ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 20ής Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 )

«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης UROAKUT – Προγενέστερο εθνικό και διεθνές εικονιστικό σήμα UroCys – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Έλλειψη κινδύνου συγχύσεως – Εξουσία μεταρρυθμίσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001]»

Στην υπόθεση T-266/17,

Kwizda Holding GmbH, με έδρα τη Βιέννη (Αυστρία), εκπροσωπούμενη από τους L. Wiltschek, D. Plasser και K. Majchrzak, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον S. Hanne,

καθού,

αντίδικος στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Dermapharm GmbH, με έδρα τη Βιέννη, εκπροσωπούμενη από τους H. Kunz-Hallstein και R. Kunz-Hallstein, δικηγόρους,

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 7ης Μαρτίου 2017 (υπόθεση R 1221/2016-4), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Dermapharm και της Kwizda Holding,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, V. Valančius και U. Öberg (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 2017,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Ιουλίου 2017,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2017,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα να οριστεί ημερομηνία για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας των τριών εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 20 Μαρτίου 2015, η προσφεύγουσα, Kwizda Holding GmbH, υπέβαλε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].

2

Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο UROAKUT.

3

Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Συμπληρώματα διατροφής και διαιτητικά παρασκευάσματα· ιατρικά και κτηνιατρικά παρασκευάσματα και είδη».

4

Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 2015/058, της 26ης Μαρτίου 2015.

5

Στις 26 Ιουνίου 2015, η παρεμβαίνουσα, Dermapharm GmbH, άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1001), κατά της καταχωρίσεως του επίδικου σήματος για τα προϊόντα που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.

6

Η ανακοπή στηριζόταν στα εξής προγενέστερα σήματα:

στο κάτωθι αυστριακό εικονιστικό σήμα, του οποίου η καταχώριση ζητήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2011 και το οποίο καταχωρίσθηκε στις 28 Μαρτίου 2012 υπό τον αριθμό 6034/2011, μεταξύ άλλων, για προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 5 και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Διαιτητικές ουσίες και συμπληρώματα διατροφής για ιατρική χρήση, πλην της θεραπείας ή της προλήψεως της ουρικής αρθρίτιδας»·

Image

στην από 5 Ιουνίου 2012 και υπ’ αριθ. 1137575 διεθνή καταχώριση του ανωτέρω σήματος, με επέκταση της προστασίας στη Γερμανία για τα αναφερόμενα στην ανωτέρω σκέψη 6, πρώτη περίπτωση, προϊόντα τα οποία περιλαμβάνονται στην κλάση 5.

7

Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής ήταν ο προβλεπόμενος στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001).

8

Στις 3 Μαΐου 2016, το τμήμα ανακοπών έκανε δεκτή την ανακοπή στο σύνολό της, απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως και καταδίκασε την προσφεύγουσα στα έξοδα.

9

Στις 4 Ιουλίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 66 έως 71 του κανονισμού 2017/1001), κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.

10

Με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2017 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή και επιβεβαίωσε την απόρριψη της επίμαχης αιτήσεως καταχωρίσεως. Αφού έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελούνταν από το γερμανόφωνο ευρύ κοινό, το οποίο διέμενε στη Γερμανία και στην Αυστρία, είχε τη συνήθη πληροφόρηση και ήταν ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο, καθώς και από το κοινό που εξειδικευόταν στον ιατρικό και φαρμακευτικό τομέα, το οποίο επιδείκνυε υψηλό βαθμό προσοχής, το τμήμα προσφυγών επιβεβαίωσε ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι πανομοιότυπα ή πολύ παρόμοια. Εν συνεχεία, το τμήμα αυτό επικύρωσε το συμπέρασμα του τμήματος ανακοπών ότι τα επίμαχα σημεία παρουσίαζαν μέτρια οπτική και ηχητική ομοιότητα, λόγω του κοινού αρχικού στοιχείου «uro», της συγκλίνουσας δομής τους και της όμοιας εκτάσεώς τους. Από εννοιολογικής απόψεως, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι τα σημεία συνολικώς εξεταζόμενα δεν είχαν καμία συγκεκριμένη σημασία για το ενδιαφερόμενο κοινό, με αποτέλεσμα να προκύπτει ακριβώς από τη σύγκλιση αυτή του αρχικού τμήματος των σημείων μια «ορισμένη εννοιολογική ομοιότητα». Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του μέτριου διακριτικού χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων, το τμήμα προσφυγών κατέληξε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, μεταξύ άλλων και για το εξειδικευμένο κοινό με υψηλό βαθμό προσοχής.

Αιτήματα των διαδίκων

11

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να δεχθεί την προσφυγή και να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να απορριφθεί η ανακοπή της παρεμβαίνουσας·

εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO·

να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ενώπιον του τμήματος προσφυγών·

να καταδικάσει την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος ανακοπών.

12

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

13

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο επικαλείται παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.

14

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών κακώς κατέληξε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως του ενδιαφερόμενου κοινού ως προς τα προγενέστερα σήματα και το επίδικο σήμα.

15

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

16

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το επίδικο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν, λόγω του πανομοιότυπου ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του πανομοιότυπου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.

