ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 31ης Οκτωβρίου 2019 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι – Σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών (ΥΧΕ) με την Ευρωπαϊκή Ένωση – Απόφαση 91/482/ΕΟΚ – Απόφαση 2001/822/ΕΚ – Άνευ δασμών εισαγωγή στην Ένωση προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ – Πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 – Παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών από τις αρχές μιας ΥΧΕ – Τελωνειακοί δασμοί που δεν εισπράχθηκαν από τα κράτη μέλη εισαγωγής – Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Ευθύνη του κράτους μέλους που διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με τις οικείες ΥΧΕ – Υποχρέωση αντισταθμίσεως της απώλειας ιδίων πόρων της Ένωσης η οποία προκλήθηκε από την παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 – Εισαγωγές γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού προελεύσεως Κουρασάο, καθώς και πλιγουριού και σιμιγδαλιού προελεύσεως Αρούμπα»
Στην υπόθεση C‑395/17,
με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ στις 30 Ιουνίου 2017,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Brakeland, A. Caeiros, L. Flynn και S. Noë,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τις K. Bulterman, H. S. Gijzen και P. Huurnink, καθώς και από τον J. Langer,
καθού,
υποστηριζόμενου από:
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τις J. Kraehling, G. Brown και R. Fadoju, καθώς και από τον S. Brandon, με τη συνδρομή των K. Beal, QC, και P. Luckhurst, barristers, στη συνέχεια από τους S. Brandon και F. Shibli, επικουρούμενους από τους K. Beal, QC, και P. Luckhurst, barristers,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο, J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev, M. Safjan, S. Rodin, προέδρους τμήματος, J. Malenovský, L. Bay Larsen, T. von Danwitz (εισηγητή), C. Toader, C. Vajda, F. Biltgen και K. Jürimäe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Οκτωβρίου 2018,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ και νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), παραλείποντας να αντισταθμίσει την απώλεια ιδίων πόρων που θα έπρεπε να έχουν βεβαιωθεί και τεθεί στη διάθεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1989, L 155, σ. 1) [μετέπειτα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 2000, L 130, σ. 1)], αν δεν είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 κατά παράβαση, αφενός, του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ 1991, L 263, σ. 1, στο εξής: απόφαση ΥΧΕ του 1991), και του άρθρου 12, παράγραφος 6, του παραρτήματος II της αποφάσεως αυτής όσον αφορά την εισαγωγή γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού προελεύσεως Κουρασάο κατά τη χρονική περίοδο 1997/2000 και, αφετέρου, του άρθρου 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2001/822/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2001, για τη σύνδεση των Υπερπόντιων Χωρών και Εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα («Overseas association») (ΕΕ 2001, L 314, σ. 1, στο εξής: απόφαση ΥΧΕ του 2001), και του άρθρου 15, παράγραφος 4, του παραρτήματος III της αποφάσεως αυτής όσον αφορά την εισαγωγή πλιγουριού και σιμιγδαλιού προελεύσεως Αρούμπα κατά τη χρονική περίοδο 2002/2003. |
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
|
2 |
Ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών υπογράφηκε στον Άγιο Φραγκίσκο στις 26 Ιουνίου 1945. Το άρθρο 73 του Καταστατικού Χάρτη, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο XI που επιγράφεται «Δήλωσις αφορώσα μη αυτοκυβερνώμενας χώρας», ορίζει τα εξής: «Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, άτινα έχουσιν ή αναλαμβάνουσι την ευθύνην της διοικήσεως εδαφών των οποίων οι λαοί δεν έχουν εισέτι φθάσει εις πλήρη βαθμόν αυτοδιοικήσεως, αναγνωρίζουσι την αρχήν ότι τα συμφέροντα των κατοίκων των εδαφών τούτων είναι προέχοντα και αποδέχονται ως ιεράν παρακαταθήκην την υποχρέωσιν να προαγάγωσιν εις τον ανώτερον βαθμόν την ευημερίας των κατοίκων των εδαφών τούτων, εντός του συστήματος της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας, όπερ ο παρών Χάρτης εγκαθιδρύει, και προς τον σκοπό τούτον αναλαμβάνουσι: […] β. να αναπτύσσωσι την αυτοδιοίκησόν των, να λαμβάνωσι δεόντως υπ’ όψιν τους πολιτικούς πόθους των λαών, και να βοηθώσι εις την προοδευτικήν ανάπτυξιν των ελευθέρων πολιτικών θεσμών των, συμφώνως προς τας ειδικάς περιστάσεις εκάστου εδάφους και των κατοίκων του και τα ποικίλλοντα στάδια της προόδου των. […]» |
Το δίκαιο της Ένωσης
Η Συνθήκη ΕΚ
|
3 |
Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά σε σχέση την προσαπτόμενη παράβαση συνέβησαν εν μέρει πριν και εν μέρει μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, με την οποία τροποποιήθηκε η Συνθήκη ΕΚ. Εντούτοις, οι διατάξεις που έχουν σημασία για την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως παρέμειναν κατ’ ουσίαν οι ίδιες. Το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ) είχε ως εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητος. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της. Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας Συνθήκης.» |
|
4 |
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε, κατ’ ουσίαν, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. |
|
5 |
Το τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο επιγραφόταν «Η σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών», περιελάμβανε τα άρθρα 131 έως 137 (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 182 ΕΚ έως 188 ΕΚ και νυν άρθρα 198 έως 204 ΣΛΕΕ). Το εν λόγω άρθρο 131 (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 182 ΕΚ και νυν άρθρο 198 ΣΛΕΕ) όριζε τα εξής: «Τα κράτη μέλη συμφωνούν να συνδέσουν με την Κοινότητα τις μη ευρωπαϊκές χώρες και εδάφη που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές οι χώρες και τα εδάφη, που αναφέρονται ακολούθως ως “χώρες και εδάφη”, απαριθμούνται στο παράρτημα IV της παρούσας Συνθήκης. Σκοπός της συνδέσεως είναι η προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των χωρών και εδαφών και της δημιουργίας στενών οικονομικών σχέσεων μεταξύ αυτών και της Κοινότητος στο σύνολό της. Σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο προοίμιο της παρούσας Συνθήκης, η σύνδεση οφείλει κατά πρώτο λόγο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κατοίκων των χωρών και εδαφών αυτών και να προάγει την ευημερία τους, ώστε να οδηγηθούν στην οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξη που επιδιώκουν.» |
|
6 |
Το άρθρο 133 παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 184, παράγραφος 1, ΕΚ και νυν άρθρο 200, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) προέβλεπε τα εξής: «Καταργούνται πλήρως οι δασμοί κατά την εισαγωγή στα κράτη μέλη των καταγομένων εμπορευμάτων από τις χώρες και εδάφη, σύμφωνα με την προοδευτική κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συνθήκη.» |
|
7 |
Κατά το άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 187 ΕΚ και νυν άρθρο 203 ΣΛΕΕ): «Κατά τη διάρκεια μιας πρώτης περιόδου πέντε ετών από την έναρξη της ισχύος της παρούσας Συνθήκης, οι τρόποι και η διαδικασία της συνδέσεως των χωρών και εδαφών με την Κοινότητα καθορίζονται από τη σχετική σύμβαση εφαρμογής που προσαρτάται στην παρούσα Συνθήκη. Προ της λήξεως της προβλεπομένης στην ανωτέρω παράγραφο συμβάσεως, το Συμβούλιο καθορίζει ομοφώνως, βάσει των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων και των αρχών της παρούσας Συνθήκης, τις διατάξεις που πρέπει να προβλεφθούν για μία νέα περίοδο.» |
|
8 |
Το άρθρο 227, παράγραφοι 1 και 3, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 299, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ, στη συνέχεια άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΕΕ και νυν άρθρο 355, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) όριζε τα εξής: «1. Η παρούσα Συνθήκη ισχύει στο Βασίλειο του Βελγίου, στο Βασίλειο της Δανίας, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην Ελληνική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Ισπανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλική Δημοκρατία, στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Αυστρίας, στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, στο Βασίλειο της Σουηδίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας. […] 3. Για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα IV της παρούσας Συνθήκης ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης. Η παρούσα Συνθήκη δεν εφαρμόζεται στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με τον Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας και δεν αναφέρονται στο ανωτέρω παράρτημα.» |
|
9 |
Ο κατάλογος του παραρτήματος IV της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, παραρτήματος ΙΙ της Συνθήκης ΕΚ και νυν παραρτήματος ΙΙ της Συνθήκης ΛΕΕ), που επιγραφόταν «Υπερπόντιες χώρες και εδάφη στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της Συνθήκης», περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την Αρούμπα και τις Ολλανδικές Αντίλλες, όπου ανήκε το Κουρασάο. |
