ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 20ής Ιουνίου 2019 ( *1 ) ( 1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Εγκατάσταση επεξεργασίας φυσικού αερίου – Ανάκτηση θείου – “Διαδικασία Claus” – Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε βοηθητική εγκατάσταση – Παραγωγή θερμότητας – Εκπομπή εγγενούς διοξειδίου του άνθρακα (CO2) – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Πεδίο εφαρμογής – Παράρτημα I – Δραστηριότητα “καύσης καυσίμων” – Άρθρο 3, στοιχείο καʹ – Έννοια του όρου “παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]” – Άρθρο 10α, παράγραφοι 3 και 4 – Μεταβατικό σύστημα εναρμονισμένης δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής – Απόφαση 2011/278/ΕΕ – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 3, στοιχείο γʹ – Έννοια του όρου “υποεγκατάσταση δείκτη αναφοράς θερμότητας”»
Στην υπόθεση C‑682/17,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικό δικαστήριο Βερολίνου, Γερμανία) με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης
ExxonMobil Production Deutschland GmbH
κατά
Bundesrepublik Deutschland,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πέμπτου τμήματος, Κ. Λυκούργο, E. Juhász και I. Jarukaitis, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Νοεμβρίου 2018,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
η ExxonMobil Production Deutschland GmbH, εκπροσωπούμενη από τον S. Altenschmidt, Rechtsanwalt, |
|
– |
η Bundesrepublik Deutschland, εκπροσωπούμενη από τον M. Fleckner, |
|
– |
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. C. Becker και τον J.‑F. Brakeland, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, του άρθρου 10α και του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 (ΕΕ 2009, L 140, σ. 63) (στο εξής: οδηγία 2003/87), καθώς και του άρθρου 3, στοιχεία γʹ και ηʹ, της απόφασης 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87 (ΕΕ 2011, L 130, σ. 1). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ExxonMobil Production Deutschland GmbH (στο εξής: ExxonMobil) και της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), με αντικείμενο αίτημα δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (στο εξής: δικαιώματα εκπομπής) σε εγκατάσταση επεξεργασίας φυσικού αερίου, η οποία ασκεί, μεταξύ άλλων, δραστηριότητα ανάκτησης θείου, στο πλαίσιο της οποίας παράγει, διά της καύσεως καυσίμων, ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα, εκπέμποντας διοξείδιο του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2003/87
|
3 |
Η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2003/87 έχει ως εξής: «Κατά την κατανομή δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα μείωσης των εκπομπών μέσω των δραστηριοτήτων βιομηχανικής διεργασίας.» |
|
4 |
Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής επιγράφεται «Σκοπός» και ορίζει τα εξής: «Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας («κοινοτικό σύστημα») προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό. […]» |
|
5 |
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, υπό τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής: «Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εκπομπές από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και στα αέρια θερμοκηπίου που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ.» |
|
6 |
Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: […]
[…]
|
|
7 |
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, το οποίο επιγράφεται «Πλειστηριασμός δικαιωμάτων», ορίζει τα εξής: «Από το 2013 και μετά, τα κράτη μέλη θέτουν σε πλειστηριασμό όλα τα δικαιώματα τα οποία δεν κατανέμονται δωρεάν σύμφωνα με το άρθρο 10α και 10γ. […]» |
|
8 |
Το άρθρο 10α της οδηγίας αυτής, υπό τον τίτλο «Μεταβατικοί κοινοτικοί κανόνες για εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή», προβλέπει τα εξής: «1. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή πρέπει να υιοθετήσει πλήρως εναρμονισμένα μέτρα εφαρμογής που θα ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα για την κατανομή των δικαιωμάτων […] […] Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καθορίζουν, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, κοινοτικής εμβέλειας εκ των προτέρων δείκτες αναφοράς, ούτως ώστε να διασφαλίσουν ότι η κατανομή πραγματοποιείται κατά τρόπο που παρέχει κίνητρα για μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και τεχνικές αποδοτικές, λαμβάνοντας υπόψη τις αποδοτικότερες τεχνικές, υποκατάστατα, εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής, υψηλής απόδοσης συμπαραγωγή ενεργείας, αποδοτική ανάκτηση ενεργείας από απαέρια, χρήση βιομάζας και δέσμευση και αποθήκευση του CO2, όπου διατίθενται τέτοιου είδους εγκαταστάσεις, καθώς και ότι δεν παρέχουν κίνητρα για αύξηση των εκπομπών. Δεν πραγματοποιείται δωρεάν κατανομή σε κανέναν παραγωγό ηλεκτρικής ενεργείας, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 10γ και για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από απαέρια. […] 3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 8, και παρά το άρθρο 10γ, δεν παρέχεται δωρεάν κατανομή σε παραγωγούς [ηλεκτρικής ενέργειας], σε εγκαταστάσεις δέσμευσης, σε αγωγούς μεταφοράς ή σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης CO2. 4. Δωρεάν κατανομή παρέχεται στην αστική τηλεθέρμανση καθώς και στη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης όπως ορίζεται στην οδηγία 2004/8/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας και για την τροποποίηση της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 52, σ. 50)], για την οικονομικώς δικαιολογημένη ζήτηση, όσον αφορά την παραγωγή θέρμανσης ή ψύξης. Κάθε έτος μετά το 2013, η συνολική κατανομή σε τέτοιες εγκαταστάσεις παραγωγής θερμότητας προσαρμόζεται βάσει του γραμμικού συντελεστή που αναφέρεται στο άρθρο 9. 5. Η μέγιστη ετήσια ποσότητα δικαιωμάτων που συνιστά τη βάση υπολογισμού των κατανομών σε εγκαταστάσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την παράγραφο 3 και δεν είναι νεοεισερχόμενες, δεν υπερβαίνει:
Όταν είναι αναγκαίο, εφαρμόζεται ένας ενιαίος διατομεακός διορθωτικός συντελεστής. […] 7. […] Δεν προβλέπεται δωρεάν κατανομή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας από νεοεισερχόμενους. […] 8. Ποσό δικαιωμάτων έως 300 εκατ. από το απόθεμα για τους νεοεισερχόμενους διατίθεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015, προκειμένου να συμβάλει στην τόνωση της κατασκευής και λειτουργίας μέχρι και 12 εμπορικών έργων επίδειξης που αποσκοπούν στην περιβαλλοντικά ασφαλή δέσμευση και γεωλογική αποθήκευση (CCS) CO2, καθώς και σε έργα επίδειξης για τις καινοτόμες τεχνολογίες ανανεώσιμης ενεργείας, στην επικράτεια της ΕΕ. Τα δικαιώματα διατίθενται για τη στήριξη έργων επίδειξης που συμβάλλουν στην ανάπτυξη σε γεωγραφικά ισορροπημένες τοποθεσίες, ενός ευρέος φάσματος δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 και καινοτόμων τεχνολογιών ανανέωσης της ενεργείας που δεν είναι ακόμη εμπορικά βιώσιμες. Η επιβράβευσή τους εξαρτάται από τη διακριβωμένη αποφυγή εκπομπών CO2. […] 11. Με την επιφύλαξη του άρθρου 10β, η ποσότητα των δωρεάν κατανεμητέων δικαιωμάτων δυνάμει των παραγράφων 4 έως 7 του παρόντος άρθρου για το 2013 αντιστοιχεί σε 80 % της ποσότητας που καθορίζεται σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Στη συνέχεια, η δωρεάν κατανομή μειώνεται ισόποσα ετησίως έως ότου φτάσει στο 30 % το 2020 με στόχο να καταστεί μηδενική το 2027. 12. Με την επιφύλαξη του άρθρου 10β, από το 2013 και κάθε επόμενο έτος μέχρι το 2020, για εγκαταστάσεις σε τομείς ή επιμέρους τομείς που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα προβλέπεται η δωρεάν κατανομή, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δικαιωμάτων σε ποσοστό 100 τοις εκατό της ποσότητας που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1. […] 14. Για τον προσδιορισμό των κλάδων και επιμέρους κλάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 12, η Επιτροπή αξιολογεί, σε κοινοτικό επίπεδο, τον βαθμό στον οποίο είναι εφικτό για τον ενδιαφερόμενο κλάδο ή επιμέρους κλάδο, στο αντίστοιχο επίπεδο διαχωρισμού, να μετακυλίσει το άμεσο κόστος των απαιτούμενων δικαιωμάτων και το έμμεσο κόστος λόγω των υψηλότερων τιμών ηλεκτρικής ενεργείας που απορρέουν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, στις τιμές των προϊόντων χωρίς σημαντική υποχώρηση του μεριδίου αγοράς του προς όφελος εξωκοινοτικών εγκαταστάσεων. […] […]» |
|
9 |
Σύμφωνα με το άρθρο 10γ της οδηγίας 2003/87, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, εφόσον υποβάλουν σχετικό αίτημα στην Επιτροπή, να χορηγήσουν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
10 |
Το παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον τίτλο του, πίνακα με τις κατηγορίες δραστηριοτήτων στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία. Στις δραστηριότητες αυτές συγκαταλέγεται η «καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 20 [μεγαβάτ, στο εξής: MW] (εξαιρουμένων των μονάδων αποτέφρωσης επικίνδυνων ή αστικών αποβλήτων)». |
|
11 |
Το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, με τίτλο «Αέρια θερμοκηπίου που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 30», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το CO2. |
Η οδηγία 2009/29
|
12 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 15 και 19 της οδηγίας 2009/29 έχουν ως εξής:
[…]
|
Η απόφαση 2011/278
|
13 |
H αιτιολογική σκέψη 31 της απόφασης 2011/278 έχει ως εξής: «Δεδομένου ότι ο πλειστηριασμός του συνόλου των δικαιωμάτων αναμένεται να αποτελεί τον κανόνα από το 2013 και έπειτα για τον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητά του να μετακυλίει το αυξημένο κόστος του [CO2], και ότι δεν πρέπει να κατανεμηθούν δικαιώματα δωρεάν για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με εξαίρεση τη μεταβατική δωρεάν κατανομή για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από απαέρια, η παρούσα απόφαση δεν πρέπει να καλύπτει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για παραγωγή ή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. […]» |
|
14 |
Το άρθρο 3 της απόφασης αυτής προβλέπει τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: […]
[…]
[…]». |
|
15 |
Το άρθρο 6 της εν λόγω απόφασης, με τίτλο «Διαίρεση σε υποεγκαταστάσεις», προβλέπει τα εξής: «1. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη διαιρούν κάθε εγκατάσταση που είναι επιλέξιμη για δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής βάσει του άρθρου 10α της οδηγίας [2003/87] σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υποεγκαταστάσεις, όπως απαιτείται:
[…]» |
|
16 |
Το άρθρο 10 της απόφασης 2011/278, με τίτλο «Κατανομή σε επίπεδο εγκατάστασης», ορίζει τα εξής: «1. Βάσει των δεδομένων που έχουν συλλεχθεί σύμφωνα με το άρθρο 7, τα κράτη μέλη υπολογίζουν, για κάθε έτος, τον αριθμό των δικαιωμάτων εκπομπής που κατανέμονται δωρεάν, από το 2013 και έπειτα, σε κάθε κατεστημένη εγκατάσταση στην επικράτειά τους σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 8. 2. Για τον υπολογισμό αυτό, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν πρώτα τον προκαταρκτικό ετήσιο αριθμό δικαιωμάτων εκπομπής που κατανέμονται δωρεάν για κάθε υποεγκατάσταση χωριστά ως εξής: […]
[…]». |
Ο κανονισμός 601/2012
|
17 |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 601/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 181, σ. 30), ορίζει, στο άρθρο 3, σημείο 40, το «εγγενές CO2» ως «το CO2 που αποτελεί μέρος καυσίμου». |
|
18 |
Το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής: «Το εγγενές CO2 που μεταφέρεται σε εγκατάσταση, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που περιέχεται στο φυσικό αέριο ή σε απαέρια, μεταξύ των οποίων αέριο υψικαμίνου ή αέριο κλιβάνου οπτανθρακοποίησης, περιλαμβάνεται στον συντελεστή εκπομπών για το καύσιμο αυτό.» |
Το γερμανικό δίκαιο
|
19 |
Το άρθρο 9 του Treibhausgas‑Emissionshandelsgesetz (νόμου περί εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου), της 21ης Ιουλίου 2011 (BGBl. 2011 I, σ. 1475, στο εξής: TEHG), έχει ως εξής: (1) Οι φορείς εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στο άρθρο 10α […] της οδηγίας 2003/87 […] όπως έχει τροποποιηθεί, και στην απόφαση 2011/278 […]. […] (6) Η τελική ποσότητα προς κατανομή για την εγκατάσταση αντιστοιχεί στο γινόμενο της υπολογισθείσας με βάση τις παραγράφους 1 έως 5 προκαταρκτικής ποσότητας που έχει κατανεμηθεί στην εγκατάσταση επί τον διατομεακό διορθωτικό συντελεστή που ορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, των ενιαίων κανόνων κατανομής της Ε.Ε. Κατά την κατανομή δικαιωμάτων για την θερμότητα που παράγεται από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόζεται, αντί του αναφερόμενου στην πρώτη περίοδο διορθωτικού συντελεστή, ο γραμμικός συντελεστής σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 4, της οδηγίας [2003/87], με βάση τον προκαταρκτικό ετήσιο αριθμό δικαιωμάτων, που πρόκειται να κατανεμηθούν δωρεάν για το έτος 2013 στον εν λόγω παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας.» |
|
20 |
Αφενός, κατά το σημείο 1 του μέρους 2 του παραρτήματος 1 του TEHG, με τίτλο «Δραστηριότητες», μεταξύ των εγκαταστάσεων των οποίων οι εκπομπές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου, καταλέγονται οι «μονάδες καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική κατανάλωση ανά εγκατάσταση άνω των 20 MW, εκτός εάν καλύπτονται από ένα από τα ακόλουθα σημεία». Αφετέρου, στα σημεία 2 έως 4 του μέρους 2 του παραρτήματος αυτού απαριθμούνται διάφορα είδη «εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ατμού, θεσμού ύδατος, βιομηχανικής θερμότητας ή θερμών καυσαερίων», των οποίων οι εκπομπές επίσης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του TEHG. |
|
21 |
Κατά το άρθρο 2, σημείο 21, της Verordnung über die Zuteilung von Treibhausgas‑Emissionsberechtigungen in der Handelsperiode 2013 bis 2020 (κανονιστικής πράξης για την κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου κατά την περίοδο εμπορίας 2013 έως 2020), της 26ης Σεπτεμβρίου 2011 (BGBl. I 2011, σ. 1921, στο εξής: ZuV 2020), ως «παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας» ορίζεται κάθε «εγκατάσταση η οποία μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004 παρήγαγε και πώλησε ηλεκτρική ενέργεια σε τρίτους και στην οποία ασκείται αποκλειστικά μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα 1, μέρος 2, σημεία 1 έως 4, [του TEHG]». |
|
22 |
Οι ορισμοί των εννοιών «υποεγκατάσταση εκπομπών διεργασίας» και «υποεγκατάσταση δείκτη αναφοράς θερμότητας» στα σημεία 29 και 30 του άρθρου 2 της ZuV 2020 έχουν περιεχόμενο αντίστοιχο με εκείνο των ορισμών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3, στοιχεία ηʹ και γʹ, της απόφασης 2011/278. Ειδικότερα, το άρθρο 2, σημείο 29, στοιχείο b, περίπτωση ee, της ZuV 2020 αντιστοιχεί στο άρθρο 3, στοιχείο ηʹ, περίπτωση v, της απόφασης 2011/278. |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
23 |
Η ExxonMobil λειτουργούσε έως το τέλος του 2013 εγκατάσταση επεξεργασίας φυσικού αερίου στο Steyerberg (Γερμανία) (στο εξής: επίμαχη εγκατάσταση). Η εγκατάσταση αυτή αποτελείτο από συστήματα αποθείωσης και αφυδάτωσης του φυσικού αερίου, συστήματα ανάκτησης θείου, τα οποία ονομάζονται «συστήματα Claus», συστήματα αφαίρεσης των αέριων υπολειμμάτων, καθώς και πρόσθετα συστήματα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν ατμολέβητας, κινητήρας αερίου, πυρσοί καύσης έκτακτης ανάγκης, καθώς και ατμοηλεκτρικός σταθμός. |
|
24 |
Ο εν λόγω θερμοηλεκτρικός σταθμός ήταν συνδεδεμένος με το δημόσιο δίκτυο διανομής, στο οποίο διοχέτευε μικρές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, προς διασφάλιση της διαρκούς τροφοδοσίας της εγκατάστασης με ηλεκτρική ενέργεια σε περίπτωση βλάβης των συστημάτων Claus, η οποία θα συνεπαγόταν απώλεια ορισμένων ποσοτήτων ατμού. Από το ηλεκτρικό ισοζύγιο, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή, την εισαγωγή, την εξαγωγή και την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην επίμαχη εγκατάσταση για τα έτη 2005 έως 2010, προκύπτει ότι σε ορισμένα από τα έτη αυτά η εγκατάσταση κατανάλωσε περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από αυτήν που παρήγαγε. |
|
25 |
Με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2014, η Deutsche Emissionshandelsstelle (γερμανική υπηρεσία εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, στο εξής: DEHSt) κατένειμε δωρεάν στην ExxonMobil για την περίοδο εμπορίας που εκτείνεται από το 2013 έως το 2020 1179523 δικαιώματα εκπομπής. Η κατανομή αυτή έγινε κατ’ εφαρμογήν, εν μέρει, του δείκτη αναφοράς θερμότητας και, εν μέρει, του δείκτη αναφοράς καυσίμου. Για τον υπολογισμό της εν λόγω κατανομής, συνεκτιμήθηκε επίσης η ύπαρξη κινδύνου διαρροής άνθρακα στον εν λόγω τομέα. Αντιθέτως, η DEHSt αρνήθηκε να χορηγήσει στην ExxonMobil τα πρόσθετα δικαιώματα εκπομπής που αυτή ζητούσε για τις εκπομπές διεργασίας. Με απόφαση της ίδιας ημέρας, η DEHSt ανακάλεσε την απόφαση κατανομής, με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2014, λόγω της παύσης της εν λόγω δραστηριότητας της ExxonMobil από την ημερομηνία αυτή. Η ανάκληση της απόφασης δεν αμφισβητείται. |
|
26 |
Με απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2016, η DEHSt απέρριψε τη διοικητική ένσταση που είχε ασκήσει η ExxonMobil σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός της για δωρεάν κατανομή πρόσθετων δικαιωμάτων για τις εκπομπές διεργασίας για το 2013. |
|
27 |
Από την αιτιολογία που παραθέτει η DEHSt προς στήριξη της τελευταίας αυτής απόφασής της προκύπτει ότι το προαναφερθέν αίτημα χορήγησης δικαιωμάτων για τις εκπομπές διεργασίας αφορούσε την εκπομπή του CO2 που αποτελεί φυσικό συστατικό του φυσικού αερίου, δηλαδή «εγγενούς CO2», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 40, του κανονισμού 601/2012, εκπομπή η οποία συντελείται κατόπιν της διεργασίας που πραγματοποιείται στα συστήματα Claus (στο εξής: διεργασία Claus). Η διεργασία Claus αποτελεί εξώθερμη χημική αντίδραση διά της οποίας το υδρόθειο (H2S) μετατρέπεται σε στοιχειακό θείο. Η θερμότητα που παράγεται κατά τη διάρκεια αυτής της αντίδρασης συλλέγεται από λέβητες ανάκτησης και κατόπιν χρησιμοποιείται στην επίμαχη εγκατάσταση. Η χρήση της θερμότητας αυτής έχει ως αποτέλεσμα τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογήν του δείκτη αναφοράς θερμότητας. Κατά το πέρας της διεργασίας Claus, το εγγενές CO2 απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα μέσω καπνοδόχου. Η διεργασία αυτή δεν παράγει άλλο CO2, πέραν του εκ φύσεως περιλαμβανόμενου στο φυσικό αέριο. |
|
28 |