17

Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την εν λόγω νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ενδιαφερόμενο κοινό τα επίμαχα σημεία και τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων εν προκειμένω παραγόντων, ιδίως της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C-334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Sun Cali κατά EUIPO – Abercrombie & Fitch Europe (SUN CALI), T-512/15, EU:T:2016:527, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

18

Στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, ο κίνδυνος συγχύσεως προϋποθέτει ότι είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια τόσο τα αντιπαρατιθέμενα σήματα όσο και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που αυτά προσδιορίζουν. Οι ως άνω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές [βλ. αποφάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2009, Commercy κατά ΓΕΕΑ – easyGroup IP Licensing (easyHotel), T-316/07, EU:T:2009:14, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, SUN CALI, T-512/15, EU:T:2016:527, σκέψη 45].

19

Ακριβώς υπό το πρίσμα των συλλογισμών αυτών πρέπει να εξεταστεί αν ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.

Επί της σχετικής εδαφικής περιοχής

20

Από το σημείο 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται με σαφήνεια ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η σχετική εδαφική περιοχή ήταν εκείνη της Γερμανίας και της Αυστρίας, ήτοι οι εδαφικές περιοχές στις οποίες τα προγενέστερα σήματα απήλαυαν προστασίας. Η κρίση αυτή, η οποία εξάλλου δεν αμφισβητείται, επιβεβαιώνεται.

Όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό και τον βαθμό προσοχής του

21

Κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών [απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, C-498/07 P, EU:C:2009:503, σκέψη 74· βλ., επίσης, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2007, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ – Altana Pharma (RESPICUR), T-256/04, EU:T:2007:46, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

22

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στα σημεία 12 και 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό ήταν το γερμανόφωνο κοινό της Γερμανίας και της Αυστρίας και ότι τα επίμαχα προϊόντα που περιλαμβάνονται στην κλάση 5 απευθύνονταν, αφενός, στο ευρύ κοινό το οποίο πρέπει να θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση, είναι ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο και επιδεικνύει έναν μέσο βαθμό προσοχής και, αφετέρου, στο κοινό που εξειδικεύεται στον ιατρικό και φαρμακευτικό τομέα και επιδεικνύει υψηλό βαθμό προσοχής.

23

Καίτοι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τον ορισμό του ενδιαφερομένου κοινού, αμφισβητεί ωστόσο την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι ο ενδιαφερόμενος μέσος καταναλωτής ανήκει στο «ευρύ κοινό» το οποίο επιδεικνύει μέσο βαθμό προσοχής. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα ιατρικά ή διαιτητικά παρασκευάσματα και τα συμπληρώματα διατροφής απευθύνονται σε κοινό το οποίο έχει ιδιαίτερες διαιτητικές ανάγκες, με αποτέλεσμα τόσο το εξειδικευμένο κοινό όσο και ο μέσος καταναλωτής να έχουν αυξημένο ή υψηλό βαθμό προσοχής ως προς τα οικεία προϊόντα, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν πωλούνται κατόπιν ιατρικής συνταγής ή όχι.

24

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

25

Αρχικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν τα επίμαχα προϊόντα είναι φάρμακα ή φαρμακευτικά προϊόντα, το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται, αφενός, από επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου και, αφετέρου, από ασθενείς ως τελικούς καταναλωτές [βλ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2010, Novartis κατά ΓΕΕΑ – Sanochemia Pharmazeutika (TOLPOSAN), T-331/09, EU:T:2010:520, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 5ης Οκτωβρίου 2017, Forest Pharma κατά EUIPO – Ipsen Pharma (COLINEB), T-36/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:690, σκέψη 49]. Ο ορισμός αυτός του ενδιαφερόμενου κοινού, όπως διαπιστώθηκε από το τμήμα προσφυγών, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός.

26

Εν συνεχεία, από τη νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι οι επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση φαρμάκων. Αφετέρου, προκύπτει ότι, όσον αφορά τους τελικούς καταναλωτές, στις περιπτώσεις που πωλούνται φαρμακευτικά προϊόντα χωρίς συνταγή, πρέπει να υποτεθεί ότι τα προϊόντα αυτά ενδιαφέρουν τους καταναλωτές που θεωρούνται ότι έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως συνετοί και ενημερωμένοι, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα επηρεάζουν την κατάσταση της υγείας τους, και ότι οι καταναλωτές αυτοί είναι λιγότερο πιθανό να συγχέουν τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων. Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που είναι υποχρεωτική η ιατρική συνταγή, οι καταναλωτές ενδέχεται να επιδεικνύουν μεγάλη προσοχή κατά τη συνταγογράφηση των επίμαχων προϊόντων, διότι πρόκειται για φαρμακευτικά προϊόντα. Έτσι, όσον αφορά τα φάρμακα, είτε δίδονται με ιατρική συνταγή είτε χωρίς, θεωρείται ότι οι καταναλωτές που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι επιδεικνύουν αυξημένη προσοχή (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2010, TOLPOSAN, T-331/09, EU:T:2010:520, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

27

Από την ίδια αυτή νομολογία προκύπτει ότι οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν και στις περιπτώσεις που τα επίμαχα φαρμακευτικά προϊόντα αποσκοπούν στη θεραπεία παθήσεων και μικροδιαταραχών [απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Ferring κατά ΓΕΕΑ – Kora (Koragel), T-169/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:280, σκέψη 31], όπως είναι ορισμένες παθήσεις των ουροφόρων οδών.