Οι κανονισμοί 1552/89 και 1150/2000
|
10 |
Τα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1552/89 (μετέπειτα άρθρα 2, 6, 10, 11 και 17 του κανονισμού 1150/2000) ρύθμιζαν διαδοχικώς, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη όφειλαν να βεβαιώνουν και να θέτουν στη διάθεση του προϋπολογισμού της Ένωσης τους ιδίους πόρους της, μεταξύ των οποίων και τους τελωνειακούς δασμούς. |
Οι αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001
|
11 |
Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 είχε ως εξής: «Εκτιμώντας ότι είναι ανάγκη να καθοριστούν, για μια νέα περίοδο, οι διατάξεις που διέπουν τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, που εφεξής αποκαλούνται “ΥΧΕ”· ότι, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται στα εδάφη που υπάγονται στη Γαλλική Δημοκρατία, στις χώρες και τα εδάφη που υπάγονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις χώρες που υπάγονται στις Βασίλειο των Κάτω Χωρών και, εν μέρει, στη Γροιλανδία.» |
|
12 |
Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως ΥΧΕ, η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο την προώθηση και επιτάχυνση της οικονομικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης και την ενίσχυση των οικονομικών δομών των ΥΧΕ που απαριθμούνταν στο παράρτημα I της εν λόγω αποφάσεως. Το σημείο 4 του προαναφερθέντος παραρτήματος αναφερόταν στις Ολλανδικές Αντίλλες, μεταξύ των οποίων το Κουρασάο καθώς και η Αρούμπα, ως ΥΧΕ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. |
|
13 |
Το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 όριζε τα εξής: «Στα πλαίσια των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές που συμμετέχουν στη διαδικασία εταιρικής σχέσης που αναφέρεται στο άρθρο 10 εξετάζουν περιοδικά τα αποτελέσματα της εφαρμογής της και παρέχουν τις γνώμες και τα κίνητρα που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των στόχων της παρούσας απόφασης.» |
|
14 |
Κατά το άρθρο 10 της αποφάσεως αυτής: «Για να επιτραπεί στις αρμόδιες τοπικές αρχές των ΥΧΕ, να συμμετέχουν ευρύτερα στη διαδικασία εφαρμογής των αρχών της σύνδεσης των ΥΧΕ με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, με ταυτόχρονο σεβασμό των αρμοδιοτήτων των αντίστοιχων κεντρικών εξουσιών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, καθιερώνεται διαδικασία διαβουλεύσεων που βασίζεται στην αρχή της εταιρικής σχέσης μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους και της ΥΧΕ. Η εν λόγω εταιρική σχέση, οι λεπτομέρειες της οποίας προσδιορίζονται στα άρθρα 234, 235 και 236 της παρούσας απόφασης, επιτρέπει την εξέταση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τη σύνδεση, καθώς και τη συζήτηση των προβλημάτων που ενδεχομένως δημιουργούνται στα πλαίσια των σχέσεων μεταξύ των ΥΧΕ και της Κοινότητας» |
|
15 |
Το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 είχε ως εξής: «Τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος.» |
|
16 |
Βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, η έννοια των προϊόντων καταγωγής και οι σχετικές μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας καθορίζονταν στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως. |
|
17 |
Κατά το άρθρο 234 της αποφάσεως αυτής: «Η κοινοτική δράση στηρίζεται όσο το δυνατό περισσότερο σε συνεννόηση μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται μια ΥΧΕ και των αρμόδιων τοπικών αρχών της ΥΧΕ. Η συνεννόηση αυτή ονομάζεται στη συνέχεια “εταιρική σχέση”.» |
|
18 |
Το άρθρο 235, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω αποφάσεως προέβλεπε τα εξής: «1. Η εταιρική σχέση αφορά τον προγραμματισμό, την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των ενεργειών της Κοινότητας στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης, καθώς και κάθε πρόβλημα που δημιουργείται όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των ΥΧΕ και της Κοινότητας. 2. Για το σκοπό αυτό, μπορούν να δημιουργηθούν ομάδες εργασίας για τη σύνδεση των ΥΧΕ, συμβουλευτικού χαρακτήρα και αποτελούμενες από τρεις εταίρους που αναφέρονται στο άρθρο 234, είτε ανά γεωγραφική ζώνη ΥΧΕ, είτε ανά ομάδα ΥΧΕ υπαγόμενη στο ίδιο κράτος μέλος, κατ’ αίτηση κυρίως των ενδιαφερόμενων ΥΧΕ. Οι ομάδες αυτές δημιουργούνται:
|
|
19 |
Κατά το άρθρο 237 της ίδιας αποφάσεως: «Με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων ειδικών διατάξεων για τις σχέσεις μεταξύ των ΥΧΕ και των γαλλικών υπερπόντιων διαμερισμάτων, η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται, αφενός, στα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας υπό τους όρους που προβλέπει η συνθήκη αυτή και, αφετέρου, στις ΥΧΕ.» |
|
20 |
Το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και με τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας, όριζε τα εξής: «Για την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης σχετικά με την εμπορική συνεργασία, ένα προϊόν θεωρείται “καταγόμενο προϊόν” ή “προϊόν καταγωγής” των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, που στη συνέχεια αποκαλούνται “ΥΧΕ”, της Κοινότητας ή των κρατών ΑΚΕ όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί.» |
|
21 |
Το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 6, του παραρτήματος αυτού προέβλεπε τα εξής: «1. Η απόδειξη της ιδιότητας καταγόμενου προϊόντος, κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος, παρέχεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 4 του παρόντος παραρτήματος. […] 6. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, εάν τα εμπορεύματα δύνανται να θεωρηθούν ως καταγόμενα προϊόντα κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος.» |
|
22 |
Το άρθρο 26 του εν λόγω παραρτήματος επιγραφόταν «Έλεγχος των πιστοποιητικών κυκλοφορίας EUR. 1 και των εντύπων EUR. 2» και όριζε τα εξής: «1. Ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 ή των εντύπων EUR. 2 διενεργείται δειγματοληπτικώς και κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου ή την ακρίβεια των πληροφοριών σχετικά με την πραγματική καταγωγή των προϊόντων. […] 6. Όταν από τη διαδικασία ελέγχου ή από άλλες τυχόν διαθέσιμες πληροφορίες φαίνεται να προκύπτει παράβαση των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος, η ΥΧΕ, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατ’ αίτηση της Επιτροπής διενεργεί τις απαραίτητες έρευνες, ή λαμβάνει μέτρα για να διενεργηθούν επειγόντως έρευνες, προκειμένου να ανιχνευθούν ή να προληφθούν παρόμοιες παραβάσεις. Η Επιτροπή μπορεί να συμμετέχει στις εν λόγω έρευνες. […] 7. Οι αμφισβητήσεις μεταξύ των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής και της ΥΧΕ εξαγωγής που δεν μπορούν να επιλυθούν ή που θέτουν ζήτημα ερμηνείας του παρόντος παραρτήματος, υποβάλλονται στην επιτροπή καταγωγής, η σύσταση της οποίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 802/68 [του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ 1968, L 148, σ. 1)].» |
|
23 |
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η επιτροπή καταγωγής συγκροτείται από εκπροσώπους των κρατών μελών, ενώ ο εκπρόσωπος της Επιτροπής προεδρεύει. |
|
24 |
Η απόφαση ΥΧΕ του 1991 παρέμεινε σε εφαρμογή έως την 1η Δεκεμβρίου 2001. Στις 2 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους τέθηκε σε ισχύ η απόφαση ΥΧΕ του 2001. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προέβλεπε τα εξής: «Στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης που θεσπίζεται από το άρθρο 7, οι αρχές των ΥΧΕ αναλαμβάνουν την κύρια ευθύνη για τον καθορισμό των στρατηγικών σύνδεσης και ανάπτυξης και για την υλοποίησή τους μέσω της κατάρτισης, από κοινού με την Επιτροπή και το κράτος μέλος στο οποίο υπάγονται οι συγκεκριμένες ΥΧΕ, Ενιαίων Εγγράφων Προγραμματισμού […] και προγραμμάτων συνεργασίας.» |
|
25 |
Το άρθρο 7 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 είχε ως εξής: «1. Προκειμένου να μπορέσουν οι ΥΧΕ να συμμετάσχουν πλήρως στην υλοποίηση της σύνδεσης ΥΧΕ-ΕΚ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένοι οι θεσμοί των ενδιαφερομένων κρατών μελών, η σύνδεση χρησιμοποιεί μια διαδικασία διαβουλεύσεων που βασίζεται στις διατάξεις που αναφέρονται κατωτέρω. Ασχολείται με οιοδήποτε θέμα το οποίο ανακύπτει στις σχέσεις μεταξύ των ΥΧΕ και της Κοινότητας. […] 3. Προβλέπονται χωριστές εταιρικές σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους με το οποίο συνδέεται η ΥΧΕ και κάθε ΥΧΕ εκπροσωπούμενης από τις αρχές της, προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι και οι αρχές της παρούσας απόφασης, ιδίως δε οι στόχοι και αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 19. Οι τριμερείς αυτές διαβουλεύσεις αποκαλούνται εφεξής “εταιρική σχέση”. Κάθε ΥΧΕ δημιουργεί ομάδες εργασίας εταιρικής σχέσης, οι οποίες είναι συμβουλευτικού χαρακτήρα· οι ομάδες απαρτίζονται από τους προαναφερόμενους τρεις εταίρους. Οι ομάδες αυτές είναι δυνατόν να συγκαλούνται κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, ενός κράτους μέλους ή τουλάχιστον μιας ΥΧΕ. Κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των εταίρων, πολλές ομάδες εργασίας εταιρικής σχέσης είναι δυνατόν να πραγματοποιούν κοινές συνεδριάσεις για την εξέταση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ή των περιφερειακών πτυχών της σύνδεσης. 4. Οι διαβουλεύσεις αυτές διεξάγονται σε πλήρη συμμόρφωση με τις αντίστοιχες θεσμικές, νομικές και οικονομικές εξουσίες εκάστου των τριών εταίρων. […]» |
