Υπόθεση C‑89/17

Secretary of State for the Home Department

κατά

Rozanne Banger

[αίτηση του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 21 ΣΛΕΕ – Δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια της Ένωσης – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ – Σύντροφος με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη – Επιστροφή στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο πολίτης της Ένωσης – Αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής – Εκτενής εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος – Άρθρα 15 και 31 – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 47»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 12ης Ιουλίου 2018

  1. Ιθαγένεια της Ένωσης – Διατάξεις της Συνθήκης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Πολίτης της Ένωσης που επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια αφού διέμεινε σε άλλο κράτος μέλος απλώς με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης – Παράγωγο δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειάς του, τα οποία είναι υπήκοοι τρίτου κράτους – Προϋποθέσεις – Αναλογική εφαρμογή των προϋποθέσεων που προβλέπει η οδηγία 2004/38 για την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος

    (Άρθρο 21 § 1 ΣΛΕΕ· οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

  2. Ιθαγένεια της Ένωσης – Διατάξεις της Συνθήκης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Πολίτης της Ένωσης που επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια αφού διέμεινε σε άλλο κράτος μέλος απλώς με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης – Αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής σε μη καταχωρισμένο σύντροφο πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση δεόντως αποδεδειγμένη – Υποχρέωση του κράτους μέλους να διευκολύνει τη χορήγηση της άδειας αυτής

    (Άρθρο 21 § 1 ΣΛΕΕ· οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

  3. Ιθαγένεια της Ένωσης – Διατάξεις της Συνθήκης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Πολίτης της Ένωσης που επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια αφού διέμεινε σε άλλο κράτος μέλος απλώς με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης – Αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής σε μη καταχωρισμένο σύντροφο πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση δεόντως αποδεδειγμένη – Απόρριψη – Η απορριπτική απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος

    (Άρθρο 21 § 1 ΣΛΕΕ· οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 2)

  4. Ιθαγένεια της Ένωσης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Οδηγία 2004/38 – Δικαιούχοι – Άλλα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, υπήκοοι τρίτης χώρας, που δεν καλύπτονται από τον ορισμό του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας – Σύντροφος πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση δεόντως αποδεδειγμένη – Αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής – Απόρριψη – Δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής – Δικαστικός έλεγχος – Περιεχόμενο

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 2, 15 § 1, 30 και 31)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 27-29)

  2.  Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το κράτος μέλος του οποίου πολίτης της Ένωσης έχει την ιθαγένεια να διευκολύνει τη χορήγηση άδειας διαμονής σε μη καταχωρισμένο σύντροφο πολίτη της Ένωσης με τον οποίο αυτός έχει σταθερή σχέση δεόντως αποδεδειγμένη, όταν ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για να εργασθεί σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, επιστρέφει με τον σύντροφό του στο κράτους μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να διαμείνει σε αυτό.

    Διευκρινίζεται, επ’ αυτού, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας αναφέρεται ειδικά στον σύντροφο με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποδοχής διευκολύνει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, την είσοδο και τη διαμονή του ανωτέρω συντρόφου.

    Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στους υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους αναφέρεται η διάταξη αυτή, αλλά τους επιβάλλει την υποχρέωση να επιφυλάσσουν ευνοϊκότερη μεταχείριση στις αιτήσεις που υποβάλλονται από υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους αναφέρεται το εν λόγω άρθρο σε σχέση με αυτή που επιφυλάσσεται στα αιτήματα εισόδου και διαμονής άλλων υπηκόων τρίτων χωρών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑83/11, Rahman κ.λπ., EU:C:2012:519, σκέψη 21).

    (βλ. σκέψεις 30, 31, 35, διατακτ. 1)

  3.  Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι πρέπει να στηρίζεται σε εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να είναι αιτιολογημένη η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής υπηκόου τρίτης χώρας, μη καταχωρισμένου συντρόφου πολίτη της Ένωσης ο οποίος, αφού άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για να εργαστεί σε δεύτερο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της οδηγίας 2004/38, επιστρέφει με τον σύντροφό του στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να διαμείνει σε αυτό.

    Στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος, η αρμόδια αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις διάφορες παραμέτρους που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή σε κάθε περίπτωση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑83/11, Rahman κ.λπ., EU:C:2012:519, σκέψη 23).

    Δεδομένου ότι, αφενός, η οδηγία 2004/38 δεν περιλαμβάνει ακριβέστερους κανόνες και, αφετέρου, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής χρησιμοποιείται η έκφραση «σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των παραμέτρων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να περιλαμβάνει κριτήρια που συνάδουν με τη συνήθη έννοια του ρήματος «διευκολύνει» και δεν καθιστούν τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ., C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 24).

    (βλ. σκέψεις 39-41, διατακτ. 2)

  4.  Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 έχει την έννοια ότι οι υπήκοοι τρίτης χώρας στους οποίους αναφέρεται η διάταξη αυτή πρέπει να μπορούν να προσβάλουν την απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής με ένδικο βοήθημα το οποίο επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να ελέγξει αν η απορριπτική απόφαση στηρίζεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση και αν έγιναν σεβαστές οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Στις εγγυήσεις αυτές περιλαμβάνεται η υποχρέωση των αρμόδιων εθνικών αρχών να προβαίνουν σε ενδελεχή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να αιτιολογούν τυχόν άρνηση εισόδου ή διαμονής.

    Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 της οδηγίας αυτής εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους η οποία λαμβάνεται για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας. Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση σε δικαστικές και, ενδεχομένως, διοικητικές διαδικασίες προσφυγών στο κράτος μέλος υποδοχής, προκειμένου να προσβάλουν ή να ζητήσουν την αναθεώρηση απόφασης η οποία έχει ληφθεί εις βάρος τους για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

    Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν μνημονεύουν ρητώς τα πρόσωπα του άρθρου 3 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/38.

    Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 87 των προτάσεών του, η έννοια των «μελών της οικογένειας» χρησιμοποιείται σε άλλες διατάξεις της οδηγίας 2004/38 ως περιλαμβάνουσα και τα πρόσωπα του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας.

    Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2004/38, να προβλέπουν τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης επί του αιτήματος των προσώπων του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, η οποία να βασίζεται σε ενδελεχή εξέταση της προσωπικής τους κατάστασης και, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, να είναι αιτιολογημένη.

    Δεδομένου ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιταγές του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, ZZ, C‑300/11, EU:C:2013:363, σκέψη 50), τα πρόσωπα αυτά πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για να προσβάλουν απόφαση βάσει της διάταξης αυτής το οποίο να επιτρέπει τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης τόσο ως προς τα πραγματικά όσο και ως προς τα νομικά ζητήματα υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Gaydarov, C‑430/10, EU:C:2011:749, σκέψη 41).

    Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.

    Όσον αφορά το περιεχόμενο των διαδικαστικών αυτών εγγυήσεων, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα πρόσωπα του άρθρου 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από δικαιοδοτικό όργανο να ελέγξει εάν η εθνική νομοθεσία και η εφαρμογή της κείνται εντός των ορίων της προβλεπόμενης από την οδηγία αυτή διακριτικής ευχέρειας (απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Rahman κ.λπ., C‑83/11, EU:C:2012:519, σκέψη 25).

    Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της διακριτικής ευχέρειας των αρμόδιων εθνικών αρχών, ο εθνικός δικαστής πρέπει να ελέγξει, ιδίως, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση. Περαιτέρω, ο έλεγχος αυτός πρέπει να εκτείνεται στην τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων, κάτι που έχει θεμελιώδη σημασία, καθώς επιτρέπει στον δικαστή να ελέγξει αν πληρούνταν τα πραγματικά και νομικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Απριλίου 2017, Fahimian, C‑544/15, EU:C:2017:255, σκέψεις 45 και 46). Στις εγγυήσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, περιλαμβάνεται η υποχρέωση των εν λόγω αρχών να προβαίνουν σε ενδελεχή εξέταση της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος και να αιτιολογούν τυχόν άρνηση εισόδου ή διαμονής.

    (βλ. σκέψεις 44-52, διατακτ. 3)