28

Το ίδιο ισχύει εν γένει για τα διαιτητικά προϊόντα καθώς και για τα συμπληρώματα διατροφής, τα οποία δεν είναι φάρμακα υπό στενή έννοια, αλλά, επειδή ο προορισμός τους είναι γενικώς να βελτιώνουν την κατάσταση της υγείας, αποτελούν προϊόντα του τομέα της υγείας σε σχέση με τα οποία θεωρείται ότι οι καταναλωτές που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι επιδεικνύουν αυξημένη προσοχή [απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2015, Bionecs κατά ΓΕΕΑ – Fidia farmaceutici (BIONECS), T-262/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:888, σκέψη 19· βλ. ομοίως, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2009, Trubion Pharmaceuticals κατά ΓΕΕΑ – Merck (TRUBION), T-412/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:507, σκέψη 28].

29

Εν προκειμένω, κοινό χαρακτηριστικό των προϊόντων που καλύπτονται από το επίδικο σήμα και εμπίπτουν στην κλάση 5 είναι ότι διατίθενται κυρίως στην αγορά κατόπιν συστάσεως ή διαμεσολαβήσεως ενός επαγγελματία του τομέα της υγείας, συνταγογραφούντος ιατρού, φαρμακοποιού ή κτηνιάτρου. Δεδομένου του άμεσου αντίκτυπου τους στην υγεία του χρήστη και της ιδιαιτερότητας των παθήσεων στη θεραπεία των οποίων αποσκοπούν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές θα είναι συνήθως καλά πληροφορημένοι και ιδιαιτέρως προσεκτικοί και ενημερωμένοι, με αποτέλεσμα το ενδιαφερόμενο κοινό να επιδεικνύει υψηλό βαθμό προσοχής, είτε πρόκειται για το ευρύ κοινό είτε για τους επαγγελματίες [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Απριλίου 2014, Farmaceutisk Laboratorium Ferring κατά ΓΕΕΑ – Tillotts Pharma (OCTASA), T-501/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:194, σκέψη 32, και της 13ης Δεκεμβρίου 2017, Laboratorios Ern κατά EUIPO – Ascendo Medienagentur (SLIMDYNAMICS), T-700/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:896, σκέψη 24].

30

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κακώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο σημείο 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι μέρος του ενδιαφερομένου κοινού επιδεικνύει μόνο μέσο βαθμό προσοχής.

Επί της συγκρίσεως των προϊόντων

31

Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εκτιμηθεί η ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη μεταξύ τους σχέση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρα τους. Μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως τα δίκτυα διανομής των οικείων προϊόντων [βλ. αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2016, Hesse κατά ΓΕΕΑ, C-50/15 P, EU:C:2016:34, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 11ης Ιουλίου 2007, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), T-443/05, EU:T:2007:219, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

32

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στα σημεία 14 και 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα προϊόντα που περιλαμβάνονται στην κλάση 5 είτε είναι πανομοιότυπα είτε παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τα προϊόντα τα οποία αφορούν τα προγενέστερα σήματα.

33

Οι εκτιμήσεις αυτές, οι οποίες κατά τα λοιπά δεν αμφισβητούνται από την προσφεύγουσα, πρέπει να γίνουν δεκτές.

Επί της συγκρίσεως των σημείων

34

Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών αντιλαμβάνεται τα σήματα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής έχει συνήθως συνολική αντίληψη για το σήμα και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C-334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35

Για τον καθορισμό του διακριτικού χαρακτήρα ενός επιμέρους στοιχείου του σήματος, πρέπει να εκτιμηθεί η κατά το μάλλον ή ήττον ικανότητα του στοιχείου αυτού να συμβάλλει στον προσδιορισμό των προϊόντων ή των υπηρεσιών, για τα οποία καταχωρίσθηκε το σήμα, ως προερχόμενων από συγκεκριμένη επιχείρηση και, κατά συνέπεια, να διακρίνει τα εν λόγω προϊόντα ή τις εν λόγω υπηρεσίες από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Κατά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι εγγενείς ιδιότητες του επίμαχου στοιχείου σε σχέση με το αν το στοιχείο αυτό στερείται ή όχι κάθε διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε το σήμα [αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2006, Inex κατά ΓΕΕΑ – Wiseman (Απεικόνιση δέρματος αγελάδας), T-153/03, EU:T:2006:157, σκέψη 35, και της 12ης Ιουλίου 2012, Winzer Pharma κατά ΓΕΕΑ – Alcon (BAÑOFTAL), T-346/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:368, σκέψη 78].

36

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία παρουσίαζαν μέτρια οπτική και φωνητική ομοιότητα, καθώς και «ορισμένη εννοιολογική ομοιότητα». Το τμήμα προσφυγών προσέθεσε, στο σημείο 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο εγγενής διακριτικός χαρακτήρας των προγενέστερων σημάτων ήταν μέτριος και ότι δεν υφίστατο προφανής ένδειξη ότι ο όρος «urocys» στο σύνολό του είχε περιγραφικές υποδηλώσεις.