Η DEHSt εκτίμησε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν ήταν δυνατόν να κατανεμηθούν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής, λόγω «υποεγκατάστασης εκπομπών διεργασίας», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2, σημείο 29, στοιχείο b, περίπτωση ee, της ZuV 2020, με την οποία μεταφέρεται στο γερμανικό δίκαιο το άρθρο 3, στοιχείο ηʹ, περίπτωση v, της απόφασης 2011/78. Κατά τη γνώμη της DEHSt, δεν πληρούνταν η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές προϋπόθεση να είναι οι εκπομπές αποτέλεσμα της χρήσης πρώτης ύλης που περιέχει άνθρακα. Συγκεκριμένα, η DEHSt θεωρεί ότι οι εκπομπές εγγενούς CO2 δεν είναι αποτέλεσμα της διεργασίας Claus, διότι το CO2 δεν μετέχει ούτε είναι απαραίτητο για τη χημική αντίδραση που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της εν λόγω διεργασίας. Κατά τη DEHSt, την πρώτη ύλη για την παραγωγή θείου αποτελούσε μόνον το H2S, το δε CO2 πρέπει να θεωρηθεί απλώς συνοδό αέριο του H2S. |
|
29 |
Στις 10 Μαρτίου 2016, η ExxonMobil άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικού δικαστηρίου Βερολίνου, Γερμανία), προσφυγή κατά της απόφασης της DEHSt της 12ης Φεβρουαρίου 2016. |
|
30 |
Με την προσφυγή αυτή, η ExxonMobil διεκδικεί τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για υποεγκατάσταση εκπομπών διεργασίας για το 2013, υποστηρίζοντας ότι οι εκπομπές CO2 που προκύπτουν κατά την παραγωγή θείου είναι αποτέλεσμα της χρήσης πρώτης ύλης που περιέχει άνθρακα υπό μορφή CO2. Κατά την ExxonMobil, η πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται για την παραγωγή θείου δεν είναι το H2S, αλλά το όξινο αέριο, το οποίο περιέχει, εκτός του H2S, μεθάνιο (CH4), CO2 και υδρατμούς. Αν δεν χρησιμοποιούνταν το όξινο αέριο κατά τη διεργασία Claus, δεν θα απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα το εγγενές CO2 που ενυπάρχει εκ φύσεως στο φυσικό αέριο. Εξάλλου, η εξαγωγή CO2 από το φυσικό αέριο μέσω της διεργασίας αυτής είναι αναγκαία για τη λήψη καθαρού θείου από το αέριο αυτό. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το CO2 υπάρχει εξαρχής στην πρώτη ύλη και δεν μετέχει στη χημική αντίδραση. Οι εν λόγω εκπομπές CO2 δεν θα μπορούσαν, άλλωστε, να αποφευχθούν ούτε με την αλλαγή καυσίμου ούτε με τη χρήση αποτελεσματικότερων τεχνικών. |
|
31 |
Εξάλλου, η ExxonMobil υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι τα δικαιώματα εκπομπής κατανεμήθηκαν κατ’ εφαρμογήν του δείκτη αναφοράς θερμότητας, για τη μετρήσιμη θερμότητα που παράγεται στην επίμαχη εγκατάσταση ως παράπλευρη συνέπεια της χημικής αντίδρασης που χαρακτηρίζει τη διεργασία Claus, δεν εμποδίζει τη ζητηθείσα κατανομή πρόσθετων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο έκρινε πράγματι, με την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ. (C‑180/15, EU:C:2016:647), ότι η κατανομή βάσει δείκτη αναφοράς προϊόντος υπερέχει σε σχέση με τις τρεις εφεδρικές επιλογές κατανομής, δηλαδή τις κατανομές βάσει δείκτη αναφοράς θερμότητας, δείκτη αναφοράς καυσίμου και εκπομπών διεργασίας, πλην όμως δεν υπάρχει ιεράρχηση μεταξύ των τριών αυτών επιλογών. |
|
32 |
Η DEHSt προβάλλει, για πρώτη φορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι η παραγωγή θείου δεν αποτελεί δραστηριότητα υποκείμενη στην υποχρέωση εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής και ότι η επίμαχη εγκατάσταση έπρεπε να χαρακτηριστεί «παραγωγός ηλεκτρική ενέργειας», διότι, αφενός, παρήγαγε ηλεκτρική ενέργεια την οποία πωλούσε σε τρίτους μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004 και, αφετέρου, ασκούσε μόνον τη δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων», κατά την έννοια του παραρτήματος 1, μέρος 2, σημεία 1 έως 4, του TEHG. Κατά την DEHSt, η ExxonMobil έλαβε, κατόπιν αιτήματός της, δικαιώματα εκπομπής προοριζόμενα για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία μειώθηκαν κατ’ εφαρμογήν του γραμμικού συντελεστή που ισχύει ως προς αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 6, του TEHG. Ωστόσο, η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας επιτρέπεται μόνον υπό τους όρους του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87. |
|
33 |
Κατά τη γνώμη της DΕHSt, ένα προϊόν όπως το θείο, για το οποίο δεν υφίσταται υποχρέωση εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό το πλαίσιο, καθώς τούτο θα συνεπαγόταν παράνομη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του συστήματος εμπορίας. Η κατανομή δικαιωμάτων βάσει των εκπομπών διεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 29, στοιχείο b, της ZuV 2020, είναι δυνατή μόνον εφόσον οι σχετικοί με τη θερμότητα κανόνες κατανομής προβλέπουν επίσης κατανομή για εκπομπές διεργασίας. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Εξάλλου, από την αίτηση κατανομής της ExxonMobil προκύπτει ότι η χημική αντίδραση που προκύπτει από τη διεργασία Claus δεν παράγει εκπομπές CO2. Συγκεκριμένα, για τη διεργασία αυτή δεν χρησιμοποιείται πρώτη ύλη που περιέχει άνθρακα, διότι ο άνθρακας δεν μετέχει ούτε στη διεργασία ούτε στη χημική αντίδραση. |
|
34 |
Κατά τα λοιπά, η DEHSt αμφισβητεί τη θέση της ExxonMobil ότι οι επίμαχες εκπομπές ήταν αναπόφευκτες. Υποστηρίζει, ακόμη, ότι υπάρχει ιεράρχηση μεταξύ των στοιχείων κατανομής, ήτοι, κατά σειρά, του δείκτη αναφοράς θερμότητας, του δείκτη αναφοράς καυσίμου και των εκπομπών διεργασίας. |
|
35 |
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, καταρχάς, εάν η επίμαχη εγκατάσταση πρέπει να χαρακτηριστεί ως «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στην ExxonMobil βάσει των δεικτών θερμότητας και καυσίμου θα ήταν, καταρχήν, παράνομη. Τούτο διότι η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας επιτρέπεται μόνον στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10α, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, καθώς και στο άρθρο 10α, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2003/87, οι οποίες αφορούν, κατ’ ουσίαν, την καύση απαερίων, την τηλεθέρμανση και τη συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης. Ωστόσο, η διεργασία Claus δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές. |
|
36 |
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η έννοια του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]» πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, διότι το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 έχει ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που αντιστοιχεί στο πνεύμα και τον σκοπό της οδηγίας. Εν προκειμένω, δεν είναι άλλωστε βέβαιον ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στην επίμαχη εγκατάσταση προορίζεται για «πώληση σε τρίτους» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ηλεκτρική ενέργεια προορίζεται ως επί το πλείστον για κατανάλωση εντός της εγκατάστασης αυτής, η οποία συνδέεται με το εθνικό δίκτυο αποκλειστικά και μόνον προς διασφάλιση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση βλάβης της εγκατάστασης. |
|
37 |
Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας» θα συνεπαγόταν τη διαφορετική μεταχείριση μιας εγκατάστασης όπως η επίμαχη, η οποία χαρακτηρίζεται ως «παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας», σε σχέση με εγκατάσταση η οποία επίσης παράγει ηλεκτρική ενέργεια, αλλά στην οποία ασκείται, πέραν της προβλεπόμενης στο παράρτημα 1, μέρος 2, σημεία 1 έως 4, του TEHG δραστηριότητας της «καύσης καυσίμων», και άλλη δραστηριότητα υποκείμενη στην υποχρέωση εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, καθώς η εν λόγω εγκατάσταση δεν χαρακτηρίζεται ως «παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας». Πάντως, η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται, καθώς καμία από τις δύο αυτές κατηγορίες εγκαταστάσεων δεν εμπίπτει στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την «κλασική» του όρου έννοια, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 31 της απόφασης 2011/278. |
|
38 |
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί, συνεπώς, ότι η έννοια του «παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας» πρέπει να καλύπτει μόνον τις εγκαταστάσεις που παράγουν και πωλούν ηλεκτρική ενέργεια σε τρίτους και οι οποίες ασκούν αποκλειστικά τη δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων», εξαιρουμένης κάθε άλλης δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του αν αυτή περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του TEHG. |
|
39 |
Περαιτέρω, εφόσον δεν γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τη δυνατότητα υπέρβασης των περιορισμών που απορρέουν από την οδηγία 2003/87 όσον αφορά τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας βάσει του ορισμού της έννοιας της «υποεγκατάστασης δείκτη αναφοράς θερμότητας» του άρθρου 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278, ο οποίος δεν περιέχει τέτοιους περιορισμούς. |
|
40 |
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν οι εκπομπές που προκύπτουν από τη διεργασία Claus συνεπάγονται τη δυνατότητα δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για «υποεγκατάσταση εκπομπών διεργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ηʹ, της ως άνω απόφασης. Δεδομένου ότι για τη θερμότητα που παράγεται από τη διεργασία αυτή μπορούν να χορηγηθούν δικαιώματα κατ’ εφαρμογήν του δείκτη αναφοράς θερμότητας, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν υπάρχει κάποια ιεράρχηση μεταξύ των δύο αυτών μορφών κατανομής δικαιωμάτων. |
