Υπόθεση C-295/17

MEO – Serviços de Comunicações e Multimédia SA

κατά

Autoridade Tributária e Aduaneira

[αίτηση του Tribunal Arbitral Tributário (Centro de Arbitragem Administrativa)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) – Οδηγία 2006/112/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Φορολογητέες πράξεις – Παροχή εξ επαχθούς αιτίας – Διάκριση της μη φορολογητέας αποζημιώσεως από τις φορολογητέες παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται έναντι καταβολής “αποζημιώσεως”»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα)
της 22ας Νοεμβρίου 2018

  1. Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Βάση επιβολής του φόρου – Μείωση της βάσης σε περίπτωση ακύρωσης, καταγγελίας, λύσης ή μείωσης της τιμής – Απουσία πραγματικής είσπραξης του οφειλόμενου ποσού σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας σύμβασης – Ανάλογη διόρθωση του φόρου

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρο 73)

  2. Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Πράξεις υποκείμενες στον φόρο – Παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας – Σύμβαση παροχής υπηρεσιών η οποία προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης – Αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών – Έννοια της αμοιβής – Προκαθορισμένο ποσό που καταβάλλεται σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας και αντιστοιχεί στο ποσό που αφορά την εναπομένουσα διάρκεια της σύμβασης – Εμπίπτει

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1, στοιχείο γʹ)

  3. Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Πράξεις υποκείμενες στον φόρο – Παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας – Σύμβαση παροχής υπηρεσιών η οποία προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης – Προκαθορισμένο ποσό που καταβάλλεται σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας – Χαρακτηρισμός του ποσού αυτού ως αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών – Σκοπός αποτροπής και αποζημίωσης – Ποσό το οποίο είναι μεγαλύτερο από αυτό που προβλέπεται για σύμβαση η οποία συνάπτεται για αόριστη διάρκεια και το οποίο θεωρείται στο εθνικό δίκαιο ως ποινική ρήτρα – Τούτο δεν επηρεάζει τον εν λόγω χαρακτηρισμό

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1, στοιχείο γʹ)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 53-56)

  2.  Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει την έννοια ότι το προκαθορισμένο ποσό που εισπράττει επιχείρηση σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας, από τον πελάτη της ή για λόγο που οφείλεται στον πελάτη της, σύμβασης παροχής υπηρεσιών η οποία προβλέπει ελάχιστη περίοδο δέσμευσης, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα εισέπραττε η επιχείρηση κατά την εναπομένουσα περίοδο δέσμευσης αν δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, πρέπει να θεωρηθεί ως αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται εξ επαχθούς αιτίας, υποκείμενη ως εκ τούτου στον φόρο αυτόν.

    (βλ. σκέψη 57, διατακτ. 1)

  3.  Δεν ασκούν καθοριστική επιρροή για τον χαρακτηρισμό του προκαθορισμένου στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ποσού το οποίο οφείλει ο πελάτης σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης αυτής το γεγονός ότι σκοπός του κατ’ αποκοπήν ποσού είναι να αποτρέψει τους πελάτες από τη μη τήρηση της ελάχιστης περιόδου δέσμευσης και να αποκαταστήσει τη ζημία που υφίσταται η επιχείρηση σε περίπτωση μη τήρησης αυτής της περιόδου, το γεγονός ότι η αμοιβή που εισπράττεται από εμπορικό αντιπρόσωπο για τη σύναψη συμβάσεων με ελάχιστη περίοδο δέσμευσης είναι μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπεται στο πλαίσιο συμβάσεων χωρίς τέτοια περίοδο και το γεγονός ότι το εν λόγω ποσό χαρακτηρίζεται στο εθνικό δίκαιο ως ποινική ρήτρα.

    Ως προς το ζήτημα αυτό επιβάλλεται η επισήμανση ότι η κατά την οδηγία ΦΠΑ έννοια της «παροχής υπηρεσιών» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από τους σκοπούς και τα αποτελέσματα των οικείων πράξεων. (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, Newey, C-653/11, EU:C:2013:409, σκέψη 41).

    Αντιθέτως, όπως κρίθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική πραγματικότητα της επίμαχης πράξης, η οποία συνιστά θεμελιώδες κριτήριο για την εφαρμογή του κοινού συστήματος ΦΠΑ (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουνίου 2013, Newey, C-653/11, EU:C:2013:409, σκέψεις 42, 48 και 49, καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

    Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2017, Kozuba Premium Selection, C-308/16, EU:C:2017:869, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

    (βλ. σκέψεις 60, 61, 67, 70, διατακτ. 2)