37

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση αυτή, επικαλούμενη τον αμιγώς περιγραφικό χαρακτήρα του στοιχείου «uro» και τις σημαντικές διαφορές των αντιπαρατιθέμενων σημείων σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο.

38

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

39

Αρχικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα συνολικά και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του, εντούτοις, ενόψει ενός λεκτικού σημείου, θα το αναλύσει σε λεκτικά στοιχεία τα οποία, γι’ αυτόν, έχουν συγκεκριμένη σημασιολογική έννοια ή ομοιάζουν με λέξεις τις οποίες γνωρίζει [βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ – Lenger (EUROCOOL), T-599/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:399, σκέψη 104 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

40

Επιπλέον, καίτοι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία συμπίπτουν ως προς την παρουσία του αρχικού στοιχείου «uro», επισημαίνεται ότι κατά πάγια νομολογία, δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ομοιότητας δύο σημείων να λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σημείο και να συγκρίνεται με το άλλο σημείο. Αντίθετα, κατά τη σύγκριση αυτή, τα επίμαχα σημεία πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο, πράγμα που δεν αποκλείει, υπό ορισμένες περιστάσεις, το ενδεχόμενο να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το συναποτελούν (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C-334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

41

Το γεγονός ότι ένα από τα στοιχεία που συναποτελούν σύνθετο σήμα είναι πανομοιότυπο με άλλο σήμα επιτρέπει να συναχθεί η ομοιότητα των σημάτων αυτών μόνο εάν το εν λόγω στοιχείο είναι εκείνο που κυριαρχεί στη συνολική εντύπωση που δημιουργείται από το σύνθετο σήμα [βλ. απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, easyGroup IP Licensing κατά ΓΕΕΑ – TUI (easyAir-tours), T-608/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:282, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα συνθετικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker, C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 42).

42

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το στοιχείο «uro» παραπέμπει στον τομέα της ουρολογίας. Όπως υποστηρίζει κατ’ ουσίαν το EUIPO, μολονότι το στοιχείο αυτό αναγνωρίζεται από το ενδιαφερόμενο κοινό ως αναφορά στην ουρολογία, δεν θεωρείται ότι περιγράφει ευθέως τα σχετικά προϊόντα, αλλά στην καλύτερη περίπτωση ότι είναι υπαινικτικό. Συνεπώς, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, στο σημείο 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «uro» αποτελούσε υπαινιγμό στον τομέα της ουρολογίας.

43

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα λεγόμενα «υπαινικτικά» σήματα είναι συνήθη στον τομέα των φαρμάκων. Συγκεκριμένα, οι αναφορές στον τομέα εφαρμογής και στις δραστικές ουσίες των προϊόντων είναι συχνότερες στον τομέα της φαρμακολογίας [απόφαση της 14ης Ιουλίου 2011, Winzer Pharma κατά ΓΕΕΑ – Alcon (OFTAL CUSI), T-160/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:379, σκέψη 80]. Το ενδιαφερόμενο κοινό θα αντιληφθεί ότι τα παρασκευάσματα και τα φάρμακα με ονομασία που ξεκινά με το λεκτικό στοιχείο «uro» προορίζονται για την αντιμετώπιση των παθήσεων των ουροφόρων οδών. Συνεπώς, το εν λόγω κοινό θα θεωρήσει το στοιχείο αυτό περισσότερο ως αναφορά στον προορισμό του προϊόντος παρά ως ένδειξη της εμπορικής του προελεύσεως. Το αρχικό στοιχείο «uro» έχει επομένως ασθενή διακριτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που αναφέρεται στα χαρακτηριστικά των επίμαχων προϊόντων.

44

Όσον αφορά το συμπληρωματικό στοιχείο «akut» του επίδικου σήματος, διαπιστώνεται ότι, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπαινιγμός ο οποίος απαιτεί σημαντική προσπάθεια ερμηνείας. Για το ενδιαφερόμενο κοινό, δηλαδή το γερμανόφωνο, αυτός ο περιγραφικός και γενικής χρήσεως όρος μεταφράζεται στα γερμανικά ως «επείγων, επικείμενος, οξύς».

45

Όσον αφορά το στοιχείο «cys» των προγενέστερων σημάτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτό θα γίνει αντιληπτό, τουλάχιστον από το εξειδικευμένο κοινό του ιατρικού και φαρμακευτικού τομέα, ως υπαινιγμός που παραπέμπει στον όρο «κυστίτιδα» ή στον όρο «κυστεΐνη». Συνεπώς, επίσης ορθώς το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε, στο σημείο 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν μέτριο εγγενή διακριτικό χαρακτήρα και ότι ο όρος «urocys» στο σύνολό του δεν παρουσίαζε προφανή περιγραφική συνεκδοχή.

46

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, για τους σκοπούς της συγκρίσεως των αντιπαρατιθέμενων σημείων, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα σημεία στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων και των συμπληρωματικών στοιχείων «akut», του επίδικου σήματος, και «cys», των προγενέστερων σημάτων.