|
41 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Berlin (διοικητικό πρωτοδικείο Βερολίνου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
42 |
Με τα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν και κατά πόσον μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ασκεί δραστηριότητες αποθείωσης και ανάκτησης του θείου με τη διεργασία Claus, δικαιούται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για το CO2 που εκπέμπεται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων αυτών για την περίοδο εμπορίας που εκτείνεται από το 2013 έως το 2020. |
|
43 |
Τα ερωτήματα αυτά βασίζονται, συνεπώς, στην παραδοχή που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο στην απόφαση περί παραπομπής ότι μια τέτοια εγκατάσταση εμπίπτει στο σύστημα εμπορίας εκπομπών που θεσπίστηκε με την οδηγία 2003/87. |
|
44 |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η ExxonMobil και η Επιτροπή αμφισβήτησαν την παραδοχή αυτή, υποστηρίζοντας ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο σύστημα εμπορίας, δεδομένου ότι το CO2 που εκπέμπει έχει εγγενή χαρακτήρα, λαμβανομένου υπόψη ότι το συγκεκριμένο αέριο του θερμοκηπίου ενυπάρχει εκ φύσεως στην πρώτη ύλη, εν προκειμένω στο όξινο αέριο το οποίο επεξεργάζεται η εγκατάσταση αυτή. |
|
45 |
Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, η απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα θα ήταν άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα είχε υποθετικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής προβλέπεται μόνο για τις εγκαταστάσεις των οποίων οι δραστηριότητες εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/87, στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland,C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 68). |
|
46 |
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί εάν μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87 και εάν, ως εκ τούτου, υπάγεται στο θεσπιζόμενο από την οδηγία αυτή σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής. |
|
47 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, το οποίο ορίζει το πεδίο εφαρμογής της, η οδηγία εφαρμόζεται στις «εκπομπές» των αερίων του θερμοκηπίου οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου του CO2, και προέρχονται «από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι» της οδηγίας (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2016, Vattenfall Europe Generation, C‑457/15, EU:C:2016:613, σκέψη 28, της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψεις 42, 45 και 46, καθώς και της 17ης Μαΐου 2018, Evonik Degussa, C‑229/17, EU:C:2018:323, σκέψη 31), το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις εκπομπές CO2, την καύση καυσίμων σε εγκατάσταση με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω. |
|
48 |
Κατά το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/87, «εκπομπές», κατά την έννοια της οδηγίας, είναι η απελευθέρωση αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα από πηγές μιας εγκατάστασης. |
|
49 |
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ασκεί δραστηριότητα «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω», κατά την έννοια του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87, δεδομένου ότι τόσο η αντίδραση θερμικής οξείδωσης την οποία υφίσταται το H2S κατά τη διεργασία Claus όσο και η μεταγενέστερη διεργασία μετάκαυσης των αερίων που προέρχονται από τα συστήματα Claus, την οποία ανέφερε η Γερμανική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αποτελούν τέτοια δραστηριότητα, υπό το πρίσμα του άρθρου 3, στοιχείο κʹ, της οδηγίας αυτής. |
|
50 |
Εξάλλου, από τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν από τους ενδιαφερομένους που υπέβαλαν παρατηρήσεις ή παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων» παράγει «εκπομπές», εν προκειμένω CO2, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/87, καθώς η συγκεκριμένη εγκατάσταση, μέσω των συστημάτων που την αποτελούν, απελευθερώνει το εν λόγω αέριο του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. |
|
51 |
Είναι γεγονός ότι, όπως τόνισαν η ExxonMobil και η Επιτροπή, το CO2 που εκπέμπεται από την προαναφερθείσα δραστηριότητα καύσης καυσίμων αποτελεί «εγγενές CO2», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 40, του κανονισμού 601/2012, διότι το συγκεκριμένο αέριο του θερμοκηπίου ενυπάρχει εκ φύσεως στη σύνθεση του όξινου αερίου το οποίο επεξεργάζεται η επίμαχη στην κύρια δίκη εγκατάσταση. |
|
52 |
Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να εξαιρεθεί μια τέτοια εγκατάσταση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87. |
|
53 |
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 47 της παρούσας απόφασης και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 47 των προτάσεών του, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, του οποίου η διατύπωση είναι απολύτως σαφής ως προς το ζήτημα αυτό, ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται «στις εκπομπές από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι» αυτής, χωρίς να απαιτείται σε καμία περίπτωση να παράγεται το αέριο του θερμοκηπίου κατά τις δραστηριότητες αυτές. Ομοίως, το άρθρο 3, στοιχείο κʹ, της οδηγίας δεν περιορίζει την έννοια της «καύσης» αποκλειστικά στις αντιδράσεις οξείδωσης που παράγουν οι ίδιες αέριο του θερμοκηπίου. |
|
54 |
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τους κανόνες εποπτείας που θεσπίζει ο κανονισμός 601/2012. Συγκεκριμένα, το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ρητώς ότι το εγγενές CO2, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 40, του κανονισμού, πρέπει, εφόσον περιέχεται στο φυσικό αέριο, να συνυπολογίζεται στον συντελεστή εκπομπών για το καύσιμο αυτό. |
|
55 |
Η ερμηνεία αυτή είναι επίσης συμβατή με τον σκοπό της οδηγίας 2003/87, ο οποίος συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, στην προώθηση της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Απριλίου 2018, PPC Power, C‑302/17, EU:C:2018:245, σκέψη 18, και της 17ης Μαΐου 2018, Evonik Degussa, C‑229/17, EU:C:2018:323, σκέψη 41). |
|
56 |
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 8 της εν λόγω οδηγίας, η επίτευξη του σκοπού αυτού επιβάλλει την ένταξη, στο σύστημα αυτό, των δραστηριοτήτων που έχουν κάποια δυνατότητα μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (απόφαση της 17 Μαΐου 2018, Evonik Degussa, C‑229/17, EU:C:2018:323, σκέψη 42). |
|
57 |
Όπως, όμως, προκύπτει από τα υποστηριχθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και αν το CO2 ενυπάρχει στη σύσταση του όξινου αερίου, η δραστηριότητα της καύσης καυσίμων την οποία ασκεί μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, με σκοπό την αποθείωση του φυσικού αερίου και την ανάκτηση του θείου με τη διεργασία Claus, έχει κάποια δυνατότητα μείωσης των εκπομπών CO2, διότι η περιεκτικότητα του όξινου αερίου σε CO2 μπορεί να διαφέρει από κοίτασμα σε κοίτασμα. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η ExxonMobil, δεν έχει σημασία, ως προς το ζήτημα αυτό, το γεγονός ότι η περιεκτικότητα αυτή δεν μπορεί πάντα να προβλεφθεί. |
|
58 |
Επομένως, μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/87 και υπάγεται, ως εκ τούτου, στο θεσπιζόμενο από αυτήν σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, χωρίς να έχει σημασία το εάν το CO2 που παράγεται από την εγκατάσταση ενυπάρχει εκ φύσεως στην πρώτη ύλη την οποία επεξεργάζεται η εγκατάσταση. |
|
59 |
Συνεπώς, επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου. |
Επί του πρώτου ερωτήματος
|
60 |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν το άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 έχει την έννοια ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία παράγει, στο πλαίσιο της δραστηριότητας της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική κατανάλωση άνω των 20 MW», κατά την έννοια του παραρτήματος I της οδηγίας, ηλεκτρική ενέργεια προοριζόμενη ως επί το πλείστον να χρησιμοποιηθεί για ίδιες ανάγκες, πρέπει να θεωρείται «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον η εν λόγω εγκατάσταση, αφενός, ασκεί συγχρόνως δραστηριότητα παραγωγής προϊόντος που δεν προβλέπεται από το παράρτημα αυτό και, αφετέρου, διοχετεύει παγίως, έναντι αμοιβής, πολύ μικρό μέρος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο δημόσιο δίκτυο, με το οποίο η εγκατάσταση πρέπει να είναι διαρκώς συνδεδεμένη για τεχνικούς λόγους. |
|
61 |
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό υποβάλλεται για να διαπιστωθεί εάν, εν προκειμένω, η επίμαχη στην κύρια δίκη εγκατάσταση δικαιούται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τις εκπομπές CO2 από την προαναφερθείσα δραστηριότητα της καύσης καυσίμων, η οποία ασκείται με σκοπό την αποθείωση του φυσικού αερίου και την ανάκτηση του θείου με τη διεργασία Claus. |
|
62 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο της οδηγίας 2003/87 είναι η θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής το οποίο αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε τέτοιο επίπεδο ώστε να εμποδίζεται κάθε ανθρωπογενής διατάραξη του κλιματικού συστήματος και του οποίου ο τελικός σκοπός είναι η προστασία του περιβάλλοντος (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2017, ArcelorMittal Rodange και Schifflange, C‑321/15, EU:C:2017:179, σκέψη 24, της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 26, καθώς και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 39). |
