ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 3ης Απριλίου 2019 ( 1 )

Υπόθεση C-722/17

Norbert Reitbauer,

Dolinschek GmbH,

B.T.S. Trendfloor Raumausstattungs-GmbH,

Elektrounternehmen K. Maschke GmbH,

Klaus Egger,

Architekt DI Klaus Egger Ziviltechniker GmbH

κατά

Enrico Casamassima

[αίτηση του Bezirksgericht Villach (ειρηνοδικείου Villach, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας – Άρθρο 24, σημεία 1 και 5 – Διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού – Ανακοπή – Άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ – Έννοια των “διαφορών εκ συμβάσεως” – Παυλιανή αγωγή»

1. 

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Bezirksgericht, Villach (ειρηνοδικείο Villach, Αυστρία), αφορά την ερμηνεία των άρθρων 7 και 24 του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 ( 2 ) στο πλαίσιο αυστριακής ανακοπής, η οποία, όπως θα δούμε, εν προκειμένω αποτελεί, στην ουσία, παυλιανή αγωγή (ειδικά για τους σκοπούς του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού).

2. 

Όπως προκύπτει, μεταξύ του 150 και του 125 π.Χ. ένας πραίτορας ονόματι Paulus επέτρεψε πρώτος την άσκηση αγωγής με την οποία παρεχόταν στον δανειστή η δυνατότητα να προσβάλει τις πράξεις που διενήργησε καταδολιευτικώς ο οφειλέτης προς βλάβη του εν λόγω δανειστή, αγωγής η οποία αργότερα έγινε γνωστή ως παυλιανή αγωγή ( 3 ). Το άρθρο 1167, I, του γαλλικού «Code Napoléon» προβλέπει τον πρώτο κωδικοποιημένο κανόνα για την «action paulienne» και ορίζει ότι οι δανειστές «peuvent aussi, en leur nom personnel, attaquer les actes faits par leur débiteur en fraude de leurs droits» ( 4 ).

3. 

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο «ανακοπής», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 232 του Exekutionsordnung (αυστριακού κώδικα αναγκαστικής εκτελέσεως, στο εξής: EO), για διαφορά που ανέκυψε σχετικά με τη διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού οικήματος. Η διαφορά υφίσταται μεταξύ, αφενός, των επιχειρηματιών/επιχειρήσεων Norbert Reitbauer, Dolinschek GmbH, B.T.S. Trendfloor Raumausstattungs-GmbH, Elektrounternehmen K. Maschke GmbH, Klaus Egger και Architekt DI Klaus Egger Ziviltechniker GmbH (στο εξής: ανακόπτοντες) και, αφετέρου, του E. Casamassima (δικηγόρου, στο εξής: καθού). Οι ανακόπτοντες διατείνονται ότι η απαίτησή τους επί του πλειστηριάσματος κατατάσσεται πριν από την απαίτηση του καθού και ότι το αυστριακό δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τον αναδιατυπωμένο κανονισμό Βρυξέλλες I.

4. 

Μολονότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το άρθρο 24, σημεία 1 και 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, αντιθέτως, το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού είναι εκείνο που μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για τη διεθνή δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση.

I. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

1. Ο αναδιατυπωμένος κανονισμός Βρυξέλλες I

5.

Το κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού το οποίο επιγράφεται «Διεθνής δικαιοδοσία» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το τμήμα 1 («Γενικές διατάξεις») και το τμήμα 2 («Ειδικές δικαιοδοσίες»). Το άρθρο 4, παράγραφος 1, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 1, ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

6.

Κατά το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του ίδιου κανονισμού, «[π]ρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος […] ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή».

7.

Το άρθρο 24, σημεία 1 και 5, ορίζει:

«Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων:

1)

σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.

[…]

5)

σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης.»

Β.   Το αυστριακό δίκαιο

8.

Όσον αφορά τη φύση της ανακοπής κατά το άρθρο 232 του EO, η διανομή του προϊόντος αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου συζητείται επ’ ακροατηρίου· για τον σκοπό αυτόν, οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν και να αποδείξουν εγγράφως τις απαιτήσεις τους επί του πλειστηριάσματος. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εξετάζονται η ακρίβεια και η κατάταξη των απαιτήσεων. Οι πιστωτές και ο οφειλέτης δύνανται να προβάλουν αιτιάσεις ως προς τον συνυπολογισμό διαφόρων απαιτήσεων. Οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αφορούν την ακρίβεια και, υπό ορισμένες περιστάσεις, το ληξιπρόθεσμο της συνολικής απαιτήσεως ή μέρους της απαιτήσεως, το ύψος της, το βάρος επί του ακινήτου και τη σειρά εγγραφής του στα βιβλία υποθηκών, ιδίως δε το κύρος της συσταθείσας εμπράγματης ασφάλειας.

9.

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο Anfechtungsordnung (αυστριακός κώδικας διαρρήξεως δικαιοπραξιών, ο οποίος αποτελεί τον αυστριακό νόμο που διέπει την παυλιανή αγωγή) ορίζει ότι δικαίωμα διαρρήξεως γεννάται αν από την εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη δεν ικανοποιήθηκε ή δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί ολοσχερώς η απαίτηση του δανειστή, ενώ μπορεί να ικανοποιηθεί με την άσκηση του δικαιώματος διαρρήξεως. Το δικαίωμα διαρρήξεως μπορεί να ασκηθεί λόγω καταδολιευτικού σκοπού ή λόγω διασπαθίσεως της περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των εκποιήσεων εκ χαριστικής αιτίας. Αν ο οφειλέτης κατήρτισε τη δικαιοπραξία με σκοπό βλάβης των δανειστών του και ο αντισυμβαλλόμενός του γνώριζε αυτόν τον σκοπό του, η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος διαρρήξεως ανέρχεται σε 10 έτη, ενώ σε διαφορετική περίπτωση ανέρχεται σε 2 έτη. Η άσκηση του δικαιώματος διαρρήξεως δεν αποκλείεται λόγω της εκδόσεως εκτελεστού τίτλου σχετικά με την προς διάρρηξη δικαιοπραξία ή λόγω της επιδιώξεως της σχετικής απαιτήσεως στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτελέσεως.

II. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10.

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο ερωτάται αν ένδικο βοήθημα το οποίο υπό το καθεστώς του EO αποκαλείται «ανακοπή» εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, όταν το ένδικο αυτό βοήθημα αφορά διαφωνία μεταξύ πιστωτών που έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα σχετικά με τη διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού οικήματος.

11.

Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα σε πλαίσιο όπου προβάλλεται κατά τη «δίκη επί ανακοπής» ότι η εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανειακή απαίτηση του πιστωτή Α (του καθού E. Casamassima), σχετικά με την οποία αυτός διεκδικεί προτεραιότητα έναντι απαιτήσεως των πιστωτών Β (των ανακοπτόντων Reitbauer κ.λπ.) δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη λόγω της (παράνομης) ευνοϊκής μεταχειρίσεως του πιστωτή Α. Η αιτίαση αυτή είναι παρόμοια με τη γνωστή στο αυστριακό δίκαιο ως αγωγή διαρρήξεως (Anfechtungsklage).

12.

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η ίδια ανακοπή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I.

13.

Τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως, βάσει των διαλαμβανόμενων στη διάταξη περί παραπομπής.

14.

Ο καθού και η Isabel C. (στο εξής: οφειλέτρια) είναι κάτοικοι Ρώμης, Ιταλία, και συζούσαν, τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 2014. Το 2010 αγόρασαν οίκημα στο Villach, Αυστρία· η οφειλέτρια καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ως ο μόνος κύριος του ακινήτου. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, ότι μεταξύ της οφειλέτριας και των ανακοπτόντων συνήφθησαν συμβάσεις για εκτεταμένες εργασίες ανακαινίσεως του εν λόγω οικήματος, οι οποίες καταρτίσθηκαν με τη «συμμετοχή» του καθού.

15.

