ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 25ης Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Εικονιστικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης GUGLER – Προγενέστερη εθνική εταιρική επωνυμία Gugler France – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001] – Κίνδυνος συγχύσεως»
Στην υπόθεση T‑238/17,
Alexander Gugler, κάτοικος Maxdorf (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τον M.-C. Simon, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου αρχικώς από τον P. Sipos, στη συνέχεια, από τον A. Folliard‑Monguiral,
καθού,
αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Gugler France, με έδρα τη Besançon (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον A. Grolée, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 31ης Ιανουαρίου 2017 (υπόθεση R 1008/2016-1), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας μεταξύ των Gugler France και A. Gugler,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, M. Kancheva και G. De Baere (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 2017,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιουνίου 2017,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Ιουνίου 2017,
έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους και τις αντίστοιχες απαντήσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 και 20 Φεβρουαρίου 2018,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Μαρτίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
|
1 |
Στις 31 Αυγούστου 2005, η Gugler GmbH, την οποία διαδέχθηκε ο προσφεύγων Alexander Gugler, επέτυχε ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) την καταχώριση, με αριθμό 3324902, του ακόλουθου εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: επίδικο σήμα): |
|
2 |
Η καταχώριση αυτή είχε ζητηθεί στις 25 Αυγούστου 2003. |
|
3 |
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του επίδικου σήματος υπάγονται στις κλάσεις 6, 17, 19, 22, 37, 39 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
|
|
4 |
Στις 15 Δεκεμβρίου 2009, η άδεια για τη χρήση του επίδικου σήματος που παραχώρησε ο προσφεύγων στην Gugler GmbH καταχωρίσθηκε από το EUIPO. |
|
5 |
Στις 17 Νοεμβρίου 2010, η παρεμβαίνουσα, Gugler France, υπέβαλε αίτηση κηρύξεως ακυρότητας του επίδικου σήματος για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα αυτό. Η εν λόγω αίτηση στηριζόταν, αφενός, στην κακή πίστη του δικαιούχου του επίδικου σήματος κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26 Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1) [νυν άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)] και, αφετέρου, στην εταιρική επωνυμία της παρεμβαίνουσας, η οποία της παρέχει το δικαίωμα, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, να απαγορεύει τη χρήση του επίδικου σήματος κατά την έννοια του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2017/1001), σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού (νυν άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 2017/1001). |
|
6 |
Η παρεμβαίνουσα συστάθηκε τον Ιανουάριο του 2002 και στις 7 Φεβρουαρίου 2002 καταχωρίσθηκε στο μητρώο εταιριών της Βesançon (Γαλλία) υπό την επωνυμία Gugler France. Κατά το μητρώο αυτό, καθώς και κατά το άρθρο 2 του καταστατικού της, η παρεμβαίνουσα έχει ως αντικείμενο «την αγορά, την εμπορία, την πώληση και την τοποθέτηση κουφωμάτων σε κτίρια με όλα τα μέσα και τις διαδικασίες». |
|
7 |
Με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO δέχθηκε την αίτηση κηρύξεως ακυρότητας για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίδικο σήμα, βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. |
|
8 |
Στις 16 Φεβρουαρίου 2012, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. |
|
9 |
Στις 26 Αυγούστου 2013, κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος, το επίδικο σήμα αποτέλεσε αντικείμενο μερικής ανανέωσης, η οποία περιορίστηκε στα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κλάσεων 19, 37 και 42 που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω. Η μερική ανανέωση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 167/2013, της 4ης Σεπτεμβρίου 2013. |
|
10 |
Με απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2013, στην υπόθεση R 356/2012-4, το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και απέρριψε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας. |