|
63 |
Το σύστημα αυτό στηρίζεται σε μια οικονομικού χαρακτήρα λογική, η οποία παρακινεί κάθε μετέχοντα σε αυτό να εκπέμπει ποσότητα αερίων θερμοκηπίου μικρότερη από εκείνη που αντιστοιχεί στα δικαιώματα που του είχαν αρχικώς χορηγηθεί, προκειμένου να μεταβιβάσει το πλεόνασμα σε άλλον μετέχοντα ο οποίος έχει παραγάγει ποσότητα εκπομπών υπερβαίνουσα τα χορηγηθέντα σε αυτόν δικαιώματα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2017, ArcelorMittal Rodange και Schifflange, C‑321/15, EU:C:2017:179, σκέψη 22, της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 27, καθώς και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 40) |
|
64 |
Η οδηγία 2003/87 αποσκοπεί, συγκεκριμένα, στη μείωση, έως το 2020, των συνολικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ένωσης κατά τουλάχιστον 20 % σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, κατά τρόπο οικονομικώς αποδοτικό (αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, E.ON Kraftwerke, C‑461/15, EU:C:2016:648, σκέψη 23, της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 28, και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 41). |
|
65 |
Προς τούτο, με το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87 θεσπίστηκε ένα μεταβατικό σύστημα, το οποίο, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο απώλειας της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων λόγω της καθιέρωσης του συστήματος εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπής (πρβλ., ιδίως, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2015, ŠKO‑Energo, C‑43/14, EU:C:2015:120, σκέψη 28, και της 12ης Απριλίου 2018, PPC Power, C‑302/17, EU:C:2018:245, σκέψη 20), προβλέπει για τις εγκαταστάσεις σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, των οποίων η ποσότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 11 της διάταξης αυτής, μειώνεται σταδιακά κατά την περίοδο εμπορίας που εκτείνεται από το 2013 έως το 2020, με στόχο να καταστεί μηδενική το 2027 (αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, E.ON Kraftwerke, C‑461/15, EU:C:2016:648, σκέψη 24, της 26ης Οκτωβρίου 2016, Yara Suomi κ.λπ., C‑506/14, EU:C:2016:799, σκέψη 46, της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 29, καθώς και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 67). |
|
66 |
Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87 και από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2009/29, η κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής, με απώτερο σκοπό τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, πρέπει να φτάσει σταδιακά να διενεργείται αποκλειστικά με βάση την αρχή του πλειστηριασμού, την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης θεωρεί εν γένει ως το αποδοτικότερο από οικονομική άποψη σύστημα. |
|
67 |
Κατά το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, δεν προβλέπεται δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σε «παραγωγούς [ηλεκτρικής ενέργειας]», εκτός εάν αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 4 και 8 του άρθρου αυτού, οι οποίες αφορούν, η μεν πρώτη, την παραγωγή θερμότητας ή ψύξης, εφόσον είτε προορίζεται για υπηρεσίες τηλεθέρμανσης είτε παράγεται με συμπαραγωγή υψηλής αποδοτικότητας, κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 2004/8, η δε δεύτερη τους νεοεισερχομένους. Εξάλλου, το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 10γ, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
68 |
Συνεπώς, από το 2013, ο πλειστηριασμός των δικαιωμάτων εκπομπής έχει καταστεί ο κανόνας για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, η οποία έχει διατυπωθεί στις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 19 της οδηγίας 2009/29 (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2013, Iberdrola κ.λπ., C‑566/11, C‑567/11, C‑580/11, C‑591/11, C‑620/11 και C‑640/11, EU:C:2013:660, σκέψη 40, καθώς και της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψη 82). |
|
69 |
Επομένως, για να διαπιστωθεί κατά πόσον μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη αποκλείεται από τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, πρέπει να εξεταστεί εάν η εγκατάσταση αυτή πρέπει να θεωρείται «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια της οδηγίας. |
|
70 |
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η έννοια του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]» του άρθρου 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, ορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας. |
|
71 |
Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Länsförsäkringar Sak Försäkringsaktiebolag κ.λπ., C‑542/16, EU:C:2018:369, σκέψη 39). |
|
72 |
Από το άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 προκύπτει ότι μια εγκατάσταση η οποία, αφενός, παράγει ηλεκτρική ενέργεια «για πώληση σε τρίτους» οποτεδήποτε μετά την 1η Ιανουαρίου 2005 και στην οποία, αφετέρου, δεν ασκείται καμία από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας, πέραν της καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 20 MW, θεωρείται «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]» (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ., C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψη 33, καθώς και της 26ης Οκτωβρίου 2016, Yara Suomi κ.λπ., C‑506/14, EU:C:2016:799, σκέψη 23). |
|
73 |
Δεν αμφισβητείται ότι μια εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πληροί τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, η επίμαχη εγκατάσταση ασκεί δραστηριότητα «καύσης καυσίμων», κατά την έννοια του παραρτήματος αυτού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η εγκατάσταση δεν ασκεί καμία άλλη δραστηριότητα από τις απαριθμούμενες στο εν λόγω παράρτημα. Συγκεκριμένα, ούτε η παραγωγή θείου ούτε, εξάλλου, η επεξεργασία του φυσικού αερίου περιλαμβάνονται στις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα. |
|
74 |
Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, δηλαδή την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας «για πώληση σε τρίτους», διαπιστώνεται ότι από τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει επίσης ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εγκατάσταση πληροί και την προϋπόθεση αυτή, καθώς διοχετεύει παγίως στο δημόσιο δίκτυο, έναντι αμοιβής, μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει για ίδιες ανάγκες. |
|
75 |
Είναι γεγονός ότι, εν προκειμένω, σε τρίτους πωλείται μόνον ένα μικρό μέρος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η διοχέτευσή της στο δημόσιο δίκτυο γίνεται για τεχνικούς λόγους, προς εξασφάλιση της αδιάλειπτης τροφοδοσίας της επίμαχης στην κύρια δίκη εγκατάστασης με ηλεκτρική ενέργεια, σε περίπτωση βλάβης των συστημάτων Claus. |
|
76 |
Ωστόσο, από τη διατύπωση του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 δεν προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί μια εγκατάσταση ως «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», πρέπει η ενέργεια που παράγει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο, για τον εφοδιασμό τρίτων. |
|
77 |
Ειδικότερα, επισημαίνεται, συναφώς, ότι η εν λόγω διάταξη δεν εξαρτά την ιδιότητα του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από οποιοδήποτε όριο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του, η ιδιότητα αυτή αποδίδεται ανεξαρτήτως των κατά καιρούς διακυμάνσεων της σχέσης μεταξύ της ποσότητας της πωλούμενης ηλεκτρικής ενέργειας και της ποσότητας που παράγεται για ίδιες ανάγκες του οικείου παραγωγού. |
|
78 |
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, παρά το γεγονός ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγει προορίζεται ως επί το πλείστον για την κάλυψη ιδίων αναγκών, πληροί και την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, εφόσον πωλεί σε τρίτους μικρό έστω μέρος της παραγόμενης από αυτήν ηλεκτρικής ενέργειας, διά της διαρκούς διοχετεύσεως, έναντι αμοιβής, της εν λόγω ποσότητας της ηλεκτρικής ενέργειας στο δημόσιο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
79 |
Επομένως, από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 προκύπτει ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καθόσον από τις προβλεπόμενες στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 δραστηριότητες ασκεί μόνον τη δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω» και πωλεί μέρος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας σε τρίτους. |
|
80 |
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τον σκοπό της οδηγίας 2003/87, καθώς και από την όλη οικονομία της οδηγίας αυτής. |
|
81 |
Είναι γεγονός ότι, όπως επισήμανε η ExxonMobil με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η καταρχήν απαγόρευση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, θεσπίστηκε, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 15 και 19 της οδηγίας 2009/29, προκειμένου να εξαλειφθεί η δυνατότητα πραγματοποίησης υπερβολικών κερδών την οποία εκμεταλλεύονταν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2013, μετακυλίοντας, ελλείψει επαρκούς ανταγωνιστικής πίεσης, την αξία των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώνει ο καταναλωτής (πρβλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Iberdrola κ.λπ., C‑566/11, C‑567/11, C‑580/11, C‑591/11, C‑620/11 και C‑640/11, EU:C:2013:660, σκέψη 40). |