Επί της οπτικής συγκρίσεως

47

Όσον αφορά τη σύγκριση στο οπτικό επίπεδο, υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι τίποτε δεν εμποδίζει την εξακρίβωση της υπάρξεως οπτικής ομοιότητας μεταξύ ενός λεκτικού και ενός εικονιστικού σήματος, δεδομένου ότι τα δύο αυτά είδη σημάτων έχουν την παρουσίαση γραφήματος που μπορεί να δημιουργήσει οπτική εντύπωση [βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2005, Chum κατά ΓΕΕΑ – Star TV (STAR TV), T-359/02, EU:T:2005:156, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

48

Το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στο σημείο 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γερμανόφωνο κοινό αντιλαμβανόταν τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ως τον συνδυασμό του αρχικού στοιχείου «uro» και του συμπληρωματικού στοιχείου «akut» ή «cys». Το τμήμα προσφυγών προσθέτει ότι το αρχικό στοιχείο αυτό δεν μπορεί να παραβλεφθεί, κατά μείζονα δε λόγο επειδή βρίσκεται στο αρχικό τμήμα των σημείων και συμβάλλει ουσιαστικά στον καθορισμό της συνολικής εντυπώσεως που αυτά δημιουργούν. Παρά τις διαφορές μεταξύ των στοιχείων «akut» και «cys» όσον αφορά τον αριθμό των γραμμάτων και των συλλαβών, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, στη συνολική εντύπωσή τους, τα σημεία συνέπιπταν ως προς το αρχικό τους τμήμα και τη δομή τους και είχαν σχεδόν ίδια έκταση, με αποτέλεσμα να προκύπτει μέτρια οπτική ομοιότητα.

49

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία «cys» των προγενέστερων σημάτων και «akut» του επίδικου σήματος δεν έχουν κανένα κοινό γράμμα και παρουσιάζουν διαφορές ως προς την έκταση, τον αριθμό και τη σειρά των γραμμάτων, και τη διάρθρωση των συλλαβών. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι το τμήμα προσφυγών αγνόησε τον οιονεί «εικονιστικό» χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων και δεν έλαβε υπόψη την από γραφιστικής απόψεως ιδιαιτερότητα του κεφαλαίου γράμματος «C» στη μέση της λέξης των προγενέστερων σημάτων, το οποίο χωρίζει οπτικά στα δύο το σημείο «urocys», ενώ ο όρος «uroakut» γίνεται αντιληπτός ως ενιαίος.

50

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

51

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι έχει γίνει δεκτό ότι το αρχικό τμήμα ενός σήματος δημιουργεί συνήθως, από οπτικής απόψεως, μεγαλύτερη εντύπωση από ό,τι το τελευταίο του [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2010, Companhia Muller de Bebidas κατά ΓΕΕΑ – Missiato Industria e Comercio (61 A NOSSA ALEGRIA), T-472/08, EU:T:2010:347, σκέψη 62, και της 20ής Νοεμβρίου 2017, Stada Arzneimittel κατά EUIPO – Urgo recherche innovation et développement (Immunostad), T-403/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:824, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να προσέχει, γενικότερα, περισσότερο το αρχικό τμήμα ενός σήματος απ’ ό,τι το τελικό τμήμα του [βλ. απόφαση της 19ης Μαΐου 2011, PJ Hungary κατά ΓΕΕΑ – Pepekillo (PEPEQUILLO), T-580/08, EU:T:2011:227, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], εντούτοις μια τέτοια κρίση δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις [βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2007, Trek Bicycle κατά ΓΕΕΑ – Audi (ALLTREK), T-158/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:143, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

52

Εν προκειμένω, η παρουσία και μόνον του κοινού στοιχείου «uro» δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία είναι όμοια από οπτικής απόψεως [βλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, International Gaming Projects κατά EUIPO – Zitro IP (TRIPLE TURBO), T-210/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:91, σκέψη 51].

53

Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία παρουσιάζουν αρκετές διαφορές σε οπτικό επίπεδο. Τα στοιχεία «akut» του επίδικου σήματος και «cys» των προγενέστερων σημάτων, επειδή είναι πολύ διαφορετικά το ένα από το άλλο, προσελκύουν ιδιαιτέρως την προσοχή του κοινού και δεν παραβλέπονται ως αμελητέα κατά την οπτική σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων.

54

Πρώτον, επισημαίνεται ότι οι όροι «akut» και «cys» δεν έχουν κανένα κοινό γράμμα. Δεύτερον, ενώ το στοιχείο «akut» του επίδικου σήματος έχει μεγαλύτερη έκταση από το αρχικό στοιχείο «uro» και περιλαμβάνει τέσσερα από τα επτά γράμματα του όρου «uroakut», το μισό τμήμα του όρου «urocys» αποτελείται από το στοιχείο «uro». Τρίτον, το εικονιστικό στοιχείο των προγενέστερων σημάτων, αποτελούμενο από το κεφαλαίο γράμμα «C» στη μέση της λέξης, δημιουργεί έναν διαχωρισμό σε οπτικό επίπεδο, ενώ ο όρος «uroakut» γίνεται αντιληπτός ως ενιαίος.