|
11 |
Στις 18 Δεκεμβρίου 2013, η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO. |
|
12 |
Με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Gugler France κατά ΓΕΕΑ – Gugler (GUGLER) (T-674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του τμήματος προσφυγών. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών είχε παραβεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 94 του κανονισμού 2017/1001), αφενός, αποφαινόμενο επί του λόγου ακυρότητας που στηριζόταν στο άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού και, αφετέρου, αποφαινόμενο επί του λόγου ακυρότητας που στηριζόταν στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. |
|
13 |
Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2016, το προεδρείο των τμημάτων προσφυγών του EUIPO ανέπεμψε την υπόθεση στο πρώτο τμήμα προσφυγών, με τον αριθμό R 1008/2016-1, προκειμένου αυτό να εκδώσει νέα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 6, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001). |
|
14 |
Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2017 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων και έκρινε ότι η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας του επίδικου σήματος έπρεπε να γίνει δεκτή βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού. |
|
15 |
Το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι το προγενέστερο σημείο επί του οποίου στηριζόταν η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας ήταν η εταιρική επωνυμία της παρεμβαίνουσας, Gugler France. Καταρχάς, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 πληρούνταν. Συγκεκριμένα, πρώτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το προγενέστερο σημείο χρησιμοποιείτο στις συναλλαγές με ισχύ η οποία δεν ήταν μόνον τοπική. Συναφώς, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα, μεταξύ άλλων αντίγραφα της ετήσιας εκθέσεώς της για τα έτη 2002 και 2003 καθώς και τιμολόγια, αρκούσαν για να αποδειχθεί ότι αυτή ασκούσε, υπό την εταιρική επωνυμία της, δραστηριότητες σχετικές με εκείνες για τις οποίες είχε συσταθεί πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος και με ισχύ η οποία δεν ήταν μόνον τοπική. Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η παρεμβαίνουσα είχε αποκτήσει τα δικαιώματα επί του σημείου την ημέρα της εγγραφής της στο μητρώο εταιριών, η οποία είναι η κρίσιμη ημερομηνία βάσει του άρθρου L. 210-6 του γαλλικού εμπορικού κώδικα, εν προκειμένω στις 7 Φεβρουαρίου 2002, ήτοι πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος. Τρίτον, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου L. 711-4 του γαλλικού κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, επί του οποίου στηριζόταν η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας, η εταιρική επωνυμία της παρεμβαίνουσας της παρείχε το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση ενός πιο πρόσφατου σήματος, εφόσον υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως του κοινού. |
|
16 |
Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείτο από τους τελικούς καταναλωτές και επαγγελματίες της Γαλλίας, που επιδεικνύουν αυξημένη προσοχή. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, αφενός, ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το επίδικο σήμα και οι δραστηριότητες που προστατεύονται από το προγενέστερο σημείο ήταν πανομοιότυπα ή παρόμοια και, αφετέρου, ότι το επίδικο σήμα και το προγενέστερο σημείο παρουσίαζαν σημαντική ομοιότητα. Το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως και συνήγαγε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θέτει η γαλλική νομοθεσία για την απαγόρευση της χρήσεως του επίδικου σήματος. |
|
17 |
Τέλος, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προϋπόθεση εφαρμογής της απώλειας δικαιώματος λόγω ανοχής που προβλέπεται από το άρθρο 54, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 61, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001), σύμφωνα με την οποία η παρεμβαίνουσα είχε λάβει γνώση της χρήσεως του επίδικου σήματος στη Γαλλία επί πέντε έτη και είχε ανεχθεί τη χρήση αυτή, δεν πληρούνταν. |
Αιτήματα των διαδίκων
|
18 |
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
19 |
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