Επειδή το κόστος των εργασιών ανακαινίσεως υπερέβη κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό, σταμάτησαν οι πληρωμές προς τους ανακόπτοντες. Ως εκ τούτου, το 2013 οι ανακόπτοντες άρχισαν να ασκούν στην Αυστρία αγωγές κατά της οφειλέτριας· στις αρχές του 2014, εκδόθηκε η πρώτη απόφαση υπέρ των ανακοπτόντων, και άλλες ακολούθησαν. Η οφειλέτρια άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών.

16.

Στις 7 Μαΐου 2014, στην Ιταλία, ενώπιον δικαστηρίου της Ρώμης, η οφειλέτρια αναγνώρισε υπέρ του καθού οφειλή από δάνειο ανερχόμενη σε 349772,95 ευρώ ( 5 ) και ανέλαβε την υποχρέωση, δυνάμει δικαστικού συμβιβασμού, να εξοφλήσει το ποσό αυτό στον καθού εντός πέντε ετών. Επιπλέον, η οφειλέτρια δέχθηκε να εγγραφεί υποθήκη, για την εξασφάλιση αυτής της απαιτήσεως του καθού, επί του οικήματος στο Villach.

17.

Στις 13 Ιουνίου 2014, (περαιτέρω) πράξη αναγνωρίσεως χρέους και συστάσεως εμπράγματης ασφάλειας καταρτίσθηκε, κατά το αυστριακό δίκαιο, στη Βιέννη από Αυστριακού συμβολαιογράφο, προς εξασφάλιση του ανωτέρω συμβιβασμού (στο εξής: ασφάλεια 1). Με βάση την πράξη αυτή, ενεγράφη στις 18 Ιουνίου 2014 εμπράγματη ασφάλεια επί του οικήματος στο Villach.

18.

Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ των ανακοπτόντων κατέστησαν εκτελεστές μόνο μετά την ημερομηνία εκείνη. Συνεπώς, η σχετική με το οίκημα της οφειλέτριας ασφάλεια υπέρ των ανακοπτόντων που απορρέει από την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως (στο εξής: ασφάλεια 2) κατατάσσεται μετά τη συμβατικώς συσταθείσα υπέρ του καθού ασφάλεια 1.

19.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2015, το δικαστήριο της Ρώμης επικύρωσε τον δικαστικό συμβιβασμό της 7ης Μαΐου 2014 ως ευρωπαϊκό εκτελεστό τίτλο ( 6 ).

20.

Ο καθού άσκησε το δικαίωμά του εμπράγματης ασφάλειας ζητώντας, τον Φεβρουάριο του 2016, από το αιτούν δικαστήριο Bezirksgericht Villach (ειρηνοδικείο Villach, Αυστρία) να διατάξει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του οικήματος της οφειλέτριας. Το οίκημα πλειστηριάστηκε, το φθινόπωρο του 2016, στο ποσό των 280000 ευρώ. Από τη σειρά εγγραφής στα βιβλία υποθηκών προκύπτει ότι το πλειστηρίασμα πρέπει να καταβληθεί, σχεδόν εξ ολοκλήρου, στον καθού λόγω της ασφάλειας 1 (η οποία ενεγράφη σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο τον Ιούνιο του 2014).

21.

Προκειμένου να αποτρέψουν την εξέλιξη αυτή, οι ανακόπτοντες άσκησαν, τον Ιούνιο του 2016, ενώπιον του Landesgericht Klagenfurt (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Klagenfurt, Αυστρία) παυλιανή αγωγή κατά του καθού και της οφειλέτριας. Η αγωγή απορρίφθηκε από το ως άνω δικαστήριο «λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, λαμβανομένου υπόψη του τόπου κατοικίας [του καθού και της οφειλέτριας]» εκτός της Αυστρίας. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη τον Ιούλιο του 2017.

22.

Παράλληλα, οι ανακόπτοντες διατύπωσαν αντιρρήσεις ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου Bezirksgericht Villach (ειρηνοδικείου Villach) κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαΐου 2017 σχετικά με τη διανομή του προϊόντος του αναγκαστικού πλειστηριασμού και εν συνεχεία άσκησαν κατά του καθού την προβλεπόμενη από τον EO ανακοπή.

23.

Στη δίκη επί της ανακοπής αυτής, οι ανακόπτοντες ζητούν από το Bezirksgericht Villach (ειρηνοδικείο Villach) να κρίνει ότι η προβλεπόμενη στη δικαστική απόφαση περί διανομής του πλειστηριάσματος καταβολή του ποσού των 279980,43 ευρώ στον καθού είναι παράνομη, καθόσον: i) η οφειλέτρια έχει αξιώσεις αποζημιώσεως κατά του καθού ( 7 ) τουλάχιστον του ίδιου ύψους με τη δανειακή απαίτηση του τελευταίου, με αποτέλεσμα την απόσβεση της απαιτήσεως αυτής (ισχυρίζονται ότι η οφειλέτρια βεβαίωσε ότι ο καθού είχε δώσει παραγγελίες στους ανακόπτοντες εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεσή της)· και ii) η συμβολαιογραφική πράξη αναγνωρίσεως χρέους και συστάσεως εμπράγματης ασφάλειας της 13ης Ιουνίου 2014 καταρτίσθηκε απλώς για τυπικούς λόγους και με σκοπό να προληφθεί και αποτραπεί η από τους ανακόπτοντες κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως επί του οικήματος.

24.

Ο καθού προέβαλε κατά της ανακοπής ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Οι ανακόπτοντες προβάλλουν ότι το αιτούν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I.

25.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Bezirksgericht Villach (ειρηνοδικείο Villach) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει το άρθρο 24, σημείο 5, του [αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανακοπή η οποία ασκείται βάσει του άρθρου 232 του [EO], σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως,

ακόμη δε και στην περίπτωση κατά την οποία η ανακοπή που ασκήθηκε από εμπραγμάτως ασφαλισμένο δανειστή κατά έτερου εμπραγμάτως ασφαλισμένου δανειστή

α)

στηρίζεται στην αιτίαση ότι η εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανειακή απαίτηση του εν λόγω δεύτερου δανειστή αποσβέσθηκε λόγω ανταπαιτήσεως του οφειλέτη για την καταβολή αποζημιώσεως, και

β)

επιπλέον στηρίζεται –όπως η παυλιανή αγωγή– στην αιτίαση ότι η σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας για την εν λόγω δανειακή απαίτηση είναι ανίσχυρη λόγω ευνοϊκής μεταχειρίσεως του ανωτέρω δεύτερου δανειστή;

2)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Πρέπει το άρθρο 24, σημείο 1, του [αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανακοπή η οποία ασκείται βάσει του άρθρου 232 του [EO], σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως,

ακόμη δε και στην περίπτωση κατά την οποία η ανακοπή που ασκήθηκε από εμπραγμάτως ασφαλισμένο δανειστή κατά έτερου εμπραγμάτως ασφαλισμένου δανειστή

α)

στηρίζεται στην αιτίαση ότι η εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανειακή απαίτηση του εν λόγω δεύτερου δανειστή αποσβέσθηκε λόγω ανταπαιτήσεως του οφειλέτη για την καταβολή αποζημιώσεως, και

β)

επιπλέον στηρίζεται –όπως η παυλιανή αγωγή– στην αιτίαση ότι η σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας για την εν λόγω δανειακή απαίτηση είναι ανίσχυρη λόγω ευνοϊκής μεταχειρίσεως του ανωτέρω δεύτερου δανειστή;»

26.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι ανακόπτοντες, ο καθού, η Πορτογαλική και η Ελβετική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Ιανουαρίου 2019, οι ως άνω μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία, πλην των δύο κυβερνήσεων, ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους.

III. Ανάλυση

Α.   Σύνοψη των επιχειρημάτων των μετεχόντων στη διαδικασία

27.

Οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι δύνανται να στηριχθούν στη διεθνή δικαιοδοσία σχετικά με τις δίκες για την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κατά το άρθρο 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I ή, άλλως, δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού, μεταξύ άλλων επειδή η δίκη επί της ανακοπής συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως.

28.