55

Ως εκ τούτου, μολονότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία είναι εν μέρει πανομοιότυπα, λόγω της συγκλίσεως του αρχικού στοιχείου «uro», γεγονός το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα, η οπτική τους ομοιότητα περιορίζεται στην ύπαρξη του κοινού στοιχείου αυτού. Οι διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, οι οποίες οφείλονται στην ύπαρξη των συμπληρωματικών στοιχείων «akut» και «cys», συμβάλλουν, σε μη αμελητέο βαθμό, στη σφαιρική εντύπωση που δημιουργούν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα.

56

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να επιβεβαιωθεί η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών σύμφωνα με την οποία τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, στο σύνολό τους, παρουσιάζουν μέτρια οπτική ομοιότητα.

Επί της φωνητικής συγκρίσεως

57

Όσον αφορά τη φωνητική σύγκριση, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το τμήμα προσφυγών στηρίχτηκε στους ίδιους συλλογισμούς με αυτούς που παρατίθενται στη σκέψη 48 ανωτέρω.

58

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προφορά των προγενέστερων σημάτων χαρακτηρίζεται από το διακριτικό στοιχείο «cys», το οποίο δεν έχει κανένα κοινό σημείο με το λεκτικό στοιχείο «akut». Η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα ότι το γράμμα «c» προφέρεται ως «k» και επιμένει στη διαφορά του αριθμού των συλλαβών μεταξύ των προγενέστερων σημάτων, τα οποία αποτελούνται από τρεις συλλαβές, και του επίδικου σήματος, το οποίο αποτελείται από τέσσερις συλλαβές, και των οποίων οι τονισμοί είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικοί.

59

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

60

Πρέπει να επισημανθεί ότι τα προγενέστερα σήματα αποτελούνται από τρεις συλλαβές, ήτοι «u», «ro» και «cys», ενώ το επίδικου σήμα αποτελείται από τέσσερις συλλαβές, ήτοι «u», «ro», «a» και «kut», με αποτέλεσμα η έκτασή τους, ο ρυθμός τους και ο τονισμός τους να διαφέρουν και τα αντιπαρατιθέμενα σημεία να συμπίπτουν φωνητικά μόνον ως τις δύο πρώτες συλλαβές τους. Επιπλέον, το ενδεχόμενο να προφερθεί το γράμμα «c» από το στοιχείο «cys» των προγενέστερων σημάτων ως συριστικό σύμφωνο μπορεί να τονίσει τη φωνητική διαφορά μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων.

61

Αντιθέτως, έχει γίνει ήδη δεκτό ότι ο διαφορετικός αριθμός συλλαβών δεν αρκεί για να απορριφθεί το ενδεχόμενο φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Μαΐου 2011, PEPEQUILLO, T-580/08, EU:T:2011:227, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, οι δύο πρώτες συλλαβές, «u» και «ro», των αντιπαρατιθέμενων σημείων είναι ίδιες. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι προφέρονται με τον ίδιο τρόπο.

62

Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της φωνητικής ταυτότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων η οποία προκύπτει από το κοινό στοιχείο «uro», οι διαφορές που επισημαίνονται στη σκέψη 60 ανωτέρω δεν αρκούν για να παραμεριστεί η εντύπωση του ενδιαφερομένου κοινού σύμφωνα με την οποία τα σήματα αυτά, σφαιρικώς εκτιμώμενα, παρουσιάζουν μια ορισμένη φωνητική ομοιότητα.

63

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε μόνο μέτρια φωνητική ομοιότητα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, λόγω ακριβώς της αποκλίσεως κατά την προφορά των λοιπών στοιχείων του επίδικου σήματος, γεγονός το οποίο πρέπει, επομένως, να επιβεβαιωθεί.

Επί της εννοιολογικής συγκρίσεως

64

Όσον αφορά την εννοιολογική ομοιότητα, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό, τόσο το εξειδικευμένο κοινό όσο και ο τελικός καταναλωτής στον οποίο απευθύνεται το προϊόν, αντιλαμβάνεται το αρχικό στοιχείο «uro» ως υπαινιγμό στο γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα αφορούν τον τομέα της ουρολογίας. Το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε τις διαφορές μεταξύ των στοιχείων «akut» και «cys», δεδομένου ότι το πρώτο περιγράφει αυτό που εμφανίζεται ξαφνικά και επεκτείνεται με γρήγορο και έντονο τρόπο, και ότι το δεύτερο μπορεί να γίνει αντιληπτό, από το εξειδικευμένο κοινό τουλάχιστον, ως υπαινιγμός στον όρο «κυστίτιδα» ή στον όρο «κυστεΐνη». Ωστόσο, καίτοι το τμήμα προσφυγών επισήμανε, στο σημείο 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, στο σύνολό τους, ουδεμία σημασία έχουν για το ευρύ γερμανόφωνο κοινό, κατέληξε ωστόσο στην ύπαρξη «ορισμένης εννοιολογικής ομοιότητας», λαμβανομένης υπόψη της συγκλίσεως του αρχικού στοιχείου «uro».