|
Σκεπτικό
|
20 |
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, δύο σκέλη, που αφορούν, το πρώτο, εσφαλμένη εκτίμηση από το τμήμα προσφυγών των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και, το δεύτερο, εσφαλμένη εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Ο τρίτος λόγος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 54, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. |
|
21 |
Για λόγους οικονομίας της διαδικασίας και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. |
|
22 |
Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο EUIPO, όταν υφίσταται προγενέστερο δικαίωμα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού και πληρούνται οι προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής παραγράφου. Βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, στις περιπτώσεις και στον βαθμό που, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό, δικαιώματα επί του εν λόγω σημείου έχουν κτηθεί πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν το εν λόγω σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πιο πρόσφατου σήματος. |
|
23 |
Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, δηλαδή οι σχετικές με τη χρήση και με την ευρύτερη, και όχι απλώς τοπική, ισχύ του σημείου του οποίου γίνεται επίκληση, απορρέουν από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 207/2009 θεσπίζει ενιαίους κανόνες σχετικούς με τη χρήση των σημείων και την ισχύ τους, οι οποίοι συνάδουν με τις αρχές που διέπουν το προβλεπόμενο από τον κανονισμό αυτό σύστημα [απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, Moreira da Fonseca κατά ΓΕΕΑ – General Óptica (GENERAL OPTICA), T-318/06 έως T-321/06, EU:T:2009:77, σκέψη 33]. |
|
24 |
Αντιθέτως, από τη φράση «στις περιπτώσεις και στον βαθμό που σύμφωνα με […] το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό» προκύπτει ότι οι λοιπές δύο προϋποθέσεις, που προβλέπει στη συνέχεια το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009, είναι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ο κανονισμός και οι οποίες, σε αντίθεση προς τις προηγούμενες, εκτιμώνται λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που προβλέπει το δίκαιο που διέπει το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση. Η εν λόγω παραπομπή στο δίκαιο που διέπει το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ο κανονισμός 207/2009 αναγνωρίζει τη δυνατότητα επικλήσεως σημείων μη καλυπτόμενων από το σύστημα προστασίας των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, μόνο βάσει του δικαίου που διέπει το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση μπορεί να διαπιστωθεί αν το σημείο αυτό είναι προγενέστερο από το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν δικαιολογείται η απαγόρευση χρήσεως πιο πρόσφατου σήματος [αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2009, GENERAL OPTICA, T-318/06 έως T-321/06,EU:T:2009:77, σκέψη 34, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación Nacional de Cafeteros de Colombia κατά ΓΕΕΑ – Accelerate (COLOMBIANO COFFEE HOUSE), T-359/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:651, σκέψη 24]. |
|
25 |
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η παρεμβαίνουσα στηρίχθηκε στο άρθρο L. 711-4 του γαλλικού κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η νομοθεσία αυτή εφαρμόστηκε. Το τμήμα προσφυγών ανέφερε ότι η παρεμβαίνουσα είχε προσκομίσει αντίγραφο της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1999 του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισίων, Γαλλία) η οποία αφορούσε σύγκρουση μεταξύ, αφενός, μιας γαλλικής εταιρικής επωνυμίας και, αφετέρου, μεταγενέστερης εταιρικής επωνυμίας και σημάτων. Με την απόφαση αυτή, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισίων) έκρινε, αφενός, ότι ο σφετερισμός ή η προσβολή της εταιρικής επωνυμίας με αναπαραγωγή ή απομίμηση συνιστούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως και, αφετέρου, ότι η προστασία δυνάμει του άρθρου L 711-4 του γαλλικού κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας προϋπέθετε την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι από τη διάταξη αυτή και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμοζόταν προέκυπτε ότι προϋπόθεση για την εκ μέρους της παρεμβαίνουσας απαγόρευση, βάσει της εταιρικής επωνυμίας της, της χρήσεως του επίδικου σήματος αποτελούσε η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως. |
|
26 |
Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι η έννοια του κινδύνου συγχύσεως στο γαλλικό δίκαιο δεν ήταν διαφορετική από εκείνη του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι προϋπέθετε την ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ, αφενός, των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από το αμφισβητούμενο σήμα και των δραστηριοτήτων που προστατεύονται από το προγενέστερο σημείο και, αφετέρου, των αντιπαρατιθέμενων σημείων. Επομένως, μπορούσε ορθώς να αναπτύξει συλλογιστική κατ’ αναλογίαν προς τα κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001). |
|
27 |
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. |
|
28 |
Κατά πάγια νομολογία, κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, βάσει του τρόπου με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα επίμαχα σημεία και τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες, συνεκτιμωμένων όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως δε της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2003, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ – Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), T-162/01, EU:T:2003:199, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. |
|
29 |
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, μέχρι τον Οκτώβριο 2009, ασκούσε τη δραστηριότητά του σε στενή επιχειρηματική σχέση με την παρεμβαίνουσα και ότι τα προϊόντα που η τελευταία διέθετε στο εμπόριο προέρχονταν από την επιχείρηση η οποία ήταν δικαιούχος του επίδικου σήματος και, εν συνεχεία, από την επιχείρηση η οποία είχε άδεια εκμεταλλεύσεως του σήματος αυτού, ήτοι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την Gugler GmbH. Η παρεμβαίνουσα προωθούσε τα παράθυρα τα οποία διέθετε στο εμπόριο ως κατασκευασθέντα στο Maxdorf (Γερμανία), την πόλη στην οποία βρίσκεται η έδρα της Gugler GmbH. Εξ αυτού ο προσφεύγων συνάγει ότι, κατά την περίοδο κατά την οποία η παρεμβαίνουσα διέθεσε στο εμπόριο, στη Γαλλία, τα προϊόντα της Gugler GmbH, επισήμανε τη γερμανική προέλευσή τους. Επομένως, το ενδιαφερόμενο κοινό δεν μπορούσε να παραπλανηθεί όσον αφορά την προέλευσή τους και δεν υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως. |
|
30 |
Τέλος, ο προσφεύγων επισημαίνει ότι, μετά τη διακοπή της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ της Gugler GmbH και της παρεμβαίνουσας το 2010, δεν υφίστατο πλέον κίνδυνος συγχύσεως, στο μέτρο που η παρεμβαίνουσα είχε αλλάξει εταιρική επωνυμία, προμηθευόταν παράθυρα από άλλον Γερμανό κατασκευαστή και είχε παύσει να εμπορεύεται τα προϊόντα υπό το σήμα GUGLER. |
|
31 |
Υπενθυμίζεται ότι η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως είναι η ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος, ήτοι η 25η Αυγούστου 2003. |
|
32 |
Επομένως, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, κατά τα οποία δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μετά τη διακοπή της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ της Gugler GmbH και της παρεμβαίνουσας το 2010, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή. |
|
33 |
Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν η ύπαρξη, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος, οικονομικών δεσμών μεταξύ του δικαιούχου του επίδικου σήματος και της αιτούσας την κήρυξη της ακυρότητας, αντιτίθεται στη διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως. |
|
34 |
Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το ενδιαφερόμενο κοινό επιδείκνυε αυξημένη προσοχή, το γεγονός ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν πανομοιότυπα ως προς το διακριτικό στοιχείο τους εξουδετέρωνε τη μικρή ομοιότητα μεταξύ ορισμένων προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτονται από το επίδικο σήμα και των δραστηριοτήτων που προστατεύονται από το προγενέστερο σημείο. Κατά το τμήμα προσφυγών, οι καταναλωτές που γνώριζαν ήδη την εταιρική επωνυμία στον τομέα των κουφωμάτων κτιρίων θα σκέπτονταν ευλόγως ότι πανομοιότυπα ή παρόμοια κουφώματα καθώς και συναφή προϊόντα μόνωσης που διατίθενται στο εμπόριο στη Γαλλία υπό το σήμα GUGLER είχαν την ίδια εμπορική προέλευση και, ως εκ τούτου, κατέληξε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως. |