Ο καθού ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι το άρθρο 24, σημείο 5, του εν λόγω κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη ανακοπή. Προβάλλει ότι η ανακοπή δεν συνδέεται άμεσα με επίσημα μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως· αντιθέτως, ζητείται η επί της ουσίας εξέταση του δικαιώματος εμπράγματης ασφάλειας του καθού. Ως εκ της φύσεώς της, η ασκηθείσα ανακοπή είναι ισοδύναμη με παυλιανή αγωγή· το δε Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η συγκεκριμένη βάση διεθνούς δικαιοδοσίας δεν καλύπτει τις παυλιανές αγωγές ( 8 ). Συνεπώς, το ίδιο πρέπει να ισχύει όταν η παυλιανή αγωγή ασκείται μέσω της διατυπώσεως αντιρρήσεως κατά της διανομής του πλειστηριάσματος και μέσω συνακόλουθης ανακοπής. Επιπλέον, το άρθρο 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I δεν έχει εφαρμογή, δεδομένου ότι στη δίκη επί της ανακοπής λείπει η σύνδεση με την τοποθεσία του επίμαχου οικήματος (η ανακοπή ασκήθηκε μόνον μετά τον δικαστικό πλειστηριασμό του ακινήτου).

29.

Η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι από τις αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1985, AS Autoteile (220/84, EU:C:1985:302)· της 10ης Ιανουαρίου 1990, Reichert και Kockler (Reichert I) (C-115/88, EU:C:1990:3), και της 16ης Νοεμβρίου 2016, Schmidt (C-417/15, EU:C:2016:881), προκύπτει ότι η επίμαχη ανακοπή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, σημεία 1 και 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I.

30.

Η Ελβετική Κυβέρνηση ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η ανακοπή εντάσσεται στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως και συνεπώς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I. Αν το ως άνω ένδικο βοήθημα θεωρηθεί ότι συνιστά επίσης παυλιανή αγωγή, το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξεταστεί χωριστά. Λαμβανομένης υπόψη της καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η εν λόγω κυβέρνηση θεωρεί το δεύτερο ερώτημα άνευ αντικειμένου.

Β.   Εκτίμηση

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

31.

Πρώτον, με τις παρατηρήσεις του, ο καθού πρότεινε να δώσει το Δικαστήριο απάντηση σε ένα επιπλέον προδικαστικό ερώτημα. Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθόσον το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, καθώς και να ερμηνεύσει και εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο ( 9 ). Οι διάδικοι δεν μπορούν να αλλάξουν το περιεχόμενο των ερωτημάτων που το αιτούν δικαστήριο αποφασίζει να υποβάλει στο Δικαστήριο ( 10 ) και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει άλλα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους της κύριας δίκης ( 11 ). Μολονότι οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να προτείνουν προδικαστικά ερωτήματα στο αιτούν δικαστήριο, το τελευταίο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα αυτά όταν υποβάλλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

32.

Δεύτερον, μεταξύ των μετεχόντων στην προδικαστική διαδικασία εμφανίζεται κάποια διάσταση απόψεων ως προς το ζήτημα τι συνιστά την επίμαχη εμπράγματη ασφάλεια στην υπόθεση της κύριας δίκης. Οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία φάνηκε να υποστηρίζουν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι την συνιστά ο συμβιβασμός στην Ιταλία μεταξύ του καθού και της οφειλέτριας ή η καταρτισθείσα από τον Αυστριακό συμβολαιογράφο πράξη σχετικά με τον ίδιο συμβιβασμό. Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι η πράξη συστάσεως εμπράγματης ασφάλειας η οποία καταρτίσθηκε στη Βιέννη από τον Αυστριακό συμβολαιογράφο μεταξύ του καθού και της οφειλέτριας αποτέλεσε τη βάση για την εγγραφή της εμπράγματης ασφάλειας επί του οικήματος στο Villach. Η εν λόγω εμπράγματη ασφάλεια ενεγράφη στις 18 Ιουνίου 2014. Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ των ανακοπτόντων κατέστησαν εκτελεστές μόνο μετά την ημερομηνία αυτή. Ο δικαστικός συμβιβασμός της 7ης Μαΐου 2014 επικυρώθηκε ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος στις 3 Σεπτεμβρίου 2015, ήτοι ένα έτος μετά την εγγραφή της εμπράγματης ασφάλειας επί του οικήματος.

33.

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να εξετάσει αν οι κανόνες περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 24, σημεία 1 και 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, πρέπει να αξιολογηθούν, ως προς την «ανακοπή», βάσει της λειτουργίας του ενδίκου βοηθήματος ως συνόλου ή βάσει των επιμέρους αιτιάσεων που πράγματι προβλήθηκαν.

34.

Όπως θα εκθέσω στην ανάλυσή μου κατωτέρω, το άρθρο 24, σημεία 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση. Πάντως, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 7, σημείο 1, το ίδιου κανονισμού μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για τη διεθνή δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση.

2. Πρώτο προδικαστικό ερώτημα (άρθρο 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I)

35.

Φρονώ (όπως η Επιτροπή) ότι η αντιμετώπιση των δικών επί ανακοπής στο σύνολό τους ως δικών που αφορούν την εκτέλεση αποφάσεων θα ήταν ασύμβατη με την εισάγουσα παρέκκλιση αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπεται στο άρθρο 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, καθόσον το περιεχόμενο των πρώτων δικών δύναται να ποικίλλει σημαντικά και οι δίκες αυτές περιλαμβάνουν απαιτήσεις που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.

36.

Τούτο ισχύει ιδίως διότι η εν λόγω διάταξη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα από όσο απαιτεί ο σκοπός της [απόφαση της 26ης Μαρτίου 1992, Reichert κατά Dresdner Bank (Reichert II), C-261/90, EU:C:1992:149, σκέψη 25].

37.

Είναι αληθές ότι το ένδικο βοήθημα της κύριας δίκης ασκήθηκε στο πλαίσιο της διανομής του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού και ότι ο απώτερος σκοπός των ανακοπτόντων είναι να επιτύχουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους από το πλειστηρίασμα αυτό. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι αυτομάτως υπάρχει στενή σύνδεση με τη «χρήση βίας, τη λήψη συντηρητικών μέτρων ή την αποστέρηση κινητών και ακινήτων προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των αποφάσεων και των πράξεων», όπως απαιτείται από την απόφαση της 26ης Μαρτίου 1992, Reichert κατά Dresdner Bank (Reichert II) (C-261/90, EU:C:1992:149, σκέψεις 26 και 27), και από την έκθεση Jenard ( 12 ).

38.

Ως εκ τούτου, προκειμένου να αποδειχθεί μια τέτοια στενή σύνδεση (και αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία), είναι απαραίτητη η εξέταση κάθε επιμέρους αξιώσεως. Με άλλα λόγια, στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να αποκλειστεί η στήριξη, με συνολικό και αφηρημένο τρόπο, στο είδους του ενδίκου βοηθήματος, καθόσον μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να τηρηθούν το πνεύμα και ο σκοπός της εν λόγω παρεκκλίσεως.

α) Η πρώτη αιτίαση των ανακοπτόντων

39.

Οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι η εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανειακή απαίτηση αποσβέσθηκε λόγω ανταπαιτήσεως της οφειλέτριας σχετικής με την καταβολή αποζημιώσεως από τον καθού. Ωστόσο, για την αξιολόγηση του βασίμου της αιτιάσεως αυτής το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε εξέταση η οποία αφίσταται σημαντικά των ζητημάτων που αφορούν τον δικαστικό πλειστηριασμό ως τέτοιον.

40.

Μια τέτοια κατάσταση θα ήταν παρόμοια με εκείνη που εξετάστηκε στην απόφαση AS Autoteile ( 13 ), όπου το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι ένας διάδικος δύναται –στο πλαίσιο ανακοπής εκτελέσεως, ασκηθείσας ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εκτελέσεως– να προτείνει τον συμψηφισμό μεταξύ της απαιτήσεως για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση και μιας απαιτήσεως ως προς την οποία τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους δεν θα είχαν διεθνή δικαιοδοσία αν η απαίτηση αυτή αποτελούσε αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο σύστημα της Συμβάσεως ( 14 ) και στον εισάγοντα παρέκκλιση χαρακτήρα του άρθρου της 16 και έκρινε ότι το τότε επίμαχο ένδικο βοήθημα αντέβαινε στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του εναγομένου και των δικαστηρίων του τόπου εκτελέσεως.

