ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 15ης Μαΐου 2019 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) – Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 – Καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων – Έννοια του “μόνιμου βοσκότοπου” – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση – Αφαίρεση προηγούμενης διορθώσεως»
Στην υπόθεση C-341/17 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 6 Ιουνίου 2017,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο, καθώς και από τις A.-Ευ. Βασιλοπούλου και Ε. Λευθεριώτου,
αναιρεσείουσα,
υποστηριζόμενη από το:
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Μ. A. Sampol Pucurull,
παρεμβαίνον στην αναιρετική δίκη,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και A. Sauka,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Malenovský, προεδρεύοντα του όγδοου τμήματος, M. Safjan και D. Šváby (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2018,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Μαρτίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑112/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:239), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/950/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2014, L 369, σ. 71, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003
|
2 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 4, 21 και 24 του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (ΕΕ 2003, L 270, σ. 1), ανέφεραν τα εξής:
[...]
[...]
|
|
3 |
Ο κανονισμός αυτός περιείχε τον Τίτλο III, «Καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης», στον οποίο περιλαμβανόταν το κεφάλαιο 3, που αφορούσε τα «[δ]ικαιώματα ενίσχυσης». Το τμήμα 1 του εν λόγω κεφαλαίου, σχετικά με τα «[δ]ικαιώματα ενίσχυσης με βάση την έκταση», περιλάμβανε το άρθρο 44 του εν λόγω κανονισμού, που αφορούσε τη «[χ]ρήση των δικαιωμάτων ενίσχυσης» και του οποίου η παράγραφος 2 προέβλεπε τα εξής: «Ο όρος “επιλέξιμα εκτάρια” σημαίνει κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκοτόπους, εκτός από εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, δάση ή εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες.» |
|
4 |
Υπό τον ίδιο Τίτλο III, το κεφάλαιο 4, το οποίο επιγραφόταν «Χρήση της γης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης», περιλάμβανε, στο τμήμα 1 του κεφαλαίου αυτού, το άρθρο 51, το οποίο αφορούσε τη «[γ]εωργική χρήση της γης». Το άρθρο αυτό όριζε τα εξής: «Οι γεωργοί μπορούν να χρησιμοποιούν τα αγροτεμάχια που δηλώνουν σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3 για κάθε γεωργική δραστηριότητα εκτός από μόνιμες καλλιέργειες και, εκτός από την παραγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών [(ΕΕ 1996, L 297, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 47/2003 της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 7, σ. 64)], το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά [(ΕΕ 1996, L 297, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 453/2002 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ 2002, L 72, σ. 9)] [...]». |
|
5 |
Υπό τον Τίτλο IV του κανονισμού 1782/2003, που επιγραφόταν «Άλλα καθεστώτα ενίσχυσης», το κεφάλαιο 12 σχετικά με τις «[ε]νισχύσεις βοείου κρέατος» περιείχε το άρθρο 132, με τίτλο «Ενίσχυση εκτατικοποίησης». Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προέβλεπε τα εξής: «Για την εφαρμογή της παραγράφου 2:
Οι “λειμώνες” καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Ο ορισμός πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον το κριτήριο ότι ο βοσκότοπος είναι χορτολίβαδο το οποίο, σύμφωνα με την τοπική γεωργική πρακτική, αναγνωρίζεται ως προοριζόμενο για τη βόσκηση βοοειδών ή/και προβάτων. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει τη μεικτή χρήση των βοσκοτόπων κατά το ίδιο έτος (βόσκηση, παραγωγή σανού, παραγωγή χορτονομής προς ενσίρωση). » |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 796/2004
|
6 |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό 1782/2003 (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 972/2007 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 2007 (ΕΕ 2007, L 216, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 796/2004), όριζε στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: [...]
[...]
[...]». |
|
7 |
Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού (ΕΚ) 239/2005 της Επιτροπής, της 11ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 42, σ. 3), ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 796/2004 ως είχε αρχικώς, ανέφερε τα εξής: «Το άρθρο 2 του κανονισμού [796/2004 ως είχε αρχικώς] περιέχει διάφορους ορισμούς που πρέπει να διευκρινιστούν. Ειδικότερα είναι ανάγκη να διευκρινισθεί ο ορισμός του “μόνιμου βοσκότοπου” στο σημείο 2 του εν λόγω άρθρου και επίσης να εισαχθεί ο ορισμός για τη χρήση του όρου “αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά”. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα κράτη μέλη χρειάζεται να διαθέτουν κάποια ευελιξία, ώστε να μπορούν να συνεκτιμούν τις τοπικές αγρονομικές συνθήκες.» |
|
8 |
Το άρθρο 8 του κανονισμού 796/2004, με τίτλο «Γενικές αρχές για τα αγροτεμάχια», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής: «Γεωτεμάχιο στο οποίο υπάρχουν δένδρα θεωρείται αγροτεμάχιο για την εφαρμογή των καθεστώτων ενίσχυσης βάσει της έκτασης, εφόσον οι γεωργικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 51 του κανονισμού [1782/2003] ή, κατά περίπτωση, η προβλεπόμενη παραγωγή μπορούν να πραγματοποιηθούν με συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες των γεωτεμαχίων της ίδιας περιοχής, στα οποία δεν υπάρχουν δένδρα.» |
|
9 |
Ο Τίτλος III του κανονισμού αυτού, σχετικά με τους «[ε]λέγχους]», περιλάμβανε το άρθρο 30, με τίτλο «Προσδιορισμός των εκτάσεων». Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προέβλεπε τα εξής: «Η συνολική έκταση ενός αγροτεμαχίου μπορεί να λαμβάνεται υπόψη, υπό τον όρο ότι χρησιμοποιείται πλήρως σύμφωνα με τα συνήθη πρότυπα του οικείου κράτους μέλους ή περιφέρειας. Στις άλλες περιπτώσεις, λαμβάνεται υπόψη η πραγματικά χρησιμοποιούμενη έκταση. Όσον αφορά τις περιφέρειες όπου ορισμένα στοιχεία, όπως φράκτες, τάφροι και τοιχία, εντάσσονται κατά παράδοση σε ορθές πρακτικές καλλιέργειας ή γεωργικής εκμετάλλευσης, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν ότι η αντίστοιχη επιφάνεια αποτελεί τμήμα της πλήρως χρησιμοποιούμενης έκτασης, υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνει ένα συνολικό πλάτος που καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Το πλάτος αυτό πρέπει να αντιστοιχεί στο παραδοσιακό πλάτος στη συγκεκριμένη περιφέρεια και να μην υπερβαίνει τα 2 μέτρα. [...]» |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005
|
10 |
Στον Τίτλο IV, «Εκκαθάριση των λογαριασμών και εποπτεία από την Επιτροπή», του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1), περιλαμβανόταν το άρθρο 31, με τίτλο «Εκκαθάριση ως προς τη συμμόρφωση». Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού είχε ως εξής: «Πριν από κάθε απόφαση απόρριψης της χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους κοινοποιούνται εγγράφως και, κατόπιν, τα δύο μέρη επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος δύναται να ζητήσει, εντός τεσσάρων μηνών, την έναρξη διαδικασίας συμβιβασμού των αντίστοιχων θέσεων. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει, πριν αποφασίσει να απορρίψει ενδεχομένως τη χρηματοδότηση.» |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 885/2006
|
