11.12.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 424/51


Προσφυγή της 9ης Οκτωβρίου 2017 — Ιταλία κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-695/17)

(2017/C 424/75)

Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri, δικαστικός πληρεξούσιος, και P. Gentili, avvocato dello Stato)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προκήρυξη γενικών διαγωνισμών — EPSO/AD/343/17 — Μεταφραστές (AD 5) γερμανικής γλώσσας (DE) — EPSO/AD/344/17 — Μεταφραστές (AD 5) γαλλικής γλώσσας (FR) — EPSO/AD/345/17 — Μεταφραστές (AD 5) ιταλικής γλώσσας (IT) — EPSO/AD/346/17 — Μεταφραστές (AD 5) ολλανδικής γλώσσας (NL), η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Ιουλίου 2017, C 224 A·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα

Η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως.

1.

Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 263, 264 και 266 ΣΛΕΕ.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-566/10 P και από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 στις υποθέσεις T-124/13 και T-191/13, με τις οποίες κρίθηκαν παράνομες οι προκηρύξεις διαγωνισμών που περιορίζουν μόνο στην αγγλική, στη γαλλική και στη γερμανική γλώσσα τις γλώσσες τις οποίες οι υποψήφιοι στους γενικούς διαγωνισμούς της Ένωσης μπορούν να δηλώσουν ως δεύτερη γλώσσα.

2.

Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 342 ΣΛΕΕ και των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 1/58.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι, περιορίζοντας σε τρεις γλώσσες τις επιλέξιμες ως δεύτερη γλώσσα των υποψηφίων στους γενικούς διαγωνισμούς της Ένωσης, η Επιτροπή στην πράξη εξέδωσε νέο κανονισμό περί του γλωσσικού καθεστώτος των θεσμικών οργάνων, σφετεριζόμενη την αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου στον τομέα αυτόν.

3.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 12 ΕΚ, νυν άρθρου 18 ΣΛΕΕ, του άρθρου 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, του άρθρου 1, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 1/58 και των άρθρων 1δ, παράγραφοι 1 και 6, 27, δεύτερο εδάφιο, και 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι ο γλωσσικός περιορισμός που επέβαλε η Επιτροπή εισάγει δυσμενείς διακρίσεις επειδή οι προαναφερθείσες διατάξεις απαγορεύουν να επιβληθούν στους Ευρωπαίους πολίτες και σε αυτούς τούτους τους υπαλλήλους των θεσμικών οργάνων γλωσσικοί περιορισμοί που δεν προβλέπονται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό από τους εσωτερικούς κανονισμούς των θεσμικών οργάνων τους oποίους προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 1/58, και οι οποίοι έως σήμερα δεν έχουν εκδοθεί, και απαγορεύουν να εισαχθούν τέτοιοι περιορισμοί ελλείψει ειδικού και αιτιολογημένου συμφέροντος της υπηρεσίας.

4.

Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, στο μέτρο που καθιερώνει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως θεμελιώδες δικαίωμα απορρέον από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι η Επιτροπή διέψευσε την εμπιστοσύνη των πολιτών σχετικά με τη δυνατότητα να επιλέγουν ως δεύτερη γλώσσα οποιαδήποτε από τις γλώσσες της Ένωσης, όπως πάντοτε συνέβαινε έως το 2007 και όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την αποτελούσα δεδικασμένο απόφασή του στην υπόθεση C-566/10 P.

5.

Με τον πέμπτο λόγο προβάλλονται κατάχρηση εξουσίας και παράβαση των ουσιωδών κανόνων που είναι συμφυείς με τον χαρακτήρα και τον σκοπό των προκηρύξεων διαγωνισμών, και ειδικότερα των άρθρων 1δ, παράγραφοι 1 και 6, 28, στοιχείο στ', 27, δεύτερο εδάφιο, 34, παράγραφος 3, και 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καθώς και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι, περιορίζοντας εκ των προτέρων και γενικώς σε τρεις τις γλώσσες που είναι επιλέξιμες ως δεύτερη γλώσσα, η Επιτροπή, κατά το στάδιο της προκηρύξεως και του καθορισμού των όρων συμμετοχής, εκ των πραγμάτων προέβη σε πρόωρo έλεγχο των γλωσσικών ικανοτήτων των υποψηφίων, ο οποίος αντιθέτως έπρεπε να διενεργηθεί κατά το στάδιο του διαγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο, οι γλωσσικές γνώσεις κατέστησαν καθοριστικές σε σύγκριση με τις επαγγελματικές γνώσεις.

6.

Με τον έκτο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 18 και 24, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του άρθρου 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 2 του κανονισμού 1/58 και του άρθρου 1δ, παράγραφοι 1 και 6, του ΚΥΚ.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι, προβλέποντας ότι οι αιτήσεις συμμετοχής πρέπει υποχρεωτικώς να υποβληθούν στην αγγλική, στη γαλλική ή στη γερμανική γλώσσα και ότι στους υποψηφίους η EPSO θα αποστέλλει στην ίδια γλώσσα τις ανακοινώσεις σχετικά με την πορεία του διαγωνισμού, η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα των Ευρωπαίων πολιτών να επικοινωνούν στη δική τους γλώσσα με τα θεσμικά όργανα, και εισήγαγε μια περαιτέρω διάκριση εις βάρος όσων δεν έχουν άρτια γνώση των τριών αυτών γλωσσών.

7.

Με τον έβδομο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 1/58, των άρθρων 1δ, παράγραφοι 1 και 6, και 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ, του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο στ', του παραρτήματος III του ΚΥΚ και του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (έλλειψη αιτιολογίας), καθώς και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.

Υποστηρίζεται συναφώς ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε τον περιορισμό σε τρεις γλώσσες επικαλούμενη την απαίτηση ότι οι νεοπροσλαμβανόμενοι πρέπει να είναι αμέσως σε θέση να επικοινωνούν στο εσωτερικό των θεσμικών οργάνων. Η αιτιολογία αυτή παραμορφώνει τα πραγματικά περιστατικά επειδή δεν προκύπτει ότι οι τρεις επίμαχες γλώσσες είναι οι πλέον χρησιμοποιούμενες για την επικοινωνία μεταξύ διαφόρων γλωσσικών ομάδων εντός των θεσμικών οργάνων· είναι δε δυσανάλογη σε σχέση με τον περιορισμό ενός θεμελιώδους δικαιώματος όπως αυτό της μη υποβολής σε γλωσσικές διακρίσεις, όταν υπάρχουν λιγότερο περιοριστικές επιλογές για τη διασφάλιση ταχείας επικοινωνίας εντός των θεσμικών οργάνων.