ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 11ης Ιουλίου 2018 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Σύμβαση του Montego Bay – Άρθρο 220, παράγραφος 6 – Εξουσίες του παράκτιου κράτους – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύει διατάξεις του διεθνούς δικαίου – Οδηγία 2005/35/ΕΚ – Ρύπανση από πλοία – Άρθρο 7, παράγραφος 2 – Σύμβαση Marpol 73/78 – Απόρριψη πετρελαίου από πλοίο με ξένη σημαία διαπλέον την αποκλειστική οικονομική ζώνη – Περιστάσεις στις οποίες το παράκτιο κράτος μπορεί να κινήσει διαδικασία κατά πλοίου με ξένη σημαία – Ελευθερία της ναυσιπλοΐας – Προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος – Σημαντικές ζημίες ή κίνδυνος προκλήσεως σημαντικών ζημιών στις ακτές, στα συναφή συμφέροντα ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας ή της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης – Σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία»

Στην υπόθεση C‑15/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία) με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιανουαρίου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Bosphorus Queen Shipping Ltd Corp.

κατά

Rajavartiolaitos,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan, D. Šváby και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Δεκεμβρίου 2017,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Bosphorus Queen Shipping Ltd Corp., εκπροσωπούμενη από τον P. Karhu, asianajaja,

η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις J. Van Holm, C. Van Lul και L. Van den Broeck,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Καριψιάδη, Κ. Γεωργιάδη και Μ. Στελλακάτο, καθώς και από τις Ε. Τσαούση και Ε. Σκαλιέρη,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους B. Fodda και D. Colas,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. S. Schillemans και M. Bulterman,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Nicolae, καθώς και από τους A. Bouquet, E. Paasivirta και P. Aalto,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που υπογράφηκε στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982 (Recueil des traités des Nations unies, τόμοι 1833, 1834 και 1835, σ. 3, στο εξής: Σύμβαση του Montego Bay), και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων, περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων, για αδικήματα ρύπανσης (ΕΕ 2005, L 255, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 280, σ. 52) (στο εξής: οδηγία 2005/35).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Bosphorus Queen Shipping Ltd Corp. (στο εξής: Bosphorus), εταιρίας έχουσας την κυριότητα του πλοίου ξηρού φορτίου Bosphorus Queen νηολογίου Παναμά, και της Rajavartiolaitos (Συνοριοφυλακής, Φινλανδία), σχετικά με πρόστιμο που επέβαλε η αρχή αυτή στην εν λόγω εταιρία λόγω της απορρίψεως πετρελαίου από το εν λόγω πλοίο εντός της φινλανδικής αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ).

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

Η Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969

3

Η διεθνής σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα σε περίπτωση ατυχήματος το οποίο προκαλεί ή δύναται να προκαλέσει ρύπανση οφειλόμενη σε υδρογονάνθρακες συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου 1969 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 970, σ. 211, στο εξής: Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969). Η Ένωση, καθώς και πολλά από τα κράτη μέλη της δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην ως άνω σύμβαση. Αντιθέτως, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και ο Παναμάς είναι συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω σύμβαση.

4

Κατά το άρθρο I, παράγραφος 1, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, τα συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω συμβάσεως «δύνανται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο στην ανοικτή θάλασσα για να αποτρέψουν, περιορίσουν ή εξαλείψουν κάθε σημαντικό και επικείμενο κίνδυνο για τις ακτές τους ή για συναφή συμφέροντα, ο οποίος προέρχεται από ρύπανση ή από επαπειλούμενη ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο, κατόπιν ναυτικού ατυχήματος ή πράξεων που συνδέονται με τέτοιο ατύχημα, η οποία μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα έχει σοβαρές επιζήμιες συνέπειες».

5

Το άρθρο II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης:

[…]

4.   η έκφραση “συναφή συμφέροντα” καλύπτει τα συμφέροντα ενός παράκτιου κράτους τα οποία θίγονται ή απειλούνται ευθέως από το ναυτικό ατύχημα, όπως είναι:

α)

οι θαλάσσιες, παράκτιες, λιμενικές ή διεξαγόμενες στις εκβολές ποταμών δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αποτελούν αναγκαίο μέσο βιοπορισμού των θιγόμενων προσώπων·

β)

τα τουριστικά αξιοθέατα της θιγόμενης περιοχής·

γ)

η υγεία του παράκτιου πληθυσμού και η καλή κατάσταση της θιγόμενης περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως του ζώντος θαλάσσιου πλούτου και της άγριας χλωρίδας και πανίδας».

Η Σύμβαση Marpol 73/78

6

Η διεθνής σύμβαση για την πρόληψη της ρυπάνσεως από πλοία, που υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 2 Νοεμβρίου 1973, όπως συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο της 17ης Φεβρουαρίου 1978 (στο εξής: Σύμβαση Marpol 73/78), θεσπίζει κανόνες που αποβλέπουν στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της ρυπάνσεως του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

7

Η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω Σύμβαση. Αντιθέτως, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, όπως και όλα τα άλλα κράτη μέλη της Ένωσης, είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση αυτή.

8

Οι αφορώντες την πρόληψη της ρυπάνσεως από πετρέλαιο κανόνες ορίζονται στο παράρτημα I της Συμβάσεως Marpol 73/78.

9

Ο κανονισμός 1, σημείο 11, του παραρτήματος I της εν λόγω συμβάσεως ορίζει την ειδική περιοχή ως τη «θαλάσσια περιοχή όπου λόγω ανεγνωρισμένων τεχνικών λόγων σε σχέση με τις ωκεανογραφικές και οικολογικές συνθήκες της και του ιδιαιτέρου χαρακτήρα της θαλάσσιας κυκλοφορίας, απαιτείται η καθιέρωση εδικών υποχρεωτικών μεθόδων για την πρόληψη της ρύπανσης της θάλασσας από πετρέλαιο». Για τους σκοπούς εφαρμογής του ως άνω παραρτήματος, στις ειδικές περιοχές περιλαμβάνονται η περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας, η οποία καλύπτει την κατά κύριο λόγο Βαλτική Θάλασσα καθώς και τον Βοθνικό Κόλπο, τον Κόλπο της Φινλανδίας και την είσοδο στη Βαλτική Θάλασσα που ορίζεται από τον παράλληλο του Skaw στο Skagerrak (57°44,8’ Βόρεια).

10

Στο παράρτημα I της εν λόγω συμβάσεως, ο κανονισμός 15 του τμήματος Γ, που αφορά τον «Έλεγχο λειτουργικής απόρριψης πετρελαίου», έχει ως εξής:

«1

Υποκείμενη στις διατάξεις του κανονισμού 4 του παρόντος παραρτήματος και των παραγράφων 2, 3 και 6 του παρόντος κανονισμού, οποιαδήποτε απόρριψη πετρελαίου ή πετρελαιοειδών μιγμάτων στην θάλασσα από πλοία απαγορεύεται.

[…]

B.

Απορρίψεις σε ειδικές περιοχές

3

Οποιαδήποτε απόρριψη στην θάλασσα πετρελαίου ή πετρελαιοειδών μιγμάτων από πλοία 400 τόνων ολικής χωρητικότητας και άνω απαγορεύεται εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι ακόλουθες συνθήκες:

1

το πλοίο ευρίσκεται σε πορεία·

2

το πετρελαιοειδές μίγμα υφίσταται επεξεργασία μέσω εξοπλισμού φίλτρου πετρελαίου, ο οποίος συμμορφώνεται [προς] τις απαιτήσεις του κανονισμού 14.7 του Παραρτήματος αυτού·

3

η περιεκτικότητα του πετρελαίου της εκροής χωρίς αραίωση δεν υπερβαίνει τα 15 μέρη ανά εκατομμύριο·

4

το πετρελαιοειδές μίγμα δεν προέρχεται από τον χώρο του αντλιοστασίου σε πετρελαιοφόρα, και

5

το πετρελαιοειδές μίγμα, στην περίπτωση πετρελαιοφόρων, δεν αναμιγνύεται με κατάλοιπα φορτίου.»

Η Σύμβαση του Montego Bay

11

Η Σύμβαση του Montego Bay άρχισε να ισχύει στις 16 Νοεμβρίου 1994. Η σύναψή της εγκρίθηκε στο όνομα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998 (ΕΕ 1998, L 179, σ. 1).

12

Κατά το άρθρο 1 της ως άνω συμβάσεως:

«(1)   “περιοχή” σημαίνει τον θαλάσσιο και ωκεάνειο βυθό και το υπέδαφός τους, πέρα από τα όρια της εθνικής δικαιοδοσίας·

[…]

(4)   “ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος” σημαίνει την απόθεση από τον άνθρωπο, αμέσως ή εμμέσως, ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων και των εκβολών ποταμών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση βλαβερών συνεπειών ή βλάβης στους βιολογικούς πόρους και τη θαλάσσια ζωή, κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, παρακώλυση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών και άλλων νόμιμων χρήσεων της θάλασσας, πτώση της ποιότητας χρησιμοποίησης του θαλάσσιου ύδατος και υποβάθμιση της αναψυχής·

[…]».

13

Το άρθρο 56 της εν λόγω συμβάσεως, με τίτλο «Δικαιώματα, δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους στην [ΑΟΖ]», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Στην [ΑΟΖ], το παράκτιο κράτος έχει:

α)

κυριαρχικά δικαιώματα που αποσκοπούν στην εξερεύνηση, εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών ή μη, των υπερκειμένων του βυθού της θάλασσας υδάτων, του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους αυτού, ως επίσης και [αναφορικά] με άλλες δραστηριότητες για την οικονομική εκμετάλλευση και εξερεύνηση της ζώνης, όπως η παραγωγή ενέργειας από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους·

β)

δικαιοδοσία, όπως προβλέπεται στα σχετικά άρθρα της παρούσας σύμβασης, σχετικά με:

i)

την εγκατάσταση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών,

ii)

τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα,

iii)

την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος·

γ)

άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση.»