11 |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21 Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90, και διορθωτικό ΕΕ 2007, L 291, σ. 30), περιλάμβανε το άρθρο 11 με τίτλο «Εκκαθάριση ως προς τη συμμόρφωση». Οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου αυτού προέβλεπαν τα εξής: «1. Εάν, ως αποτέλεσμα έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, κοινοποιεί τα πορίσματά της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και υποδεικνύει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η μελλοντική συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες. Η κοινοποίηση περιέχει παραπομπή στο παρόν άρθρο. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης και η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή είναι δυνατόν να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας απάντησης. Μετά την εκπνοή του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να δοθεί απάντηση, η Επιτροπή συγκαλεί διμερή συνάντηση και αμφότερα τα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, καθώς και σχετικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό. 2. Εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής των πρακτικών της διμερούς συνάντησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο, το κράτος μέλος κοινοποιεί τις πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά τη συνάντηση ή όσες άλλες πληροφορίες θεωρεί χρήσιμες για την εν εξελίξει εξέταση. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις η Επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος κράτους μέλους, να επιτρέψει παράταση του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. Το αίτημα απευθύνεται στην Επιτροπή πριν από την εκπνοή του εν λόγω διαστήματος. Μετά από την εκπνοή του διαστήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή κοινοποιεί επισήμως τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος, βάσει των πληροφοριών που έλαβε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση. Στην κοινοποίηση αξιολογούνται οι δαπάνες τις οποίες η Επιτροπή προβλέπει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού […] 1290/2005 και γίνεται παραπομπή στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. 3. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που έχει λάβει προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους κοινοτικούς κανόνες και την πραγματική ημερομηνία εφαρμογής τους. Η Επιτροπή, [αφού] εξετάσει τις εκθέσεις που συντάσσει το όργανο συμβιβασμού σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του παρόντος κανονισμού, [εκδίδει], εφόσον κριθεί σκόπιμο, μία ή περισσότερες αποφάσεις βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού […] 1290/2005, προκειμένου να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που χαρακτηρίζονται από μη συμμόρφωση με τους κοινοτικούς κανόνες, έως ότου το κράτος μέλος εφαρμόσει αποτελεσματικά τα διορθωτικά μέτρα. Κατά την αξιολόγηση των δαπανών που πρόκειται να αποκλειστούν από την κοινοτική χρηματοδότηση, η Επιτροπή δύναται να λάβει υπόψη οιαδήποτε στοιχεία κοινοποιούν τα κράτη μέλη μετά την εκπνοή του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στην παράγραφο 2, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη εκτίμηση της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό, με την προϋπόθεση ότι η καθυστερημένη διαβίβαση των στοιχείων δικαιολογείται από έκτακτες συνθήκες.» |
|
12 |
Το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Διαδικασία συμβιβασμού», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής: «Ένα κράτος μέλος δύναται να προσφύγει ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού εντός τριάντα εργασίμων ημερών από την παραλαβή της επίσημης κοινοποίησης της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, αποστέλλοντας αιτιολογημένη αίτηση συμβιβασμού στη γραμματεία του οργάνου συμβιβασμού. Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται και η διεύθυνση της γραμματείας κοινοποιούνται στα κράτη μέλη μέσω της επιτροπής των γεωργικών ταμείων.» |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1307/2013
|
13 |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της Κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347 σ. 608), περιέχει τον ακόλουθο ορισμό: «ως “μόνιμος βοσκότοπος και μόνιμος λειμώνας”, (που αναφέρονται από κοινού ως “μόνιμος βοσκότοπος”) νοείται η γη που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών με φυσικό τρόπο (αυτοφυή) ή με καλλιέργεια (σπαρμένα) και δεν έχει περιληφθεί στην αμειψισπορά επί πέντε έτη ή περισσότερο· μπορεί να περιλαμβάνει άλλα είδη, όπως θάμνους και/ή δένδρα που προσφέρονται για βοσκή, υπό τον όρο ότι επικρατούν τα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά, καθώς και, εφόσον ληφθεί σχετική απόφαση των κρατών μελών, γη που προσφέρεται για βοσκή και εντάσσεται σε καθιερωμένες τοπικές πρακτικές όπου τα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά παραδοσιακά δεν επικρατούν στις εκτάσεις βοσκής». |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
14 |
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 11 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μπορεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, να συνοψισθεί ως ακολούθως. |
|
15 |
Τον Σεπτέμβριο του 2008 και τον Φεβρουάριο του 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε δύο έρευνες όσον αφορά τις δαπάνες της Ελληνικής Δημοκρατίας, αντιστοίχως, για στρεμματικές ενισχύσεις και για μέτρα αγροτικής ανάπτυξης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, καθώς και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), για το έτος 2008. |
|
16 |
Κατόπιν τούτου, με έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή επισήμανε ότι από τους επιτόπιους ελέγχους που είχαν διενεργηθεί κατά τη διάρκεια των εν λόγω ερευνών είχε προκύψει ότι ορισμένες επιλέξιμες για ενίσχυση εκτάσεις δεν πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προέβλεπαν το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και το άρθρο 2 του κανονισμού 796/2004. Προς στήριξη της διαπίστωσης αυτής, η Επιτροπή επισήμανε μια σειρά παραδειγμάτων που παρατίθενται στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
17 |
Μετά την κοινοποίηση των παρατηρήσεων της Επιτροπής και τις απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, πραγματοποιήθηκε διμερής σύσκεψη στις 8 Απριλίου 2010. Στις 2 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία τα συμπεράσματά της, στα οποία η τελευταία απάντησε στις 2 Αυγούστου 2010. |
|
18 |
Στις 31 Μαΐου 2013, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελληνική Δημοκρατία ότι ενέμενε στη θέση της σχετικά με το καθαρό ποσό των διορθώσεων που είχε την πρόθεση να επιβάλει και σχετικά με τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούσαν τις διορθώσεις αυτές. |
|
19 |
Η Ελληνική Δημοκρατία προσέφυγε ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού στις 11 Ιουλίου 2013. Το τελευταίο εξέδωσε τη γνώμη του στις 31 Ιανουαρίου 2014, πριν η Επιτροπή λάβει την τελική της θέση στις 26 Μαρτίου 2014. Με την τελική αυτή θέση, η Επιτροπή διαπίστωσε, πρώτον, ελλείψεις στη λειτουργία του Συστήματος Αναγνωρίσεως Αγροτεμαχίων και του Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών (στο εξής: ΣΑΑ-ΣΓΠ) οι οποίες είχαν επιπτώσεις επί των διασταυρωτικών και των διοικητικών ελέγχων, δεύτερον, ελλείψεις στους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και, τρίτον, εσφαλμένους υπολογισμούς των πληρωμών και των κυρώσεων. Εκτός αυτού, η Επιτροπή υπογράμμισε τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των ελλείψεων αυτών. Το τελικό καθαρό ποσό της διόρθωσης που επιβλήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία ανερχόταν σε 86007771,11 ευρώ. |