|
26 |
Το άρθρο 35 της αποφάσεως αυτής όριζε τα εξής: «1. Τα προϊόντα καταγωγής των ΥΧΕ εισάγονται στην Κοινότητα απαλλαγμένα από εισαγωγικούς δασμούς. 2. Η έννοια των προϊόντων καταγωγής ή καταγόμενων προϊόντων και οι αντίστοιχες μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.» |
|
27 |
Το άρθρο 2 του παραρτήματος III της εν λόγω αποφάσεως, σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» και με τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας, όριζε, στην παράγραφο 1, ποια προϊόντα θεωρούνταν ως προϊόντα καταγωγής ΥΧΕ. |
|
28 |
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος αυτού, η απόφαση ΥΧΕ του 2001 μπορούσε να εφαρμοστεί υπέρ των προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, εφόσον προσκομιζόταν πιστοποιητικό EUR. 1. |
|
29 |
Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 4, του εν λόγω παραρτήματος προέβλεπε τα εξής: «1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, μετά από γραπτή αίτηση που υποβάλλεται από τον εξαγωγέα ή, με ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. […] 4. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΧΕ εξαγωγής, εάν τα προς εξαγωγή προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής ΥΧΕ, Κοινότητας ή κρατών ΑΚΕ και πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος παραρτήματος.» |
|
30 |
Το άρθρο 32 του παραρτήματος III της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 έφερε τον τίτλο «Έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής» και είχε ως εξής: «1. Για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος παραρτήματος, οι ΥΧΕ, η Κοινότητα και τα κράτη ΑΚΕ παρέχουν μεταξύ τους συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 ή των δηλώσεων τιμολογίου και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα. […] 2. Ο μεταγενέστερος έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, το χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την τήρηση των λοιπών όρων του παρόντος παραρτήματος. […] 8. Όταν η διαδικασία ελέγχου ή οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο στοιχείο παρέχει ενδείξεις ενδεχόμενης παράβασης των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος, η δικαιούχος ΥΧΕ διενεργεί, εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήσεως της Κοινότητας, τις κατάλληλες έρευνες ή φροντίζει ώστε αυτές να διενεργηθούν με τη δέουσα ταχύτητα, με στόχο τον προσδιορισμό και την πρόληψη παρόμοιων παραβάσεων. Η Επιτροπή μπορεί να συμμετέχει στις εν λόγω έρευνες.» |
|
31 |
Το άρθρο 34 του ως άνω παραρτήματος επιγραφόταν «Διακανονισμός διαφορών» και όριζε στο πρώτο εδάφιό του τα εξής: «Κάθε διαφορά που προκύπτει σε σχέση με τις διαδικασίες ελέγχου των άρθρων 32 και 33, η οποία δεν μπορεί να διευθετηθεί μεταξύ των τελωνειακών αρχών που ζητούν τον έλεγχο και των τελωνειακών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργειά του ή κάθε πρόβλημα περί την ερμηνεία του παρόντος παραρτήματος, υποβάλλονται στην επιτροπή τελωνειακού κώδικα (τμήμα καταγωγής) η σύσταση της οποίας προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 [του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1)].» |
|
32 |
Κατά το άρθρο 247, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η επιτροπή τελωνειακού κώδικα απαρτιζόταν από εκπροσώπους των κρατών μελών, με πρόεδρο τον εκπρόσωπο της Επιτροπής. |
Ο τελωνειακός κώδικας
|
33 |
Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, καθώς και το άρθρο 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 311, σ. 17) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), όριζαν υπό ποιες προϋποθέσεις τα κράτη μέλη μπορούσαν να μην προβούν σε εκ των υστέρων βεβαίωση των τελωνειακών δασμών ή να προβούν σε επιστροφή ή διαγραφή των δασμών αυτών. |
Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002
|
34 |
Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1995/2006 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 390, σ. 1) (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), ορίζει στο άρθρο 73β τα εξής: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων συγκεκριμένων κανονισμών και της εφαρμογής της απόφασης του Συμβουλίου που διέπει το σύστημα ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, οι απαιτήσεις των Κοινοτήτων έναντι τρίτων καθώς και οι απαιτήσεις τρίτων έναντι των Κοινοτήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η ημερομηνία για τον υπολογισμό της επέλευσης της παραγραφής και οι προϋποθέσεις για τη διακοπή του υπολογισμού αυτού καθορίζονται στους κανόνες εφαρμογής.» |
Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002
|
35 |
Το άρθρο 85β του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός) τιτλοφορείται «Κανόνες παραγραφής» και ορίζει, στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής: «Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων των Κοινοτήτων έναντι τρίτων αρχίζει να τρέχει από την εκπνοή της προθεσμίας που γνωστοποιείται στον οφειλέτη με το χρεωστικό σημείωμα […].» |
Το ολλανδικό δίκαιο
|
36 |
Βάσει του Statuut voor het Koninkrijk der Nederlanden (Καταστατικού Οργανισμού του Βασιλείου των Κάτω Χωρών), ως είχε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποτελούνταν από τρεις χώρες (landen), ήτοι τις Κάτω Χώρες (Nederland), τις Ολλανδικές Αντίλλες (Nederlandse Antillen) και την Αρούμπα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, το Κουρασάο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των Ολλανδικών Αντιλλών. |
|
37 |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του Καταστατικού αυτού Οργανισμού προέβλεπε ότι οι εξωτερικές υποθέσεις ενέπιπταν στην «αρμοδιότητα του Βασιλείου». |
|
38 |
Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 1, του εν λόγω Καταστατικού Οργανισμού: «Τυχόν νομοθετικά και διοικητικά μέτρα τα οποία εφαρμόζονται στις Ολλανδικές Αντίλλες και στην Αρούμπα και αντιβαίνουν στον παρόντα Καταστατικό Οργανισμό, σε διεθνή πράξη, σε νόμο του Βασιλείου ή σε κανονιστική πράξη της Διοίκησης του Βασιλείου, ή σε συμφέροντα τα οποία το Βασίλειο είναι αρμόδιο να προάγει ή να προστατεύει, μπορούν να ανασταλούν και να ακυρωθούν από τον Βασιλέα, ως αρχηγό του Βασιλείου, με αιτιολογημένο διάταγμα. […]» |
|
39 |
Το άρθρο 51 του ίδιου Καταστατικού Οργανισμού είχε ως εξής: «Αν οποιοδήποτε όργανο στις Ολλανδικές Αντίλλες και στην Αρούμπα δεν εκπληρώνει ή δεν εκπληρώνει προσηκόντως τα καθήκοντα τα οποία του επιβάλλονται από τον παρόντα Καταστατικό Οργανισμό, από διεθνή πράξη, από νόμου του Βασιλείου ή από κανονιστική πράξη της Διοίκησης του Βασιλείου, μπορεί να εκδοθεί, εφόσον αναφέρει τη νομική βάση και την αιτιολογία στις οποίες στηρίζεται, κανονιστική πράξη της Διοίκησης του Βασιλείου που να ορίζει με ποιον τρόπο πρέπει να ασκούνται τα εν λόγω καθήκοντα.» |
|
40 |
Το άρθρο 52 του Καταστατικού Οργανισμού του Βασιλείου των Κάτω Χωρών όριζε τα εξής: «Με τη συγκατάθεση του Βασιλέα, η νομοθεσία [καθεμίας] χώρας μπορεί να παρέχει στον Βασιλέα, ως αρχηγό του Βασιλείου, ή στον Κυβερνήτη, ως όργανο του Βασιλείου, εξουσίες σε σχέση με τις υποθέσεις της αντίστοιχης χώρας.» |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
41 |
Κατά τα έτη 1997 έως 2000 εισήχθησαν στη Γερμανία γάλα σε σκόνη και ρύζι προελεύσεως Κουρασάο και κατά τα έτη 2002 και 2003 εισήχθησαν στις Κάτω Χώρες πλιγούρι και σιμιγδάλι προελεύσεως Αρούμπα. |
|
42 |
Οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα είχαν εκδώσει πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR. 1 (στο εξής: πιστοποιητικά EUR. 1) για τα εμπορεύματα αυτά παρότι δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να θεωρηθούν προϊόντα προτιμησιακής καταγωγής δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και του άρθρου 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001. |
|
43 |
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διεξήγαγε έρευνες σε σχέση με την έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. Η OLAF δημοσίευσε τις εκθέσεις αποστολής σχετικά με το Κουρασάο και την Αρούμπα στις 24 Οκτωβρίου 2000 και στις 23 Δεκεμβρίου 2004 αντιστοίχως. |
|
44 |
Κατόπιν των ερευνών αυτών, η Επιτροπή ενημέρωσε τις ολλανδικές και τις γερμανικές αρχές ότι τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά EUR. 1 ήταν παράτυπα και τις κάλεσε να εισπράξουν τους δασμούς επί των αντίστοιχων εισαγωγών. Οι ολλανδικές και οι γερμανικές αρχές βεβαίωσαν μέρος μόνον των σχετικών τελωνειακών δασμών, διότι, είχε επέλθει παραγραφή ως προς το υπόλοιπο. |
|
45 |