65

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή εμμένοντας στις σαφείς εννοιολογικές διαφορές μεταξύ του στοιχείου «akut» του επίδικου σήματος, το οποίο, κατά την ίδια, αποτελεί υπαινιγμό, και δεν είναι αμιγώς περιγραφικό, λόγω του ότι το προϊόν μπορεί συγκεκριμένα να χρησιμοποιηθεί για τις ασθένειες που εμφανίζονται ξαφνικά ή που εξελίσσονται με γρήγορο και έντονο τρόπο, και του στοιχείου «cys» των προγενέστερων σημάτων, το οποίο παραπέμπει στα παρασκευάσματα που χρησιμοποιούνται προληπτικώς. Όσον αφορά το επίδικο σήμα, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι το γερμανόφωνο κοινό αντιλαμβάνεται την έννοια του όρου «akut», σε αντίθεση με αυτήν του στοιχείου «cys», διότι ο μέσος καταναλωτής δεν είναι εξοικειωμένος με τις έννοιες της «κυστίτιδας» ή της «κυστεΐνης».

66

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

67

Όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό, πρέπει να επιβεβαιωθεί η ανάλυση του τμήματος προσφυγών, η οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, κατά την οποία το στοιχείο «uro», κοινό στα αντιπαρατιθέμενα σημεία, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως αναφορά στην ουρολογία.

68

Επίσης, πρέπει να θεωρηθεί ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών τόνισε, στο σημείο 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «cys» μπορούσε να γίνει αντιληπτό, τουλάχιστον από το εξειδικευμένο κοινό, ως υπαινιγμός που παραπέμπει στον όρο «κυστίτιδα» ή στον όρο «κυστεΐνη», γεγονός το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Ομοίως, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί στη σκέψη 44 ανωτέρω, το λεκτικό στοιχείο «akut» του επίδικου σήματος αποτελεί όρο γενικής χρήσεως στα γερμανικά ο οποίος μεταφράζεται ως «επείγων, επικείμενος, οξύς».

69

Εν πάση περιπτώσει, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία παρουσιάζουν μικρή εννοιολογική ομοιότητα η οποία προκύπτει από τις διαφορετικές σημασίες που πηγάζουν από τα συμπληρωματικά στοιχεία «akut» και «cys».

70

Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε μόνο την ύπαρξη «ορισμένης εννοιολογικής ομοιότητας» για το ενδιαφερόμενο κοινό, η οποία πρέπει συνεπώς να επιβεβαιωθεί.

Επί της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως

71

Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως συνεπάγεται κάποια αλληλεξάρτηση των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη και, ιδίως, της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών. Έτσι, ο μικρός βαθμός ομοιότητας των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμιστεί από τον μεγάλο βαθμό ομοιότητας των σημάτων, και αντιστρόφως [αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon, C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 17, και της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Mast‑Jägermeister κατά ΓΕΕΑ – Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), T-81/03, T-82/03 και T-103/03, EU:T:2006:397, σκέψη 74].

72

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 207/2009 (νυν αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 2017/1001), η εκτίμηση περί του κινδύνου συγχύσεως εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην επίμαχη αγορά. Δεδομένου ότι ο κίνδυνος συγχύσεως αυξάνεται αναλόγως της σημασίας του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος, τα σήματα με έντονο διακριτικό χαρακτήρα, είτε εγγενώς είτε λόγω του ότι είναι γνωστά στο κοινό, απολαύουν προστασίας μεγαλύτερης από εκείνα των οποίων ο διακριτικός χαρακτήρας είναι ασθενέστερος (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL, C-251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 24, της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon, C-39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 18, και της 22ας Ιουνίου 1999, Lloyd Schuhfabrik Meyer, C-342/97, EU:C:1999:323, σκέψη 20).

73

Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών, έχοντας επισημάνει ότι έπρεπε να θεωρηθεί μέτριος ο εγγενής διακριτικός χαρακτήρας των προγενέστερων σημάτων, κατέληξε, στο σημείο 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως του ενδιαφερομένου κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του εξειδικευμένου κοινού με υψηλό βαθμό προσοχής. Το τμήμα προσφυγών στήριξε το συμπέρασμα αυτό στη μέτρια οπτική και φωνητική ομοιότητα και σε ορισμένη εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων καθώς και στον πανομοιότυπο ή πολύ παρόμοιο χαρακτήρα των επίμαχων προϊόντων.

74

Η προσφεύγουσα επιμένει ότι η απλή σύμπτωση του περιγραφικού στοιχείου «uro» δεν αρκεί για να συναχθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως ελλείψει άλλων ομοιοτήτων, κατά μείζονα δε λόγο επειδή τα αντιπαρατιθέμενα σημεία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές σε φωνητικό, οπτικό και εννοιολογικό επίπεδο.

75

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι ο αμιγώς περιγραφικός χαρακτήρας του στοιχείου «uro»«αποδυναμώνει» τον διακριτικό χαρακτήρα των προγενέστερων σημάτων, όπερ συνεπάγεται περιορισμό της εκτάσεως προστασίας τους

76

Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.

77

Εν προκειμένω, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, αφενός, τα επίμαχα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 5 είναι πανομοιότυπα ή πολύ παρόμοια και ότι, αφετέρου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 34 έως 70 ανωτέρω, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, στο σύνολό τους, παρουσιάζουν ορισμένο βαθμό ομοιότητας σε οπτικό, φωνητικό και εννοιολογικό επίπεδο.