|
20 |
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Δεκεμβρίου 2014 την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αποκλείει από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. |
|
21 |
Με την ως άνω απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε κατ’ αποκοπήν διορθώσεις για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008, αφενός, στον τομέα των στρεμματικών ενισχύσεων, ποσού συνολικού ύψους 61012096,85 ευρώ, από το οποίο αφαίρεσε ποσό 2135439,32 ευρώ. Η διόρθωση αυτή λαμβάνει μεταξύ άλλων υπόψη ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % για τους γεωργούς οι οποίοι είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους, ήτοι 32542837,74 ευρώ. Αφετέρου, η Επιτροπή επέβαλε διορθώσεις για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης, ποσού 5007867,36 ευρώ καταλογιζόμενου στο οικονομικό έτος 2009 και ποσού 5496524,54 ευρώ καταλογιζόμενου στο οικονομικό έτος 2010, ήτοι ποσού συνολικού ύψους 10504391,90 ευρώ, από το οποίο αφαίρεσε συνολικό ποσό 2588231,20 ευρώ που αντιστοιχούσε σε 2318055,75 ευρώ για το οικονομικό έτος 2009 και 270175,45 ευρώ για το οικονομικό έτος 2010. Επομένως, ο δημοσιονομικός αντίκτυπος που προέκυψε εις βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας από την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων στους τομείς των στρεμματικών ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης ήταν, αντιστοίχως, 58876657,53 ευρώ και 7916160,70 ευρώ. |
|
22 |
Στη συνοπτική έκθεση που επισυνάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και η οποία αναφέρεται στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δικαιολόγησε την επιβολή των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων ως ακολούθως:
|
|
23 |
Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που αφορούσαν τις ελλείψεις του ΣΑΑ-ΣΓΠ και τους επιτόπιους ελέγχους, η Επιτροπή επέβαλε διορθώσεις κατανεμόμενες ως ακολούθως:
|
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
24 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Μαρτίου 2015, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης επικαλούμενη, κατ’ ουσίαν, τρεις λόγους. |
|
25 |
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε την κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 10 % που επιβλήθηκε στους γεωργούς που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους και η οποία ανερχόταν στο ποσό των 32542837,74 ευρώ, προβλήθηκε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, ανεπαρκής αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθώς και υπέρβαση από την Επιτροπή των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε την κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση 5 % για τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες ενισχύσεις, προβλήθηκε πλάνη περί τα πράγματα, ανεπαρκής αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) που επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη, προβλήθηκε έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί τα πράγματα και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. |
|
26 |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους της προσφυγής και δέχθηκε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, με το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής «όσον αφορά τα ποσά της διορθώσεως ύψους 5007867,36 ευρώ, της μειώσεως κατά 2318055,75 ευρώ και του δημοσιονομικού αντίκτυπου ύψους 2689811,61 ευρώ, προκειμένου περί των δαπανών στις οποίες προέβη η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως ΕΓΤΑΑ – Άξονας 2 (2007-2013, μέτρα που συνδέονται με την επιφάνεια), για το φορολογικό έτος 2009, λόγω ελλείψεων του [ΣΑΑ] και των επιτόπιων ελέγχων (δεύτερος πυλώνας, έτος αιτήσεων 2008)» και, με το σημείο 2 του διατακτικού, απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. |
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
|
27 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
28 |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
29 |
Το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας, ζητεί από το Δικαστήριο:
|
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
30 |
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει έξι λόγους. Οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως αφορούν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση 10 % που επιβλήθηκε για τις στρεμματικές ενισχύσεις προς τους αγρότες που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους. Ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορούν την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που αφορά τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες στρεμματικές ενισχύσεις. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ που επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη. |
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
31 |
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. |
|
32 |
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 24 έως 67 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, το οποίο περιέχει τον ορισμό του «μόνιμου βοσκότοπου». Ειδικότερα, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 34 έως 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε σε υπερβολικά στενή ερμηνεία της εν λόγω έννοιας, επιλέγοντας κριτήριο που αφορά αποκλειστικώς το είδος της βλάστησης το οποίο καλύπτει την επίμαχη έκταση. Αντιθέτως, η Ελληνική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Ισπανίας, διατείνεται ότι στην έννοια αυτή πρέπει να δοθεί ευρεία ερμηνεία, η οποία να αντικατοπτρίζει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης και να καλύπτει τους «μεσογειακούς» βοσκότοπους, δηλαδή τις εκτάσεις οι οποίες καλύπτονται από ξυλώδη ή δενδρώδη βλάστηση και προσφέρονται για βοσκή και στις οποίες τα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά δεν επικρατούν παραδοσιακά. |
|
33 |
Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, καθώς και από το πλαίσιο και τους σκοπούς που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός. Η Ελληνική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι αυτή η ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου» απορρέει τόσο από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 1307/2013 όσο και από τον οδηγό που προορίζεται να δώσει στα κράτη μέλη κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τους καλύτερους τρόπους τηρήσεως των ισχυουσών νομικών διατάξεων σχετικά με την ΚΓΠ, που δημοσιεύτηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) της Επιτροπής στις 2 Απριλίου 2008, αλλά και από το σχέδιο δράσης του Οκτωβρίου του 2012, που εκπονήθηκε από τις ελληνικές αρχές και την Επιτροπή (στο εξής: σχέδιο δράσης του 2012). |
|
34 |
Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το συνολικό πλαίσιο και τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1782/2003, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διατήρηση ορισμένων πληρωμών που συνδέονται με την παραγωγή. Ειδικότερα, το άρθρο 132 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο αφορά την πριμοδότηση εκτατικοποίησης, αναφέρεται στους βοσκότοπους χωρίς να διευκρινίζει ότι αυτοί πρέπει να καλύπτονται αποκλειστικά από ποώδη βλάστηση. |
|
35 |
