 ). Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως, με τις επανεξετασθείσες αποφάσεις, τη νομιμότητα της συνθέσεως αυτής.

Κατά δεύτερον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πλημμέλεια στη διαδικασία διορισμού οφειλόταν αποκλειστικώς στην εκ μέρους του Συμβουλίου παράβαση των όρων της δημόσιας προσκλήσεως υποβολής υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013. Συναφώς, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το Συμβούλιο παρέβη το νομικό πλαίσιο που το ίδιο το Συμβούλιο είχε θεσπίσει δημοσιεύοντας την εν λόγω πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων, νομικό πλαίσιο το οποίο ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει. Παρά ταύτα, η χρήση του καταλόγου υποψηφίων για τον διορισμό στην τρίτη θέση προκύπτει ότι ήταν, κατά τα λοιπά, σύμφωνη με τους διέποντες τη διαδικασία διορισμού των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κανόνες. Ειδικότερα, ο επίμαχος κατάλογος περιελάμβανε όντως διπλάσιο αριθμό υποψηφίων από τον αριθμό των δικαστών που διορίστηκαν βάσει του εν λόγω καταλόγου. Επιπλέον, βάσει κανενός στοιχείου δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση ότι τηρήθηκαν η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι δικαστές του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης έπρεπε να επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και έχουν την απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων ή ακόμη η απαίτηση σύμφωνα με την οποία ο κατάλογος υποψηφίων έπρεπε να αναφέρει τους υποψηφίους που διαθέτουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα. Περαιτέρω, ουδόλως μπορεί να συναχθεί από την επίμαχη πλημμέλεια ότι ο διορισμός του δικαστή στην τρίτη θέση κατέληξε σε μη ισορροπημένη σύνθεση όσον αφορά τη γεωγραφική κατανομή ή την εκπροσώπηση των εθνικών νομικών συστημάτων στο πλαίσιο του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

Κατά τρίτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω πλημμέλεια δεν συνιστά παραβίαση της αρχής του νόμιμου δικαστή την οποία προβλέπει το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, πλημμέλεια κατά τον διορισμό των δικαστών στο πλαίσιο του οικείου δικαστικού συστήματος συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής, ιδίως όταν η πλημμέλεια αυτή είναι τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος να μπορούν άλλες εξουσίες, ιδίως η εκτελεστική, να ασκήσουν αδικαιολόγητη διακριτική εξουσία θέτοντας σε κίνδυνο την ακεραιότητα του αποτελέσματος στο οποίο οδηγεί η διαδικασία διορισμού και δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του ή των οικείων δικαστών.

Ωστόσο, ο διορισμός δικαστή στην τρίτη θέση πραγματοποιήθηκε τηρουμένων των θεμελιωδών κανόνων για τον διορισμό των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός και μόνον ότι, για την πλήρωση της τρίτης θέσεως, το Συμβούλιο επέλεξε υποψήφιο από τον κατάλογο που καταρτίστηκε κατόπιν της δημόσιας προσκλήσεως υποβολής υποψηφιοτήτων της 3ης Δεκεμβρίου 2013 δεν αρκεί ώστε να αποδειχθεί ότι υπήρξε παράβαση θεμελιώδους κανόνα της διαδικασίας διορισμού των δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να δημιουργήθηκε πραγματικός κίνδυνος το Συμβούλιο να κάνει αδικαιολόγητη χρήση των εξουσιών του, θέτοντας σε κίνδυνο την ακεραιότητα του αποτελέσματος στο οποίο οδήγησε η διαδικασία διορισμού και δημιουργώντας, ως εκ τούτου, εύλογη αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του δικαστή που διορίστηκε στην τρίτη θέση, ή και του τμήματος στο οποίο αυτός τοποθετήθηκε. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αναιρώντας τις αναιρεσιβληθείσες αποφάσεις στηριζόμενο αποκλειστικώς στην πλημμέλεια που ενείχε η επίμαχη διαδικασία διορισμού.

Τέλος, κατά τέταρτον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πλάνη περί το δίκαιο την οποία ενέχουν οι επανεξετασθείσες αποφάσεις θίγει την ενότητα και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω αποφάσεις είναι πιθανόν να αποτελέσουν νομολογιακό προηγούμενο το οποίο μπορεί να έχει επιπτώσεις σε άλλες υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων βάλλεται ο διορισμός μέλους δικαστικού σχηματισμού και, γενικότερα, προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και προηγουμένως νομίμως συσταθέν δικαστήριο. Το δικαίωμα όμως αυτό έχει θεμελιώδη και οριζόντιο χαρακτήρα στην έννομη τάξη της Ένωσης, της οποίας η ερμηνεία και η συνοχή πρέπει να διασφαλίζονται από το Δικαστήριο.


( 1 ) Οι αποφάσεις που εκδίδει το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης μπορούν κατ’ εξαίρεση, έπειτα από πρόταση του πρώτου γενικού εισαγγελέα, να επανεξετάζονται από το Δικαστήριο εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να θιγεί η ενότητα ή η συνοχή του δικαίου της Ένωσης. Η διαδικασία επανεξετάσεως προβλέπεται στο άρθρο 256, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και στα άρθρα 62 και επόμενα του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

( 2 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 2018, Simpson κατά Συμβουλίου (T-646/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:493), και HG κατά Επιτροπής (T-693/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:492).

( 3 ) Η αρχή του νόμιμου δικαστή κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.

( 4 ) Η επιτροπή επιλογής είναι η επιτροπή η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτροπή αυτή καλείτο να εκφέρει γνώμη όσον αφορά την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και να συνοδεύει τη γνώμη αυτή με κατάλογο υποψηφίων οι οποίοι διαθέτουν την πλέον κατάλληλη πείρα.

( 5 ) Διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 24ης Ιουνίου 2016, Simpson κατά Συμβουλίου (F‑142/11 RENV, EU:F:2016:136), και απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 19ης Ιουλίου 2016, HG κατά Επιτροπής (F-149/15, EU:F:2016:155).

( 6 ) Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2018, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου (C‑542/18 RX, EU:C:2018:763), και Επανεξέταση HG κατά Επιτροπής (C-543/18 RX, EU:C:2018:764).

( 7 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2018, FV κατά Συμβουλίου (T-639/16 P, EU:T:2018:22).