Με έγγραφα της 27ης Ιανουαρίου και της 31ης Μαΐου 2012 αντιστοίχως, η Επιτροπή καταλόγισε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών την ευθύνη για το σφάλμα που διέπραξαν οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. Κάλεσε δε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να αντισταθμίσει, το αργότερο έως τις 20 Μαρτίου και τις 20 Ιουλίου 2012 αντιστοίχως, τη συνακόλουθη απώλεια ιδίων πόρων. |
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
|
46 |
Δεδομένου ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό, η Επιτροπή του απηύθυνε, στις 21 Νοεμβρίου 2013, προειδοποιητική επιστολή, στην οποία οι ολλανδικές αρχές απάντησαν, στις 20 Φεβρουαρίου 2014, αποποιούμενες κάθε ευθύνη για τις πράξεις των ΥΧΕ τους. |
|
47 |
Στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή απέστειλε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών αιτιολογημένη γνώμη, όπου επαναλάμβανε την άποψη που είχε διατυπώσει στην προειδοποιητική επιστολή. Η προθεσμία για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προς συμμόρφωση με την αιτιολογημένη γνώμη εξέπνευσε στις 17 Δεκεμβρίου 2014. |
|
48 |
Με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2015, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, εμμένοντας στην άποψή του ότι δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη. |
|
49 |
Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. |
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
50 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι το δικόγραφο πάσχει αοριστία και δεν εκθέτει με συνέπεια και ακρίβεια σε ποια βάση στηρίζεται η εις βάρος του προβαλλόμενη αιτίαση περί παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ και νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ). Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επισημαίνει ειδικότερα ότι, σε ορισμένα σημεία του δικογράφου της προσφυγής, η Επιτροπή φαίνεται να ισχυρίζεται ότι είναι υπεύθυνο για τις πράξεις των τελωνειακών αρχών των ΥΧΕ του ως εάν αυτές αποτελούσαν δικές του αρχές, ενώ σε άλλα σημεία του προσάπτει ότι παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει την παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις εν λόγω αρχές. |
|
51 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
52 |
Κατά πάγια νομολογία σχετική με το άρθρο 120, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, προκειμένου ο αντίδικος να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνά του και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν με τρόπο λογικά συνεπή και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της, τα δε αιτήματα που περιλαμβάνει το δικόγραφο αυτό πρέπει να είναι διατυπωμένα χωρίς αμφισημία, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος είτε να αποφανθεί το Δικαστήριο ultra petita είτε να παραλείψει να αποφανθεί επί ορισμένης αιτιάσεως (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-356/15, EU:C:2018:555, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
53 |
Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, οι αιτιάσεις πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο με τρόπο λογικά συνεπή και ακριβή, ούτως ώστε να παρέχεται στο κράτος μέλος και στο Δικαστήριο η δυνατότητα να αντιληφθούν επακριβώς την έκταση της προσαπτόμενης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, όπερ συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου το εν λόγω κράτος να μπορέσει να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του και το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης παραβάσεως (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-356/15, EU:C:2018:555, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
54 |
Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής της με τρόπο λογικά συνεπή και λεπτομερή τους λόγους για τους οποίους σχημάτισε την πεποίθηση ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις Συνθήκες (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-356/15, EU:C:2018:555, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
55 |
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή προσδιορίζει επακριβώς τη διάταξη του δικαίου της Ένωσης την οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρεται να παρέβη, ήτοι το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ και νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), καθώς και την παράλειψη που του προσάπτεται, δηλαδή ότι δεν αντιστάθμισε, και μάλιστα προσαυξημένο με τόκους, το ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στην απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων που οφειλόταν στην έκδοση, από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα, πιστοποιητικών EUR. 1 κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001. |
|
56 |
Επιπλέον, μολονότι το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής κάνει λόγο για ενδεχόμενη παράλειψη των Κάτω Χωρών να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών, από το ίδιο δικόγραφο προκύπτει σαφώς ότι η προσφυγή της Επιτροπής δεν έχει ως αντικείμενο την ενδεχόμενη αυτή παράλειψη, αλλά μόνον την έλλειψη αντισταθμίσεως, από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, της απώλειας παραδοσιακών ιδίων πόρων η οποία οφειλόταν στην παράτυπη έκδοση των επίμαχων πιστοποιητικών EUR. 1. |
|
57 |
Εξάλλου, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, το γεγονός ότι στο δικόγραφο της προσφυγής δεν διευκρινίζεται αν, κατά την Επιτροπή, η παράτυπη έκδοση των πιστοποιητικών ήταν το αποτέλεσμα πράξεων των αρχών του Κουρασάο και της Αρούμπα οι οποίες μπορούν να καταλογιστούν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ή η συνέπεια της παραλείψεως του συγκεκριμένου κράτους μέλους να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει την παράτυπη αυτή έκδοση, δεν εμπόδισε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να ασκήσει στην πράξη τα δικαιώματα άμυνάς του όσον αφορά την παράβαση που του προσάπτεται. |
|
58 |
Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα η ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών. |
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
59 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο υποχρεούται, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ και νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), να αντισταθμίσει την απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα εξέδωσαν πιστοποιητικά EUR. 1 κατά παράβαση των διατάξεων των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμπόδισαν τα κράτη μέλη εισαγωγής να εισπράξουν ορισμένους δασμούς επί των σχετικών εισαγωγών. |
|
60 |
Ειδικότερα, η Επιτροπή εκτιμά, πρώτον, ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών οφείλει, ως κράτος μέλος, να αναλάβει την ευθύνη των αντίθετων προς τις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001 πράξεων και παραλείψεων των αρχών του Κουρασάο και της Αρούμπα, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων σχέσεων που διατηρούσε με τις ΥΧΕ του, οι οποίες, κατά την Επιτροπή, δεν ήταν ανεξάρτητα κράτη και αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του Βασιλείου αυτού. |
|
61 |
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν δικαιούται να επικαλεστεί την αυτονομία την οποία διέθεταν το Κουρασάο και η Αρούμπα δυνάμει του Καταστατικού οργανισμού του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει το ίδιο από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας. Επιπλέον, η αυτονομία των ΥΧΕ αυτών δεν είναι, κατά την άποψη της Επιτροπής, απόλυτη, στον βαθμό που, βάσει των άρθρων 50 έως 52 του ως άνω Καταστατικού οργανισμού, οι αρχές του Βασιλείου των Κάτω Χωρών διαθέτουν εξουσίες οι οποίες τους επιτρέπουν να διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. |
|
62 |
Δεύτερον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλιση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης. Εν προκειμένω, η παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα κατέστησε αδύνατο να εισπραχθούν οι τελωνειακοί δασμοί και να τεθούν στη διάθεση του προϋπολογισμού της Ένωσης ως ίδιοι πόροι. Συνεπώς, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να αντισταθμίσει την απώλεια αυτή ιδίων πόρων, παρακώλυσε την ορθή λειτουργία του συστήματος των ιδίων πόρων της Ένωσης, στο μέτρο που η εν λόγω απώλεια έπρεπε πλέον να αντισταθμιστεί από το σύνολο των κρατών μελών μέσω αυξήσεως των ιδίων πόρων του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματός τους. Επομένως, χάριν της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο για την παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 εκ μέρους των αρχών του Κουρασάο και της Αρούμπα και να αντισταθμίσει την απώλεια πόρων που προέκυψε εξ αυτής. |
|