41.

Η κατάσταση εκείνη είναι παρόμοια με την υπό κρίση υπόθεση, στην οποία η απαίτηση αποζημιώσεως αφορά χρέος που αποτελεί το αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ δεν θα υφίστατο διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της αναγκαστικής εκτελέσεως αν η εν λόγω ανταπαίτηση είχε προβληθεί αυτοτελώς (με άλλα λόγια, αν αποτελούσε το αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής).

42.

Η επέκταση της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας σε μια τέτοια περίπτωση –η οποία αφορά αξιώσεις από οφειλή ή από αδικοπραξία εκ πρώτης όψεως ανεξάρτητες από την αναγκαστική εκτέλεση– θα έβαινε πέραν αυτού που απαιτείται από τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως.

43.

Ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση δεν θεμελιώνει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I.

β) Η δεύτερη αιτίαση των ανακοπτόντων

44.

Η εν λόγω αιτίαση αφορά τη συμβολαιογραφική πράξη αναγνωρίσεως χρέους της 13ης Ιουνίου 2014. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανακόπτοντες φαίνεται να εναντιώνονται στην πράξη αυτή επί της οποίας βασίστηκε ο δικαστικός πλειστηριασμός, αλλά δεν εναντιώνονται σε αυτόν καθ’ εαυτόν τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν οι αρχές αναγκαστικής εκτελέσεως. Συνεπώς, είναι δυνατός ο παραλληλισμός με την απόφαση της 26ης Μαρτίου 1992, Reichert κατά Dresdner Bank (Reichert II) (C-261/90, EU:C:1992:149).

45.

Στη σκέψη 28 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, πράγματι, αγωγή όπως η παυλιανή αγωγή του γαλλικού δικαίου αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων του δανειστή. Ωστόσο, «δεν αποβλέπει στην επίλυση αμφισβητήσεως σχετικής με τη “χρήση βίας, τη λήψη συντηρητικών μέτρων ή την αποστέρηση κινητών και ακινήτων προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των αποφάσεων και των πράξεων” και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 5, της Συμβάσεως».

46.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, το άρθρο 24, σημείο 5, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I (το οποίο κατ’ ουσίαν αντιστοιχεί στο άρθρο 16, παράγραφος 5, της Συμβάσεως) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανακοπή δυνάμει του άρθρου 232 του ΕΟ δεν εμπίπτει, αυτή καθ’ εαυτή, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, σημείο 5. Αντιθέτως, πρέπει να εξετάζεται κάθε επιμέρους αιτίαση. Αιτιάσεις που αφορούν την ανυπαρξία της απαιτήσεως για την οποία διενεργήθηκε δικαστικός πλειστηριασμός και την ακυρότητα της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας για αυτή τη δανειακή απαίτηση δεν έχουν αρκούντως στενή σύνδεση με τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως (το ίδιο το αιτούν δικαστήριο αναφέρει στη σκέψη 45 της διατάξεως περί παραπομπής ότι τούτο μπορεί να ισχύει) και δεν θεμελιώνουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 5.

3. Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα (άρθρο 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I)

47.

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία μπορεί να θεμελιωθεί δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 1.

48.

Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η ίδια συλλογιστική πρέπει κατ’ ανάγκην να εφαρμοστεί επίσης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον επίσης η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 1, συνιστά παρέκκλιση από τη γενική αρχή.

49.

Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της στενής ερμηνείας υπομνήσθηκε πρόσφατα με την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Schmidt (C-417/15, EU:C:2016:881, σκέψεις 27 έως 34), όπου το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι, σε περίπτωση που το ένδικο βοήθημα της κύριας δίκης περιλαμβάνει περισσότερες αιτιάσεις, η εξέταση πρέπει να διενεργείται για κάθε αιτίαση και δεν πρέπει να βασίζεται γενικά στο είδος του ενδίκου βοηθήματος.

50.

Συνεπώς, σε ευθυγράμμιση με την επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε κατά την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος (η οποία κατ’ ουσίαν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ), η εξέταση δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I πρέπει να βασίζεται σε κάθε επιμέρους αιτίαση.

51.

Παραπέμπω ξανά στην προαναφερθείσα απόφαση Schmidt (σκέψη 34): «δεν αρκεί η αγωγή να αφορά, απλώς, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή να έχει σχέση με ακίνητο για να θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους τοποθεσίας του ακινήτου».

52.

Οι ανακόπτοντες επιδιώκουν την έκδοση διατάξεως ώστε το προϊόν του δικαστικού πλειστηριασμού να μην καταβληθεί (εξ ολοκλήρου) στον καθού. Κατά το αιτούν δικαστήριο, «το κύριο ζήτημα [είναι] αν και σε ποιον βαθμό ο καθού πιστωτής θα μετάσχει στη διανομή του πλειστηριάσματος». Συναφώς, το ένδικο βοήθημα βασίζεται σε δύο αιτιάσεις: i) στην υποκείμενη οφειλή/απαίτηση –η δανειακή οφειλή αποσβέσθηκε· και ii) στην υποκείμενη εμπράγματη ασφάλεια –η σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας για τη δανειακή απαίτηση έγινε με καταδολιευτικό σκοπό.

α) Η πρώτη αιτίαση των ανακοπτόντων

53.

Από το ανωτέρω σημείο των παρουσών προτάσεων προκύπτει ότι η πρώτη αιτίαση δεν έχει εμπράγματο χαρακτήρα στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον το διακύβευμα είναι η ύπαρξη δικαιωμάτων μεταξύ της οφειλέτριας και του καθού. Το δικαίωμα αυτό αποτέλεσε τη βάση της συστάσεως από τον καθού της επίμαχης εμπράγματης ασφάλειας, καθώς και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως που ακολούθησε.

54.

Αληθεύει ότι η ύπαρξη της απαιτήσεως, και του υποκείμενου δικαιώματος, αποτέλεσε τη βάση για τη σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας και για τη συνακόλουθη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως. Ωστόσο, όπως επισήμανε η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αιτιάσεως αυτής, το εμπράγματο δικαίωμα δεν συνιστά ούτε τον κύριο λόγο για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ούτε το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση των πραγματικών περιστατικών για να κριθεί αν αποσβέσθηκε η απαίτηση του καθού πιστωτή κατά της οφειλέτριας. Ούτε απαιτείται εφαρμογή των νόμων και εθίμων του τόπου του ακινήτου (πράγμα που είναι η μόνη περίσταση που θα θεμελίωνε αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία). Η εξέταση της πρώτης αιτιάσεως απλώς έχει αυτόματες συνέπειες για τη σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας και για τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά δεν συνιστά τον κύριο λόγο για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος.

β) Η δεύτερη αιτίαση των ανακοπτόντων

55.

Οι ανακόπτοντες αμφισβητούν το κύρος της συστάσεως της ασφάλειας 1 υπέρ του καθού. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί παυλιανή αγωγή. Συναφώς, πρέπει απαραιτήτως να γίνει παραλληλισμός με την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1990, Reichert και Kockler (Reichert I) (C-115/88, EU:C:1990:3, σκέψη 12).

56.

Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η γαλλική «παυλιανή αγωγή θεμελιώνεται στο ενοχικό δικαίωμα, προσωπικό δικαίωμα του δανειστή έναντι του οφειλέτη του, και έχει ως αντικείμενο την προστασία του δικαιώματος κατασχέσεως που μπορεί να έχει ο πρώτος επί της περιουσίας του δευτέρου. Εφόσον η αγωγή αυτή ευδοκιμήσει, έχει ως συνέπεια να μην ισχύει, αποκλειστικά έναντι του δανειστή, εκποιητική δικαιοπραξία συναφθείσα από τον οφειλέτη προς καταδολίευση των δικαιωμάτων του».

57.

Οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι η εμπράγματη ασφάλεια για την επίμαχη απαίτηση συστάθηκε με τον καταδολιευτικό σκοπό να τεθεί το οίκημα έξω από την ακτίνα δράσεως των ιδίων.

58.

Ωστόσο, η εξέταση του ερωτήματος αν πληρούνται οι προϋποθέσεις μιας παυλιανής αγωγής δεν προϋποθέτει εκτίμηση αυστηρά συνδεδεμένη με το οίκημα στο Villach, πράγμα που από μόνο του θα θεμελίωνε αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2016, Schmidt, C-417/15, EU:C:2016:881).

59.

Ακόμη και αν το ένδικο βοήθημα συνδέεται κάπως με το εν λόγω οίκημα και με τα συναφή δικαιώματα κατασχέσεως, τα εν λόγω σημεία συνδέσεως δεν είναι αρκούντως ισχυρά ώστε να θεμελιώσουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I.

60.

Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή σε διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης.

61.

Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι, προκειμένου να δώσει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση για τη λύση της ενώπιόν του διαφοράς, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής, στην υπό κρίση υπόθεση, του άρθρου 7, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I ( 15 ) (το οποίο αφορά διαφορές εκ συμβάσεως).

4. Το άρθρο 7, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I

62.

Είναι αληθές ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί άλλων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχονται στον εν λόγω κανονισμό.

63.

Ωστόσο, «[τ]ο γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, εθνικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα παραπέμποντας σε ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να είναι χρήσιμα για τη λήψη αποφάσεως στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν στα υποβληθέντα ερωτήματα γίνεται μνεία των στοιχείων αυτών. Συναφώς, στο Δικαστήριο απόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρειάζονται ερμηνεία, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς» ( 16 ).

64.

Δεδομένου ότι, ειδικότερα, στις αποφάσεις Reichert I και Reichert II ( 17 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι η παυλιανή αγωγή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ούτε του άρθρου 16, παράγραφος 1, της Συμβάσεως (το οποίο αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο άρθρο 24, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I) ούτε των άρθρων 5, παράγραφος 3, 16, παράγραφος 5 (νυν, κατ’ ουσίαν, άρθρου 24, σημείο 5, του ως άνω κανονισμού) και 24 της Συμβάσεως, πρέπει να δεχθούμε είτε ότι η αρχή actor sequitur forum rei δεν επιδέχεται εξαιρέσεις σε υποθέσεις που αφορούν την παυλιανή αγωγή είτε ότι το μόνο εναλλακτικό forum είναι το forum contractus κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ( 18 ) (νυν άρθρο 7, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I) –από την οικονομία του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι, αν το άρθρο του 24 (αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία) δεν έχει εφαρμογή, τότε μπορούμε να στραφούμε στο άρθρο του 7 (ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας).

65.

Φρονώ ότι η δεύτερη εναλλακτική είναι η ορθή.

66.

Παραδείγματος χάρη, η προσέγγιση αυτή έχει ήδη γίνει δεκτή από εθνικά ανώτατα δικαστήρια (όπως το ιταλικό Corte di cassazione, το οποίο επέτρεψε σε διάδικο, στην κα Corkran, να διαρρήξει τη σύμβαση με την οποία ο οφειλέτης της και τέως σύζυγός της πώλησε σε εταιρία εδρεύουσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ακίνητο ευρισκόμενο στην Ιταλία) ( 19 ).

67.

Είναι σημαντικό ότι κατά τη διάρκεια της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπό κρίση υπόθεση, επίσης το Δικαστήριο δέχθηκε την προσέγγιση αυτή στην απόφασή του στην υπόθεση Feniks ( 20 ), υπόθεση η οποία αφορούσε παυλιανή αγωγή.

68.

Στην απόφαση Feniks, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν η παυλιανή αγωγή στηρίζεται σε χρέη απορρέοντα από υποχρεώσεις αναληφθείσες με τη σύναψη συμβάσεως, ο δανειστής μπορεί να ασκήσει το σχετικό ένδικο βοήθημα ενώπιον του δικαστηρίου «του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή». Σε διαφορετική περίπτωση, ο δανειστής θα ήταν υποχρεωμένος να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου, forum το οποίο ενδεχομένως δεν συνδέεται καθόλου με τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς τον δανειστή. Στην υπόθεση εκείνη, δεδομένου ότι η αγωγή ασκήθηκε από τον δανειστή για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση κατασκευαστικών εργασιών, ο «τόπος όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» είναι, βάσει της συμβάσεως, ο τόπος στον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες αυτές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό στοιχεί με τον σκοπό προβλεψιμότητας των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, ειδικά στην περίπτωση που ο επαγγελματίας ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση για την αγορά ακινήτου εύλογα μπορεί να αναμένει ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εναχθεί –σε περίπτωση που δανειστής του αντισυμβαλλομένου του υποστηρίξει ότι η εν λόγω σύμβαση εμποδίζει παρανόμως την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος έχει έναντι του δανειστή αυτού– θα είναι το δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως των εν λόγω υποχρεώσεων.

69.

Η φράση «διαφορά εκ συμβάσεως» δεν μπορεί να νοείται ως αφορώσα τον χαρακτηρισμό που το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δίνει στην περί ης πρόκειται έννομη σχέση (απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992, Handte, C-26/91, EU:C:1992:268, σκέψη 10). Γενικώς, η διατύπωση του άρθρου 7, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού δεν πρέπει να υπερεκτιμάται ως προς αυτό, δεδομένου ότι οι αποδόσεις στις διάφορες γλώσσες είναι άλλοτε ευρύτερες («en matière contractuelle» στα γαλλικά, «in materia contrattuale» στα ιταλικά, «matters relating to a contract» στα αγγλικά), άλλοτε στενότερες («verbintenissen uit overeenkomst» στα ολλανδικά) και άλλοτε κάπου ενδιάμεσα («wenn ein Vertrag oder Ansprüche aus einem Vertrag den Gegenstand des Verfahrens bilden» στα γερμανικά) ( 21 ).

70.

Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ανακόπτοντες πραγματοποίησαν εργασίες ανακαινίσεως στο οίκημα στο Villach, το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια, βάσει συμβάσεως (συμβάσεων) με αυτήν. Στη συνέχεια, η οφειλέτρια δεν πλήρωσε για (όλες) τις εργασίες.

71.

Συνεπώς, δεδομένου ότι υπάρχουν συμβατικές σχέσεις μεταξύ των ανακοπτόντων και της οφειλέτριας –συμβάσεις σχετικές με τις εργασίες ανακαινίσεως στο οίκημα (και, ενδεχομένως, επίσης μεταξύ της οφειλέτριας και του καθού– βλ., για παράδειγμα, την εγγραφή της εμπράγματης ασφάλειας στα βιβλία υποθηκών), οι ανακόπτοντες μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I προκειμένου να ασκήσουν αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων «του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή», ήτοι της Αυστρίας, του τόπου όπου πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες ανακαινίσεως.

72.

Από την απόφαση Feniks είναι δυνατόν να συναχθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις προκειμένου μια παυλιανή αγωγή να θεμελιώσει διεθνή δικαιοδοσία ως διαφορά εκ συμβάσεως.

73.

Πρώτον, είναι αναγκαία η ύπαρξη τριγωνικής σχέσεως μεταξύ των ανακοπτόντων και του καθού. Άπαντες είναι δανειστές της οφειλέτριας: υφίσταται, κατ’ αρχήν, συμβατική σχέση μεταξύ των ανακοπτόντων και της οφειλέτριας, αλλά όχι μεταξύ των δανειστών (μεταξύ των ανακοπτόντων και του καθού).

74.

Δεύτερον, υφίστανται απαιτήσεις μεταξύ των ανακοπτόντων και του καθού, οι οποίες απορρέουν από παράβαση υποχρεώσεων της οφειλέτριας προς τους ανακόπτοντες. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Feniks, σκέψη 42, «τόσο το δικαίωμα που έχει η Feniks να στραφεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη όσο και η αγωγή διάρρηξης της πώλησης μεταξύ του οφειλέτη και τρίτου απορρέουν από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ελεύθερα η Coliseum έναντι της Feniks με τη σύναψη της σύμβασης» (η υπογράμμιση δική μου).