|
82 |
Ωστόσο, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, όπως προαναφέρθηκε στις σκέψεις 65 και 66 της παρούσας απόφασης, η προβλεπόμενη από το άρθρο 10α της οδηγίας 2003/87 δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής εντάσσεται σε ένα ειδικό καθεστώς μεταβατικών κανόνων, το οποίο παρεκκλίνει από την αρχή σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα εκπομπής πρέπει να κατανέμονται με τον μηχανισμό του πλειστηριασμού ο οποίος θεσπίζεται με το άρθρο 10 της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS, C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 36). |
|
83 |
Ο κανόνας του άρθρου 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, καθόσον συνεπάγεται την καταρχήν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στους «παραγωγούς [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα μηχανισμό πλειστηριασμού, αποκλειομένης της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, δεν μπορεί, συνεπώς, να ερμηνεύεται περιοριστικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, η έννοια του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]» στο άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ευρύ. |
|
84 |
Επισημαίνεται, ακόμη, ότι το άρθρο 10α, παράγραφοι 1, 3 και 5, της οδηγίας 2003/87 καθιερώνει τη διχοτομία στην οποία στηρίζονται οι διατάξεις της και η οποία συνίσταται στη διαφοροποίηση των καλυπτόμενων από την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού εγκαταστάσεων, στις οποίες συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι «παραγωγοί [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας, από τις λοιπές εγκαταστάσεις που παράγουν αέρια θερμοκηπίου, οι οποίες ονομάζονται γενικώς «βιομηχανικές εγκαταστάσεις» (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψη 70, καθώς και της 28ης Ιουλίου 2016, Vattenfall Europe Generation, C‑457/15, EU:C:2016:613, σκέψεις 40 και 41). |
|
85 |
Πάντως, η διαφοροποίηση αυτή των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στην έννοια του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]» του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 από τις λοιπές εγκαταστάσεις που παράγουν αέρια θερμοκηπίου επηρεάζει ευθέως τον υπολογισμό του «ενιαίου διατομεακού διορθωτικού συντελεστή», ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 10α, παράγραφος 5, της οδηγίας και του οποίου η εφαρμογή επί της υπολογιζόμενης από τα κράτη μέλη ετήσιας προκαταρκτικής ποσότητας δικαιωμάτων εκπομπής καθορίζει την ετήσια οριστική ποσότητα των δικαιωμάτων αυτών που τα κράτη μέλη μπορούν να κατανείμουν στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που τα δικαιούνται (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψη 71). |
|
86 |
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 10α, παράγραφος 5, της οδηγίας 2003/87, εφόσον η προκαταρκτική ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπής που κατανέμονται δωρεάν σε εγκαταστάσεις μη καλυπτόμενες από το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας υπερβαίνει το ανώτατο όριο που έχει επιβληθεί στη βιομηχανία και αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού μέγιστη ετήσια ποσότητα δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβαίνουν σε αναλογική μείωση της ως άνω προκαταρκτικής ποσότητας, εφαρμόζοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή «ενιαίο διατομεακό διορθωτικό συντελεστή», ο οποίος αντιστοιχεί στην αναλογία της προκαταρκτικής ποσότητας προς το προαναφερθέν ανώτατο όριο (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψεις 62 και 63, καθώς και της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 37). |
|
87 |
Όπως, όμως, προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 10α, παράγραφος 5, της οδηγίας 2003/87, οι εκπομπές των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του διορθωτικού συντελεστή, καθώς οι εκπομπές αυτές δεν συνυπολογίζονται στην καθοριζόμενη με την εν λόγω διάταξη μέγιστη ετήσια ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπής, η οποία περιλαμβάνει μόνον τις εκπομπές των «εγκαταστάσεων οι οποίες δεν καλύπτονται από την παράγραφο 3 [του άρθρου 10α]» (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψεις 64, 68, 72, 74, 75 και 83, καθώς και της 26ης Οκτωβρίου 2016, Yara Suomi κ.λπ., C‑506/14, EU:C:2016:799, σκέψεις 24, 26 και 32). |
|
88 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, εάν η απόδοση της ιδιότητας του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, εξαρτιόταν από το εάν οι πραγματοποιούμενες από μια εγκατάσταση πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν την κύρια ή μια παρεπόμενη δραστηριότητα της εγκατάστασης αυτής, ο καθορισμός του οριστικού ποσού των δικαιωμάτων εκπομπής που μπορούν να κατανεμηθούν δωρεάν στις επιλέξιμες εγκαταστάσεις θα στηριζόταν σε κριτήρια τα οποία δεν θα είχαν σαφές και προβλέψιμο περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να βλάψουν την ασφάλεια δικαίου, διότι θα υπήρχε ο κίνδυνος της εκ των υστέρων αμφισβήτησης της κατανομής των δικαιωμάτων εκπομπής. |
|
89 |
Η ExxonMobil προβάλλει, ωστόσο, ότι η ερμηνεία αυτή προσκρούει στη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι συνεπάγεται τη διαφορετική μεταχείριση της εγκατάστασης η οποία, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, από τις προβλεπόμενες στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 δραστηριότητες ασκεί μόνον εκείνη της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω» σε σχέση με την εγκατάσταση η οποία ασκεί τη δραστηριότητα αυτή και συγχρόνως ασκεί και άλλη δραστηριότητα από τις προβλεπόμενες στο παράρτημα αυτό. |
|
90 |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται όμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23, καθώς και της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Εσθονίας,C‑505/09 P, EU:C:2012:179, σκέψη 64). |
|
91 |
Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες από τις προβλεπόμενες στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 δραστηριότητες ασκούν μόνον τη δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω» δεν βρίσκονται σε όμοια κατάσταση, όσον αφορά το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, με τις εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες, εκτός της δραστηριότητας της καύσης καυσίμων, ασκούν και μία ή περισσότερες από τις λοιπές δραστηριότητες που προβλέπει το παράρτημα αυτό. |
|
92 |
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης, εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μόνον ως προς τις εκπομπές CO2 που παράγονται από μια τέτοια δραστηριότητα της καύσης καυσίμων. Επομένως, υπάγεται στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής μόνο για τη δραστηριότητα αυτή, αποκλειομένων των λοιπών δραστηριοτήτων που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Αντιθέτως, μια εγκατάσταση που ασκεί δραστηριότητα καύσης καυσίμων και συγχρόνως ασκεί μία ή περισσότερες από τις λοιπές δραστηριότητες που προβλέπει το παράρτημα αυτό υπάγεται στο σύστημα εμπορίας για το σύνολο των δραστηριοτήτων της που παράγουν εκπομπές CO2. Κατά συνέπεια, μολονότι αμφότερες οι εγκαταστάσεις παράγουν ηλεκτρική ενέργεια, εντούτοις μόνον η εγκατάσταση που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση και υπάγεται στο σύστημα εμπορίας για το σύνολο των εκπομπών της CO2 που παράγονται από τέτοιες δραστηριότητες δικαιούται να λάβει δωρεάν δικαιώματα εκπομπής, σε αντίθεση με την εγκατάσταση που εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση και, ως υποκείμενη στο σύστημα μόνο για τις εκπομπές CO2 από τη δραστηριότητα της καύσης καυσίμων, δεν δικαιούται τέτοια δικαιώματα. |
|
93 |
Τέλος, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η ExxonMobil, μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 δεν είναι ασύμβατη με την προσθήκη της άντλησης φυσικού αερίου στον κατάλογο του σημείου 1.4 του παραρτήματος της απόφασης 2010/2/ΕΕ της Επιτροπής, της24ης Δεκεμβρίου 2009, που προσδιορίζει, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87, κατάλογο τομέων και κλάδων οι οποίοι θεωρείται ότι εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα (ΕΕ 2010, L 1, σ. 10). |
|
94 |
Συγκεκριμένα, αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 10α, παράγραφος 12, της οδηγίας 2003/87, η προσθήκη ενός τομέα ή κλάδου στον κατάλογο αυτόν επ’ ουδενί αποσκοπεί στην καθιέρωση παρέκκλισης από την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, αλλά έχει ως μόνη συνέπεια ότι, για την περίοδο εμπορίας που εκτείνεται από το 2013 έως το 2020, οι εγκαταστάσεις των τομέων ή κλάδων που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής που αντιστοιχούν στο 100 % της ποσότητας που καθορίζεται σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού (πρβλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, Yara Suomi κ.λπ., C‑506/14, EU:C:2016:799, σκέψη 47). |
|
95 |
Αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 83 των προτάσεών του, η προσθήκη ενός τομέα ή κλάδου στον κατάλογο αυτόν προϋποθέτει, όπως προκύπτει από το άρθρο 10α, παράγραφος 14, της οδηγίας 2003/87, ότι η αδυναμία μετακύλισης του κόστους των δικαιωμάτων στις τιμές διαπιστώνεται όχι για κάθε μία από τις εγκαταστάσεις του συγκεκριμένου τομέα ή κλάδου, όπως υποστηρίζει η ExxonMobil, αλλά κατόπιν συνολικής αξιολόγησης, από την Επιτροπή, του συνόλου των δραστηριοτήτων των εν λόγω εγκαταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης. |