63 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, τρίτον, ότι, ελλείψει αντισταθμίσεως της απώλειας ιδίων πόρων, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών οφείλει να καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού που αντιστοιχεί στην απώλεια αυτή. Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση καταβολής τέτοιων τόκων υπερημερίας δεν στηρίζεται στη νομοθεσία της Ένωσης περί ιδίων πόρων, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της τηρήσεως της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας, λαμβανομένου υπόψη του άρρηκτου συνδέσμου που υφίσταται μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Ένωσης, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής τους στον λογαριασμό της Επιτροπής και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας. |
|
64 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, αμφισβητεί την παράβαση που του προσάπτεται. Πρώτον, μολονότι δέχεται ότι είναι άμεσα υπεύθυνο για τις πράξεις των χωρών που το απαρτίζουν, θεωρεί ότι η ευθύνη αυτή καλύπτει μόνον τυχόν παραβάσεις των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει ως κράτος μέλος της Ένωσης. |
|
65 |
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από τη γνωμοδότηση 1/78 (Διεθνής Συμφωνία για το φυσικό καουτσούκ), της 4ης Οκτωβρίου 1979 (EU:C:1979:224, σκέψη 62), είναι σημαντικό να διευκρινιστεί υπό ποια ιδιότητα το Βασίλειο των Κάτων Χωρών μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο, ήτοι ως κράτος μέλος της Ένωσης ή ως εκπρόσωπος των ΥΧΕ του στις διεθνείς σχέσεις. Κατά την άποψη του, βάσει του άρθρου 227, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ και νυν άρθρου 355, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ περιοριζόταν στο ευρωπαϊκό τμήμα του Βασιλείου, ήτοι στις Κάτω Χώρες, ενώ οι ΥΧΕ διέπονταν αποκλειστικώς από το ειδικό καθεστώς του τέταρτου μέρους της Συνθήκης αυτής. Συνεπώς, οι γενικές διατάξεις της εν λόγω Συνθήκης δεν είχαν εφαρμογή επί των ΥΧΕ εκτός αν τούτο οριζόταν ρητώς. Ειδικότερα, οι ΥΧΕ έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως τρίτες χώρες όσον αφορά την εισαγωγή εμπορευμάτων στην Ένωση. Ως εκ τούτου, οι ΥΧΕ δεν ήταν δυνατό να θεωρούνται αναπόσπαστο τμήμα του κράτους μέλους με το οποίο συνδέονταν. |
|
66 |
Στο πλαίσιο αυτό, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπογραμμίζει ότι το Βασίλειο, ως μοναδικός φορέας τόσο της ιδιότητας του υποκειμένου του δημοσίου διεθνούς δικαίου όσο και της αρμοδιότητας συνάψεως συνθηκών, έχει επικυρώσει τη Συνθήκη ΕΚ αποκλειστικώς για τις Κάτω Χώρες, οπότε μόνον αυτές έχουν τα δικαιώματα και δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσχώρησή του στην Ένωση. |
|
67 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της αυτονομίας την οποία διέθεταν οι Ολλανδικές Αντίλλες και η Αρούμπα, η άποψη ότι οι Κάτω Χώρες ήταν υπεύθυνες για τις πράξεις των αρχών αυτών των ΥΧΕ αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και στο άρθρο 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Βάσει των διατάξεων του Καταστατικού οργανισμού του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, οι Ολλανδικές Αντίλλες και η Αρούμπα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν τμήματα των Κάτω Χωρών κατά την επίδικη περίοδο, διότι αμφότερες αυτές οι περιοχές είχαν, όπως και οι Κάτω Χώρες, την ιδιότητα της χώρας (landen) του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και διέθεταν δικό τους Staatsregeling (θεμελιώδη νόμο), καθώς και μεγάλη αυτονομία εντός του Βασιλείου. Πέραν τούτου, τα άρθρα 50 έως 52 του Καταστατικού οργανισμού του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν απονέμουν στις Κάτω Χώρες καμία εξουσία έναντι των αρχών του Κουρασάο και της Αρούμπα και προβλέπουν απλώς τη δυνατότητα του υπουργικού συμβουλίου του Βασιλείου να εκδίδει αποφάσεις σε σχέση με τα εδάφη αυτά. |
|
68 |
Δεύτερον, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι η προβαλλόμενη υποχρέωση αντισταθμίσεως και καταβολής τόκων υπερημερίας δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με τους ιδίους πόρους ούτε στις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001. Επομένως, η αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα προσέκρουε, κατά την άποψή του, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί συναφώς ούτε στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 10 ΕΚ και νυν άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ), εκτός αν αποδείξει ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν τις δικές τους υποχρεώσεις από το δίκαιο της Ένωσης. Η Επιτροπή όμως δεν απέδειξε κάτι τέτοιο και περιορίζεται απλώς να ισχυριστεί ότι οι Κάτω Χώρες δεν αντέδρασαν «προσηκόντως» στην παράβαση την οποία διέπραξαν οι οικείες ΥΧΕ. |
|
69 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών τονίζει επίσης ότι, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001, αρμόδιες για την έκδοση των πιστοποιητικών EUR. 1 ήταν μόνον οι αρχές των ΥΧΕ, ενώ οι αρχές των κρατών μελών δεν διέθεταν καμία δυνατότητα επέμβασης ούτε έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη ως προς το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001 προέβλεπαν ένα σύστημα διοικητικής συνεργασίας μεταξύ, αφενός, των αρχών των ΥΧΕ και, αφετέρου, της Επιτροπής καθώς και των αρχών των κρατών μελών, το οποίο εξασφάλιζε τον έλεγχο της τηρήσεως των εν λόγω αποφάσεων και τους παρείχε την ευχέρεια να απευθύνονται, για τον σκοπό αυτό, απευθείας στις αρχές των ΥΧΕ. Επιπλέον, τα προβλήματα που ανέκυπταν μεταξύ των ΥΧΕ και της Ένωσης έπρεπε να επιλύονται στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης. |
|
70 |
Εξάλλου, η στοιχειοθέτηση της ευθύνης των Κάτω Χωρών ως κράτους μέλους αντιβαίνει, κατά την άποψη του κράτους μέλους, τόσο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και στην αρχή της χρηστής διοίκησης. Ως προς το σημείο αυτό, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου (C-447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψη 48), η Επιτροπή δεν ενήργησε εντός εύλογης προθεσμίας, δεδομένου ότι το θεσμικό όργανο ζήτησε να τεθούν οι επίμαχοι τελωνειακοί δασμοί στη διάθεση του προϋπολογισμού περισσότερο από επτά και από έντεκα, αντιστοίχως, έτη μετά τη διαπίστωση των σχετικών παρατυπιών από την OLAF. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
71 |
Υπογραμμίζεται εκ προοιμίου ότι, κατά τον χρόνο που οι αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα επέδειξαν τη συμπεριφορά στην οποία ανάγεται η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας πράγματι κατοχυρωνόταν στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ και, εν συνεχεία, στο άρθρο 10 ΕΚ, πλην όμως οι διατάξεις αυτές είχαν ήδη αντικατασταθεί από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ όταν η Επιτροπή ζήτησε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να αντισταθμίσει την απώλεια ιδίων πόρων η οποία, κατά την άποψή της, οφειλόταν στην ως άνω συμπεριφορά. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας όπως κατοχυρώνεται στην τελευταία αυτή διάταξη. |
|
72 |
Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι υποχρεωμένο, ως κράτος μέλος της Ένωσης, να λαμβάνει κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του οι οποίες απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. |
|
73 |
Για τον σκοπό αυτό, μολονότι όλες οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους υποχρεούνται να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, εντούτοις μόνο υπεύθυνο έναντι της Ένωσης για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης παραμένει, δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ το κράτος μέλος (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2012, Byankov, C-249/11, EU:C:2012:608, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Μαΐου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-184/11, EU:C:2014:316, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
74 |
Όπως όμως διευκρίνισε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως, η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως δεν στηρίζεται σε σφάλματα των αρχών του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, αλλά στην ευθύνη του κράτους μέλους αυτού για απώλεια ιδίων πόρων λόγω της μη αμφισβητούμενης παραβάσεως των διατάξεων των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 οι οποίες ρύθμιζαν την έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. |
|
75 |
Όπως προκύπτει από το άρθρο 227, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με το παράρτημά της IV (μετέπειτα άρθρο 299, παράγραφος 3, ΕΚ, και παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 355, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΛΕΕ), το Κουρασάο και η Αρούμπα συγκαταλέγονταν μεταξύ των απαριθμούμενων στο παράρτημα αυτό ΥΧΕ και, ως εκ τούτου, υπάγονταν στο ειδικό καθεστώς συνδέσεως που οριζόταν στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ, όπου περιλαμβάνονταν τα άρθρα 131 έως 137 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρα 182 ΕΚ έως 188 ΕΚ και νυν άρθρα 198 έως 204 ΣΛΕΕ), καθεστώς του οποίου οι λεπτομέρειες και οι διαδικασίες θεσπίστηκαν με τις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001, βάσει του άρθρου 136 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 187 ΕΚ και νυν άρθρου 203 ΣΛΕΕ). |
|