75.

Τρίτον, η οφειλέτρια μεταβιβάζει περιουσιακά της στοιχεία σε τρίτον, εν προκειμένω στον καθού. Τούτο συνεπάγεται απώλεια/ζημία για τους ανακόπτοντες, οι οποίοι διεκδικούν τα δικαιώματά τους από τη σύμβαση που συνήψαν με την οφειλέτρια.

76.

Πρόκειται για υποχρεώσεις που προέρχονται από συμβάσεις όταν (για να παραθέσω τη σκέψη 44 της αποφάσεως Feniks) «η παυλιανή αγωγή […] ασκείται βάσει απαιτήσεων που γεννήθηκαν από υποχρεώσεις αναληφθείσες με τη σύναψη σύμβασης».

77.

Η απόφαση Feniks δεν απαιτεί (τουλάχιστον όχι ρητώς) γνώση της πρώτης συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου, ούτε καταδολιευτικό σκοπό. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση ασφαλώς υπήρχε γνώση εκ μέρους του τρίτου και μάλιστα ίσως υπήρχε καταδολιευτικός σκοπός ( 22 ), δεδομένων των προσωπικών και οργανωτικών δεσμών μεταξύ της οφειλέτριας και του τρίτου (του καθού). Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι οι πληροφορίες που διαθέτει το Δικαστήριο επ’ αυτού είναι περιορισμένες, μπορεί να επισημανθεί ότι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, το χρονικό σημείο της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας μεταξύ της οφειλέτριας και του καθού μπορεί να δημιουργήσει ορισμένες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα της πράξεως, επειδή φαίνεται ότι ο κύριος σκοπός (και το χρονικό σημείο δεν φαίνεται τυχαίο) ήταν να εμποδιστεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Όπως οι ανακόπτοντες επισήμαναν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υπήρξε συγκεκριμένη σειρά γεγονότων: πρώτα, ένας εκ των πιστωτών είχε ασκήσει αγωγή και ήδη υφίστατο διαταγή εκτελέσεως όσον αφορά το οίκημα στο Villach (έστω και αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε στο στάδιο αυτό). Μόνον τότε συστάθηκε η επίμαχη εμπράγματη ασφάλεια. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι ο καθού γνώριζε τα ανωτέρω, καθώς και τις συμβατικές υποχρεώσεις της οφειλέτριας πριν από τη σύσταση της εμπράγματης ασφάλειας.

78.

Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η λύση που δόθηκε με την απόφαση Feniks μπορεί να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση.

79.

Τελικά, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν αυτό μπορεί να συμβεί, το δε βάρος επικλήσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 7 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I φέρει εν γένει ο ενάγων ( 23 ) (ήτοι ο διάδικος που επικαλείται συγκεκριμένη βάση διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του εν λόγω άρθρου 7). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία είχαν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν επί της αποφάσεως Feniks και, ειδικότερα, οι ανακόπτοντες προέβαλαν ότι η απόφαση εκείνη στηρίζει τη θέση τους ότι το αιτούν δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.

80.

Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε αμφότερες τις υποθέσεις η τριγωνική σχέση φαίνεται συγκρίσιμη. Είναι δυνατόν να συναχθεί ότι ο καθού γνώριζε ότι η οφειλέτρια δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι των ανακοπτόντων. Πράγματι, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο ίδιος ο καθού παρήγγειλε τις εργασίες και ήταν υπεύθυνος για την επίβλεψή τους, καθώς και ότι, σε εκκρεμείς από το 2013 δίκες μεταξύ των ανακοπτόντων και της οφειλέτριας (ήτοι πριν ακόμη συσταθεί η εμπράγματη ασφάλεια το 2014), ο καθού πάντοτε ήταν μάρτυρας της οφειλέτριας.

81.

Ο καθού εξήγησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι υπήρχε συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του αρχιτέκτονα (του κου Egger, ενός εκ των ανακοπτόντων στην υπό κρίση υπόθεση) και της οφειλέτριας: ο πρώτος ενεργούσε ως αρχιτέκτονας, αλλά και ως γενικός εργολάβος (υπό την έννοια ότι διάφορες συμβάσεις συνήφθησαν με άλλες εταιρίες υπό τη διεύθυνσή του). Οι εν λόγω επιμέρους εταιρίες στράφηκαν κατά της οφειλέτριας για τη μη εξόφληση τιμολογίων. Ο δε καθού διέθεσε το κεφάλαιο για την αγορά του οικήματος και για τις εργασίες ανακαινίσεως και «εν μέρει ενεργούσε ως ο υπεύθυνος και υπέγραφε τις συμβάσεις».

82.

Δύο από τους κύριους σκοπούς του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I είναι, πρώτον, η ενίσχυση της έννομης προστασίας των προσώπων που κατοικούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη διευκόλυνση της προσβάσεως στη δικαιοσύνη όταν επιλέγουν να ασκήσουν ένδικο βοήθημα. Δεύτερον, ο εν λόγω κανονισμός σκοπεί να παρέχει στους εναγόμενους τη δυνατότητα να προβλέπουν εύλογα σε ποια δικαστήρια θα μπορούν να εναχθούν ( 24 ).

83.

Μολονότι συμφωνώ ότι πρέπει να αποφευχθεί μια κατάσταση όπου ο εναγόμενος θα έχει εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου τη διεθνή δικαιοδοσία του οποίου εύλογα δεν μπορούσε να προβλέψει (αιτιολογική σκέψη 16 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, βλ. σημείο 96 των παρουσών προτάσεων), είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

84.

Δεδομένου ότι στην απόφαση Feniks η διεθνής δικαιοδοσία όσον αφορά τις αγωγές από διαφορές εκ συμβάσεως οι οποίες ασκούνται κατά τρίτου επεκτάθηκε σε παυλιανή αγωγή, ακόμη και παρά την έλλειψη συμβατικής σχέσεως μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, η γνώση του τρίτου πρέπει να λειτουργεί ως περιοριστικός παράγοντας: όπως στην υπό κρίση υπόθεση, ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει ότι η δικαιοπραξία δεσμεύει τον εναγόμενο έναντι του οφειλέτη και ότι αυτό βλάπτει τα συμβατικά δικαιώματα άλλου δανειστή του οφειλέτη (των ανακοπτόντων).

85.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, «[μ]ε τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλεται με την υπό εξέταση ανακοπή, οι ανακόπτοντες ασκούν […] κατά του καθού το δικαίωμα διαρρήξεως στο πλαίσιο της διανομής πλειστηριάσματος κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως» (ήτοι παυλιανή αγωγή). Τούτο είναι εντελώς συγκρίσιμο με την παυλιανή αγωγή στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Feniks.

86.

Επομένως, η διεθνής δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως είναι εφαρμοστέα και το αιτούν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία.

87.

Ωστόσο, η πρώτη αιτίαση που προέβαλαν οι ανακόπτοντες συνίσταται στην αμφισβήτηση της απαιτήσεως για την οποία συστάθηκε η εμπράγματη ασφάλεια. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει μια απαίτηση της οφειλέτριας από ζημία, και συνακόλουθα για αποζημίωση, αλλά δεν διευκρινίζει αν η αιτίαση αυτή δύναται να θεωρηθεί επίσης ως παυλιανή αγωγή βάσει του εθνικού δικαίου.

88.

Φρονώ ότι από την απόφαση Feniks προκύπτει ότι η εν λόγω εκτίμηση δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, αποφασιστική. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, δεδομένου ότι η απόφαση Feniks καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη διεθνή δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως στο πλαίσιο παυλιανής αγωγής βασιζόμενης σε σύμβαση, δεν θα στηριζόμαστε στις κατά το εθνικό δίκαιο λεπτομερείς προϋποθέσεις της παυλιανής αγωγής –κυρίως διότι οι εν λόγω προϋποθέσεις διαφέρουν αναγκαστικά μεταξύ των κρατών μελών.

89.