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την έννοια του «μόνιμου βοσκότοπου» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004. Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω ορισμό, το κριτήριο που σχετίζεται με τη φύση της βλάστησης που καλύπτει την οικεία γεωργική έκταση είναι καθοριστικής σημασίας. Επιπλέον, ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στη σκέψη 33 της παρούσας απόφασης ούτε το σχέδιο δράσης του 2012, ούτε ο κανονισμός 1307/2013, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2015 και περιέχει διευρυμένο ορισμό της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου», ασκούν επιρροή στην ερμηνεία του εφαρμοστέου δικαίου κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης ή στην εκτίμηση της δημοσιονομικής διόρθωσης που αποφασίστηκε από την Επιτροπή. |
|
36 |
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι, με τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξαρτήτως της ορθής ερμηνείας της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου», οι επίμαχες εκτάσεις παρέμεναν μη επιλέξιμες, λαμβανομένων υπόψη των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στην εφαρμογή των κανόνων περί των βοσκότοπων και στη λειτουργία του συστήματος ελέγχων του ΣΑΑ-ΣΓΠ. |
|
37 |
Η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά συγκεκριμένα ότι, κατ’ εφαρμογή της «επίδρασης περιθωρίου», το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να συναγάγει από τις ad hoc ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στη λειτουργία του ΣΑΑ-ΣΓΠ για ορισμένα αγροτεμάχια προσδιοριζόμενα στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι, εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των εκτάσεων που είχαν δηλωθεί ως βοσκότοποι όσον αφορά το έτος 2008 και τις οποίες αφορούσε η δημοσιονομική διόρθωση δεν θα ήταν επιλέξιμες είτε επιλεγόταν ο στενός ορισμός του άρθρου 2 του κανονισμού 796/2004 είτε επιλέγονταν οι ευνοϊκότεροι ορισμοί, που απορρέουν από το σχέδιο δράσης του 2012, ή από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 1307/2013. |
|
38 |
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του ως άνω επιχειρήματος. |
|
39 |
Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ανεπαρκή αιτιολογία στο μέτρο που, με τις σκέψεις 20 έως 22 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε τη νομολογιακή γραμμή σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση. Η νομολογία όμως αυτή δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου», κατά την έννοια του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004. |
|
40 |
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του ως άνω επιχειρήματος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
41 |
Προκαταρκτικώς, πρέπει να τονισθεί ότι, χωρίς να προβάλλει τυπικά ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία αρκέστηκε να επαναλάβει την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε πρωτοδίκως. |
|
42 |
Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί. |
|
43 |
Είναι βεβαίως αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, C-352/98 P, EU:C:2000:361 σκέψη 34). |
|
44 |
Εντούτοις, εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία δεν επαναλαμβάνει απλώς ούτε παραθέτει κατά λέξη τους λόγους ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αλλ’ αμφισβητεί ενώπιον του Δικαστηρίου την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. |
|
45 |
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να εξεταστούν επί της ουσίας. |
|
46 |
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της οικείας διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος. |
|
47 |
Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, «μόνιμος βοσκότοπος» είναι «η γη που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών με φυσικό τρόπο (αυτοφυή) ή μέσω καλλιέργειας (σπαρμένα) και δεν έχει περιληφθεί στην εναλλαγή καλλιεργειών της εκμετάλλευσης για διάστημα πενταετίας ή μεγαλύτερο». |
|
48 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μολονότι το άρθρο αυτό αναφέρει ρητώς την παρουσία «αγρωστωδών και άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών», και επομένως η επιφάνεια επί της οποίας βρίσκονται αποκλειστικά ποώδη φυτά αποτελεί άνευ ετέρου «μόνιμο βοσκότοπο», εντούτοις δεν μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία άλλων ειδών βλάστησης, όπως η ξυλώδης ή θαμνώδης βλάστηση. Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών της, το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 δεν αποσαφηνίζει το ζήτημα αν ο χαρακτηρισμός του «μόνιμου βοσκότοπου» εξαρτάται από το κριτήριο σχετικά με το είδος της βλάστησης που καλύπτει την οικεία έκταση και, ως εκ τούτου, αν γίνεται δεκτός αποκλειστικά και μόνο για την παρουσία αγρωστωδών ή άλλων ποωδών φυτών. |
|
49 |
Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, όπως προκύπτει, κατ’ αρχάς, από την αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 239/2005, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διευκρινισθεί ο ορισμός του «μόνιμου βοσκότοπου», πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να παράσχει στα κράτη μέλη κάποια ευελιξία, ώστε να συνεκτιμούν τις τοπικές αγρονομικές συνθήκες. |
|
50 |
Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 51 του κανονισμού 1782/2003, η πραγματική γεωργική χρήση μιας γεωργικής έκτασης αποτελεί καταλληλότερο κριτήριο από εκείνο του είδους της βλάστησης που καλύπτει την οικεία έκταση. Πράγματι, κατά το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1, ως «αγροτεμάχιο» νοείται το γεωτεμάχιο στο οποίο υπάρχουν δένδρα και επί του οποίου η προβλεπόμενη παραγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες των γεωτεμαχίων της ίδιας περιοχής στα οποία δεν υπάρχουν δένδρα. |
|
51 |
Επιπλέον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το κριτήριο που αφορά το είδος της βλάστησης που καλύπτει την οικεία έκταση απαμβλύνεται επίσης στο άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 796/2004, στο πλαίσιο του ελέγχου της έκτασης ενός αγροτεμαχίου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν ότι η συνολική έκταση ενός αγροτεμαχίου μπορεί να περιλαμβάνει την επιφάνεια που καλύπτεται από φράκτες, υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό εντάσσεται κατά παράδοση σε ορθές πρακτικές γεωργικής εκμετάλλευσης. |
|
52 |
Τέλος, δεδομένου ότι ο ορισμός του «μόνιμου βοσκότοπου» περιλαμβάνεται στον κανονισμό 796/2004, ο οποίος αποσκοπεί στην εκτέλεση του κανονισμού 1782/2003, ο όρος αυτός πρέπει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη βασική πράξη (απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, C-696/15 P, EU:C:2017:595, σκέψη 33). |
|
53 |
Ωστόσο, ο κανονισμός 1782/2003 δεν εξαρτά τον χαρακτηρισμό του «μόνιμου βοσκότοπου» από την παρουσία βλάστησης συγκεκριμένου είδους, δεδομένου ότι το άρθρο 44, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού εξαιρεί από την έννοια των «επιλέξιμων εκταρίων» μόνον τις «μόνιμες καλλιέργειες», τα «δάση» καθώς και τις «εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες». |
|
54 |
Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όπως εξέθεσε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών της, το αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του «μόνιμου βοσκότοπου» δεν είναι το είδος της βλάστησης που καλύπτει τη γεωργική έκταση, αλλά η πραγματική χρήση της εν λόγω έκτασης για γεωργική δραστηριότητα η οποία είναι χαρακτηριστική για τους «μόνιμους βοσκότοπους». Κατά συνέπεια, η παρουσία ξυλωδών φυτών ή θάμνων δεν μπορεί αφεαυτής να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως «μόνιμου βοσκότοπου», εφόσον δεν επηρεάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η αποτελεσματική χρήση της επιφάνειας για σκοπούς γεωργικής δραστηριότητας (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Planes Bresco, C-333/15 και C-334/15, EU:C:2016:426, σκέψη 35). |
|
55 |
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός 1782/2003, δηλαδή τη σταθεροποίηση του γεωργικού εισοδήματος και την προστασία του περιβάλλοντος. |
|
56 |
Πρώτον, όσον αφορά τον σκοπό της σταθεροποίησης του γεωργικού εισοδήματος, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 21 και 24 του κανονισμού 1782/2003, το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης εξαρτάται από τη διατήρηση της γεωργικής εκμετάλλευσης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου ζωής για τους γεωργούς. Επομένως, το εν λόγω καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης εφαρμόζεται στο σύνολο των γεωργών, υπό την έννοια ότι η πρόσβαση στις ενισχύσεις αυτές δεν μπορεί να επηρεάζεται από το είδος της βλάστησης που απαντά στις οικείες εκτάσεις. |
|
57 |
Δεύτερον, οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 του κανονισμού 1782/2003 τονίζουν τη θετική επίδραση των μονίμων βοσκότοπων στο περιβάλλον και εντάσσουν τον κανονισμό 1782/2003 στα μέτρα που είναι αναγκαία προς επίτευξη ενός διττού στόχου συνιστάμενου στην αποτροπή, αφενός, της εγκατάλειψης της γεωργικής γης και, αφετέρου, της μετατροπής των υφιστάμενων μονίμων βοσκότοπων σε αρόσιμες εκτάσεις. Επομένως, όπως διαπίστωσε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών της, η συσταλτική ερμηνεία της έννοιας των «μονίμων βοσκότοπων», η οποία αποδίδει σημασία αποκλειστικώς στο είδος της βλάστησης που καλύπτει τη γεωργική έκταση, δεν εξυπηρετεί την επιδίωξη των σκοπών αυτών. |
|
58 |
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν η οικεία έκταση πρέπει να χαρακτηριστεί ως «μόνιμος βοσκότοπος», κατά την έννοια του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, το καθοριστικό κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι όχι το είδος της βλάστησης που καλύπτει την έκταση αυτή, αλλά η πραγματική χρήση της για γεωργική δραστηριότητα η οποία είναι χαρακτηριστική για τους «μόνιμους βοσκότοπους». |
|
59 |
Ως εκ τούτου, κρίνοντας, με τις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το κρίσιμο κριτήριο είναι το είδος της βλάστησης που απαντά στην οικεία έκταση και προβαίνοντας εν συνεχεία στη σχετική εξέταση υπό το πρίσμα του κριτηρίου αυτού, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου», όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004. Επομένως, είναι εσφαλμένη η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε την ανακρίβεια των εκτιμήσεων της Επιτροπής. |
|
60 |
Παρά ταύτα, πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % το οποίο εφαρμόστηκε για τους γεωργούς που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους δικαιολογείται, στη συνοπτική έκθεση, υπό το πρίσμα ενός συνόλου ελλείψεων που εκτίθενται στις σκέψεις 16, 21 και 22 της παρούσας απόφασης, όπου επαναλαμβάνονται κατ’ ουσίαν οι σκέψεις 40 και 41 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δικαιολόγησε αυτό το ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης υπό το πρίσμα, αφενός, των ελλείψεων του ΣΑΑ/ΣΓΠ που επηρεάζουν την αποδεικτική αξία των διοικητικών διαδικασιών και των διασταυρωτικών ελέγχων και, αφετέρου, των ελλείψεων στους επιτόπιους ελέγχους. |
|
61 |
Συναφώς, στο πλαίσιο της εκτίμησης του πρώτου λόγου της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 23 έως 106 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το ποσοστό ύψους 10 % που εφαρμόστηκε για τους γεωργούς που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους ήταν εν πάση περιπτώσει δικαιολογημένο υπό το πρίσμα των διαπιστωθεισών ελλείψεων. |
|
62 |
Ειδικότερα, με τις σκέψεις 66, 88 και 95 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ανεπάρκειες του ΣΑΑ-ΣΓΠ δικαιολογούσαν, ανεξαρτήτως της αντιδικίας σχετικά με τον ορισμό του «μόνιμου βοσκότοπου», τον καθορισμό ποσοστού κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % για τους γεωργούς που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, και η οποία περιγράφεται στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης, δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις των σκέψεων 66, 88 και 95 αυτής αρκούν για να το θεμελιώσουν. |
|
63 |
Ως εκ τούτου, η πλάνη περί το δίκαιο που διαπιστώθηκε με τη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης δεν είναι ικανή να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
64 |
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι, με τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απλώς έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ορισμός των «μονίμων βοσκότοπων», όπως εφαρμόστηκε, δεν ήταν σύμφωνος με το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, «λαμβανομένων υπόψη των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στην εφαρμογή των κανόνων περί των βοσκότοπων και στη λειτουργία του συστήματος ελέγχων του ΣΑΑ-ΣΓΠ, περί των οποίων γίνεται λόγος στις σκέψεις 40 και 41 [της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης]», οι επίμαχες εκτάσεις δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση επιλέξιμες. |
|
65 |
Πράγματι, με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απαρίθμησε σειρά παραδειγμάτων αγροτεμαχίων που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή προκειμένου να δικαιολογήσει την κατ’ αποκοπήν διόρθωση και τα οποία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορούν να εντοπιστούν, δεν πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003, στο μέτρο που δεν χρησιμοποιούνταν για γεωργικές δραστηριότητες. |
|
66 |
Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
67 |
Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι, με τις σκέψεις 20 έως 22 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε στο να υπενθυμίσει, προτού αποφανθεί συγκεκριμένα επί ενός εκάστου εκ των λόγων που είχε προβάλει η Ελληνική Δημοκρατία και χωρίς να αντλήσει, κατά το στάδιο αυτό, έννομες συνέπειες, τις γενικές αρχές που απορρέουν από την πάγια νομολογία περί κατανομής του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο της εκδίκασης διαφορών σχετικά με ευρωπαϊκούς πόρους μεταξύ της Επιτροπής, αφενός, και του οικείου κράτους μέλους, αφετέρου. |
|
68 |
Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. |
|
69 |
Ως εκ τούτου, μολονότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, εντούτοις δεν είναι σε θέση να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
70 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής, εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος. |
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
71 |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι, με τις σκέψεις 68 έως 76 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει, καθόσον παρέλειψε να απαντήσει στο σύνολο των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά την έννοια των «μονίμων βοσκότοπων» και ειδικότερα όσον αφορά την έννοια των «μεσογειακών βοσκότοπων». |
|
72 |
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
73 |
Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο επιχείρημα, ιδίως αν πρόκειται για επιχείρημα που δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές και δεν στηρίζεται σε εμπεριστατωμένα αποδεικτικά στοιχεία (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, C-404/04 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:6, σκέψη 90). |
|
74 |
Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη, με τις σκέψεις 24 έως 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε λεπτομερή εξέταση των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου» και, ειδικότερα, ως προς τη σημασία του είδους της βλάστησης που καλύπτει τις γεωργικές εκτάσεις. |
|
75 |
Αφετέρου, με τα σημεία 15 και 16 του δικογράφου της προσφυγής που κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσείουσα περιορίστηκε στο να επικαλεστεί «τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συνόλου των μεσογειακών βοσκότοπων» οι οποίοι «είναι μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας». Δεδομένου ότι το επιχείρημα αυτό δεν πληροί την προϋπόθεση της απαιτούμενης σαφήνειας και ακρίβειας, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απάντησε συγκεκριμένα επ’ αυτού. |
|
76 |
Εξ αυτού συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
77 |
Ο τρίτος λόγος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. |
|
78 |
Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, με τις σκέψεις 88 έως 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη πολλαπλώς την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει. Συγκεκριμένα, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο συμπλήρωσε μη νομίμως την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας ότι οι παρατυπίες του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου αρκούσαν αφεαυτών για να δικαιολογήσουν το ποσοστό διόρθωσης 10 %, ενώ από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι το εν λόγω ποσοστό διόρθωσης δικαιολογείται απλώς λόγω της μη επιλεξιμότητας των δηλωθεισών εκτάσεων ως «μονίμων βοσκότοπων». Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή του ούτε υπό το πρίσμα της αύξησης του συντελεστή διόρθωσης στο 10 %, σε σύγκριση με το ποσοστό διόρθωσης 5 % που είχε επιβληθεί για το προηγούμενο έτος, ούτε υπό το πρίσμα των βελτιώσεων που είχαν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την «επίδραση περιθωρίου». |
|
79 |
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθόσον, με τις σκέψεις 88 έως 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επικύρωσε το ποσοστό διόρθωσης 10 % όσον αφορά τις ενισχύσεις για τους γεωργούς που είχαν δηλώσει μόνο βοσκότοπους. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, θα έπρεπε να επιβληθεί ποσοστό διόρθωσης 5 % λαμβανομένης ιδίως υπόψη της «επίδρασης περιθωρίου». |
|
80 |
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
81 |
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να επισημανθεί κατ’ αρχάς ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 % το οποίο έλαβε υπόψη η Επιτροπή δεν βασίζεται αποκλειστικά στη μη επιλεξιμότητα των οικείων εκτάσεων, αλλά και στο σύνολο των ανεπαρκειών του συστήματος ελέγχου που διαπίστωσε η Επιτροπή με τη συνοπτική έκθεση και τις οποίες υπενθυμίζει το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 10 και 89 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
82 |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον διαπίστωσε, με τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτές ακριβώς οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου, μαζί με όλες τις λοιπές διαπιστωθείσες ελλείψεις, συνιστούν ιδιαίτερα ελλιπή εφαρμογή του συστήματος ελέγχου, συνεπαγόμενη υψηλό επίπεδο σφαλμάτων. |
|
83 |
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η μη επιλεξιμότητα των δηλωθεισών εκτάσεων ως «μονίμων βοσκότοπων» αποτελεί τον μοναδικό δικαιολογητικό λόγο για την επιβολή ποσοστού κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 10 %. |
|
84 |
Εν συνεχεία, όσον αφορά το επιχείρημα περί μη συνεκτίμησης της διαπιστωθείσας βελτίωσης ως προς τους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και του ποσοστού δημοσιονομικής διόρθωσης 5 % που επιβλήθηκε για το έτος υποβολής αιτήσεων 2007, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε τη σημασία των στοιχείων αυτών με τις σκέψεις 98 έως 101 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
85 |
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, με τη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, μολονότι η συνοπτική έκθεση διαπίστωνε ποσοτική βελτίωση των επιτόπιων ελέγχων κατά το έτος 2008, εντούτοις, η έκθεση αυτή επισήμαινε ταυτοχρόνως ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι δεν είχαν βελτιωθεί από ποιοτική άποψη. Βάσει της διαπίστωσης αυτής καθώς και εκείνης σύμφωνα με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ως προς την ποιοτική βελτίωση των επιτόπιων ελέγχων, το Γενικό Δικαστήριο βασίμως απέρριψε το τελευταίο αυτό επιχείρημα, με τη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να παραβεί την υποχρέωσή του αιτιολόγησης. |
|
86 |
Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
87 |
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα περί μη συνεκτίμησης της «επίδρασης περιθωρίου» από το Γενικό Δικαστήριο, πρέπει να επισημανθεί ότι, με τις σκέψεις 95, 102 και 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ασφαλώς έλαβε υπόψη την επίδραση αυτή. |
|
88 |
Ειδικότερα, μετά την εξέταση, στις σκέψεις 85 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, του ζητήματος αν υπήρξε ιδιαιτέρως ελλιπής εφαρμογή του συστήματος ελέγχου, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το σύνολο των ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου, μαζί με όλες τις λοιπές διαπιστωθείσες ελλείψεις, συνιστούσαν ιδιαίτερα ελλιπή εφαρμογή του συστήματος ελέγχου και, ως εκ τούτου, δικαιολογούσαν την επιβολή ποσοστού κατ’ αποκοπήν διόρθωσης 25 %. Παρά ταύτα, με την ίδια αυτή σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη συνέχεια ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον μικρότερο κίνδυνο απωλειών για το Ταμείο ο οποίος απορρέει από την «επίδραση περιθωρίου», στο πλαίσιο της οποίας μόνον ένα μέρος των δηλωθεισών εκτάσεων λαμβάνεται υπόψη για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων καταβολής ενίσχυσης, και επομένως επέβαλε, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 %. |
|
89 |
Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
90 |
Εξ αυτών συνάγεται ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
91 |
Το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το Γενικό Δικαστήριο καθόσον το ποσοστό κατ’ αποκοπήν διόρθωσης δεν έπρεπε να καθοριστεί στο 10 % αλλά στο 5 %, λαμβανομένων υπόψη των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου. |
|
92 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατόπιν εμπεριστατωμένης ανάλυσης στις σκέψεις 85 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου, μαζί με όλες τις λοιπές διαπιστωθείσες ελλείψεις, συνιστούσαν ιδιαίτερα ελλιπή εφαρμογή του συστήματος ελέγχου, συνεπαγόμενη υψηλό επίπεδο σφαλμάτων, ενδεικτικό γενικευμένων παρατυπιών, οι οποίες προκάλεσαν κατά πάσα πιθανότητα εξαιρετικά υψηλές απώλειες στο Ταμείο. |
|
93 |
Πάντως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, με τη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να επικριθεί επί του σημείου αυτού από την Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι, όπως προκύπτει από το έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, που καθορίζει τις κατευθυντήριες οδηγίες για τις δημοσιονομικές διορθώσεις, όταν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις, δύναται να επιβληθεί διόρθωση ύψους 25 % των δαπανών δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος ιδιαίτερα υψηλών απωλειών για το Ταμείο. |
|
94 |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθόσον διαπίστωσε, με τη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή ορθώς επέβαλε, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα, κατ’ αποκοπήν διόρθωση 10 %. |
|
95 |
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
96 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
97 |
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 110 έως 120 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006, καθώς και σε ανεπαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι συνιστά παραβίαση των διαδικαστικών της εγγυήσεων η παράλειψη της Επιτροπής να την καλέσει να συζητήσουν, κατά τη διμερή σύσκεψη, επί των διαπιστώσεων του θεσμικού αυτού οργάνου σχετικά με τις καθυστερήσεις στη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων όσον αφορά τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις. |
|
98 |
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
99 |
Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση, από το άρθρο 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005 προκύπτει ότι, πριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης της χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους κοινοποιούνται εγγράφως και, κατόπιν, τα δύο μέρη επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. |
|
100 |
Επιπλέον, το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006 εξειδικεύει τη διαδικασία αυτή, καθορίζοντας λεπτομερείς κανόνες σχετικά με αυτήν. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, εάν, ως αποτέλεσμα έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, κοινοποιεί τα πορίσματά της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και υποδεικνύει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει εν συνεχεία ότι το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης της Επιτροπής, η οποία δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, μετά την εκπνοή του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου πρέπει να δοθεί απάντηση, η Επιτροπή συγκαλεί διμερή συνάντηση και αμφότερα τα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, καθώς και σχετικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και της οικονομικής ζημίας που προκλήθηκε στην Ένωση. |
|
101 |
Επομένως, προκύπτει σαφώς, αφενός, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006 ότι η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως των στοιχείων που περιέχει η απάντηση του οικείου κράτους μέλους και, αφετέρου, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού ότι η πρόσκληση για τη διμερή σύσκεψη δεν απαιτεί από την Επιτροπή να διευκρινίσει όλες τις πτυχές των διαπιστώσεων που θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης κατά τη σύσκεψη αυτή. |
|
102 |
Αντιθέτως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 112 των προτάσεών της, η διεξαγωγή της διμερούς σύσκεψης δεν αποσκοπεί τόσο στο να ενημερώσει το εν λόγω κράτος μέλος για την έκταση των διαπιστώσεων της Επιτροπής αλλά μάλλον στο να καταστήσει δυνατή, βάσει της προηγούμενης ανταλλαγής πληροφοριών, την επίτευξη της συμφωνίας που απαιτεί το άρθρο 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005 σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. |
|
103 |
Επομένως, το επιχείρημα που αντλεί από το άρθρο 11 του κανονισμού 885/2006 η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι διαδικαστικές της εγγυήσεις για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν την κάλεσε να συζητήσουν, κατά τη διμερή σύσκεψη, επί των καθυστερήσεων στη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων όσον αφορά τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις, πρέπει να απορριφθεί. |
|
104 |
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας περί ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αρκεί να επισημανθεί ότι, αφού εξέθεσε τη σημασία της πρώτης γραπτής ανακοίνωσης, κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 885/2006, με τις σκέψεις 113 έως 116 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατόπιν σαφούς και εμπεριστατωμένης ανάλυσης στις σκέψεις 118 έως 120 της εν λόγω απόφασης, ότι η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ερευνών προσδιόριζε επαρκώς κατά νόμον την καθυστερημένη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων όσον αφορά τις συμπληρωματικές στρεμματικές ενισχύσεις. |
|
105 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
106 |
Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 126 έως 128, 132 και 133 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, συμπλήρωσε την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για να δικαιολογήσει το ποσοστό διόρθωσης 5 % που επιβλήθηκε για τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες στρεμματικές ενισχύσεις. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο συμπλήρωσε την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης προκειμένου να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού διόρθωσης 5 % που επιβλήθηκε για τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες στρεμματικές ενισχύσεις και του ποσοστού διόρθωσης 2 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκότοπων. |
|
107 |
Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κυρίως, ως απαράδεκτος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, διότι εκτέθηκε κατά τρόπο υπερβολικά συνοπτικό και αόριστο. Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
108 |
Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής η οποία στηρίζεται στον συνοπτικό και αόριστο χαρακτήρα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, λόγω του οποίου αδυνατούσε, κατά δήλωσή της, να απαντήσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό. Συναφώς, στο άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζεται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι και τα νομικά επιχειρήματα προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-197/13 P, EU:C:2014:2157, σκέψεις 42 και 43 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
109 |
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία προσδιόρισε, με το σημείο 79 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, τις συγκεκριμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά των οποίων βάλλει στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ανέπτυξε δε αρκούντως συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ώστε να καταστήσει δυνατό στο Δικαστήριο να εξετάσει τον λόγο αυτό. Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία είναι παραδεκτός. |
|
110 |
Παρά ταύτα, επί της ουσίας, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, με τις σκέψεις 126 έως 128, 132 και 133 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Γενικό Δικαστήριο δεν συμπλήρωσε την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού διόρθωσης 5 % που επιβλήθηκε για τις συμπληρωματικές συνδεδεμένες στρεμματικές ενισχύσεις και του ποσοστού διόρθωσης 2 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκότοπων. |
|
111 |
Πράγματι, πρώτον, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που εκθέτει το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 123 έως 131 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δικαιολόγησε το ποσοστό 5 % στη συνοπτική έκθεσή της υπό το πρίσμα των παρατυπιών του συστήματος ελέγχου όσον αφορά τους βασικούς ελέγχους. Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ποσοστό 2 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις για άλλες εκτάσεις πέραν των βοσκότοπων δικαιολογείται από την «επίδραση περιθωρίου». Όπως όμως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 79 και 118 των προτάσεών της, η εν λόγω «επίδραση περιθωρίου» δεν ασκεί επιρροή στην περίπτωση των συμπληρωματικών συνδεδεμένων στρεμματικών ενισχύσεων, στο μέτρο που οι τελευταίες είναι συνδεδεμένες με την παραγωγή, χωρίς να γίνεται χρήση των δικαιωμάτων ενίσχυσης. Τέλος, και στον βαθμό που η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει κατά της σκέψης 133 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι, με τη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο αρκείται σε μια εκτίμηση πραγματικών περιστατικών καθόσον διαπιστώνει ότι οι εικαζόμενες βελτιώσεις στο ΣΑΑ-ΣΓΠ δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια του έτους αιτήσεων 2008. |