76 |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, καίτοι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι οι περιλαμβανόμενες στο τέταρτο μέρος της, δεν έχουν εφαρμογή στις ΥΧΕ εκτός αν τούτο ορίζεται ρητώς (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, X και TBG, C-24/12 και C-27/12, EU:C:2014:1385, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η παράβαση που προσάπτεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η νομολογία εκείνη. Πράγματι, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας έχει εφαρμογή στην περίπτωση του Κουρασάο και της Αρούμπα, αλλά υποστηρίζει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποχρεούται, δυνάμει της αρχής αυτής, να αναλάβει τις συνέπειες της παράτυπης εκδόσεως πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. Όπως προεκτέθηκε δε στη σκέψη 72 της παρούσας αποφάσεως, η αρχή αυτή δεσμεύει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ως κράτος μέλος της Ένωσης. |
|
77 |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, αν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι, δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχει ως κράτος μέλος από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, υπεύθυνο έναντι της Ένωσης για την έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα ενδεχομένως κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001, δεύτερον, αν οφείλει, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να αντισταθμίσει το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στη συνακόλουθη απώλεια ιδίων πόρων της Ένωσης, προσαυξημένο ενδεχομένως με τόκους υπερημερίας, και, τρίτον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν βασίμως προσάπτεται παράβαση στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. |
– Επί της ευθύνης του Βασιλείου των Κάτω Χωρών λόγω ενδεχόμενης παράτυπης εκδόσεως πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα
|
78 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λόγω των ιδιαιτέρων σχέσεων που συνδέουν το Κουρασάο και την Αρούμπα με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το συγκεκριμένο κράτος μέλος πρέπει να αναλάβει, έναντι της Ένωσης, τις συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων των αρχών του Κουρασάο και της Αρούμπα εφόσον αυτές εξέδωσαν πιστοποιητικά EUR. 1 κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001. |
|
79 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών καταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών που διατηρούν «ιδιαίτερες σχέσεις» με ΥΧΕ, κατά την έννοια του άρθρου 131, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 182, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και νυν άρθρου 198, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η υπαγωγή των ΥΧΕ στο ειδικό καθεστώς συνδέσεως το οποίο οριζόταν στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ θεμελιωνόταν, κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίμαχων πιστοποιητικών, στις ιδιαίτερες αυτές σχέσεις. |
|
80 |
Οι εν λόγω ιδιαίτερες σχέσεις χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι οι ΥΧΕ δεν είναι ανεξάρτητα κράτη, αλλά χώρες και εδάφη που εξαρτώνται από τέτοιο κράτος, το οποίο διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την εκπροσώπησή τους σε διεθνές επίπεδο [πρβλ. γνωμοδότηση 1/78 (Διεθνής Συμφωνία για το φυσικό καουτσούκ), της 4ης Οκτωβρίου 1979, EU:C:1979:224, σκέψη 62, και γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη Συμφωνία ΠΟΕ), της 15ης Νοεμβρίου 1994, EU:C:1994:384, σκέψη 17]. |
|
81 |
Κατά το άρθρο 131 της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 182 ΕΚ και νυν άρθρο 198 ΣΛΕΕ), το ειδικό καθεστώς συνδέσεως το οποίο ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ και αποσκοπεί στην προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης των ΥΧΕ, τυγχάνει εφαρμογής μόνον υπέρ των χωρών και εδαφών που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με το οικείο κράτος μέλος, το οποίο ζήτησε να ισχύσει το ειδικό καθεστώς συνδέσεως επί αυτών. Όσον αφορά ειδικότερα το Κουρασάο και την Αρούμπα, που αποτελούσαν τμήμα των Ολλανδικών Αντιλλών κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ, τα κράτη μέλη συνήψαν τη σύμβαση 64/533/ΕΟΚ, της 13ης Νοεμβρίου 1962, περί αναθεωρήσεως της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας προκειμένου να μπορέσει να εφαρμοστεί στις Ολλανδικές Αντίλλες το ειδικό καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης αυτής (JO 1964, P 150, σ. 2414). |
|
82 |
Συνεπώς, η διατύπωση που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη, στο άρθρο 234 και στο άρθρο 235, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, καθώς και, πιο συγκεκριμένα, στα άρθρα 4 και 7 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 για να προσδιοριστεί το κράτος μέλος «στο οποίο υπάγονται» οι ΥΧΕ ή το κράτος μέλος «με το οποίο συνδέονται» οι ΥΧΕ, εκφράζει τις ιδιαίτερες σχέσεις που υφίστανται μεταξύ τους, κατά την έννοια του άρθρου 131, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 182, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και νυν άρθρου 198, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η ως άνω ερμηνεία επιβεβαιώνεται από το άρθρο 1 της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, σημείο 4, αυτής, από το οποίο προκύπτει ότι το Κουρασάο και η Αρούμπα ήταν ΥΧΕ «του» Βασιλείου των Κάτω Χωρών. |
|
83 |
Επιπλέον, στο πλαίσιο του ειδικού αυτού καθεστώτος συνδέσεως, τα προϊόντα καταγωγής Κουρασάο και Αρούμπα ετύγχαναν προνομιακής προσβάσεως στην εσωτερική αγορά, χωρίς δασμούς και φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος, βάσει του άρθρου 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 184, παράγραφος 1, ΕΚ και νυν άρθρου 200, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ), σε συνδυασμό με το άρθρο 101, παράγραφος 1, το άρθρο 108, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, καθώς και το παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 (άρθρο 35 και παράρτημα III της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001). |
|
84 |
Η έκδοση όμως των πιστοποιητικών EUR. 1 διεπόταν από το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 6, του παραρτήματος II της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 (άρθρο 15, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001), η οποία είχε εφαρμογή στα εδάφη των ΥΧΕ δυνάμει του άρθρου 237 της ίδιας αποφάσεως, τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά, ως αποδεικτικά της καταγωγής των εμπορευμάτων, έπρεπε να εκδίδονται από τις αρχές των ΥΧΕ. Ως εκ τούτου, όταν οι αρχές αυτές εξέδιδαν τέτοια πιστοποιητικά, όφειλαν να τηρούν τις επιταγές του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 (παραρτήματος ΙΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001). |
|
85 |
Επιπλέον, οι διαδικασίες τις οποίες προέβλεπαν οι αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001 για την επίλυση των διαφορών ή των προβλημάτων που μπορούσαν να ανακύψουν στο πλαίσιο αυτό αντανακλούσαν την κεντρική σημασία την οποία είχαν, για το καθεστώς συνδέσεως που οριζόταν στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ, οι ιδιαίτερες σχέσεις, κατά την έννοια του άρθρου 131, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 182, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και νυν άρθρου 198, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), μεταξύ της οικείας ΥΧΕ και του κράτους μέλους στο οποίο αυτή υπαγόταν. |
|
86 |
Πρέπει δε να ληφθούν ιδίως υπόψη το άρθρο 26, παράγραφος 7, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και το άρθρο 34 του παραρτήματος ΙΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001, όπου οριζόταν ότι τυχόν διαφορές σχετικές με τη νομιμότητα των πιστοποιητικών EUR. 1 οι οποίες δεν μπορούσαν να ρυθμιστούν μεταξύ των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής και των τελωνειακών αρχών της ΥΧΕ εξαγωγής έπρεπε να διευθετούνται σε επίπεδο επιτροπής τελωνειακής νομοθεσίας, στο πλαίσιο διαδικασίας με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, εκπροσώπου του κράτους μέλους στο οποίο υπαγόταν η ΥΧΕ, αλλά όχι των αρμόδιων τοπικών αρχών της ίδιας της ΥΧΕ. |
|
87 |
Επιπλέον, ως προς την ενδεχόμενη επίλυση προβλημάτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν αναφορικά με την παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης στην οποία αναφέρονταν τα άρθρα 234 και 235 της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 (μετέπειτα άρθρο 7 της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εταιρική αυτή σχέση δεν ήταν δυνατό να στηρίζεται σε διμερή διάλογο μεταξύ της οικείας ΥΧΕ και της Επιτροπής, αλλά απαιτούσε τριμερή συνεννόηση μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους όπου υπαγόταν η ΥΧΕ και των αρμόδιων τοπικών αρχών της. Κατά το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, η συμμετοχή του κράτους μέλους στο οποίο υπαγόταν η YXE ήταν απαραίτητη προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των «αρμοδιοτήτων των αντίστοιχων κεντρικών εξουσιών των ενδιαφερομένων κρατών μελών». Ομοίως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 τόνιζε την ανάγκη να λαμβάνεται δεόντως υπόψη ο τρόπος «με τον οποίο είναι οργανωμένοι οι θεσμοί των ενδιαφερομένων κρατών μελών». |