|
96 |
Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87 έχει την έννοια ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία παράγει, στο πλαίσιο της δραστηριότητας της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω», κατά την έννοια του παραρτήματος I της οδηγίας, ηλεκτρική ενέργεια προοριζόμενη ως επί το πλείστον να χρησιμοποιηθεί για ίδιες ανάγκες, πρέπει να θεωρείται «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον η εν λόγω εγκατάσταση, αφενός, ασκεί συγχρόνως δραστηριότητα παραγωγής προϊόντος που δεν προβλέπεται στο παράρτημα αυτό και, αφετέρου, διοχετεύει παγίως, έναντι αμοιβής, μικρό έστω μέρος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο δημόσιο δίκτυο, με το οποίο η εγκατάσταση πρέπει να είναι διαρκώς συνδεδεμένη για τεχνικούς λόγους. |
Επί του δεύτερου ερωτήματος
|
97 |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278 έχει την έννοια ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στο μέτρο που πρέπει να θεωρηθεί «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, δικαιούται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται στο πλαίσιο της περιλαμβανόμενης στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας δραστηριότητας της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω», σε περίπτωση που η θερμότητα αυτή χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
98 |
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι το ερώτημα αυτό είναι απόρροια εκτίμησης στην οποία προέβη αυτεπαγγέλτως το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής στην ExxonMobil για τη θερμότητα που παράγεται στο πλαίσιο της δραστηριότητας της καύσης καυσίμων. |
|
99 |
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι το αιτούν δικαστήριο δύναται, κατά το εθνικό δίκαιο και στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, να κηρύξει την ακυρότητα του συνόλου των δικαιωμάτων εκπομπής που κατανεμήθηκαν δωρεάν στην ExxonMobil. |
|
100 |
Υπό τις συνθήκες αυτές και όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, με το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα επιδιώκεται να διαπιστωθεί εάν, εν προκειμένω, η επίμαχη εγκατάσταση δύναται να λάβει δωρεάν δικαιώματα εκπομπής, λαμβανομένου υπόψη ότι η δραστηριότητα της καύσης καυσίμων παράγει όχι μόνον ηλεκτρική ενέργεια, αλλά και ως επί το πλείστον θερμότητα, λόγω της χημικής αντίδρασης που χαρακτηρίζει τη διεργασία Claus, θερμότητα η οποία δεσμεύεται στην εν λόγω εγκατάσταση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη δραστηριότητα της αποθείωσης του φυσικού αερίου και την ανάκτηση του θείου στο πλαίσιο της ως άνω διεργασίας. |
|
101 |
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, η Επιτροπή καθόρισε, με την απόφαση 2011/278, εναρμονισμένους κανόνες σε επίπεδο Ένωσης για τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής. Οι εναρμονισμένοι αυτοί κανόνες συγκεκριμενοποιούν την ουσιώδους σημασίας απαίτηση να περιορίζονται στο ελάχιστο οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2016, DK Recycling και Roheisen κατά Επιτροπής, C‑540/14 P, EU:C:2016:469, σκέψη 53, της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS, C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 26, και της 22ας Φεβρουαρίου 2018, INEOS Köln, C‑572/16, EU:C:2018:100, σκέψη 30). |
|
102 |
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 10α, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87, η Επιτροπή καθορίζει, στο πλαίσιο αυτό, δείκτες αναφοράς ανά τομέα ή κλάδο (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ., C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψη 60, καθώς και της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS, C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 27). |
|
103 |
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2011/278 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υπολογίζουν τον προκαταρκτικό ετήσιο αριθμό δικαιωμάτων εκπομπής που κατανέμονται δωρεάν διά του πολλαπλασιασμού των εν λόγω δεικτών αναφοράς με το ιστορικό επίπεδο δραστηριότητας κάθε υποεγκατάστασης. Προς τούτο, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 6 της απόφασης αυτής, να διακρίνουν τις υποεγκαταστάσεις ανάλογα με τη δραστηριότητά τους, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν πρέπει να προσδιοριστεί «δείκτης αναφοράς προϊόντος», «δείκτης αναφοράς θερμότητας» ή «δείκτης αναφοράς καυσίμου» ή και κάποιος άλλος ειδικός συντελεστής για τις «υποεγκαταστάσεις εκπομπών διεργασίας» (αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ., C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψη 61, και της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS, C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 28). |
|
104 |
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι οι περιεχόμενοι στο άρθρο 3 της απόφασης 2011/278 ορισμοί των υποεγκαταστάσεων με δείκτη αναφοράς προϊόντος, με δείκτη αναφοράς θερμότητας, με δείκτη αναφοράς καυσίμου και με εκπομπές διεργασίας αλληλοαποκλείονται (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ., C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψη 62, καθώς και της 18ης Ιανουαρίου 2018, INEOS, C‑58/17, EU:C:2018:19, σκέψη 29). |
|
105 |
Κατά το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278, ως υποεγκατάσταση με δείκτη αναφοράς θερμότητας ορίζονται οι εισροές, οι εκροές και οι αντίστοιχες εκπομπές οι οποίες δεν καλύπτονται από υποεγκατάσταση με δείκτη αναφοράς προϊόντος και σχετίζονται με την παραγωγή ή την εισαγωγή μετρήσιμης θερμότητας προερχόμενης από εγκατάσταση ή άλλη οντότητα υπαγόμενη στο σύστημα της Ένωσης, ή τόσο με την παραγωγή όσο και την εισαγωγή τέτοιας θερμότητας. Στην εν λόγω διάταξη διευκρινίζεται ότι η θερμότητα αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταναλώνεται για την παραγωγή προϊόντων ή να εξάγεται σε εγκατάσταση ή άλλη οντότητα μη υπαγόμενη στο σύστημα της Ένωσης, αποκλειομένης της εξαγωγής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Borealis κ.λπ., C‑180/15, EU:C:2016:647, σκέψεις 64 και 116). |
|
106 |
Από τη ρητή διατύπωση του άρθρου 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
107 |
Επομένως, όπως ορθώς επισήμανε η ExxonMobil με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η διάταξη αυτή θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 10α, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, και το άρθρο 10α, παράγραφος 7, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/87, τα οποία αποκλείουν τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένης, αφενός, της περίπτωσης του άρθρου 10γ της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, και, αφετέρου, της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από απαέρια (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, ArcelorMittal Atlantique και Lorraine, C‑80/16, EU:C:2017:588, σκέψη 20). |
|
108 |
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, η επίμαχη εγκατάσταση επιδιώκει να της χορηγηθούν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής όχι για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά για την παραγωγή μετρήσιμης θερμότητας. |
|
109 |
Διαπιστώνεται, όμως, συναφώς, ότι το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278 δεν αποκλείει ρητώς τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται από τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας για σκοπούς άλλους από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
110 |
Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας αυτής, αποκλείει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός εάν αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 4 και 8 του άρθρου αυτού, οι οποίες αφορούν την παραγωγή θερμότητας ή ψύξης, η οποία είτε προορίζεται για υπηρεσίες τηλεθέρμανσης είτε παράγεται με συμπαραγωγή υψηλής αποδοτικότητας, κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 2004/8, καθώς και τους νεοεισερχομένους, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10γ της οδηγίας αυτής. Διαπιστώνεται, όμως, ότι η επίμαχη εγκατάσταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10α, παράγραφοι 4 και 8, της οδηγίας 2003/87 και ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έκανε χρήση της ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 10γ της οδηγίας. |
|
111 |
Το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει, με την επιφύλαξη των κανόνων που περιλαμβάνονται σε άλλες διατάξεις, την απαγόρευση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, θεσπίζοντας έτσι έναν κανόνα αρχής (πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2016, Borealis Polyolefine κ.λπ., C‑191/14, C‑192/14, C‑295/14, C‑389/14 και C‑391/14 έως C‑393/14, EU:C:2016:311, σκέψη 66). |
|
112 |
Όπως, όμως, προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση 2011/278 πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2017, Schaefer Kalk, C‑460/15, EU:C:2017:29, σκέψεις 40 έως 42, της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Trinseo Deutschland, C‑577/16, EU:C:2018:127, σκέψη 68, και της 17ης Μαΐου 2018, Evonik Degussa, C‑229/17, EU:C:2018:323, σκέψη 29). |
|
113 |
