7.8.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 256/34


Προσφυγή της 13ης Ιουνίου 2017 — Qualcomm και Qualcomm Europe κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-371/17)

(2017/C 256/39)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσες: Qualcomm, Inc. (Σαν Ντιέγκο, Καλιφόρνια, Ηνωμένες Πολιτείες), Qualcomm Europe, Inc. (Σαν Ντιέγκο) (εκπρόσωποι: M. Pinto de Lemos Fermiano Rato και M. Davilla, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την απόφαση C(2017) 2258 τελικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 2017, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, και του άρθρου 24, παράγραφος 1, στοιχείο δ', του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου στην υπόθεση AT.39711 — Qualcomm (επιθετική πολιτική τιμών)· και

να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν έξι λόγους.

1.

Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν κατ’ αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπερβαίνει τα στενά όρια της έρευνας της Επιτροπής, όπως τα όρια αυτά καθορίστηκαν στην κοινοποίηση των αιτιάσεων (στο εξής: ΚΑ), την προφορική ακρόαση, την ενημερωτική σύσκεψη και σε προγενέστερες αιτήσεις για παροχή πληροφοριών (στο εξής: ΑΠΠ), τόσο από απόψεως διάρκειας της εικαζομένης καταχρήσεως όσο και από απόψεως πιθανών θεωριών περί προκλήσεως ζημίας που ήγειρε η Επιτροπή.

Οι προσφεύγουσες διατείνονται επίσης ότι τα ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα που εγείρονται με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμπληρωματικά ζητήματα τα οποία απλώς επιζητούν αποσαφηνίσεις σχετικές με ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τις προσφεύγουσες τόσο κατά την απάντησή τους στην ΚΑ όσο και κατά την προφορική ακρόαση, αλλά συνιστούν εντελώς νέα ζητήματα τα οποία εγείρονται καταχρηστικώς.

Περαιτέρω, κατά τις προσφεύγουσες, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδιώκεται η παροχή διευκρινίσεων επί σημείων που αφορούν απαντήσεις τους σε ΑΠΠ οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκδόθηκαν πριν από πέντε και πλέον έτη και αφορούν περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν από δέκα και πλέον έτη. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, εάν οι ζητηθείσες πρόσθετες πληροφορίες ήταν πράγματι αναγκαίες για τη συνέχιση της έρευνας της Επιτροπής, δικαιολογημένα θα αναμενόταν από την Επιτροπή να έχει ζητήσει τις εν λόγω πληροφορίες και διευκρινήσεις τουλάχιστον πριν από την έκδοση της ΚΑ τον Δεκέμβριο του 2015 και όχι στις αρχές του 2017.

Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως υποχρεούνται να εκτελέσουν σημαντικά μεγάλο όγκο εργασιών για λογαριασμό της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας δεδομένων που πρέπει να παρασχεθούν σε συγκεκριμένη μορφή.

Τέλος, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει, επ’ απειλή προστίμων, υποχρέωση η οποία φέρεται να προβλέφθηκε ώστε να επιτρέπει στις προσφεύγουσες να τεκμηριώνουν ισχυρισμούς που προβάλλουν σε απάντηση στην ΚΑ.

2.

Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι ζητηθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση πληροφορίες είναι αδικαιολόγητες, εκτεταμένες και εξαιρετικά επαχθείς ως προς τη συλλογή και την κατάρτισή τους. Κατά τις προσφεύγουσες, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβαρύνονται να συλλέξουν μεγάλο όγκο πληροφοριών τον οποίο δεν συλλέγουν και δεν αποθηκεύουν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών τους και, κατά τον τρόπο αυτό, αναλαμβάνουν να εκτελέσουν σημαντική εργασία για λογαριασμό της Επιτροπής.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι οι χρηματικές ποινές που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση σε περίπτωση που οι προσφεύγουσες δεν παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας είναι αβάσιμες και η ταχθείσα προθεσμία δεν είναι εύλογη.

3.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε μη πειστικούς, ασαφείς, αόριστους και ελλιπείς λόγους που δεν δικαιολογούν τις υπερβολικές και περιττές αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής. Κατά τις προσφεύγουσες, σε άλλες περιπτώσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει καμία απολύτως αιτιολογία. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι αδυνατούν να κατανοήσουν τους λόγους αναγκαιότητας των ζητούμενων πληροφοριών για την έρευνα της Επιτροπής.

4.

Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδιώκει αθεμίτως να αντιστρέψει το βάρος της αποδείξεως

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδιώκει να αντιστρέψει το βάρος της αποδείξεως και κατ’ ουσίαν να «αναθέσει» στις προσφεύγουσες τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων εναντίον τους. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση ζητεί από τις προσφεύγουσες να επιβεβαιώσουν, για λογαριασμό της Επιτροπής, τις λογιστικές εγγραφές τους, παρόλο που οι εγγραφές αυτές ελέγχθηκαν επιμελώς από εξωτερικούς ελεγκτές. Συναφώς, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, η προσβαλλόμενη απόφαση τους ζητεί να αποδείξουν ότι άσκησαν τις δραστηριότητές τους συμφώνως προς τον νόμο.

5.

Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποιήσεως

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτεί από αυτές να παράσχουν «πληροφορίες» οι οποίες δεν δύναται να θεωρηθούν νομίμως ότι συνιστούν πραγματικά περιστατικά ή έγγραφα, αλλά αντιθέτως, απαρτίζονται από υπολογισμούς, στοιχεία και κωδικούς, υποθετικές τιμές και αναλύσεις και ερμηνείες παρελθουσών υποθέσεων εργασίας οι οποίες πραγματοποιήθηκαν προ πολλών ετών.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαιτεί από αυτές να αποδείξουν ότι έλαβαν προληπτικά μέτρα συμμορφώσεως με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ.

6.

Με τον έκτο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως

Κατά τις προσφεύγουσες, ο χρόνος εκδόσεως, το περιεχόμενο και το γενικό πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως εγείρουν σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την κακή διαχείριση, τη βάση της διώξεως και την παρενόχληση και υποδεικνύουν ότι η Επιτροπή καταχράται τις ευρείες διερευνητικές εξουσίες της προκειμένου να αποκρύψει την αδυναμία της να αποδείξει την προβαλλόμενη παράβαση μετά από επτά και πλέον έτη έρευνας.