|
88 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ύπαρξη ιδιαίτερων σχέσεων, κατά την έννοια του άρθρου 131, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 182, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και νυν άρθρου 198, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και των ΥΧΕ του είναι ικανή να δημιουργήσει ειδική ευθύνη του συγκεκριμένου κράτους μέλους έναντι της Ένωσης σε περίπτωση που οι αρχές των ΥΧΕ αυτών εκδίδουν πιστοποιητικά EUR. 1 κατά παράβαση των εν λόγω αποφάσεων. |
|
89 |
Εντούτοις, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιας ευθύνης. Πρώτον, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΕΚ επικυρώθηκε μόνο για τις Κάτω Χώρες, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του Κουρασάο και της Αρούμπα, αφενός, και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ως κράτους μέλους, αφετέρου, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από τη γνωμοδότηση 1/78 (Διεθνής Συμφωνία για το φυσικό καουτσούκ), της 4ης Οκτωβρίου 1979 (EU:C:1979:224, σκέψη 62). Δεύτερον, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι το σύστημα διοικητικής συνεργασίας το οποίο καθιερωνόταν με τις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001 παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απευθυνθεί απευθείας στις αρχές των εν λόγω ΥΧΕ, οπότε η Επιτροπή δεν πρέπει να του καταλογίσει ευθύνη για τις πράξεις των αρχών αυτών βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Τρίτον, η αναγνώριση τέτοιας ευθύνης θα έθιγε την αυτονομία των συγκεκριμένων ΥΧΕ, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και του άρθρου 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. |
|
90 |
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, το Δικαστήριο έχει ασφαλώς κρίνει, με το σημείο 62 της προαναφερθείσας στην αμέσως προηγούμενη σκέψη γνωμοδοτήσεως, ότι, όταν κράτος μέλος συνάπτει διεθνή συμφωνία ως διεθνής εκπρόσωπος μιας ΥΧΕ που υπάγεται σε αυτό, δεν ενεργεί υπό την ιδιότητα του κράτους μέλους. Όμως, η ως άνω διαπίστωση, βάσει της οποίας το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια εκπροσώπηση δεν επηρέαζε την «οριοθέτηση των σφαιρών αρμοδιότητας στο εσωτερικό της Κοινότητας», είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση του ζητήματος της ευθύνης κράτους μέλους στο πλαίσιο της εκδόσεως, από τις αρχές μιας ΥΧΕ υπαγόμενης στο κράτος μέλος αυτό, πιστοποιητικών EUR. 1 κατά παράβαση των αποφάσεων του 1991 και του 2001, έκδοση η οποία διεπόταν από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που είχαν εφαρμογή στο έδαφος των ΥΧΕ. |
|
91 |
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, το οποίο αντλείται από το σύστημα διοικητικής συνεργασίας που καθιερωνόταν με τις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001, είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 26, παράγραφος 6, του παραρτήματος III της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και, στη συνέχεια, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 8, του παραρτήματος ΙΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001, οι αρχές της οικείας ΥΧΕ όφειλαν, μεταξύ άλλων, να διεξάγουν τις αναγκαίες έρευνες σε περίπτωση που από τη διαδικασία ελέγχου στην οποία αναφέρονταν το άρθρο 26, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ της πρώτης αποφάσεως και, στη συνέχεια, το άρθρο 32, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙΙ της δεύτερης αποφάσεως φαινόταν να προκύπτει παράβαση των διατάξεων των παραρτημάτων. Εντούτοις, αφενός, οι ίδιες αυτές διατάξεις προέβλεπαν ότι η Επιτροπή «μπορεί να συμμετέχει» στις έρευνες για τον εντοπισμό και την πρόληψη των παραβάσεων των διατάξεων που ρύθμιζαν την έκδοση των πιστοποιητικών EUR. 1, χωρίς να της επιβάλλουν σχετική υποχρέωση. Αφετέρου, μολονότι το άρθρο 26, παράγραφος 7, του παραρτήματος II της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και, στη συνέχεια, το άρθρο 34 του παραρτήματος III της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 όριζαν ότι οι διαφορές οι οποίες ανέκυπταν στο πλαίσιο τέτοιων ερευνών ή έθεταν ζητήματα ερμηνείας «υποβάλλονται» σε διαδικασία διευθετήσεως διαφορών, από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών καθίστατο σαφές ότι η ως άνω διαδικασία αφορούσε αποκλειστικώς τις διαφορές μεταξύ του κράτους εισαγωγής και της ΥΧΕ εξαγωγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν υποχρεωτική για την Επιτροπή. |
|
92 |
Εξάλλου, και αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, ούτε οι διατάξεις σχετικά με τη συνεννόηση η οποία αποκαλείται «εταιρική σχέση» αποκλείουν το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ένα κράτος μέλος υπεύθυνο, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, για την παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1, από τις αρχές των ΥΧΕ του. Πράγματι, κατά το γράμμα του άρθρου 234 της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991, η δράση της Ένωσης έπρεπε απλώς να στηρίζεται «όσο το δυνατό περισσότερο» στη συνεννόηση αυτή μεταξύ της Επιτροπής, του κράτους μέλους στο οποίο υπαγόταν η ΥΧΕ και των αρμόδιων τοπικών αρχών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 235, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, ομάδες εργασίας για τη σύνδεση «μπορούν να δημιουργηθούν», κατ’ αίτηση κυρίως των ενδιαφερόμενων ΥΧΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί κάθε πρόβλημα που ανακύπτει μεταξύ των ΥΧΕ και της Ένωσης. Ομοίως, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001 προέβλεπε μόνον ότι οι ομάδες εργασίας της εταιρικής σχέσης οι οποίες έχουν συσταθεί για κάθε ΥΧΕ «είναι δυνατόν να συγκαλούνται» κατόπιν αιτήσεως, μεταξύ άλλων, μιας ΥΧΕ. Συνεπώς, μολονότι είναι αληθές ότι η συγκεκριμένη διαδικασία εταιρικής σχέσης δεν τέθηκε, εν προκειμένω, σε εφαρμογή, γεγονός παραμένει ότι οι ανωτέρω διατάξεις προσέδιδαν, όπως συνάγεται από το γράμμα τους, στη διαδικασία αυτή προαιρετικό χαρακτήρα. |
|
93 |
Ούτε το τρίτο επιχείρημα, το οποίο αντλείται από τη συνταγματική αυτονομία του Κουρασάο και της Αρούμπα, μπορεί να ευδοκιμήσει, δεδομένου ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν εκθέτει με ποιον τρόπο η ευθύνη κράτους μέλους για τις πράξεις των ΥΧΕ του, η οποία είναι ανεξάρτητη από τα καθήκοντα που ανατίθενται στις τελευταίες με τις αποφάσεις ΥΧΕ του 1991 και του 2001, θα μπορούσε να θίξει την αυτονομία τους. |
|
94 |
Πρέπει ακόμη να κριθεί για ποια είδη σφαλμάτων που έχουν διαπραχθεί από μια ΥΧΕ στο πλαίσιο της εκδόσεως πιστοποιητικών EUR. 1 πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο το κράτος μέλος στο οποίο αυτή υπάγεται. |
|
95 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, απορρέει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλιση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2010, Stils Met, C-382/09, EU:C:2010:596, σκέψη 44, και της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου, C-600/14, EU:C:2017:935, σκέψη 94). |
|
96 |
Λαμβανομένου όμως υπόψη του προτιμησιακού και εξαιρετικού χαρακτήρα του τελωνειακού καθεστώτος το οποίο ίσχυε υπέρ των προϊόντων καταγωγής ΥΧΕ υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρου 184, παράγραφος 1, ΕΚ και νυν άρθρου 200, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και του άρθρου 101, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 108, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, καθώς και το παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 (άρθρο 35 και παράρτημα III της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001), η τήρηση της προαναφερθείσας στην αμέσως προηγούμενη σκέψη υποχρεώσεως ήταν ιδιαιτέρως επιτακτική στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, η ευθύνη που υπέχει έναντι της Ένωσης το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται μια ΥΧΕ καλύπτει, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, κάθε σφάλμα που έχουν διαπράξει οι αρχές της εν λόγω ΥΧΕ στο πλαίσιο της εκδόσεως πιστοποιητικών EUR. 1. |
|
97 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι, δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχει ως κράτος μέλος από το άρθρο 131, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (μετέπειτα άρθρο 182, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και νυν άρθρο 198, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ) καθώς και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, υπεύθυνο έναντι της Ένωσης για ενδεχόμενη παράτυπη έκδοση, από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα, πιστοποιητικών EUR. 1 κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 [βλ., κατ’ αναλογίαν, σημερινή απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Ευθύνη για πράξεις μιας ΥΧΕ), C-391/17, σκέψη 95]. |