Παραδείγματος χάρη, η παυλιανή αγωγή προβλέπεται στα νομικά συστήματα πολλών κρατών μελών, αλλά υπάρχουν σαφείς διαφορές μεταξύ των διαφόρων συστημάτων. Ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν το εν λόγω ένδικο βοήθημα συμβατικό μέσο και άλλα το θεωρούν εξωσυμβατικό μέσο, ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη το εν λόγω ένδικο βοήθημα προβλέπεται μόνον στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 25 ).

90.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από τον αναδιατυπωμένο κανονισμό Βρυξέλλες I διεθνής δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συγκεκριμένη μορφή της παυλιανής αγωγής κατά το εθνικό δίκαιο. Αν η παυλιανή αγωγή ασκείται για την εκτέλεση συμβατικής υποχρεώσεως μεταξύ των ανακοπτόντων και της οφειλέτριας, η διεθνής δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως είναι εφαρμοστέα σε ένδικο βοήθημα που ασκείται κατά τρίτου στον οποίο η οφειλέτρια είχε μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία.

91.

Στη σκέψη 47 της αποφάσεως Feniks, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[τ]ο συμπέρασμα αυτό ανταποκρίνεται στον σκοπό της προβλεψιμότητας των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας, κατά μείζονα λόγο διότι ο επαγγελματίας που έχει συνάψει σύμβαση για την αγορά ακινήτου μπορεί ευλόγως να αναμένει ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εναχθεί, σε περίπτωση που δανειστής του αντισυμβαλλομένου του υποστηρίξει ότι η εν λόγω σύμβαση θίγει παρανόμως την εκπλήρωση υποχρεώσεων που υπέχει ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος έναντι του δανειστή αυτού, θα είναι το δικαστήριο του τόπου εκπλήρωσης των εν λόγω υποχρεώσεων».

92.

Συναφώς, είναι σημαντική η από τον εναγόμενο γνώση της υπάρξεως της επίμαχης συμβάσεως ή των επίμαχων συμβάσεων.

93.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτιολογική σκέψη 21 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I αναφέρει τα εξής: «Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. Θα πρέπει να προβλεφθεί σαφής και αποτελεσματικός μηχανισμός για την επίλυση των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας και συνάφειας και για την αποφυγή προβλημάτων που απορρέουν από τις διαφοροποιήσεις στα κράτη μέλη ως προς τον χρόνο από τον οποίο μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καθοριστεί ο χρόνος αυτός αυτοτελώς.»

94.

Αν η απόφαση Feniks εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν αυστριακό δικαστήριο θα έχει διεθνή δικαιοδοσία και, όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία εκκρεμούν ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου (και ειδικότερα, την απαίτηση αποζημιώσεως της οφειλέτριας κατά του καθού), διεθνή δικαιοδοσία επ’ αυτών θα έχει το ιταλικό δικαστήριο. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι, ως έναν βαθμό, στην υπό κρίση υπόθεση είναι αναπόφευκτες οι παράλληλες δίκες σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

95.

Ωστόσο, η δίκη στην Ιταλία αφορά διαδίκους που δεν είναι οι ίδιοι με εκείνους της κύριας δίκης που προέρχεται από την Αυστρία. Συνεπώς, αρκεί η επισήμανση ότι δεν πρόκειται για περίπτωση στενού συνδέσμου κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21.

96.

Προς στήριξη της λύσεως που πρότεινα ανωτέρω, θα ήθελα να υπενθυμίσω την αιτιολογική σκέψη 16 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I, κατά την οποία «[η] δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ύπαρξη στενού συνδέσμου θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει […]».

97.

Συναφώς, εν προκειμένω υφίστανται τα ακόλουθα σημεία συνδέσεως: το επίμαχο οίκημα βρίσκεται στην Αυστρία· οι επίμαχες εργασίες πραγματοποιήθηκαν, και οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν, στην Αυστρία· τα τιμολόγια εκδόθηκαν στην Αυστρία· οι δίκες για την απόκτηση των εκτελεστών τίτλων διεξήχθηκαν στην Αυστρία· η επίμαχη συμβολαιογραφική πράξη καταρτίσθηκε από Αυστριακό συμβολαιογράφο· η εμπράγματη ασφάλεια ενεγράφη σε υποθηκοφυλακείο στην Αυστρία· και η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως διεξάγεται στην Αυστρία.

98.

Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, Besix (C-256/00, EU:C:2002:99, σκέψη 31), «η επιλογή του κριτηρίου διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών [το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 7, σημείο 1, του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I] υπαγορεύθηκε από λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης […]. Το δικαστήριο του τόπου όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή η οποία προβλέπεται στη σύμβαση και αποτελεί τη νομική βάση της αγωγής είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως λόγω της γειτνιάσεως της διαφοράς αλλά και της διευκολύνσεως της διεξαγωγής αποδείξεων».

99.

Επιπλέον, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το άρθρο 7 του αναδιατυπωμένου κανονισμού Βρυξέλλες I προσπαθεί να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του ενάγοντος και του εναγομένου και να τα θέσει σε πιο ισορροπημένη βάση –ενώ, αν υπήρχε μόνον το άρθρο 4 του κανονισμού, ο εναγόμενος/οφειλέτης θα ευνοούνταν υπερβολικά ( 26 ).

100.

Αν η διεθνής δικαιοδοσία, σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, θεμελιωνόταν αυστηρά στην κατοικία του εναγομένου, αυτό θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε καταστρατηγήσεις –καθόσον θα ήταν δυνατή η σύσταση εμπραγμάτων ασφαλειών υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να χάσουν τη σειρά κατατάξεώς τους όσον αφορά τα δικαιώματα επί ακινήτου η κυριότητα του οποίου μεταβιβάστηκε στην αλλοδαπή.

101.

Τέλος, ως obiter dictum, θα είχε ενδιαφέρον να επισημανθεί η ανάλυση του Schutzwürdigkeitsgesichtpunkte, όπως εφαρμόζεται από τα γερμανικά δικαστήρια σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση (οι λύσεις σε ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου υπαγορεύονται από την προηγούμενη αξιολόγηση της απόψεως που αξίζει τον υψηλότερο βαθμό προστασίας): το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται με την επιλογή του δικαίου το οποίο διέπει την έννομη σχέση που αξίζει τη μεγαλύτερη δικαστική προστασία μεταξύ των τριών εννόμων σχέσεων που ενυπάρχουν στην παυλιανή αγωγή, ώστε να γίνεται σεβαστή η αρχή nemo liberalis nisi liberatus ( 27 ). Ειδικότερα, στο ουσιαστικό δίκαιο, τούτο έχει την έννοια της προστασίας του δανειστή όταν η σύμβαση δημιουργήθηκε τεχνητά, για να τον στερήσει από δικαιώματά του, ή όταν τα δικαιώματα του προς ον η μεταβίβαση είναι λιγότερο schutzwürdig (άξια προστασίας) λόγω της χαριστικής φύσεως της μεταβιβάσεως. Σε υποθέσεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, η προστασία των τριών εμπλεκομένων στην παυλιανή αγωγή μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί με την εφαρμογή του δικαίου το οποίο τα μέρη καλόπιστα αναμένουν ότι θα εφαρμοστεί ( 28 ).

IV. Πρόταση

102.

Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bezirksgericht, Villach (ειρηνοδικείου Villach, Αυστρία) ως εξής:

1)

Το άρθρο 24, σημείο 5, του κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ανακοπή δυνάμει του άρθρου 232 του αυστριακού κώδικα αναγκαστικής εκτελέσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Αντιθέτως, είναι απαραίτητη η εξέταση των επιμέρους αιτιάσεων των ανακοπτόντων. Οι αιτιάσεις που αφορούν τόσο την ανυπαρξία της δανειακής απαιτήσεως για την οποία πραγματοποιήθηκε δικαστικός πλειστηριασμός όσο και την ακυρότητα της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας για τη δανειακή αυτή απαίτηση λόγω διακριτικής μεταχειρίσεως πιστωτών δεν έχουν αρκούντως στενή σύνδεση με τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του ως άνω άρθρου 24, σημείο 5.

2)

Το άρθρο 24, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε διαφορά μεταξύ πιστωτών σχετικά με τη διανομή του προϊόντος δικαστικού πλειστηριασμού, στο πλαίσιο της οποίας διατυπώνονται αιτιάσεις με τις οποίες αμφισβητείται η ύπαρξη της υποκείμενης απαιτήσεως και –όπως σε μια παυλιανή αγωγή– προβάλλεται ότι είναι ανίσχυρη η συσταθείσα εμπράγματη ασφάλεια.

3)

Ωστόσο, σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, παυλιανή αγωγή, απορρέουσα από την εκτέλεση συμβατικής υποχρεώσεως μεταξύ των ανακοπτόντων και της οφειλέτριας, δύναται να καλυφθεί από τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 7, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1215/2012.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1, στο εξής: αναδιατυπωμένος κανονισμός Βρυξέλλες I).

( 3 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Feniks (C-337/17, EU:C:2018:487, σημείο 2,·όπου γίνεται παραπομπή στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Deko Marty Belgium, C-339/07, EU:C:2008:575, σημεία 24 έως 26).

( 4 ) Pretelli, I., «Cross-border credit protection against fraudulent transfers of assets: actio pauliana in the conflict of laws», Yearbook of private international law, τόμος XIII/2011 (2012), σ. 590. Το εν λόγω άρθρο του γαλλικού Code civil αντικαταστάθηκε το 2016 με το άρθρο 1341-2: «Le créancier peut aussi agir en son nom personnel pour faire déclarer inopposables à son égard les actes faits par son débiteur en fraude de ses droits, à charge d'établir, s'il s'agit d'un acte à titre onéreux, que le tiers cocontractant avait connaissance de la fraude».

( 5 ) Ο καθού εκθέτει ότι το ποσό αυτό προκύπτει από απαίτηση και ανταπαίτηση. Η οφειλέτρια ζήτησε από τον καθού την καταβολή 70000 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο δίκης στην Ιταλία, ο καθού ζήτησε από την οφειλέτρια την καταβολή 380000 ευρώ κατά προσέγγιση για την αγορά του οικήματος και για τις εργασίες. Κατά τον καθού, το οίκημα τυπικώς ανήκε μόνο στην οφειλέτρια, η οποία καταχωρίστηκε ως ο μόνος κύριος, αλλά το κεφάλαιο προήλθε από τον καθού. Τελικά, τα δύο μέρη συνήψαν συμφωνία βάσει της οποίας ο καθού θα ελάμβανε το χρηματικό ποσό για το οίκημα, θα εξοφλούσε (εν μέρει) την οφειλέτρια για την υπερωριακή απασχόληση και το υπολειπόμενο ποσό θα ανερχόταν σε 349722,95 ευρώ.

( 6 ) Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ 2004, L 143, σ. 15).

( 7 ) Οι ανακόπτοντες εκθέτουν ότι στις 21 Ιουλίου 2015 η οφειλέτρια άσκησε ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου της Ρώμης αγωγή ζητώντας αποζημίωση 517340 ευρώ από τον καθού. Συνεπώς, «τα περιστατικά αυτά αποδεικνύουν ότι η εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση του τελευταίου έχει αποσβεστεί».

( 8 ) Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1992, Reichert και Kockler (Reichert II) (C-261/90, EU:C:1992:149).

( 9 ) Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, Eckelkamp κ.λπ. (C-11/07, EU:C:2008:489, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 10 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, T-Mobile Czech Republic και Vodafone Czech Republic (C-508/14, EU:C:2015:657, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 11 ) Πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Belgian Electronic Sorting Technology (C-657/11, EU:C:2013:516, σκέψη 31), και της 8ης Ιουνίου 2016, Hünnebeck (C-479/14, EU:C:2016:412, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 12 ) Έκθεση του P. Jenard σχετική με τα Πρωτόκολλα της 3ης Ιουνίου 1971 που αφορούν την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 29ης Φεβρουαρίου 1968 για την αμοιβαία αναγνώριση εταιριών και νομικών προσώπων καθώς και της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 94).

( 13 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985 (220/84, EU:C:1985:302). Στη σκέψη 13, το Δικαστήριο εξέτασε «το κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως να επικαλεστεί δι’ ενστάσεως απαίτηση επί της οποίας τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εκτελέσεως δεν θα ήταν αρμόδια να αποφανθούν, αν η απαίτηση αυτή αποτελούσε αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής».

( 14 ) Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7).

( 15 ) Πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978, Simmenthal (70/77, EU:C:1978:139, σκέψη 57).

( 16 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Essent Belgium (C-492/14, EU:C:2016:732, σκέψη 43).

( 17 ) Αντιστοίχως, αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1990, Reichert και Kockler (C-115/88, EU:C:1990:3), και της 26ης Μαρτίου 1992, Reichert κατά Dresdner Bank (C-261/90, EU:C:1992:149).

( 18 ) Pretelli, I., όπ.π. σ. 603. Πρβλ. 13η έκθεση για τις εθνικές νομολογίες σχετικά με τη Σύμβαση του Λουγκάνο, των Borrás, A., Neophytou, I., και Pocar, F., Μάιος 2012. Για την παυλιανή αγωγή, βλ., επίσης, το συχνά μνημονευόμενο Göranson, U., Actio pauliana outside bankruptcy and the Brussels Convention, Law and Reality, σε Essays on National and International Procedural Law in Honour of Voskuil, Dordrecht, 1992, ιδίως σ. 101 επ.

( 19 ) Pretelli, I., Cass. sez. Un. 7.3.2003 n. 6899, Corkran c. Casa Napoleone Ltd e Cashin, Rev. crit. dr. int. pr. 2003, σ. 612 επ.

( 20 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Feniks (C-337/17, EU:C:2018:805). Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των παραπομπών στην εν λόγω απόφαση, στο εξής θα την αναφέρω απλώς ως: απόφαση Feniks.

( 21 ) Βλ. Martiny, D., «Internationale Zuständigkeit für “vertragliche Streitigkeiten”», σε Einheit und Vielfalt des Rechts: Festschrift für Reinhold Geimer zum 65. Geburtstag, 2002, σ. 641 και 648, και Magnus, U., και Mankowski, M., ECPIL Commentary – Volume I, Brussels Ibis Regulation, σ. 163.

( 22 ) Βλ. συναφώς, κατ’ αναλογίαν, «ναι μεν […] τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατά περίπτωση, βασιζόμενα σε αντικειμενικά στοιχεία, την καταχρηστική ή απατηλή συμπεριφορά των ενδιαφερομένων ώστε να μην εφαρμόσουν, ενδεχομένως, υπέρ αυτών τις διατάξεις του […] δικαίου [της Ένωσης] τις οποίες αυτοί επικαλούνται, οφείλουν όμως επίσης, κατά την εκτίμηση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι οικείες διατάξεις» (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C-212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 25).

( 23 ) Magnus, U., και Mankowski, M., όπ.π., σ. 145.

( 24 ) Απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, Besix (C-256/00, EU:C:2002:99, σκέψη 26). Βλ. Magnus, U., και Mankowski, M., όπ.π.

( 25 ) Πρβλ. Göranson, U., όπ.π., σ. 89.

( 26 ) Ignatova, Art. 5 Nr. 1 EuGVVO – Chancen und Perspektiven der Reform des Gerichtsstands am Erfüllungsort, 2005, σ. 71 επ.· Lehmann, M., σε Dickinson/Lein, σημείο 4.07· και Magnus, U., και Mankowski, M., όπ.π., σ. 143. Βλ., επίσης, Schack, Der Erfüllungsort im deutschen, ausländischen und internationalen Privat- und Zivilprozessrecht, 1985, σ. 104· Lehmann, M., ZZP Int. 9 (2004), σ. 172 και 283.

( 27 ) Ουδείς δύναται να χαρίσει αν δεν είναι απαλλαγμένος από χρέη, παραδείγματος χάρη ο πτωχός δεν είναι σε θέση να μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία του ή την περιουσία του. Βλ. Lipstein, K., Principles of the conflict of laws national and international, The Hague, 1981, σ. 39 επ.

( 28 ) Βλ. Pretelli, I. (2012), όπ.π., σ. 638.