|
112 |
Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
113 |
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται παντελή έλλειψη αιτιολογίας εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την απόρριψη της δεύτερης αιτίασης που προβλήθηκε στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως σχετικά με την επιβληθείσα διόρθωση στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης, αιτίαση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί καθόσον από το ποσό των επιβληθεισών και καταλογισθεισών διορθώσεων στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχαν αφαιρεθεί εκείνες που επιβλήθηκαν με προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να παραθέσει συναφώς καμία αιτιολογία, περιόρισε το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ποσό των 5007867,36 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διόρθωση που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2009, αν και η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητούσε το συνολικό ποσό της διόρθωσης που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ποσό 10504391,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των διορθώσεων που καταλογίστηκαν στα οικονομικά έτη 2009 (5007867,36 ευρώ) και 2010 (5496524,54 ευρώ). |
|
114 |
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Αφενός, η Ελληνική Δημοκρατία αρκείται στην αμφισβήτηση του καθαρού τελικού ποσού της διόρθωσης που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και του ποσού κατά το οποίο μειώθηκε η τελική διόρθωση, ισχυρισμός που συνιστά, εκ της φύσεώς του, αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Αφετέρου, η αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με το ακαθάριστο ποσό των 10504391,90 ευρώ δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η αιτίαση αυτή να συνιστά διεύρυνση του αντικειμένου της προσφυγής στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας και να ισοδυναμεί με νέο λόγο που πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
115 |
Διαπιστώνεται ότι, με τα σημεία 9 και 41 έως 43 του δικογράφου της προσφυγής της, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον προβλέπει την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν διορθώσεων στον τομέα των στρεμματικών ενισχύσεων σε ποσοστό 5 % του συνολικού ποσού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης, ύψους 10504391,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των διορθώσεων που καταλογίστηκαν στα οικονομικά έτη 2009 (5007867,36 ευρώ) και 2010 (5496524,54 ευρώ). Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβήτησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την ανεπαρκή συνεκτίμηση της προηγούμενης διόρθωσης που επιβλήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2013/214/ΕΕ της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2013, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2013, L 123, σ. 11), σχετικά με τις ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη, όσον αφορά το έτος υποβολής αιτήσεων 2008, για τα οικονομικά έτη 2009 και 2010. |
|
116 |
Διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, με τις σκέψεις 155 έως 168 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας περιορίζοντας την εξέτασή του, χωρίς περαιτέρω αιτιολογία, αποκλειστικά και μόνο στη διόρθωση όσον αφορά το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 για το οικονομικό έτος 2009. |
|
117 |
Επομένως, παραλείποντας να απαντήσει σε βασικά επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εφαρμόζεται στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθώς και από το άρθρο 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
118 |
Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να γίνει δεκτός κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή περιορίζοντας την εξέταση της δεύτερης αιτίασης του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής αποκλειστικά και μόνο στη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2009. |
|
119 |
Επομένως, δεδομένου ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως κρίνεται βάσιμος, πρέπει να ακυρωθεί το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας περιορίζοντας την εξέτασή του στη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2009 όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ, ο οποίος επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη, και μη εξετάζοντας τη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2010, ύψους 5496524,54 ευρώ, όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ, ο οποίος επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη. |
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
|
120 |
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. |
|
121 |
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, από τις σκέψεις 155 έως 168 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο περιόρισε την έκταση του αιτήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την ύπαρξη διπλής διόρθωσης στο οικονομικό έτος 2009 και μόνον, ενώ, στο δικόγραφο της προσφυγής, η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε τόσο το οικονομικό έτος 2009 όσο και το οικονομικό έτος 2010. |
|
122 |
Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, όσον αφορά τη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 ως προς το οικονομικό έτος 2010, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει επαρκώς κατά νόμον τον βαθμό στον οποίο η επιβληθείσα διόρθωση δυνάμει της απόφασης 2013/214 αποτυπώθηκε όντως στο ποσό της διόρθωσης που αποφασίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να μην υπάρξει διπλή διόρθωση. |
|
123 |
Δεύτερον, η κατά τα ανωτέρω έλλειψη αιτιολογίας δεν παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί επαρκώς κατά νόμον αν –και ενδεχομένως σε ποιο βαθμό– η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη διόρθωση που προκύπτει από την απόφαση 2013/214 κατά τον υπολογισμό της διόρθωσης για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 ως προς το οικονομικό έτος 2010. |
|
124 |
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η δεύτερη αιτίαση του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, καθόσον αφορά τη συνεκτίμηση της απόφασης 2013/214 κατά τον υπολογισμό του ποσού της διόρθωσης ύψους 5496524,54 ευρώ, της μείωσης κατά 270175,45 ευρώ και του δημοσιονομικού αντίκτυπου των 5226349,09 ευρώ, σχετικά με τις δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης ΕΓΤΑΑ – Άξονας 2 (2007‑2013, μέτρα που συνδέονται με την επιφάνεια) και που καταλογίστηκαν στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2010, λόγω ελλείψεων του ΣΑΑ και των επιτόπιων ελέγχων (δεύτερος πυλώνας, έτος υποβολής αιτήσεων 2008). |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
125 |
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. |
|
126 |
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. |
|
127 |
Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία και η Επιτροπή ηττήθηκαν ως προς ένα ή πλείονα αιτήματά τους, καθεμία πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της στην πρωτοβάθμια και στην αναιρετική διαδικασία. |
|
128 |
Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. |
|
129 |
Το Βασίλειο της Ισπανίας, ως παρεμβαίνον στην αναιρετική διαδικασία, φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
|
|
Malenovský Safjan Šváby Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Mαΐου 2019. Ο Γραμματέας A. Calot Escobar Ο Πρόεδρος K. Lenaerts |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.