– Επί του ζητήματος αν απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ υποχρέωση αντισταθμίσεως ενδεχόμενης απώλειας ιδίων πόρων
|
98 |
Κατά πάγια νομολογία, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξαλείφουν τις παράνομες συνέπειες τυχόν παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Συνεπώς, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, όλα τα αναγκαία μέτρα για την άρση της παραβάσεως των κανόνων του δικαίου αυτού (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2007, Jonkman κ.λπ., C-231/06 έως C-233/06, EU:C:2007:373, σκέψεις 37 και 38, της26ης Ιουλίου 2017, Comune di Corridonia κ.λπ., C-196/16 και C-197/16, EU:C:2017:589, σκέψη 35 και μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 27ης Ιουνίου 2019, Belgisch Syndicaat van Chiropraxie κ.λπ., C-597/17, EU:C:2019:544, σκέψη 54). |
|
99 |
Στον βαθμό που η έκδοση πιστοποιητικού EUR. 1 κατά παράβαση των αποφάσεων ΥΧΕ του 1991 και του 2001 εμποδίζει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β ʹ, και του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, τις αρχές του οικείου κράτους μέλους εισαγωγής να εισπράξουν τους δασμούς που θα έπρεπε να εισπράξουν ελλείψει τέτοιου πιστοποιητικού EUR. 1, η συνακόλουθη απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων της Ένωσης συνιστά παράνομη συνέπεια της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια τέτοια απώλεια πρέπει να αντισταθμίζεται μέσω είτε άλλου ιδίου πόρου είτε προσαρμογής των δαπανών (βλ. κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑392/02, EU:C:2005:683, σκέψη 54, και της 5ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-105/02, EU:C:2006:637, σκέψη 88). |
|
100 |
Επομένως, το κράτος μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο, έναντι της Ένωσης, για την παράτυπη έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού οφείλει, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να άρει την παραβίαση αυτή του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, να αντισταθμίσει την επακόλουθη απώλεια ιδίων πόρων [βλ., κατ’ αναλογίαν, σημερινή απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Ευθύνη για πράξεις μιας ΥΧΕ), C-391/17, σκέψη 98]. |
|
101 |
Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα αν το ποσό στο οποίο αντιστοιχεί αυτή η απώλεια ιδίων πόρων πρέπει, ενδεχομένως, να προσαυξηθεί με τόκους υπερημερίας, αρκεί η επισήμανση ότι η αντιστάθμιση απλώς του ποσού των τελωνειακών δασμών που δεν μπόρεσαν να εισπραχθούν δεν επαρκεί για να εξαλειφθούν οι παράνομες συνέπειες της παράτυπης εκδόσεως πιστοποιητικού EUR. 1. |
|
102 |
Η ως άνω ερμηνεία δεν αναιρείται από την επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, εκ της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αντλούν το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατό να υφίσταται τέτοια υποχρέωση αντισταθμίσεως ελλείψει σχετικής ρητής διατάξεως στο δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, η υποχρέωση αντισταθμίσεως της απώλειας ιδίων πόρων που οφείλεται στην παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 αποτελεί απλώς ειδική έκφραση της υποχρεώσεως η οποία απορρέει από την αρχής της καλόπιστης συνεργασίας και επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την άρση της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης και την εξάλειψη των παράνομων συνεπειών της. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα στη σκέψη 98 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, η τελευταία αυτή υποχρέωση καλύπτει όλες τις παράνομες συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε εκείνες που είναι οικονομικής φύσης, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω. |
|
103 |
Εντούτοις, οι τόκοι υπερημερίας αρχίζουν να υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία απευθύνεται η αίτηση προς το οικείο κράτος μέλος για την αντιστάθμιση της εν λόγω απώλειας ιδίων πόρων. |
|
104 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κράτος μέλος που ευθύνεται έναντι της Ένωσης για παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από ΥΧΕ η οποία υπάγεται σε αυτό οφείλει, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, να αντισταθμίσει το ποσό τυχόν απώλειας ιδίων πόρων, προσαυξημένο, ενδεχομένως, με τόκους υπερημερίας. |
– Επί της προσαπτόμενης παραβάσεως
|
105 |
Από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τα έτη 1997 έως 2000, καθώς και κατά τα έτη 2002 και 2003 εισήχθησαν άνευ δασμών στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία εμπορεύματα που καλύπτονταν από πιστοποιητικά EUR. 1 τα οποία είχαν εκδοθεί από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα. |
|
106 |
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι τα επίμαχα πιστοποιητικά EUR. 1 εκδόθηκαν από τις εν λόγω αρχές, μολονότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να θεωρηθούν προϊόντα προτιμησιακής καταγωγής, βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και του άρθρου 35, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η παράβαση των διατάξεων αυτών είχε ως συνέπεια, για την Ένωση, απώλεια ιδίων πόρων υπό τη μορφή εισαγωγικών δασμών. |
|
107 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών οφείλει, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να αντισταθμίσει το ποσό που αντιστοιχεί στην απώλεια ιδίων πόρων, όπως ζήτησε η Επιτροπή με έγγραφα της 27ης Ιανουαρίου και της 31ης Μαΐου 2012 αντιστοίχως. |
|
108 |
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοίκησης αποκλείουν, εν προκειμένω, το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί παράβαση της υποχρεώσεως αντισταθμίσεως της απώλειας αυτής, διότι η Επιτροπή παρέλειψε να ζητήσει την αντιστάθμιση εντός εύλογης προθεσμίας, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου (C-447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψη 48). |
|
109 |
Ως προς το σημείο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η νομολογία η οποία απορρέει από την απόφαση που προαναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη αφορά το άρθρο 85β του εκτελεστικού κανονισμού, όπου ορίζεται ως σημείο αφετηρίας της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 73α του δημοσιονομικού κανονισμού η καταληκτική ημερομηνία που γνωστοποιείται στον οφειλέτη όταν του κοινοποιείται το χρεωστικό σημείωμα. |
|
110 |
Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε, ασφαλώς, ότι, σε περίπτωση που οι ισχύουσες ρυθμίσεις σιωπούν, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να προβαίνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο στη συγκεκριμένη κοινοποίηση εντός εύλογης προθεσμίας, διευκρινίζοντας ότι η κοινοποίηση του χρεωστικού σημειώματος τεκμαίρεται ότι δεν έχει γίνει εντός εύλογου χρόνου σε περίπτωση που πραγματοποιήθηκε μετά την παρέλευση πέντε ετών από τη στιγμή κατά την οποία το θεσμικό όργανο ήταν κανονικά σε θέση να απαιτήσει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του (πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου, C-447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψεις 48 και 49). |
|
111 |
Ωστόσο, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν το άρθρο 73α του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 85β του εκτελεστικού κανονισμού τυγχάνουν εφαρμογής ως προς την υποχρέωση αντισταθμίσεως απώλειας ιδίων πόρων δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη, εν πάση περιπτώσει, την πενταετή προθεσμία πέραν της οποίας η κοινοποίηση χρεωστικού σημειώματος τεκμαίρεται ότι δεν έχει γίνει εντός εύλογου χρόνου σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση η οποία προαναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η απώλεια ιδίων πόρων της Ένωσης που προέκυψε από την παράτυπη έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα κατέστη οριστική μόλις το 2009. Εφόσον, πριν από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να ζητήσει την αντιστάθμιση της εν λόγω απώλειας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τήρησε την προαναφερθείσα πενταετή προθεσμία όταν ζήτησε, κατά τη διάρκεια του 2012, από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να προβεί στην αντιστάθμιση. |
|
112 |
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, παραλείποντας να αντισταθμίσει την απώλεια ιδίων πόρων η οποία προέκυψε από την παράτυπη, υπό το πρίσμα της αποφάσεως ΥΧΕ του 1991 και της αποφάσεως ΥΧΕ του 2001, έκδοση πιστοποιητικών EUR. 1 από τις αρχές του Κουρασάο και της Αρούμπα όσον αφορά, αντιστοίχως, τις εισαγωγές γάλακτος σε σκόνη και ρυζιού προελεύσεως Κουρασάο κατά τη χρονική περίοδο 1997/2000 και τις εισαγωγές πλιγουριού και σιμιγδαλιού προελεύσεως Αρούμπα κατά τη χρονική περίοδο 2002/2003. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
113 |
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και αυτό ηττήθηκε, πρέπει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. |
|
114 |
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη που έχουν παρέμβει στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική