Υπόθεση C-90/17

Turbogás – Produtora Energética SA

κατά

Autoridade Tributária e Aduaneira

[αίτηση του Tribunal Arbitral Tributário (Centro de Arbitragem Administrativa) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2003/96/ΕΚ – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο – Οντότητα που παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση – Μικροί παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας – Άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας – Υποχρέωση απαλλαγής»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα)
της 27ης Ιουνίου 2018

Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Οδηγία 2003/96 – Απαλλαγή των ενεργειακών προϊόντων που χρησιμοποιούνται είτε για την παραγωγή είτε για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας – Υποχρέωση απαλλαγής – Περιεχόμενο – Ενεργειακά προϊόντα παραγόμενα από οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση – Εμπίπτουν – Βάρος αποδείξεως της χρήσης

(Οδηγία 2003/96 του Συμβουλίου, άρθρα 14 § 1, στοιχείο αʹ, και 21 § 5, εδ. 3)

Το άρθρο 21, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, έχουν την έννοια ότι μια οντότητα όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση, ανεξαρτήτως του μεγέθους της και ανεξαρτήτως της οικονομικής δραστηριότητας που ασκεί κατά κύριο λόγο, πρέπει να θεωρηθεί ως «διανομέας», κατά την έννοια της πρώτης εκ των ανωτέρω διατάξεων, του οποίου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει ωστόσο στην υποχρεωτική απαλλαγή που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ.

Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι η οδηγία 2003/96 δεν ρυθμίζει το ζήτημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύεται ότι τα ενεργειακά προϊόντα χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς που δικαιολογούν απαλλαγή. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, απόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα χορηγούνται οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη απαλλαγές, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση. Γεγονός παραμένει πάντως ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση της εξουσίας τους να ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης των απαλλαγών του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/96, οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης και μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η αρχή της αναλογικότητας (απόφαση της 2ας Ιουνίου 2016, Polihim-SS,C-355/14, EU:C:2016:403, σκέψεις 57 και 59). Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν την επιβολή χρηματικών κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης τυπικών απαιτήσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Ιουνίου 2016, ROZ-ŚWIT,C-418/14, EU:C:2016:400, σκέψη 40), εντούτοις η παράβαση αυτή δεν είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση το πλεονέκτημα της υποχρεωτικής απαλλαγής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή της (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Vakarų Baltijos laivų statykla,C-151/16, EU:C:2017:537, σκέψη 51).

(βλ. σκέψεις 43-45 και διατακτ.)