Υπόθεση T-29/17

RQ

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Γενικός Διευθυντής της OLAF – Απόφαση για την άρση της ετεροδικίας του προσφεύγοντος – Εκκρεμοδικία – Βλαπτική πράξη – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Καθήκοντα αρωγής και μέριμνας – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Δικαιώματα άμυνας»

Περίληψη – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (έβδομο πενταμελές τμήμα)
της 24ης Οκτωβρίου 2018

  1. Υπαλληλικές προσφυγές – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Απόφαση για την άρση της ετεροδικίας μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου – Εμπίπτει

    (Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 11· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  2. Θεμελιώδη δικαιώματα – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα χρηστής διοικήσεως – Δικαίωμα ακροάσεως – Απόφαση για την άρση της ασυλίας μονίμου υπαλλήλου – Επίκληση εκ μέρους των εθνικών αρχών της μυστικότητας της ανακρίσεως – Στάθμιση των επιταγών που αφορούν τη μυστικότητα της ανακρίσεως με τις επιταγές που αφορούν το δικαίωμα ακροάσεως

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41 § 2, στοιχείο αʹ)

  1.  Η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ετεροδικία προστατεύει τους μονίμους και μη μονίμους υπαλλήλους από διώξεις εκ μέρους των αρχών των κρατών μελών για πράξεις στις οποίες προέβησαν υπό την επίσημη ιδιότητά τους. Συνεπώς, μια απόφαση περί άρσεως της ετεροδικίας μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου μεταβάλλει τη νομική του κατάσταση εκ του γεγονότος και μόνον της καταργήσεως αυτής της προστασίας, υπάγοντάς τον εκ νέου στο κοινό δίκαιο των κρατών μελών και εκθέτοντάς τον με τον τρόπο αυτόν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε εκτελεστική διάταξη, σε μέτρα, ιδίως, κρατήσεως και δικαστικής διώξεώς του, τα οποία προβλέπονται από το κοινό αυτό δίκαιο.

    Η επαφιέμενη στις εθνικές αρχές διακριτική ευχέρεια, μετά την άρση της ετεροδικίας, ως προς τη συνέχιση ή την παύση της διώξεως που ασκήθηκε κατά μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου δεν ασκεί επιρροή ως προς το ζήτημα αν η νομική κατάστασή του επηρεάζεται άμεσα, καθόσον τα αποτελέσματα που συνδέονται με την απόφαση περί άρσεως της ετεροδικίας περιορίζονται στην κατάργηση της προστασίας της οποίας αυτός απήλαυε λόγω της ιδιότητάς του ως μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου, δεδομένου ότι δεν απαιτούν κανένα συμπληρωματικό μέτρο εφαρμογής.

    Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση με την οποία το θεσμικό όργανο ήρε την ετεροδικία του ενδιαφερομένου συνιστά βλαπτική γι’ αυτόν πράξη.

    (βλ. σκέψεις 38-40)

  2.  Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο του επίμαχου θεμελιώδους δικαιώματος. Επιπλέον, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, ο εν λόγω περιορισμός επιτρέπεται να επιβάλλεται μόνον εφόσον είναι αναγκαίος και ανταποκρίνεται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση.

    Η μυστικότητα της ανακρίσεως, στα κράτη μέλη όπου προβλέπεται, είναι αρχή δημοσίας τάξεως η οποία σκοπεί όχι μόνο στην προστασία των ερευνών, προκειμένου να αποφευχθούν δόλιες συνεννοήσεις καθώς και απόπειρες αποκρύψεως αποδείξεων και ενδείξεων, αλλά και στην προστασία των υπόπτων ή των κατηγορουμένων των οποίων η ενοχή δεν έχει αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, η παράλειψη ακροάσεως του ενδιαφερομένου μπορεί να δικαιολογείται αντικειμενικώς από τη μυστικότητα της ανακρίσεως, ο τρόπος διεξαγωγής της οποίας προβλέπεται από τον νόμο, και στο μέτρο που η παράλειψη αυτή είναι αναγκαία και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι την προσήκουσα διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας.

    Εντούτοις, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο υποχρεούται να σέβεται το δικαίωμα ακροάσεως όταν εκδίδει βλαπτική πράξη, οφείλει να διερωτηθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συμβιβάσει τον σεβασμό του εν λόγω δικαιώματος του ενδιαφερόμενου με τους θεμιτούς λόγους τους οποίους επικαλούνται οι εθνικές αρχές. Αυτή η στάθμιση επιτρέπει να διασφαλιστούν τόσο η προστασία των δικαιωμάτων τα οποία η έννομη τάξη της Ένωσης απονέμει στους μονίμους ή μη μονίμους υπαλλήλους της Ένωσης και, συνακόλουθα, τα συμφέροντα της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 17, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 7, όσο και η αποτελεσματική και ομαλή διεξαγωγή των εθνικών ποινικών διαδικασιών, τηρουμένης της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.

    Εν προκειμένω, η παράλειψη ακροάσεως του ενδιαφερομένου πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί άρσεως της ετεροδικίας του υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της μυστικότητας της ανακρίσεως και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει σεβασμού το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    (βλ. σκέψεις 56, 59, 60, 67, 74)