26.6.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 202/25


Προσφυγή της 20ής Απριλίου 2017 — Campine and Campine Recycling κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-240/17)

(2017/C 202/41)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσες: Campine NV (Beerse, Βέλγιο) και Campine Recycling NV (Beerse) (εκπρόσωποι: C. Verdonck, S. De Cock και Q. Silvestre, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή τους·

να ακυρώσει τα άρθρα 1 και 2 της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 8ης Φεβρουαρίου 2017 [C(2017) 900 τελικό] σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθόσον με αυτήν κρίθηκε ότι οι προσφεύγουσες παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ·

επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με αυτό επιβάλλεται πρόστιμο ύψους 8 158 000,00 ευρώ στις προσφεύγουσες, και να μειώσει το ύψος του προστίμου λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβάλλονται με την προσφυγή·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους.

1.

Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες προβάλλουν σειρά διαδικαστικών παρατυπιών, μεταξύ των οποίων παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου και ιδίως την ανάγκη αναπροσαρμογής βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων (1) και όσον αφορά το ποσοστό της εφαρμοσθείσας αυξήσεως. Επίσης, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματά τους άμυνας, το δικαίωμά τους ακροάσεως και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως καθόσον δεν κατέστησε σαφή την πρόθεσή της να προβεί σε αύξηση δυνάμει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων στην κοινοποίηση των αιτιάσεων ή σε τυχόν συμπληρωματική κοινοποίηση των αιτιάσεων. Επίσης, οι προσφεύγουσες προβάλλουν παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, διότι η Επιτροπή αύξησε το ποσόν του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες κατά 10 % βασιζόμενη στο σημείο 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων και εφάρμοσε την εν λόγω ενιαία αύξηση σε όλες τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην φερόμενη παράβαση, χωρίς να λάβει υπόψη ότι η ατομική συμμετοχή των προσφευγουσών σε αυτήν διέφερε σημαντικά από εκείνη των λοιπών εμπλεκομένων επιχειρήσεων.

2.

Με τον δεύτερο λόγο, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη καθόσον δεν θεμελίωσε αρκούντως ότι οι προσφεύγουσες παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πλάνη εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων και, αφετέρου, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν το συμπέρασμα ότι οι προσφεύγουσες μετείχαν στην παράβαση που διαπιστώθηκε στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

3.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται, επικουρικώς, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσφεύγουσες ενεπλάκησαν σε οποιαδήποτε συμφωνία ή πρακτική αντικείμενη στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (2) και των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων λόγω πλάνης εκτιμήσεως της βαρύτητας και της διάρκειας της παραβάσεως, καθώς και των ελαφρυντικών περιστάσεων, και, περαιτέρω, παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου.

4.

Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται, επικουρικώς ότι, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο δεν ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κάνοντας δεκτές τις αιτιάσεις περί διαδικαστικών παρατυπιών που διατυπώνονται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, οι εν λόγω διαδικαστικές παρατυπίες πρέπει τουλάχιστον να οδηγήσουν σε ακύρωση της αυξήσεως του ποσού που επιβλήθηκε βάσει του σημείου 37 των κατευθυντήριων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων.


(1)  Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 παράγραφος 2 σημείο α) του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).