Επομένως, μια εγκατάσταση η οποία πρέπει να θεωρηθεί «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, μπορεί να λάβει δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται στην εγκατάσταση, ως «υποεγκατάσταση δείκτη αναφοράς θερμότητας», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278, μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 10α, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, παράγραφος 4 και παράγραφος 8, της οδηγίας αυτής. |
|
114 |
Δεν μπορεί, συναφώς, να υποστηριχθεί ότι, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 4 και 8 του άρθρου 10α, το άρθρο 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87 απαγορεύει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σε παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας μόνον όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
115 |
Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 94 των προτάσεών του, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε τη διάταξη του άρθρου 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 10α, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας ήδη απαγορεύει ρητώς, τουλάχιστον καταρχήν, τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
116 |
Επισημαίνεται, ακόμη, ότι η απαγόρευση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγόμενη θερμότητα είναι απολύτως συμβατή με τον σκοπό του άρθρου 10α, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/87, ο οποίος υπομνήσθηκε στη σκέψη 68 της παρούσας απόφασης και συνίσταται στην καταρχήν κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής στους παραγωγούς αυτούς με τον μηχανισμό του πλειστηριασμού. |
|
117 |
Συνεπώς, εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, καθόσον, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, διαπιστώθηκε ότι, εν προκειμένω, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10α, παράγραφοι 4 και 8, της οδηγίας 2003/87, δεν μπορεί να αντλήσει από τις διατάξεις της απόφασης 2011/278 κανένα δικαίωμα δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για τη δραστηριότητά της που συνίσταται στην παραγωγή θερμότητας. |
|
118 |
Κάθε άλλη ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς της οδηγίας 2003/87, διότι θα παρείχε στην Επιτροπή εξουσίες παντελώς στερούμενες νομικής βάσης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 29ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Εσθονίας,C‑505/09 P, EU:C:2012:179, σκέψη 82). |
|
119 |
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η ερμηνεία που παρατίθεται στη σκέψη 113 της παρούσας απόφασης είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης και τον σκοπό της οδηγίας 2003/87, ο οποίος συνίσταται στην αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που χορηγούνται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται από συγκρίσιμες εγκαταστάσεις ανήκουσες σε άλλους τομείς. Ειδικότερα, υπάρχουν διάφορες μορφές συμπαραγωγής, οι οποίες, μολονότι δεν πληρούν τις σχετικές με την υψηλή απόδοση προϋποθέσεις, όπως αυτές καθορίζονται με την οδηγία 2004/8, εντούτοις αποδεικνύεται ότι είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από τις εγκαταστάσεις που παράγουν μόνο θερμότητα. |
|
120 |
Ωστόσο, όπως ήδη προκύπτει από τις σκέψεις 91 και 92 της παρούσας απόφασης, οι εγκαταστάσεις οι οποίες, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, παράγουν θερμότητα ασκώντας, από τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87, μόνον τη δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω» δεν βρίσκονται σε όμοια κατάσταση με τις εγκαταστάσεις οι οποίες παράγουν θερμότητα ασκώντας επιπλέον και άλλη δραστηριότητα από τις προβλεπόμενες στο προαναφερθέν παράρτημα. Συνεπώς, στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας εκπομπών, μια τέτοια διαφορά ως προς τη μεταχείριση δεν μπορεί να θεωρηθεί στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των εν λόγω εγκαταστάσεων (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Schaefer Kalk, C‑460/15, EU:C:2017:29, σκέψη 47). |
|
121 |
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τα περί διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ εγκαταστάσεων που παράγουν θερμότητα από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2004/8, και των λοιπών εγκαταστάσεων που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα. Συγκεκριμένα, ούτε οι εν λόγω λοιπές εγκαταστάσεις, οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας, βρίσκονται σε όμοια κατάσταση με τις πρώτες. |
|
122 |
Επίσης, δεν ευσταθεί η θέση της ExxonMobil ότι η ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278 που παρατίθεται στη σκέψη 113 της παρούσας απόφασης οδηγεί σε δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των εγκαταστάσεων που παράγουν οι ίδιες την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζονται και των εγκαταστάσεων που προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια από τρίτους, όπως είναι οι εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. |
|
123 |
Συγκεκριμένα, αφενός, μια εγκατάσταση που παράγει την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται αποκλείεται από τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για την παραγωγή θερμότητας μόνον εφόσον έχει, επιπλέον, την ιδιότητα του «παραγωγού [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 91, 92 και 120 της παρούσας απόφασης, μια εγκατάσταση με την ιδιότητα αυτή δεν βρίσκεται σε όμοια κατάσταση με τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Αφετέρου, κατά τον ίδιο τρόπο, μια εγκατάσταση που προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια από τρίτους αποκλείεται από τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εφόσον έχει την ιδιότητα του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
124 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, εφόσον πρέπει να θεωρηθεί «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, δεν δικαιούται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής βάσει του άρθρου 10α της οδηγίας, καθώς και των διατάξεων της απόφασης 2011/278. |
|
125 |
Επομένως, μια τέτοια εγκατάσταση, η οποία, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, υπάγεται στο θεσπιζόμενο από την οδηγία σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων, στο μέτρο που ασκεί την προβλεπόμενη στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87 δραστηριότητα της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω», η οποία παράγει εκπομπές CO2, είναι υποχρεωμένη να αποκτήσει δικαιώματα εκπομπής στο πλαίσιο του μηχανισμού του πλειστηριασμού. |
|
126 |
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της απόφασης 2011/278 έχει την έννοια ότι εγκατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στο μέτρο που πρέπει να θεωρηθεί «παραγωγός [ηλεκτρικής ενέργειας]», κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο καʹ, της οδηγίας 2003/87, δεν δικαιούται δωρεάν δικαιώματα εκπομπής για τη θερμότητα που παράγεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας δραστηριότητας της «καύσης καυσίμων σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ 20 MW και άνω», σε περίπτωση που η θερμότητα αυτή χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι μια τέτοια εγκατάσταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10α, παράγραφοι 4 και 8, της εν λόγω οδηγίας. |
Επί του τρίτου και τέταρτου ερωτήματος
|
127 |
Δεδομένης της απάντησης στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. |
Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας απόφασης
|
128 |
Η ExxonMobil ζήτησε από το Δικαστήριο, εφόσον απαντήσει αρνητικά στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας απόφασης. |
|
129 |
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι μόνον σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της συμφυούς με την έννομη τάξη της Ένωσης γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, να αποφασίσει να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεσθεί διάταξη ή αρχή την οποία έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο, προκειμένου να αμφισβητήσει έννομες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί με καλή πίστη. Για να αποφασισθεί ένας τέτοιος περιορισμός, πρέπει να πληρούνται δύο βασικά κριτήρια, ήτοι η καλή πίστη των ενδιαφερομένων και ο κίνδυνος σοβαρών διαταραχών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Transportes Jordi Besora, C‑82/12, EU:C:2014:108, σκέψη 41, και της 19ης Απριλίου 2018, Oftalma Hospital, C‑65/17, EU:C:2018:263, σκέψη 57). |
|
130 |
Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η ExxonMobil δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει το βάσιμο του αιτήματός της, καθώς περιορίστηκε στον γενικό ισχυρισμό ότι από το 2013 έχουν κατανεμηθεί δωρεάν δικαιώματα εκπομπής σε μεγάλο αριθμό εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγόμενη σε αυτές θερμότητα. |
|
131 |
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν συντρέχει λόγος να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας απόφασης. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
132 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
( 1 ) Στη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως επήλθε τροποποίηση τυπογραφικής φύσεως μετά την ανάρτηση του κειμένου στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.