78

Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, η οπτική, φωνητική ή εννοιολογική πτυχή των αντιπαρατιθέμενων σημείων δεν έχουν πάντοτε την ίδια βαρύτητα και η σπουδαιότητα των στοιχείων ομοιότητας ή διαφοράς των εν λόγω σημείων μπορεί να εξαρτάται από τα εγγενή χαρακτηριστικά τους [βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2004, New Look κατά ΓΕΕΑ – Naulover (NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection), T‑117/03 έως T-119/03 και T-171/03, EU:T:2004:293, σκέψη 49].

79

Εξάλλου, όταν τα στοιχεία ομοιότητας μεταξύ δύο σημείων στηρίζονται στο γεγονός ότι έχουν κοινό στοιχείο που τα συναποτελεί το οποίο παρουσιάζει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα, η επίδραση τέτοιων στοιχείων ομοιότητας στη συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως είναι αυτή καθαυτή ασθενής [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Cabrera Sánchez κατά ΓΕΕΑ – Industrias Cárnicas Valle (el charcutero artesano), T-242/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:391, σκέψη 85, της 13ης Ιουλίου 2012, Caixa Geral de Depósitos κατά ΓΕΕΑ – Caixa d’Estalvis i Pensions de Barcelona (la Caixa), T-255/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:383, σκέψη 79, και της 4ης Μαρτίου 2015, FSA κατά ΓΕΕΑ – Motokit Veículos e Acessórios (FSA K-FORCE), T-558/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:135, σκέψεις 49 έως 52].

80

Συναφώς, εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι έχει ήδη διαπιστωθεί στη σκέψη 43 ανωτέρω ότι το αρχικό στοιχείο «uro», κοινό στα αντιπαρατιθέμενα σημεία, παρουσιάζει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα.

81

Επιπλέον, όπως προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 53, 60 και 69 ανωτέρω, οι οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές διαφορές ως προς τα συμπληρωματικά στοιχεία «akut» και «cys» των αντιπαρατιθέμενων σημείων δεν είναι αμελητέες κατά τη σφαιρική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία για το ενδιαφερόμενο κοινό, αλλά αντισταθμίζουν τις οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές ομοιότητες, οι οποίες προκύπτουν αποκλειστικά από την ύπαρξη του κοινού στοιχείου «uro» και από την ιδέα στην οποία παραπέμπει, κατά μείζονα δε λόγο επειδή το ενδιαφερόμενο κοινό επιδεικνύει αυξημένο βαθμό προσοχής.

82

Συνεπώς, πρέπει να συναχθεί ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία είναι σφαιρικώς διαφορετικά κατά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν στο ενδιαφερόμενο κοινό, οπότε κακώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στην ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως του ενδιαφερομένου κοινού ως προς τα προϊόντα της κλάσης 5 τα οποία προσδιορίζονται από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία.

83

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

Επί του αιτήματος μεταρρυθμίσεως

84

Όσον αφορά το αίτημα της προσφεύγουσας με αντικείμενο την μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την απόρριψη της ανακοπής, πρέπει να επισημανθεί ότι, με τον εν λόγω αίτημα, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, να εκδώσει την απόφαση την οποία, κατά τη γνώμη της, θα έπρεπε να είχε λάβει το EUIPO, ήτοι απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτή η ανακοπή που άσκησε η παρεμβαίνουσα. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία μεταρρυθμίσεώς του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001).

85

Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξουσία μεταρρυθμίσεως, που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη λάβει θέση το τμήμα προσφυγών. Επομένως, η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει, καταρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που όφειλε να είχε λάβει το εν λόγω τμήμα (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C-263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 72).

86

Εν προκειμένω, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως του Γενικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, από τους αναπτυχθέντες στις σκέψεις 21 έως 83 ανωτέρω συλλογισμούς προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών όφειλε να διαπιστώσει ότι, σε αντίθεση με αυτό που είχε κρίνει το τμήμα ανακοπών, δεν υφίστατο εν προκειμένω κίνδυνος συγχύσεως. Συνεπώς, η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

87

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

88

Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τα αιτήματά της.

89

Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

90

Επιπλέον, η προσφεύγουσα έχει ζητήσει την καταδίκη του EUIPO στα έξοδα στα οποία αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 190, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι στο πλαίσιο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας θεωρούνται αποδοτέα έξοδα, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτό το εν λόγω αίτημα της προσφεύγουσας.

91

Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τα έξοδα της ενώπιον του τμήματος ανακοπών διαδικασίας. Συνεπώς, το αίτημα της προσφεύγουσας όσον αφορά τα σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος ανακοπών έξοδα, τα οποία δεν αποτελούν αποδοτέα έξοδα, είναι απαράδεκτο.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 7ης Μαρτίου 2017 (υπόθεση R 1221/2016-4).

 

2)

Απορρίπτει την ανακοπή που άσκησε η Dermapharm GmbH.

 

3)

Το EUIPO φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε η Kwizda Holding GmbH, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

 

4)

Η Dermapharm φέρει τα δικαστικά έξοδά της.

 

Pelikánová

Valančius

Öberg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Σεπτεμβρίου 2018.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.