|
35 |
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε το επιχείρημα του προσφεύγοντος όσον αφορά το γεγονός ότι η παρεμβαίνουσα και η Gugler GmbH αποτελούσαν μέρος ενός δικτύου διανομής. Θεώρησε ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνυόταν ότι η ύπαρξη της συμφωνίας διανομής ήταν ευρέως γνωστή, καθώς και ότι το γεγονός ότι τα προϊόντα που παράγονταν στη Γερμανία μπορούσαν να πωλούνται στη Γαλλία υπό το σήμα GUGLER δεν εξασφάλιζε στην Gugler GmbH κανένα δικαίωμα επί του σήματος αυτού στη Γαλλία, στο μέτρο που, δυνάμει του γαλλικού δικαίου, η χρήση σήματος δεν δημιουργούσε αποκλειστικά δικαιώματα επί αυτού. |
|
36 |
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος, ήτοι στις 25 Αυγούστου 2003, υφίσταντο εμπορικές σχέσεις μεταξύ της παρεμβαίνουσας και της Gugler GmbH, η οποία ήταν τότε δικαιούχος του επίδικου σήματος. Συγκεκριμένα, η παρεμβαίνουσα ήταν ο διανομέας στη Γαλλία των προϊόντων της Gugler GmbH. Οι επιχειρηματικές τους σχέσεις ανέτρεχαν στο 2000, η δε επωνυμία της παρεμβαίνουσας ήταν ακόμη PK Fermetures. Από τον Ιούλιο του 2002, η Gugler GmbH κατείχε 498 μερίδια του κεφαλαίου της παρεμβαίνουσας. |
|
37 |
Επιπλέον, το 2003, η Gugler GmbH ίδρυσε με Γάλλους εταίρους, στους οποίους περιλαμβάνονταν ιδρυτές της παρεμβαίνουσας, την εταιρία Gugler Europe, η οποία είναι δικαιούχος, από τις 28 Αυγούστου 2003, του γαλλικού εικονιστικού σήματος GUGLER. Η Gugler Europe χορήγησε στην παρεμβαίνουσα άδεια χρήσεως του σήματος αυτού. |
|
38 |
Το ερώτημα που τίθεται, εν προκειμένω, είναι αν η ύπαρξη, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίδικου σήματος, οικονομικού δεσμού μεταξύ του δικαιούχου του επίδικου σήματος και της αιτούσας την κήρυξη της ακυρότητας αντιτίθεται στη διαπίστωση περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως, που ορίζεται ως «ο κίνδυνος να σχηματίσει την πεποίθηση το κοινό ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις». |
|
39 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως αποσκοπεί στην προστασία της δηλωτικής της προελεύσεως λειτουργίας του σήματος, καθιστώντας δυνατή την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως ενός σήματος ή την κήρυξη της ακυρότητάς της, εφόσον υπάρχει κίνδυνος για τον καταναλωτή να παραπλανηθεί όσον αφορά την προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών, θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. |
|
40 |
Η βασική λειτουργία του σήματος είναι να εγγυάται στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη την ταυτότητα της προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας την οποία προσδιορίζει το σήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από τα αντίστοιχα άλλης προελεύσεως. Ειδικότερα, για να μπορεί το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία του ως ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού που η Συνθήκη επιδιώκει να καθιερώσει και να διατηρήσει, πρέπει να αποτελεί την εγγύηση ότι όλα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζει έχουν κατασκευαστεί ή παρασχεθεί υπό τον έλεγχο μίας και μόνον επιχειρήσεως, η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους (βλ. αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club, C-206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 8ης Ιουνίου 2017, W. F. Gözze Frottierweberei και Gözze, C-689/15, EU:C:2017:434, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
41 |
Για να μπορεί να διασφαλιστεί αυτή η εγγύηση της προελεύσεως, που αποτελεί την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, ο δικαιούχος του σήματος πρέπει να προστατεύεται από τους ανταγωνιστές που θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν τη θέση και τη φήμη του σήματος, πωλώντας προϊόντα επί των οποίων έχει τεθεί παρανόμως το εν λόγω σήμα (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club, C-206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 50). |
|
42 |
Εν προκειμένω, για τη διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως όσον αφορά την προέλευση των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από το επίδικο σήμα απαιτείται το ενδιαφερόμενο κοινό να μπορεί να θεωρήσει εσφαλμένα ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από αυτό και οι δραστηριότητες που προστατεύονται από το προγενέστερο σημείο προέρχονται από επιχειρήσεις οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους. |
|
43 |
Ωστόσο, εν προκειμένω, τα προϊόντα τα οποία καλύπτονται από το επίδικο σήμα κατασκευάζονται από την Gugler GmbH και ο δικαιούχος της προγενέστερης εταιρικής επωνυμίας είναι ο διανομέας των προϊόντων αυτών. Επομένως, πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία το γεγονός ότι ο καταναλωτής ενδέχεται να θεωρήσει ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες προέρχονται από επιχειρήσεις οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους δεν συνιστά σφάλμα σχετικά με την προέλευσή τους. |
|
44 |
Θα πρέπει επίσης να εξετασθεί το ζήτημα αν, όπως έκρινε το τμήμα προσφυγών, προκειμένου να αποκλειστεί ο κίνδυνος συγχύσεως, θα πρέπει ο καταναλωτής να έχει γνώση του οικονομικού δεσμού μεταξύ του δικαιούχου του προγενέστερου σημείου και του δικαιούχου του επίδικου σήματος. |
|
45 |
Όπως επισημαίνει το EUIPO, το γαλλικό κοινό δεν γνώριζε κατά πάσα πιθανότητα την ύπαρξη της Gugler GmbH και το γεγονός ότι η επιχείρηση αυτή κατασκεύαζε τα προϊόντα που διανέμονται από την παρεμβαίνουσα, δεδομένου ότι η τελευταία δεν εμφανιζόταν ρητώς ως διανομέας της Gugler GmbH. Το EUIPO επισημαίνει ότι το γεγονός και μόνον ότι η παρεμβαίνουσα διέθετε τα προϊόντα της ως κατασκευασθέντα στο Maxdorf της Γερμανίας δεν αρκεί ώστε το γαλλικό κοινό να γνωρίζει ότι επρόκειτο για τον τόπο στον οποίο η Gugler GmbH είχε την έδρα της. |
|
46 |
Η εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Ειδικότερα, δεν απαιτείται ο καταναλωτής να έχει συνείδηση ότι διαπράττει σφάλμα θεωρώντας ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορεί να απαιτείται να γνωρίζει ότι δεν σφάλλει όσον αφορά την προέλευση των προϊόντων για τον λόγο ότι γνωρίζει την ύπαρξη οικονομικού συνδέσμου μεταξύ των δικαιούχων των αντιπαρατιθέμενων σημείων. |
|
47 |
Από τη νομολογία προκύπτει ότι η ακριβής εμπορική προέλευση την οποία το ενδιαφερόμενο κοινό θα αποδώσει στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες που καλύπτονται από κάθε ένα από τα δύο αντιπαρατιθέμενα σήματα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το ζήτημα αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ τους. Κρίσιμο είναι αν το ενδιαφερόμενο κοινό θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η εμπορική αυτή προέλευση είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις [απόφαση της 9ης Ιουνίου 2010, Muñoz Arraiza κατά ΓΕΕΑ – Consejo Regulador de la Denominación de Origen Calificada Rioja (RIOJAVINA), T-138/09, EU:T:2010:226, σκέψη 26]. |
|
48 |
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό, αντιθέτως προς όσα έκρινε το τμήμα προσφυγών, ότι, προκειμένου να αποκλειστεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως στην περίπτωση που οι δικαιούχοι των αντιπαρατιθέμενων σημείων συνδέονται οικονομικώς, δεν είναι απαραίτητο ο καταναλωτής να γνωρίζει αυτό τον οικονομικό δεσμό. |
|
49 |
Εξ αυτού προκύπτει ότι ο υφιστάμενος δεσμός μεταξύ της παρεμβαίνουσας, δικαιούχου της προγενέστερης εταιρικής επωνυμίας, και της Gugler GmbH, δικαιούχου του επίδικου σήματος κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως, αντιτίθετο στη διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως. |
|
50 |
Επομένως, κακώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στη διαπίστωση περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. |
|
51 |
Συνεπώς, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, αν το τμήμα προσφυγών προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου, δεν είναι πλέον αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ούτε επί των επιχειρημάτων του EUIPO σχετικά με το παραδεκτό ορισμένων παραρτημάτων του δικογράφου της προσφυγής. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
52 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
53 |
Δεδομένου ότι το EUIPO ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου. |
|
54 |
Δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα ηττήθηκε, φέρει τα δικαστικά έξοδά της. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
Collins Kancheva De Baere Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Σεπτεμβρίου 2018. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.