14

Το άρθρο 58 της Συμβάσεως του Montego Bay, σχετικά με τα «Δικαιώματα και υποχρεώσεις των άλλων κρατών στην ΑΟΖ», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Στην [ΑΟΖ], όλα τα κράτη, παράκτια ή χωρίς ακτές, απολαμβάνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, τις ελευθερίες της ναυσιπλοΐας και υπέρπτησης καθώς και τα δικαιώματα τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών που αναφέρονται στο άρθρο 87, ως επίσης και το δικαίωμα χρήσης των θαλασσών γι’ άλλους διεθνώς νόμιμους σκοπούς που συνδέονται με την ενάσκηση αυτών των δικαιωμάτων και που εναρμονίζονται με τις άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης, ειδικότερα στα πλαίσια της εκμετάλλευσης των πλοίων, των αεροσκαφών και των υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών.

2.   Τα άρθρα 88 έως και 115, ως και άλλοι συναφείς κανόνες του διεθνούς δικαίου εφαρμόζονται στην [ΑΟΖ] εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση προς το παρόν μέρος.

3.   Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, δυνάμει της παρούσας σύμβασης, μέσα στην [ΑΟΖ], τα κράτη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους και συμμορφώνονται προς τους νόμους και κανονισμούς που υιοθετούνται από το παράκτιο κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης και των άλλων κανόνων διεθνούς δικαίου στην έκταση που αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς το μέρος αυτό.»

15

Το άρθρο 61, παράγραφοι 1 έως 4, της ως άνω συμβάσεως, που αφορά τη «διατήρηση των ζώντων πόρων», προβλέπει τα εξής:

«1.   Το παράκτιο κράτος καθορίζει το επιτρεπτό όριο αλίευσης των ζωντανών πόρων στην [ΑΟΖ].

2.   Το παράκτιο κράτος, λαμβάνοντας υπόψη τα πλέον αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα που έχει στη διάθεσή του, διασφαλίζει, με κατάλληλα μέτρα προστασίας και διαχείρισης, ότι η διατήρηση των ζωντανών πόρων μέσα στην [ΑΟΖ του] δεν κινδυνεύει από την υπερεκμετάλλευση. Το παράκτιο κράτος και οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί, υποπεριφερειακοί, περιφερειακοί ή παγκόσμιοι, συνεργάζονται προς αυτό το σκοπό, κατά τον πλέον αρμόζοντα τρόπο.

3.   Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν επίσης στη διατήρηση και αποκατάσταση των πληθυσμών των αλιευμάτων σε επίπεδα που να καθιστούν δυνατή την μεγίστη διαρκή απόδοση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών περιβαλλοντικών και οικονομικών παραγόντων, περιλαμβανομένων των οικονομικών αναγκών των παράκτιων αλιευτικών κοινοτήτων και των ειδικών αναγκών των αναπτυσσομένων κρατών και λαμβάνοντας υπόψη τις αλιευτικές μεθόδους, την αλληλεξάρτηση των αποθεμάτων και τις τυχόν γενικώς προτεινόμενες διεθνείς ελάχιστες προδιαγραφές, υποπεριφερειακού, περιφερειακού ή παγκόσμιου χαρακτήρα.

4.   Κατά τη λήψη των μέτρων αυτών, το παράκτιο κράτος θα λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις σε είδη που συνδέονται ή εξαρτώνται από τα αλιευόμενα είδη με σκοπό τη διατήρηση ή αποκατάσταση των πληθυσμών αυτών των συνδεομένων ή εξαρτημένων αυτών ειδών σε επίπεδα που να μην κινδυνεύει σοβαρά η αναπαραγωγή τους.»

16

Κατά το άρθρο 194, παράγραφος 5, της εν λόγω συμβάσεως:

«Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν μέρος περιλαμβάνουν επίσης και όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία και διατήρηση σπάνιων ή εύθραυστων οικοσυστημάτων καθώς επίσης των οικοτόπων των εξαντλημένων, απειλουμένων ή κινδυνευόντων ειδών και άλλων μορφών θαλάσσιας ζωής.»

17

Το άρθρο 211 της ίδιας συμβάσεως, με τίτλο «Ρύπανση από πλοία», ορίζει, στις παραγράφους 1 και 7, τα εξής:

«1.   Τα κράτη ενεργώντας μέσω του αρμόδιου διεθνούς οργανισμού ή γενικής διπλωματικής διάσκεψης, θεσπίζουν διεθνείς κανόνες και πρότυπα για την πρόληψη, μείωση και έλεγχο της ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος από πλοία και προωθούν την υιοθέτηση, κατά τον ίδιο τρόπο, όπου χρειάζεται, θαλάσσιων συστημάτων κυκλοφορίας προορισμένων να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο ατυχημάτων που μπορεί να προκαλέσουν ρύπανση στο θαλάσσιο περιβάλλον, περιλαμβανομένων των ακτών, καθώς επίσης και βλάβη από ρύπανση στα συμφέροντα παράκτιων κρατών. Οι κανόνες και τα πρότυπα αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο, επανεξετάζονται, από καιρό σε καιρό, όποτε κρίνεται απαραίτητο.

[…]

7.   Οι διεθνείς κανόνες και πρότυπα που αναφέρονται στο [παρόν] άρθρο, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων μέτρα που έχουν σχέση με την άμεση ενημέρωση των παράκτιων κρατών των οποίων οι ακτές ή τα συναφή συμφέροντα μπορούν να επηρεαστούν από περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων και ναυτικών ατυχημάτων, τα οποία συνεπάγονται την απόρριψη ή ενδεχόμενο απόρριψης ουσιών ή φορτίων.»

18

Το άρθρο 220 της Συμβάσεως του Montego Bay, με τίτλο «Εφαρμογή των διατάξεων από τα παράκτια κράτη», θέτει, στις παραγράφους 3 έως 6, τους κανόνες δικαιοδοσίας βάσει των οποίων το παράκτιο κράτος μπορεί να λαμβάνει μέτρα κατά πλοίου που παρέβη τους διεθνείς κανόνες περί ρυπάνσεως από πλοία εντός της ΑΟΖ αυτού. Οι ως άνω παράγραφοι έχουν ως ακολούθως:

«3.   Όπου υπάρχουν σαφείς λόγοι να πιστεύεται ότι ένα πλοίο που διαπλέει την [ΑΟΖ] ή τη χωρική θάλασσα κάποιου κράτους έχει, μέσα στην [ΑΟΖ] αυτή, διαπράξει παράβαση των διεθνώς εφαρμοζόμενων κανόνων και προτύπων για την πρόληψη, μείωση και έλεγχο της ρύπανσης από πλοία ή των νόμων και κανονισμών του κράτους αυτού οι οποίοι συνάδουν και δίνουν ισχύ σε τέτοιους κανόνες και πρότυπα, το κράτος αυτό μπορεί να ζητήσει από το πλοίο να του δώσει πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τον λιμένα νηολόγησής του, τον πρώτο και τον τελευταίο λιμένα προσέγγισής του και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες απαιτούνται, για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει διαπραχθεί η παράβαση.

4.   Τα κράτη υιοθετούν νόμους και κανονισμούς και λαμβάνουν άλλα μέτρα ώστε τα πλοία που φέρουν τη σημαία τους να συμμορφούνται με τις τυχόν απαιτήσεις για την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 3.

5.   Όπου υπάρχουν σαφείς λόγοι να πιστεύεται ότι ένα πλοίο που πλέει στην [ΑΟΖ] ή τη χωρική θάλασσα κάποιου κράτους έχει, στην [ΑΟΖ], διαπράξει παράβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 με αποτέλεσμα να γίνει σημαντική διαρροή ουσιών προκαλώντας ή απειλώντας με σοβαρή ρύπανση το θαλάσσιο περιβάλλον, το κράτος αυτό μπορεί να προβεί σε επιθεώρηση του πλοίου για ζητήματα αναφερόμενα στην παράβαση, αν το πλοίο έχει αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες ή αν οι πληροφορίες που δόθηκαν από το πλοίο έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με τη φανερή πραγματική κατάσταση και αν οι συνθήκες της περίπτωσης αυτής δικαιολογούν τέτοια επιθεώρηση.

6.   Όπου υπάρχει σαφής αντικειμενική μαρτυρία ότι πλοίο που διαπλέει την [ΑΟΖ] ή τη χωρική θάλασσα κάποιου κράτους έχει, στην [ΑΟΖ], διαπράξει παράβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 με αποτέλεσμα να γίνει διαρροή ουσιών προκαλώντας μεγάλη ζημιά ή υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σοβαρή ζημιά στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους, ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χωρική του θάλασσα ή στην [ΑΟΖ] του, το κράτος αυτό μπορεί, τηρουμένου του τμήματος 7, υπό τον όρο ότι τα αποδεικτικά στοιχεία το δικαιολογούν, να κινήσει διαδικασία συμπεριλαμβανομένης και της κράτησης του πλοίου, σύμφωνα με την νομοθεσία του.»

19

Το άρθρο 221 της ως άνω συμβάσεως, με τίτλο «Μέτρα για την αποφυγή της ρύπανσης που προκαλείται από ναυτικά ατυχήματα», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Τίποτα, στο μέρος αυτό, δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εθιμικό και συμβατικό, να παίρνουν και εφαρμόζουν μέτρα πέραν από τη χωρική θάλασσα ανάλογα με την πραγματική ή την απειλούμενη ζημιά για να προστατέψουν τις ακτές ή τα συναφή συμφέροντά τους, συμπεριλαμβανομένης της αλιείας, από τη ρύπανση ή την απειλή της ρύπανσης εξαιτίας κάποιου ναυτικού ατυχήματος ή από ενέργειες που έχουν σχέση με αυτό το ατύχημα, το οποίο ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών ζημιών.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, “ναυτικό ατύχημα” σημαίνει, σύγκρουση πλοίων, προσάραξη ή άλλο περιστατικό ναυσιπλοΐας, ή άλλο συμβάν πάνω στο πλοίο ή έξω από αυτό, που έχει ως αποτέλεσμα υλική ζημιά ή επικείμενη απειλή υλικής ζημιάς σε πλοίο ή φορτίο.»

20

Το άρθρο 237 της εν λόγω συμβάσεως, σχετικό με τις υποχρεώσεις δυνάμει άλλων συμβάσεων για την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Οι διατάξεις του παρόντος μέρους δεν θίγουν τις ειδικές υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται από κράτη δυνάμει ειδικών συμβάσεων και συμφωνιών που έχουν συναφθεί προηγουμένως και που αναφέρονται στην προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, καθώς και τις συμφωνίες που μπορεί να συναφθούν για την προώθηση των γενικών αρχών που τέθηκαν με την παρούσα σύμβαση.

2.   Οι ειδικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα κράτη δυνάμει ειδικών συμβάσεων, όσον αφορά στην προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, θα πρέπει να εκτελούνται κατά τρόπο που να συμβαδίζει με τις γενικές αρχές και τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας σύμβασης.»

Η Σύμβαση της Βιέννης

21

Η Σύμβαση της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών συνήφθη στη Βιέννη στις 23 Μαΐου 1969 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1155, σ. 331, στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης).

22

Κατά το άρθρο 31 της εν λόγω συμβάσεως, με τίτλο «Γενικός κανών ερμηνείας»:

«1.   Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της.

[…]

3.   Ομού μετά του συνόλου της συνθήκης δέον να λαμβάνωνται υπ’ όψιν:

[…]

γ)

Άπαντες οι σχετικοί κανόνες του Διεθνούς Δικαίου οι εφαρμοζόμενοι εις τας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις.

[…]»

23

Το άρθρο 32 της εν λόγω συμβάσεως, με τίτλο «Συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας», έχει ως εξής:

«Δύναται να γίνη προσφυγή εις συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας, περιλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών της συνθήκης εργασιών και των περιπτώσεων υφ’ ας συνήφθη αύτη, προκειμένου να επιβεβαιωθή η έννοια η προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του άρθρου 31, ή προκειμένου να προσδιορισθή η έννοια, εν περιπτώσει καθ’ ην η κατά το άρθρον 31 ερμηνεία:

α)

αφήνει την έννοιαν ασαφή ή αφανή,

β)

οδηγεί εις αποτέλεσμα το οποίον τυγχάνει προδήλως άτοπον ή παράλογον.»

Το δίκαιο της Ένωσης

24

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 και 12 της οδηγίας 2005/35 έχουν ως εξής:

«1)

Η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της ναυτικής ασφάλειας επιδιώκει να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος, βασίζεται δε στην παραδοχή ότι όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των πλοίων που χρησιμοποιούνται στα κοινοτικά ύδατα προς τους ισχύοντες κανόνες και πρότυπα.

2)

Τα ουσιώδη πρότυπα για τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από τα πλοία σε όλα τα κράτη μέλη βασίζονται στη σύμβαση Μarpol 73/78. Ωστόσο, πάρα πολλά πλοία που διαπλέουν τα κοινοτικά ύδατα αγνοούν καθημερινά τους κανόνες αυτούς χωρίς να λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα.

3)

Η εφαρμογή της σύμβασης Μarpol 73/78 παρουσιάζει αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαία η εναρμόνιση της εφαρμογής της σε κοινοτικό επίπεδο. Ειδικότερα, η πρακτική των κρατών μελών διαφέρει σημαντικά όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων για απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από τα πλοία.

4)

Τα μέτρα αποτρεπτικού χαρακτήρα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής της Κοινότητας για τη ναυτική ασφάλεια, δεδομένου ότι συνδέουν την ευθύνη καθενός από τα μέρη που συμμετέχουν στη θαλάσσια μεταφορά ρυπογόνων εμπορευμάτων και την επιβολή κυρώσεων σε αυτά· για να επιτευχθεί συνεπώς αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος απαιτούνται αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις.

[…]

12)

Εφόσον υπάρχουν σαφείς αντικειμενικές αποδείξεις απόρριψης που προξενούν σημαντική ζημία ή συνιστούν απειλή σημαντικής ζημίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές τους για να κινήσουν τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 220 της [Συμβάσεως του Montego Bay].»

25

Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ενσωματωθούν τα διεθνή πρότυπα για τη ρύπανση από τα πλοία στο κοινοτικό δίκαιο και να διασφαλισθεί ότι επιβάλλονται οι ενδεδειγμένες κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων, στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών, ώστε να βελτιωθεί η ασφάλεια στη ναυτιλία και να ενισχυθεί η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ρύπανση που προξενούν τα πλοία.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα κατά της ρύπανσης από τα πλοία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.»

26

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, σε απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών:

[…]

β)

στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους·

[…]

δ)

στην [ΑΟΖ], ή σε αντίστοιχη ζώνη κράτους μέλους, που έχει καθορισθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο […]».

27

Το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Μέτρα εφαρμογής από παράκτια κράτη ως προς διερχόμενα πλοία», προβλέπει, στην παράγραφο 2, τα ακόλουθα:

«Εφόσον υπάρχουν σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία ότι πλοίο το οποίο πλέει στις περιοχές του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ ή δʹ, διέπραξε στην περιοχή του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, παράβαση με αποτέλεσμα απόρριψη που προκαλεί σημαντική ζημία ή συνιστά απειλή σημαντικής ζημίας για τις ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους, ή για οποιουσδήποτε πόρους των περιοχών του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ ή δʹ, το εν λόγω κράτος, υπό την επιφύλαξη του τμήματος 7 του μέρους ΧΙΙ της σύμβασης [του Montego Bay] και εφόσον το δικαιολογούν τα αποδεικτικά στοιχεία, υποβάλλει το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές του προκειμένου να κινήσουν διαδικασία, περιλαμβανομένης της κράτησης του πλοίου, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.»

Το φινλανδικό δίκαιο

28

Η οδηγία 2005/35 μεταφέρθηκε στην εθνική έννομη τάξη στη Φινλανδία μεταξύ άλλων με τον merenkulun ympäristönsuojelulaki (1672/2009) [νόμο περί προστασίας του περιβάλλοντος στο πλαίσιο της ναυσιπλοΐας (1672/2009)].

29

Το κεφάλαιο 3 του νόμου αυτού, με τίτλο «Πρόστιμο σε περίπτωση απορρίψεως πετρελαίου», ορίζει, στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής:

«Παραβάσεις της προβλεπόμενης στο κεφάλαιο 2, άρθρο 1, απαγορεύσεως απορρίψεως πετρελαίου ή μιγμάτων πετρελαίου στα χωρικά ύδατα ή στην [ΑΟΖ] της Φινλανδίας τιμωρούνται με πρόστιμο (πρόστιμο λόγω απορρίψεως πετρελαίου) εφόσον η εκροή, λαμβανομένης υπόψη της ποσότητάς της ή των συνεπειών της, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα. Ωστόσο, για παραβάσεις της ως άνω απαγορεύσεως που διαπράττονται από πλοία με ξένη σημαία, τα οποία διαπλέουν την [ΑΟΖ] της Φινλανδίας, πρόστιμο λόγω απορρίψεως πετρελαίου επιβάλλεται μόνον εφόσον προκαλείται σοβαρή ζημία ή υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σοβαρή ζημία στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα της Φινλανδίας ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χωρική θάλασσα ή στην [ΑΟΖ] της Φινλανδίας.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

30

Κατά τη Συνοριοφυλακή, στις 11 Ιουλίου 2011 το πλοίο Bosphorus Queen έριξε πετρέλαιο στη θάλασσα, ενώ διέπλεε τη φινλανδική ΑΟΖ.

31

Η ως άνω απόρριψη πραγματοποιήθηκε στα όρια της εν λόγω ΑΟΖ, σε απόσταση περίπου 25 έως 30 χλμ. από τις φινλανδικές ακτές. Το πετρέλαιο που εξέρρευσε εξαπλώθηκε σε μια λωρίδα μήκους περίπου 37 χλμ. και πλάτους περίπου 10 μ., η δε συνολική έκταση που καλύφθηκε από τις ουσίες που εξέρρευσαν εκτιμήθηκε σε περίπου 0,222 τ.χλμ. και ο όγκος τους μεταξύ 0,898 και 9,050 κυβ.μ.

32

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι φινλανδικές αρχές δεν έλαβαν τότε μέτρα για να αντιμετωπίσουν την απόρριψη του πετρελαίου αυτού. Επίσης, δεν εντοπίστηκε πετρέλαιο το οποίο να έχει φθάσει μέχρι τις ακτές, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η απόρριψη πετρελαίου προκάλεσε συγκεκριμένες ζημίες.

33

Αντιθέτως, όταν το πλοίο, προερχόμενο από την Αγ. Πετρούπολη (Ρωσία), διέσχισε εκ νέου τη φινλανδική ΑΟΖ, η Συνοριοφυλακή, με απόφαση της 23ης Ιουλίου 2011, αφενός, διέταξε ως συντηρητικό μέτρο την καταβολή από την Bosphorus εγγυήσεως ύψους 17112 ευρώ, προοριζόμενης να καλύψει το ποσό ενδεχόμενου προστίμου που θα της επιβαλλόταν για την απόρριψη πετρελαίου από το πλοίο αυτό και, αφετέρου, ακινητοποίησε το εν λόγω πλοίο. Κατόπιν της καταβολής της εν λόγω εγγυήσεως στις 25 Ιουλίου 2011, το πλοίο μπόρεσε να συνεχίσει την πορεία του.

34

Σχετικά με τους κινδύνους που προκάλεσε η επίμαχη απόρριψη πετρελαίου, το Suomen ympäristökeskus (φινλανδικό ινστιτούτο περιβάλλοντος) υπέβαλε, στις 26 Ιουλίου 2011, έκθεση πραγματογνωμοσύνης στη Συνοριοφυλακή. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ως άνω απορρίψεως πετρελαίου εκτιμήθηκαν με βάση την εκτιμώμενη ελάχιστη έκταση της εκροής. Από την έκθεση αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα:

Το πετρέλαιο μπορούσε να φτάσει, τουλάχιστον εν μέρει, στις φινλανδικές ακτές. Στην περίπτωση αυτή, θα θιγόταν η χρήση των ακτών για σκοπούς αναψυχής.

Μέρος του πετρελαίου συνέχισε να έχει επιπτώσεις στις γειτνιάζουσες με το σημείο της απορρίψεως περιοχές στην ανοικτή θάλασσα.

Η απόρριψη πετρελαίου είχε αρνητικό αντίκτυπο στην κατάσταση του περιβάλλοντος στη Βαλτική Θάλασσα.

Η απόρριψη πετρελαίου έθεσε σε κίνδυνο τα πτηνά που τρέφονται και παρεπιδημούν στην ανοιχτή θάλασσα.

Το πετρέλαιο έβλαψε το φυτικό και το ζωικό πλαγκτόν. Οι ενώσεις του πετρελαίου εισχώρησαν στη διατροφική αλυσίδα.

Από την απόρριψη πετρελαίου προκλήθηκε πιθανότατα άμεση βλάβη στους τριάκανθους γαστερόστεους που ζουν στην επιφάνεια της ανοιχτής θάλασσας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αποκλειστούν, βραχυπρόθεσμα, επιπτώσεις στα αλιευτικά αποθέματα.

Το επίπεδο ιζηματαποθέσεως στην περιοχή είναι υψηλό και είναι πιθανό ένα μέρος των ενώσεων πετρελαίου να καταλήξει στον βυθό της θάλασσας, βλάπτοντας την πανίδα του βυθού αυτού.

Πλησίον της επίμαχης περιοχής βρίσκονται πολλές σημαντικές φυσικές ζώνες ανήκουσες στο δίκτυο Natura 2000.

Η χρονική συγκυρία επελεύσεως της απορρίψεως πετρελαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσμενής για τους πληθυσμούς των θαλάσσιων πτηνών, διότι σε αυτούς καταλεγόταν αριθμός νεοσσών που δεν μπορούσαν ακόμη να πετάξουν, οι οποίοι ζούσαν σε μεγάλες ομάδες στη θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται από τις εξώτερες νησίδες της χερσονήσου του Hanko (Φινλανδία) μέχρι το φινλανδικό αρχιπέλαγος, ενώ επίσης νεοσσοί της πουπουλόπαπιας κινούνταν σε μεγάλη απόσταση από την ακτή.

Κατά τον χρόνο της απορρίψεως πετρελαίου, δεκάδες χιλιάδες πουπουλόπαπιες βρίσκονταν στα ανοιχτά της χερσονήσου του Hanko. Η εκροή έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο τον πληθυσμό των θαλάσσιων πτηνών των φινλανδικών ακτών.

35

Με απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2011, η Συνοριοφυλακή επέβαλε πρόστιμο ύψους 17112 ευρώ στην Bosphorus λόγω απορρίψεως πετρελαίου, με την αιτιολογία ότι η απόρριψη αυτή προκάλεσε ή υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσει σημαντικές ζημίες στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα της Δημοκρατίας της Φινλανδίας ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές που βρίσκονται στη χωρική θάλασσα ή στη φινλανδική ΑΟΖ.

36

Η Bosphorus, καθώς και ο εφοπλιστής του πλοίου άσκησαν στη συνέχεια προσφυγή ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ελσίνκι, Φιλανδία), δικάζοντος ως ναυτικού δικαστηρίου, ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων της 23ης Ιουλίου και της 16ης Σεπτεμβρίου 2011 με τις οποίες επιβλήθηκε, αντιστοίχως, σύσταση εγγυήσεως και πρόστιμο για απόρριψη του πετρελαίου. Υποστήριξαν μεταξύ άλλων ότι η απόρριψη αυτή δεν είχε προκαλέσει σημαντικές ζημίες στο περιβάλλον και ότι μόνον τα δικαστήρια του κράτους της σημαίας του πλοίου, ήτοι του Παναμά, είχαν διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθούν της υποθέσεως αυτής.

37

Με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2012, το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Ελσίνκι) έκρινε ότι είχε αποδειχθεί ότι ο ελάχιστος όγκος πετρελαίου που είχε ρίξει στη θάλασσα το εμπλεκόμενο πλοίο ανερχόταν σε 900 λίτρα περίπου. Στο πλαίσιο της διαδικασίας κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ελσίνκι) κατέθεσε ως μάρτυς ένα ειδικός του φινλανδικού ινστιτούτου περιβάλλοντος. Το δικαστήριο αυτό έκρινε στη συνέχεια, βάσει των στοιχείων που διέθετε, ότι η απόρριψη πετρελαίου υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσει σημαντικές ζημίες, κατά την έννοια του κεφαλαίου 3, άρθρο 1, του νόμου (1672/2009). Για τους λόγους αυτούς, το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Ελσίνκι) απέρριψε την προσφυγή.

38

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την Bosphorus ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι, Φινλανδία), το ως άνω δικαστήριο απάλλαξε την εταιρία αυτή από την υποχρέωση να καταβάλει το πρόστιμο για την απόρριψη πετρελαίου, με την αιτιολογία ότι η ως άνω υποχρέωση βάρυνε τον εφοπλιστή, η ταυτότητα του οποίου ήταν γνωστή.

39

Η Συνοριοφυλακή άσκησε τότε αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία), που αναίρεσε την απόφαση αυτή και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι) για να εξετάσει αν υπήρχε λόγος, κατά την έννοια του κεφαλαίου 3, άρθρο 1, του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος, που να δικαιολογεί την επιβολή προστίμου λόγω απορρίψεως πετρελαίου.

40

Με απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2014, το ως άνω εφετείο διαπίστωσε ότι από τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε ότι υπήρχε κίνδυνος η εν λόγω απόρριψη πετρελαίου να προξενήσει σημαντικές ζημίες στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα της Δημοκρατίας της Φινλανδίας ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χωρική θάλασσα ή εντός της φινλανδικής ΑΟΖ. Κατά συνέπεια, απέρριψε την έφεση που είχε ασκηθεί κατά της αποφάσεως του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ελσίνκι).

41

Κατόπιν αυτού, η Bosphorus άσκησε αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι), την εξαφάνιση της αποφάσεως του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ελσίνκι), καθώς και την ακύρωση των αποφάσεων της 23ης Ιουλίου και της 16ης Σεπτεμβρίου 2011, και την άρση του προστίμου λόγω απορρίψεως πετρελαίου.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο, Φινλανδία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει να ερμηνεύεται η έκφραση “ακτές ή συναφή συμφέροντα” στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] ή η έκφραση “ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα” στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 με βάση τον ορισμό της έννοιας της “[ακτής ή] των συναφών συμφερόντων” που περιλαμβάνεται στο άρθρο II, παράγραφος 4, της [Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969];

2)

Κατά τον προμνησθέντα στο πρώτο ερώτημα ορισμό που δίδεται με το άρθρο II, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, ο όρος “συναφή συμφέροντα” σημαίνει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση σε καλή κατάσταση της οικείας περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως του ζώντος θαλάσσιου πλούτου και της άγριας χλωρίδας και πανίδας. Καλύπτει η προαναφερθείσα διάταξη και τη διατήρηση του ζώντος θαλάσσιου πλούτου, της άγριας πανίδας και χλωρίδας της [ΑΟΖ] ή αφορά η εν λόγω διάταξη της Συμβάσεως μόνον την προστασία των συμφερόντων της ακτής;

3)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Τι νοείται με την έκφραση “ακτή ή συναφή συμφέροντα” στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] ή με την έκφραση “ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα” στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35;

4)

Τι σημαίνει η έκφραση “πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χωρική θάλασσα ή στην [ΑΟΖ]” στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] και “πόροι [στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους και στην ΑΟΖ]” στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας [2005/35]; Νοούνται ως ζώσες πλουτοπαραγωγικές πηγές μόνο αλιευόμενα είδη ή καλύπτονται επίσης είδη που συνδέονται ή εξαρτώνται από τα αλιευόμενα είδη κατά την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 4, της Συμβάσεως [του Montego Bay], όπως για παράδειγμα φυτικά και ζωικά είδη τα οποία αποτελούν την τροφή των αλιευομένων ειδών;

5)

Πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έκφραση “υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί (σοβαρή ζημιά)” στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] και “συνιστά απειλή” [στο άρθρο 7, παράγραφος 2,] της οδηγίας 2005/35; Πρέπει να καθορισθεί ή φύση του κινδύνου αυτού με βάση την έννοια του αφηρημένου ή του συγκεκριμένου κινδύνου ή με άλλον τρόπο;

6)

Κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων δικαιοδοσίας του παράκτιου κράτους στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας [2005/35], πρέπει να θεωρείται ότι οι προκληθείσες ή επαπειλούμενες σοβαρές ζημίες συνιστούν βαρύτερες συνέπειες έναντι της προκληθείσας ή επαπειλούμενης σοβαρής ρυπάνσεως του θαλάσσιου περιβάλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως [του Montego Bay]; Πώς πρέπει να ορισθεί η “σοβαρή ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος” και πώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση των προκληθεισών ή επαπειλούμενων σοβαρών ζημιών;

7)

Ποιες περιστάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας των προκληθεισών ή επαπειλούμενων ζημιών; Πρέπει να συνεκτιμώνται για παράδειγμα η διάρκεια και η γεωγραφική έκταση των βλαβερών συνεπειών που συνιστούν τη ζημία; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Πώς πρέπει να εκτιμηθεί η διάρκεια και η έκταση της ζημίας;

8)

Η οδηγία 2005/35 θεσπίζει απλώς στοιχειώδεις κανόνες και δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα κατά της θαλάσσιας ρυπάνσεως από πλοία, σε συμφωνία με το διεθνές δίκαιο (άρθρο 1, παράγραφος 2). Ισχύει η δυνατότητα θεσπίσεως αυστηρότερων κανόνων και για το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, όπου ρυθμίζεται η δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους να λαμβάνει μέτρα κατά πλοίου διαπλέοντος τα ύδατά του;

9)

Μπορούν να έχουν σημασία οι ιδιαίτερες γεωγραφικές και οικολογικές συνθήκες, καθώς και ο ευαίσθητος χαρακτήρας της Βαλτικής κατά την ερμηνεία των προβλεπόμενων στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 προϋποθέσεων της δικαιοδοσίας του παράκτιου κράτους;

10)

Σημαίνει η έκφραση “σαφής αντικειμενική μαρτυρία” στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως [του Montego Bay] και “σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία” στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 ότι, πέραν της αποδείξεως ότι ένα πλοίο παρέβη τις σχετικές διατάξεις, απαιτείται επίσης να αποδεικνύονται οι συνέπειες της διαρροής; Τι είδους απόδειξη απαιτείται ότι δημιουργήθηκε κίνδυνος να προκληθεί σοβαρή ζημιά στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές στη χωρική θάλασσα ή στην [ΑΟΖ] –για παράδειγμα, στα πτηνά και στα αλιευτικά αποθέματα, καθώς και στο θαλάσσιο περιβάλλον της οικείας περιοχής; Σημαίνει η απαίτηση υπάρξεως σαφούς αντικειμενικής μαρτυρίας/σαφών αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων για παράδειγμα ότι η εκτίμηση των ζημιογόνων για το θαλάσσιο περιβάλλον συνεπειών του διαρρεύσαντος πετρελαίου πρέπει να στηρίζεται πάντα σε συγκεκριμένες έρευνες και μελέτες σχετικά με τις συνέπειες της διαρροής πετρελαίου που έλαβε χώρα;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

43

Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το περιεχόμενο της Συμβάσεως του Montego Bay, της Συμβάσεως Marpol 73/78 και της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969. Επομένως, πρέπει να υπομνησθεί το καθεστώς των συμβάσεων αυτών υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

44

Όσον αφορά, πρώτον, τη Σύμβαση του Montego Bay, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή υπογράφηκε και εγκρίθηκε από την Ένωση, οι διατάξεις της αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξεως της Ένωσης και τη δεσμεύουν. Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει τις εν λόγω διατάξεις. Εξάλλου, η ως άνω σύμβαση υπερισχύει των πράξεων του παραγώγου δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 42 και 53), οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με τις συμφωνίες αυτές.

45

Όσον αφορά, δεύτερον, τη Σύμβαση Marpol 73/78, στην οποία δεν έχει προσχωρήσει η Ένωση αλλά η οποία δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη της, η εν λόγω σύμβαση μπορεί να επηρεάζει την ερμηνεία τόσο της Συμβάσεως του Montego Bay όσο και των διατάξεων του παραγώγου δικαίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως Marpol 73/78, όπως είναι οι διατάξεις της οδηγίας 2005/35. Συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη της εθιμικής αρχής της καλής πίστεως, η οποία αποτελεί μέρος του γενικού διεθνούς δικαίου, και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις ανωτέρω διατάξεις λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση Marpol 73/78 (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 47 και 52).

46

Τρίτον, όσον αφορά τη Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτήν και, αφετέρου, ότι η Ένωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποκατέστησε τα κράτη μέλη της, έστω και μόνον για τον λόγο ότι τα κράτη αυτά δεν είναι όλα συμβαλλόμενα μέρη στην ως άνω σύμβαση. Επομένως, η σύμβαση αυτή δεν δεσμεύει την Ένωση και το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να την ερμηνεύσει, καθαυτήν, στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2008, Commune de Mesquer, C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψη 85).

47

Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τη Σύμβαση του Montego Bay, θα πρέπει να λάβει υπόψη τη Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, καθόσον αυτή αποτελεί μέρος των κανόνων που ασκούν επιρροή όσον αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως του Montego Bay.

48

Συγκεκριμένα, ιδίως από το άρθρο 237 της Συμβάσεως του Montego Bay, που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της εν λόγω συμβάσεως και των ειδικών συμβάσεων με αντικείμενο την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται η Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, προκύπτει ότι η Σύμβαση του Montego Bay δεν θίγει τις ειδικές υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη από τις ειδικές αυτές συμβάσεις.

49

Τέταρτον, λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως που εκτίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, το οποίο ενσωματώνει στο δίκαιο της Ένωσης τις διατάξεις του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και το γράμμα του οποίου είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο προς το άρθρο αυτό, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του ως άνω άρθρου 220, παράγραφος 6, μπορεί να θεωρηθεί, καταρχήν, ότι ισχύει και για το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35.

Επί της πρώτης περιόδου του δεκάτου ερωτήματος

50

Με την πρώτη περίοδο του δεκάτου ερωτήματος, που πρέπει να εξεταστεί πρώτη κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχουν την έννοια ότι οι εκφράσεις «σαφής αντικειμενική μαρτυρία» και «σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία» κατά τις διατάξεις αυτές αφορούν όχι μόνον τη διάπραξη παραβάσεως, αλλά και την απόδειξη των συνεπειών της παραβάσεως αυτής.

51

Το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay προβλέπει ότι, όταν υπάρχει σαφής αντικειμενική μαρτυρία ότι πλοίο που διαπλέει την ΑΟΖ ή τη χωρική θάλασσα ενός κράτους έχει διαπράξει, εντός της ΑΟΖ, παράβαση, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου 220, με αποτέλεσμα τη διαρροή ουσιών που προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν σοβαρή ζημιά στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας ή της ΑΟΖ του κράτους αυτού, το τελευταίο μπορεί, τηρουμένου του τμήματος 7 της ως άνω συμβάσεως και υπό τον όρο ότι τα αποδεικτικά στοιχεία το δικαιολογούν, να κινήσει διαδικασία συμπεριλαμβανομένης και της κρατήσεως του πλοίου, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του εν λόγω κράτους.

52

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay δεν παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί αν η ύπαρξη «σαφούς αντικειμενικής μαρτυρίας», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να συνδέεται απλώς και μόνο με τη διαπραχθείσα παράβαση ή και με τις συνέπειες αυτής.

53

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστούν το γενικό πλαίσιο στο οποία εντάσσεται ο όρος «σαφής αντικειμενική μαρτυρία», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και οι σκοποί που επιδιώκονται με το άρθρο 220 της Συμβάσεως του Montego Bay.

54

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι παράγραφοι 3, 5 και 6 του άρθρου 220 της Συμβάσεως του Montego Bay συνιστούν ένα σύνολο κλιμακωτών μέτρων τα οποία μπορεί να λάβει το παράκτιο κράτος σε βάρος πλοίου για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ή αποδεικνύεται ότι διέπραξε παράβαση εντός της ΑΟΖ του κράτους αυτού.

55

Καταρχάς, το άρθρο 220, παράγραφος 3, της ως άνω συμβάσεως αναφέρεται σε παράβαση των διεθνώς εφαρμοζόμενων κανόνων και προτύπων για την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο της ρυπάνσεως από πλοία ή των νόμων και κανονισμών του κράτους αυτού οι οποίοι συνάδουν με τέτοιους κανόνες και πρότυπα και εκδόθηκαν για την εφαρμογή τους, λαμβανομένου υπόψη ότι οι σχετικές παραβάσεις ορίζονται ιδίως με τη Σύμβαση Marpol 73/78.

56

Η ως άνω διάταξη προβλέπει, συνεπώς, ότι, αν υπάρχουν σαφείς λόγοι να πιστεύεται ότι έχει διαπραχθεί μια τέτοια παράβαση, το παράκτιο κράτος μπορεί να ζητήσει από το εμπλεκόμενο πλοίο να του δώσει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τον λιμένα νηολογήσεώς του, τον πρώτο και τον τελευταίο λιμένα προσεγγίσεώς του καθώς και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες απαιτούνται, για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει διαπραχθεί παράβαση.

57

Στη συνέχεια, το άρθρο 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως του Montego Bay παρέχει τη δυνατότητα στο παράκτιο κράτος να προβεί σε επιθεώρηση του πλοίου. Προς τούτο, η διάταξη αυτή απαιτεί όχι μόνον να υπάρχουν σαφείς λόγοι να πιστεύεται ότι ένα πλοίο έχει διαπράξει παράβαση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 220, παράγραφος 3, της εν λόγω συμβάσεως, αλλά και να παρουσιάζει η παράβαση αυτή ειδικά χαρακτηριστικά όσον αφορά τις συνέπειές της (στο εξής: παράβαση με συγκεκριμένες συνέπειες). Συγκεκριμένα, η ως άνω παράβαση πρέπει να έχει ως συνέπεια σημαντική διαρροή ουσιών στο θαλάσσιο περιβάλλον, που προκάλεσε σοβαρή ρύπανση ή δημιούργησε τον κίνδυνο σοβαρής ρυπάνσεως στο περιβάλλον αυτό.

58

Επομένως, συνάγεται ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως του Montego Bay προέβλεψαν τη δυνατότητα του παράκτιου κράτους να λάβει ένα μέτρο πιο δραστικό από εκείνο που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 220, παράγραφος 3, ακριβώς λόγω της υπάρξεως παραβάσεως με συγκεκριμένες συνέπειες, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 220, παράγραφος 5, της συμβάσεως αυτής.

59

Τέλος, το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay είναι παρόμοιο με το άρθρο 220, παράγραφος 5, της εν λόγω συμβάσεως, καθόσον αναφέρεται σε παράβαση με συγκεκριμένες συνέπειες. Συγκεκριμένα, η παράβαση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να έχει προκαλέσει διαρροή ουσιών με αποτέλεσμα να προκληθεί ή να υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί μεγάλη ζημιά στις ακτές ή στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους ή σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας ή της ΑΟΖ του κράτους αυτού (στο εξής: αγαθά και συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους).

60

Εντούτοις, οι δύο αυτές διατάξεις διαφέρουν, καθόσον το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay εξαρτά την εξουσία επεμβάσεως του παράκτιου κράτους από την ύπαρξη «σαφούς αντικειμενικής μαρτυρίας» ότι πράγματι διαπράχθηκε παράβαση με συγκεκριμένες συνέπειες, και όχι απλώς από την ύπαρξη σαφών λόγων να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε μια τέτοια παράβαση. Επιπλέον, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου 220, παράγραφος 6, το παράκτιο κράτος μπορεί να κινήσει ιδιαίτερα αυστηρή διαδικασία, καθόσον μπορεί να διατάξει την κράτηση του εμπλεκόμενου πλοίου σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους αυτού.

61

Εξ αυτού προκύπτει ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως του Montego Bay θέλησαν να παράσχουν στο παράκτιο κράτος το δικαίωμα να λαμβάνει τέτοιο ιδιαίτερα αυστηρό μέτρο όταν, αφενός, η παράβαση που διέπραξε ένα πλοίο προκαλεί σοβαρή ζημία ή δημιουργεί κίνδυνο προκλήσεως τέτοιας ζημίας στο κράτος αυτό και, αφετέρου, αποδεικνύεται ότι το εμπλεκόμενο πλοίο είναι αυτό που διέπραξε τη σχετική παράβαση.

62

Επομένως, δεδομένου ότι οι ως άνω δύο, εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει ότι η εξουσία επεμβάσεως του παράκτιου κράτους εξαρτάται από την ύπαρξη «σαφούς αντικειμενικής μαρτυρίας» σχετικής τόσο με τη διάπραξη από το πλοίο αυτό παραβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 3, της ως άνω συμβάσεως, όσο και με την πρόκληση μεγάλης ζημίας ή τη δημιουργία κινδύνου προκλήσεως μεγάλης ζημίας, για το εν λόγω παράκτιο κράτος εξαιτίας της εν λόγω παραβάσεως.

63

Η ερμηνεία αυτή της ως άνω διατάξεως ενισχύεται από τον σκοπό της Συμβάσεως του Montego Bay, που είναι η επίτευξη, για όλες τις θαλάσσιες περιοχές, μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των παράκτιων κρατών και των συμφερόντων των κρατών της σημαίας, συμφερόντων τα οποία ενδέχεται να συγκρούονται (απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψη 58).

64

Συγκεκριμένα, η άσκηση της εξουσίας επεμβάσεως του παράκτιου κράτους εντός της δικής του ΑΟΖ, ιδίως η εξουσία να διατάξει την κράτηση πλοίου φέροντος σημαία άλλου κράτους, εμποδίζοντας προσωρινώς, με τον τρόπο αυτόν, τη δυνατότητα ελεύθερης ναυσιπλοΐας του εν λόγω πλοίου, δυνατότητα την οποία ωστόσο εγγυάται το διεθνές δίκαιο της θάλασσας εντός της εν λόγω ζώνης, προϋποθέτει, προς εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του παράκτιου αυτού κράτους και του κράτους της σημαίας, ότι το εν λόγω παράκτιο κράτος έχει επαρκείς αποδείξεις, και όχι απλώς σοβαρές υπόνοιες, ότι το πλοίο αυτό διέπραξε παράβαση η οποία προκάλεσε μεγάλη ζημία ή δημιούργησε τον κίνδυνο προκλήσεως μεγάλης ζημίας.

65

Επομένως, στην πρώτη περίοδο του δεκάτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχουν την έννοια ότι οι εκφράσεις «σαφής αντικειμενική μαρτυρία» και «σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία», κατά τις εν λόγω διατάξεις, αφορούν όχι μόνον τη διάπραξη παραβάσεως, αλλά και την απόδειξη των συνεπειών της παραβάσεως αυτής.

Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

66

Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν δεύτερα κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, επί της ερμηνείας της εκφράσεως «ακτές ή […] συναφή συμφέροντα», στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και «ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα» στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969.

67

Για την ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως του Montego Bay πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου οι οποίοι αποτυπώνονται στις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης και οι οποίοι δεσμεύουν τα όργανα της Ένωσης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της τελευταίας (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Western Sahara Campaign UK, C‑266/16, EU:C:2018:118, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), από τους οποίους προκύπτει ότι μια συνθήκη πρέπει να ερμηνεύεται καλοπίστως, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που δίδεται στους όρους της, στο σύνολό τους και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης αυτής.

68

Επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η έκφραση «ακτές και συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, δεν ορίζεται από την ως άνω σύμβαση.

69

Όσον αφορά τη Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, αυτή χρησιμοποιεί την έκφραση «ακτές […] ή […] συναφή συμφέροντα [παράκτιου κράτους]» και διευκρινίζει την έννοια που πρέπει να δοθεί στα «συναφή συμφέροντα».

70

Ειδικότερα, κατά το άρθρο I, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη «δύνανται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο στην ανοικτή θάλασσα για να αποτρέψουν, περιορίσουν ή εξαλείψουν κάθε σημαντικό και επικείμενο κίνδυνο για τις ακτές τους ή για συναφή συμφέροντα, ο οποίος προέρχεται από ρύπανση ή από επαπειλούμενη ρύπανση της θάλασσας με πετρέλαιο, κατόπιν ναυτικού ατυχήματος ή πράξεων που συνδέονται με τέτοιο ατύχημα, η οποία μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα έχει σοβαρές επιζήμιες συνέπειες».

71

Εξάλλου, το άρθρο II, παράγραφος 4, της εν λόγω συμβάσεως ορίζει τα «συναφή συμφέροντα» ως τα «συμφέροντα ενός παράκτιου κράτους τα οποία θίγονται ή απειλούνται ευθέως από το ναυτικό ατύχημα, όπως είναι[, πρώτον,] οι θαλάσσιες παράκτιες, λιμενικές ή διεξαγόμενες στις εκβολές ποταμών δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αποτελούν αναγκαίο μέσο βιοπορισμού των θιγόμενων προσώπων[, δεύτερον,] τα τουριστικά αξιοθέατα της θιγόμενης περιοχής [και, τρίτον,] η υγεία του παράκτιου πληθυσμού και η καλή κατάσταση της θιγόμενης περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως του ζώντος θαλάσσιου πλούτου και της άγριας χλωρίδας και πανίδας».

72

Πρέπει να σημειωθεί ότι η έκφραση «ακτές […] ή […] συναφή συμφέροντα [του παράκτιου κράτους]», κατά την έννοια της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, είναι ανάλογη με την έκφραση «ακτές ή […] συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay.

73

Βεβαίως, στο κείμενο του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay στη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος «littoral» (ακτές), ενώ το άρθρο I, παράγραφος 1, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969 χρησιμοποιεί τον όρο «côtes» (ακτές). Ωστόσο, αμφότεροι οι όροι αυτοί προσδιορίζουν, κατά τη συνήθη τους έννοια στην καθομιλουμένη, τη ζώνη επαφής της θάλασσας με την ξηρά. Εξάλλου, οι δύο αυτές διατάξεις είναι πανομοιότυπα διατυπωμένες στο κείμενό τους στην αγγλική γλώσσα, καθόσον ο ίδιος όρος, ήτοι «coastline», χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της εν λόγω ζώνης επαφής της θάλασσας με την ξηρά.

74

Επίσης, στο κείμενο του ως άνω άρθρου 220, παράγραφος 6, στη γαλλική γλώσσα αναφέρεται ο όρος «État côtier» (παράκτιο κράτος), ενώ στο κείμενο του άρθρου II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969 στην ίδια γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος «État riverain» (παράκτιο κράτος). Ωστόσο, αμφότεροι οι όροι αυτοί προσδιορίζουν, κατά τη συνήθη τους έννοια στην καθομιλουμένη, το κράτος του οποίου το έδαφος βρέχεται από θάλασσα.

75

Εξάλλου, όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, από το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay προκύπτει σαφώς ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως αυτής εμπνεύστηκαν από τη Σύμβαση περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969 όταν συμφώνησαν ότι και τα παράκτια κράτη πρέπει να έχουν δικαιοδοσία λήψεως μέτρων σε βάρος πλοίων με ξένη σημαία τα οποία έχουν διαπράξει παράβαση εντός της ΑΟΖ που υπάγεται στη δικαιοδοσία ενός τέτοιου κράτους. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια που πρέπει να δοθεί στην έκφραση «ακτές ή […] συναφή συμφέροντα», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, πρέπει να είναι, καταρχήν, η ίδια με εκείνη που προκύπτει από το άρθρο I, παράγραφος 1, και το άρθρο II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969.

76

Κατόπιν τούτου, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά την ημερομηνία συνάψεως της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, το καθεστώς της ΑΟΖ δεν υπαγόταν ακόμη στο διεθνές δίκαιο.

77

Η Σύμβαση του Montego Bay όμως καθιέρωσε την αναγνώριση της ΑΟΖ και διέπει έκτοτε το νομικό καθεστώς της ζώνης αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 220, παράγραφος 6, της εν λόγω συμβάσεως προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο αυτό καλύπτει επίσης «οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές στην ΑΟΖ», ζωντανές ή μη, που υπάγονται, όπως προβλέπει το άρθρο 56, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της εν λόγω συμβάσεως, στη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους.

78

Εξάλλου, η έκφραση «οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές» της χωρικής θάλασσας του παράκτιου κράτους, που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, πρέπει να νοείται ως περιλαμβάνουσα τις μη ζωντανές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας.

79

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων απορρέει ότι στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έκφραση «ακτές ή […] συναφή συμφέροντα» στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay ή η έκφραση «ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα» στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχουν, καταρχήν, την ίδια έννοια με την έκφραση «ακτές […] ή […] συναφή συμφέροντα», που χρησιμοποιείται στο άρθρο I, παράγραφος 1, και στο άρθρο II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969, με τη διευκρίνιση ότι το εν λόγω άρθρο 220, παράγραφος 6, έχει εφαρμογή και στις μη ζωντανές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας του παράκτιου κράτους και σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές της ΑΟΖ του κράτους αυτού.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

80

Με το τέταρτο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστεί τρίτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχουν την έννοια ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ή οι πόροι της χωρικής θάλασσας ή της ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους, όπως οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται στις εν λόγω διατάξεις, αφορούν αποκλειστικά τα αλιευόμενα είδη ή περιλαμβάνουν επίσης τα ζώντα είδη που συνδέονται με τα αλιευόμενα είδη ή εξαρτώνται από αυτά, όπως τα ζωικά ή φυτικά είδη με τα οποία τρέφονται τα αλιευόμενα είδη.

81

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay αφορά τις ζημίες που προκαλούνται ή που υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν σε «οποιεσδήποτε» πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας ή της ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους. Η διάταξη αυτή πρέπει επομένως να τύχει, ως προς το ζήτημα αυτό, ευρείας ερμηνείας, που προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της, και δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποκλείουσα ορισμένες πλουτοπαραγωγικές πηγές από το πεδίο εφαρμογής της.

82

Συνεπώς, οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας ή της ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 220, παράγραφος 6, πρέπει να νοούνται ως καλύπτουσες τα αλιευόμενα είδη, αλλά και τα ζώντα είδη που συνδέονται με τα αλιευόμενα είδη ή εξαρτώνται από αυτά.

83

Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των διαφόρων ειδών λαμβάνεται εξάλλου ρητώς υπόψη στη Σύμβαση του Montego Bay. Πράγματι, στο πλαίσιο της διατηρήσεως των «ζώντων πόρων», που προβλέπεται στο άρθρο 61 της εν λόγω συμβάσεως, το παράκτιο κράτος, στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνει, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, τα οποία αποσκοπούν στη διατήρηση και αποκατάσταση των πληθυσμών των αλιευμάτων, πρέπει επίσης να λαμβάνει ρητώς υπόψη, δυνάμει της παραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου, τις επιπτώσεις σε είδη που συνδέονται με τα αλιευόμενα είδη ή εξαρτώνται από αυτά.

84

Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχουν την έννοια ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ή οι πόροι στη χωρική θάλασσα ή στην ΑΟΖ παράκτιου κράτους, κατά τις ως άνω διατάξεις, αφορούν τα αλιευόμενα είδη, αλλά και τα ζώντα είδη που συνδέονται με τα αλιευόμενα είδη ή εξαρτώνται από αυτά, όπως τα ζωικά και φυτικά είδη με τα οποία τρέφονται τα αλιευόμενα είδη.

Επί του έκτου ερωτήματος

85

Με το έκτο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστεί τέταρτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν και, ενδεχομένως, με ποιον τρόπο πρέπει να ληφθεί υπόψη η έννοια της «σοβαρής ρυπάνσεως», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως του Montego Bay, κατά την εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 6, της εν λόγω συμβάσεως και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, και, ειδικότερα, κατά την εκτίμηση των συνεπειών παραβάσεως, όπως αυτές ορίζονται στις διατάξεις αυτές.

86

Συναφώς, μολονότι το άρθρο 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως του Montego Bay δεν ορίζει την έννοια της «ρυπάνσεως», από το άρθρο 1, παράγραφος 4, της ως άνω συμβάσεως προκύπτει ότι ως «ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος» νοείται η «απόθεση από τον άνθρωπο, αμέσως ή εμμέσως, ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων και των εκβολών ποταμών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση βλαβερών συνεπειών ή βλάβης στους βιολογικούς πόρους και τη θαλάσσια ζωή, κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, παρακώλυση των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών και άλλων νόμιμων χρήσεων της θάλασσας, πτώση της ποιότητας χρησιμοποίησης του θαλάσσιου ύδατος και υποβάθμιση της αναψυχής».

87

Το δε άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay αναφέρεται μεταξύ άλλων στην έννοια «συναφή συμφέροντα» του παράκτιου κράτους, η οποία, όπως συνάγεται από τη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να έχει, καταρχήν, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο που διευκρινίζεται στο άρθρο II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969.

88

Πάντως, ενώ η προστασία των «συναφών συμφερόντων» του παράκτιου κράτους καθίσταται, κατά κανόνα, σημαντική σε περιπτώσεις ρυπάνσεως, διαπιστώνεται ωστόσο ότι το άρθρο II, παράγραφος 4, της Συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα του 1969 αφορά ειδικά τις επιζήμιες οικονομικές, κοινωνικές και σχετικές με την υγεία συνέπειες μιας τέτοιας ρυπάνσεως για το παράκτιο κράτος, ήτοι, ειδικότερα, το γεγονός ότι προκαλείται με τον τρόπο αυτό σημαντική ζημία ή κίνδυνος προκλήσεως τέτοιας ζημίας, καταρχάς, σε βάρος των διαφόρων συνδεόμενων με τη χρήση της θάλασσας επαγγελματικών δραστηριοτήτων οι οποίες ασκούνται από τον παράκτιο πληθυσμό και συνιστούν ουσιώδες μέσο βιοπορισμού για τον εν λόγω πληθυσμό, περαιτέρω, σε βάρος των τουριστικών δραστηριοτήτων στις παράκτιες περιοχές και, τέλος, σε βάρος της υγείας και της ποιότητας ζωής του εν λόγω πληθυσμού.

89

Από την ως άνω σύγκριση προκύπτει ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του άρθρου 220, παράγραφος 5, και του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay.

90

Συγκεκριμένα, αφενός, το ως άνω άρθρο 220, παράγραφος 5, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συμβάσεως του Montego Bay, δεν αποσκοπεί να προστατεύσει ειδικά τα αγαθά και τα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους, και, αφετέρου, το κράτος αυτό δεν υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη «σοβαρής ζημιάς» των συμφερόντων αυτών.

91

Επομένως, δεδομένου ότι το αντικείμενο των ως άνω δύο διατάξεων είναι διαφορετικό, δεν απαιτείται, καταρχήν, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, να ληφθεί υπόψη η έννοια της «σοβαρής ρυπάνσεως» περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 220, παράγραφος 5, της συμβάσεως αυτής.

92

Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνεται υπόψη η έννοια της «σοβαρής ρυπάνσεως», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως του Montego Bay, κατά την εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 6, της ως άνω συμβάσεως και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, και, ειδικότερα, κατά την εκτίμηση των συνεπειών παραβάσεως, όπως αυτές ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις.

Επί του πέμπτου, του εβδόμου και των δύο τελευταίων περιόδων του δεκάτου ερωτήματος

93

Με το πέμπτο, το έβδομο και τις δύο τελευταίες περιόδους του δεκάτου ερωτήματος, που πρέπει να συνεξεταστούν πέμπτα κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, με ποιον τρόπο πρέπει να εκτιμηθούν οι συνέπειες παραβάσεως, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35.

94

Όπως συνάγεται από τη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay έχει την έννοια ότι αφορά όχι μόνον τη σαφή αντικειμενική μαρτυρία περί της διαπράξεως παραβάσεως, αλλά και αυτή περί των συνεπειών της παραβάσεως αυτής.

95

Η διάταξη αυτή ορίζει επίσης ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής της, η διαπραχθείσα από πλοίο παράβαση πρέπει να είχε ως συνέπεια διαρροή ουσιών που προκάλεσαν ή απείλησαν να προκαλέσουν, όπως εκτίθεται στη σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως, μεγάλη ζημία σε ορισμένα αγαθά και συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους.

96

Τούτο συνεπάγεται, σε δεδομένη κατάσταση, ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των ενδείξεων που παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι προκλήθηκε ζημία ή υφίσταται κίνδυνος προκλήσεως ζημίας στα ως άνω αγαθά και συμφέροντα, καθώς και να εκτιμηθεί η σημασία της ζημίας που προκλήθηκε ή υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί στα εν λόγω αγαθά ή συμφέροντα, χωρίς να υφίσταται προτίμηση a priori για ορισμένο είδος αποδεικτικών στοιχείων.

97

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι στα αγαθά και στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους, που προστατεύονται με το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, περιλαμβάνονται ετερόκλητα στοιχεία.

98

Επομένως, πρέπει να προσδιοριστούν τα θιγόμενα αγαθά και συμφέροντα και να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της προσβολής σε βάρος κάποιου από τα εν λόγω στοιχεία, ή ακόμη και του συνόλου αυτών.

99

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο ειδικός χαρακτήρας του αγαθού ή του συναφούς συμφέροντος το οποίο αφορά η ζημία. Συγκεκριμένα, το πόσο ευάλωτο είναι το παράκτιο κράτος έναντι της ζημιογόνου δράσεως της διαρροής ουσιών διαφέρει ανάλογα με τη φύση των θιγόμενων αγαθών ή συναφών συμφερόντων. Έτσι, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος για την υγεία του παράκτιου πληθυσμού επηρεάζει, καταρχήν, περισσότερο το παράκτιο κράτος από μια αμιγώς οικονομική ζημία.

100

Επιπλέον, πρέπει να αποδειχθούν οι συνέπειες της εν λόγω διαρροής ουσιών για τα αγαθά και τα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους.

101

Συναφώς, δεδομένου, αφενός, του επείγοντος χαρακτήρα που μπορεί να έχει η λήψη μέτρου προστασίας και, αφετέρου, της κρισιμότητας, όπως απορρέει από το γράμμα του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay, του απλού κινδύνου προκλήσεως ζημίας, αρκεί, για να μπορεί το παράκτιο κράτος να λάβει τέτοιο μέτρο, να αποδείξει, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, τον χαρακτήρα και την έκταση της ζημίας που είναι δυνατόν να προκληθεί από την εν λόγω διαρροή ουσιών σε βάρος των διαφόρων αγαθών και συναφών συμφερόντων του παράκτιου κράτους. Προς τούτο, πρέπει ιδίως να ληφθούν υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, η φύση της ή των επιβλαβών ουσιών που διέρρευσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και ο όγκος τους, η κατεύθυνσή τους, η ταχύτητα και η διάρκεια διαρροής των εν λόγω ουσιών.

102

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων απορρέει ότι στο πέμπτο και στο έβδομο ερώτημα και στις δύο τελευταίες περιόδους του δεκάτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να εκτιμηθούν οι συνέπειες παραβάσεως όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι προκλήθηκε ζημία ή υφίσταται κίνδυνος προκλήσεως ζημίας στα αγαθά και στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους, καθώς και να εκτιμηθεί η σημασία της ζημίας που προκλήθηκε ή που υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί στα εν λόγω αγαθά ή συμφέροντα, συνεκτιμωμένων ιδίως:

του σωρευτικού χαρακτήρα της προσβολής σε βάρος πολλών, ή ακόμη και όλων των ως άνω αγαθών και συναφών συμφερόντων, καθώς και των διαφορών ως προς το πόσο ευάλωτο είναι το παράκτιο κράτος έναντι των προσβολών των διαφόρων αγαθών και συναφών συμφερόντων·

των προβλεπομένων δυσμενών συνεπειών της διαρροής ουσιών για τα εν λόγω αγαθά και συναφή συμφέροντα, βάσει όχι μόνον των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων, αλλά και της φύσεως της επιβλαβούς ουσίας ή των επιβλαβών ουσιών που διέρρευσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και του όγκου τους, της κατευθύνσεώς τους, της ταχύτητας και της διάρκειας διαρροής των εν λόγω ουσιών.

Επί του ενάτου ερωτήματος

103

Με το ένατο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστεί έκτο κατά σειρά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν και, ενδεχομένως, με ποιον τρόπο τα ιδιαίτερα γεωγραφικά και οικολογικά χαρακτηριστικά και ο ευαίσθητος χαρακτήρας της περιοχής της Βαλτικής Θάλασσας ασκούν επιρροή στους όρους εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35.

104

Συναφώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 105 των προτάσεών του, η Βαλτική Θάλασσα αναγνωρίζεται διεθνώς ως ειδική περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται από γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και από ένα ιδιαιτέρως ευάλωτο οικοσύστημα που χρήζει ειδικής προστασίας.

105

Οι ιδιαιτερότητες αυτές έχουν όμως άμεσο αντίκτυπο στον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 3, της Συμβάσεως του Montego Bay και, κατά συνέπεια, στην εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 6, της ως άνω συμβάσεως. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 15, σημείο B, του τμήματος Γ του κεφαλαίου 3 του παραρτήματος I της Συμβάσεως Marpol 73/78 ορίζει την παράβαση που διαπράττεται σε ειδική περιοχή αυστηρότερα σε σχέση με την περίπτωση απορρίψεως ουσιών εκτός ειδικής περιοχής.

106

Κατόπιν τούτου, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ειδικός σκοπός του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay είναι όχι να εξασφαλίσει ιδιαίτερη προστασία σε μια ειδική περιοχή, αλλά να προστατεύσει ορισμένα αγαθά και συμφέροντα του παράκτιου κράτους, ανεξαρτήτως του αν η γειτνιάζουσα προς το κράτος αυτό θάλασσα αποτελεί ειδική περιοχή ή όχι.

107

Έτσι, ακόμη και αν οι ιδιαιτερότητες της Βαλτικής Θάλασσας θα μπορούσαν ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση της εκτάσεως της προκαλούμενης σε βάρος του παράκτιου κράτους ζημίας, οι εν λόγω ιδιαιτερότητες δεν μπορούν να επηρεάζουν αυτομάτως την εκτίμηση αυτή.

108

Από τις ως άνω παρατηρήσεις προκύπτει ότι στο ένατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα ιδιαίτερα γεωγραφικά και οικολογικά χαρακτηριστικά και η ευαισθησία της περιοχής της Βαλτικής Θάλασσας επηρεάζουν τους όρους εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όσον αφορά τον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως, καθώς και –κατά τρόπο ωστόσο όχι αυτόματο– την εκτίμηση της εκτάσεως της ζημίας την οποία η παράβαση αυτή προκάλεσε στα αγαθά και στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους.

Επί του ογδόου ερωτήματος

109

Με το όγδοο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστεί τελευταίο, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχει την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν, σε περίπτωση κατά την οποία είναι εφαρμοστέο το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, αυστηρότερα από τα εκτιθέμενα στο άρθρο αυτό μέτρα, τα οποία είναι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

110

Συναφώς, όπως συνάγεται από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, η οδηγία αυτή δεν εμποδίζει τη λήψη από τα κράτη μέλη αυστηρότερων μέτρων, σύμφωνων με το διεθνές δίκαιο, κατά της ρυπάνσεως από πλοία.

111

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει από καμία διάταξη της εν λόγω οδηγίας ότι η δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη με το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, πρέπει να περιορίζεται σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας αυτής.

112

Κατά συνέπεια, η ως άνω δυνατότητα πρέπει να ισχύει, καταρχήν, και όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, που διέπει τη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους να κινήσει διαδικασία σε βάρος διερχόμενου πλοίου.

113

Ωστόσο, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 διευκρινίζει ότι αυτά τα ενδεχόμενα αυστηρότερα μέτρα πρέπει να είναι σύμφωνα προς το διεθνές δίκαιο.

114

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay.

115

Ωστόσο, κατά τη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως, το ως άνω άρθρο 220, παράγραφος 6, αποτελεί έκφραση της επιδιώξεως της Συμβάσεως του Montego Bay να επιτευχθεί για όλες τις θαλάσσιες περιοχές μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των παράκτιων κρατών και των συμφερόντων των κρατών της σημαίας.

116

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 επιτρέπει στο παράκτιο κράτος να λαμβάνει μέτρα αυστηρότερα από εκείνα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο αυτό, με κίνδυνο να διαταραχθεί η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του παράκτιου κράτους και εκείνων του κράτους της σημαίας, την οποία επιδιώκει το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως του Montego Bay.

117

Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί δε να εμποδίσει το παράκτιο κράτος να λαμβάνει μέτρα με περιεχόμενο ανάλογο προς εκείνο των μέτρων που προβλέπονται στο ως άνω άρθρο 220, παράγραφος 6, καθόσον το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει εξαντλητικό κατάλογο των επιτρεπόμενων μέτρων, όπως προκύπτει από τη χρησιμοποίηση της εκφράσεως «συμπεριλαμβανομένης και (της κράτησης του πλοίου)».

118

Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο όγδοο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, σε περίπτωση κατά την οποία είναι εφαρμοστέο το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, μέτρα σύμφωνα προς το διεθνές δίκαιο, τα οποία είναι αυστηρότερα από τα εκτιθέμενα στο άρθρο αυτό μέτρα, ενώ εξυπακούεται ότι τα παράκτια κράτη μπορούν να λαμβάνουν άλλα μέτρα με περιεχόμενο ανάλογο προς εκείνο των μέτρων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 220, παράγραφος 6.

Επί των δικαστικών εξόδων

119

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που υπογράφηκε στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων, περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων, για αδικήματα ρύπανσης, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, έχουν την έννοια ότι οι εκφράσεις «σαφής αντικειμενική μαρτυρία» και «σαφή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία», κατά τις εν λόγω διατάξεις, αφορούν όχι μόνον τη διάπραξη παραβάσεως, αλλά και την απόδειξη των συνεπειών της παραβάσεως αυτής.

 

2)

Η έκφραση «ακτές ή […] συναφή συμφέροντα» στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας ή η έκφραση «ακτές ή άλλα σχετικά συμφέροντα» στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, έχουν, καταρχήν, την ίδια έννοια με την έκφραση «ακτές […] ή […] συναφή συμφέροντα», που χρησιμοποιείται στο άρθρο I, παράγραφος 1, και στο άρθρο II, παράγραφος 4, της διεθνούς συμβάσεως περί επεμβάσεως στην ανοικτή θάλασσα σε περίπτωση ατυχήματος το οποίο προκαλεί ή δύναται να προκαλέσει ρύπανση οφειλόμενη σε υδρογονάνθρακες, που συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου 1969, με τη διευκρίνιση ότι το εν λόγω άρθρο 220, παράγραφος 6, έχει εφαρμογή και στις μη ζωντανές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χωρικής θάλασσας του παράκτιου κράτους και σε οποιεσδήποτε πλουτοπαραγωγικές πηγές της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης του κράτους αυτού.

 

3)

Το άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας και το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, έχουν την έννοια ότι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ή οι πόροι στη χωρική θάλασσα ή στην αποκλειστική οικονομική ζώνη παράκτιου κράτους, κατά τις ως άνω διατάξεις, αφορούν τα αλιευόμενα είδη, αλλά και τα ζώντα είδη που συνδέονται με τα αλιευόμενα είδη ή εξαρτώνται από αυτά, όπως τα ζωικά και φυτικά είδη με τα οποία τρέφονται τα αλιευόμενα είδη.

 

4)

Δεν πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνεται υπόψη η έννοια της «σοβαρής ρυπάνσεως», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 220, παράγραφος 5, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, κατά την εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 6, της ως άνω συμβάσεως και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, και, ειδικότερα, κατά την εκτίμηση των συνεπειών παραβάσεως, όπως αυτές ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις.

 

5)

Για να εκτιμηθούν οι συνέπειες παραβάσεως όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι προκλήθηκε ζημία ή υφίσταται κίνδυνος προκλήσεως ζημίας στα αγαθά και στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους, καθώς και να εκτιμηθεί η σημασία της ζημίας που προκλήθηκε ή που υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί στα εν λόγω αγαθά ή συμφέροντα, συνεκτιμωμένων ιδίως:

του σωρευτικού χαρακτήρα της προσβολής σε βάρος πολλών, ή ακόμη και όλων των ως άνω αγαθών και συναφών συμφερόντων, καθώς και των διαφορών ως προς το πόσο ευάλωτο είναι το παράκτιο κράτος έναντι των προσβολών των διαφόρων αγαθών και συναφών συμφερόντων·

των προβλεπομένων δυσμενών συνεπειών της διαρροής ουσιών για τα εν λόγω αγαθά και συναφή συμφέροντα, βάσει όχι μόνον των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων, αλλά και της φύσεως της επιβλαβούς ουσίας ή των επιβλαβών ουσιών που διέρρευσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και του όγκου τους, της κατευθύνσεώς τους, της ταχύτητας και της διάρκειας διαρροής των εν λόγω ουσιών.

 

6)

Τα ιδιαίτερα γεωγραφικά και οικολογικά χαρακτηριστικά και η ευαισθησία της περιοχής της Βαλτικής Θάλασσας επηρεάζουν τους όρους εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 6, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, όσον αφορά τον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως, καθώς και –κατά τρόπο ωστόσο όχι αυτόματο– την εκτίμηση της εκτάσεως της ζημίας την οποία η παράβαση αυτή προκάλεσε στα αγαθά και στα συναφή συμφέροντα του παράκτιου κράτους.

 

7)

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/35, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/123, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, σε περίπτωση κατά την οποία είναι εφαρμοστέο το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, μέτρα σύμφωνα προς το διεθνές δίκαιο, τα οποία είναι αυστηρότερα από τα εκτιθέμενα στο άρθρο αυτό μέτρα, ενώ εξυπακούεται ότι τα παράκτια κράτη μπορούν να λαμβάνουν άλλα μέτρα με περιεχόμενο ανάλογο προς εκείνο των μέτρων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 220, παράγραφος 6.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.