ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA
της 27ης Νοεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑573/17
Openbaar Ministerie
κατά
Daniel Adam Popławski
[αίτηση του rechtbank Άμστερνταμ (πρωτοδικείου του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση‑πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ένωση – Απόφαση‑πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Δήλωση κράτους μέλους που του επιτρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει τις προγενέστερες νομικές πράξεις – Ανάκληση της δηλώσεως από το κράτος εκτελέσεως – Εκπρόθεσμος χαρακτήρας της δηλώσεως του κράτους εκδόσεως – Έλλειψη άμεσου αποτελέσματος των αποφάσεων‑πλαισίων – Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης – Συνέπειες»
|
1. |
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως (στο εξής: ΕΕΣ) που εκδόθηκε από το Sąd Rejonowy w Poznaniu (περιφερειακό πρωτοδικείο του Poznań, Πολωνία) σε βάρος του Daniel Adam Popławski προς τον σκοπό εκτελέσεως, στην Πολωνία, στερητικής της ελευθερίας ποινής. |
|
2. |
Η εν λόγω αίτηση αποτελεί συνέχεια της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski ( 2 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ολλανδική νομοθεσία ήταν ασύμβατη με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών ( 3 ), το οποίο προβλέπει λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως του ΕΕΣ προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο υπενθύμισε την υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο. |
|
3. |
Πάντως, το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ερωτά τώρα αν, σε περίπτωση που δεν κατορθώσει να εκπληρώσει αυτήν την υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας, οφείλει, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου που είναι αντίθετες προς την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. |
|
4. |
Κατά τούτο, η παρούσα υπόθεση θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να αποσαφηνίσει τη σχέση μεταξύ της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές υποθέσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 4 ). Αποτελεί επίσης μια ευκαιρία για το Δικαστήριο να διευκρινίσει τις συνέπειες που τέτοιες πράξεις της Ένωσης μπορούν να έχουν όσον αφορά τα εθνικά δίκαια. |
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584
|
5. |
Το άρθρο 4 της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 ορίζει: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του [ΕΕΣ]: […]
[…]». |
2. Η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909
|
6. |
Το άρθρο 25 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 ορίζει: «Με την επιφύλαξη της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], οι διατάξεις της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης‑πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4, [σημείο] 6, της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584] ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, της απόφασης‑πλαίσιο]2002/584], έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του.» |
|
7. |
Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, αυτής της αποφάσεως‑πλαισίου: «1. Χωρίς να θίγεται η εφαρμογή τους μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών και η μεταβατική τους εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 28, η παρούσα απόφαση‑πλαίσιο, από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, θα αντικαταστήσει τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη:
|
|
8. |
Το άρθρο 28 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου ορίζει: «1. Αιτήσεις οι οποίες παραλαμβάνονται πριν τις 5 Δεκεμβρίου 2011, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες νομοθετικές πράξεις για τη μεταφορά καταδίκων. Αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο. 2. Ωστόσο, κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο από το Συμβούλιο, να δηλώσει ότι, σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει εκδοθεί πριν από την ημερομηνία την οποία προσδιορίζει, ως κράτος έκδοσης και εκτέλεσης, θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Αν έχει γίνει τέτοια δήλωση, οι πράξεις αυτές θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές σε σχέση με όλα τα λοιπά κράτη μέλη ασχέτως εάν έχουν προβεί ή όχι στην αυτή δήλωση. Η εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 5ης Δεκεμβρίου 2011. Η εν λόγω δήλωση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.» |
Β. Το ολλανδικό δίκαιο
|
9. |
Το άρθρο 6 του Overleveringswet (νόμου περί παραδόσεως εκζητουμένων προσώπων) ( 5 ), της 29ης Απριλίου 2004, που μεταφέρει την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 στο ολλανδικό δίκαιο, υπό τη μορφή που είχε μέχρι την έναρξη ισχύος των ολλανδικών διατάξεων που έθεσαν σε εφαρμογή την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, προέβλεπε τα εξής: «1. Η παράδοση Ολλανδού υπηκόου δύναται να επιτραπεί εφόσον ζητηθεί για τους σκοπούς ποινικής έρευνας στρεφομένης εναντίον του και εφόσον, κατά τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, διασφαλίζεται ότι, αν ο εν λόγω υπήκοος καταδικαστεί στο κράτος μέλος εκδόσεως σε στερητική της ελευθερίας ποινή, χωρίς αναστολή, για πράξεις για τις οποίες δύναται να επιτραπεί η παράδοση, θα μπορεί να εκτίσει την ποινή αυτή στις Κάτω Χώρες. 2. Παράδοση Ολλανδού υπηκόου δεν επιτρέπεται αν αυτή ζητείται για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 3. Σε περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως αποκλειστικά βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2 […], η Openbaar Ministerie [(εισαγγελική αρχή, Κάτω Χώρες)] γνωστοποιεί στη δικαστική αρχή εκδόσεως ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει την εκτέλεση της αποφάσεως σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 της Συμβάσεως για τη μεταγωγή καταδίκων ή σύμφωνα με τα οριζόμενα σε άλλη εφαρμοστέα σύμβαση. 4. Η εισαγγελική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον Υπουργό […] για κάθε άρνηση παραδόσεως η οποία γνωστοποιείται με τη δήλωση της παραγράφου 3 ότι οι Κάτω Χώρες είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως. 5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 έχουν εφαρμογή επίσης επί αλλοδαπού έχοντος άδεια παραμονής αορίστου χρόνου, εφόσον αυτός δύναται να διωχθεί στις Κάτω Χώρες για τις πράξεις τις οποίες αφορά το [ΕΕΣ] και εφόσον αναμένεται ότι δεν θα χάσει το δικαίωμά του διαμονής στις Κάτω Χώρες συνεπεία ποινής ή μέτρου ασφαλείας που θα εκδοθεί σε βάρος του μετά την παράδοσή του.» |
|
10. |
Από την έναρξη ισχύος του Wet wederzijdse erkenning en tenuitvoerlegging vrijheidsbenemende en voorwaardelijke sancties (νόμου για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων σε στερητικές της ελευθερίας ποινές μετά ή άνευ αναστολής) ( 6 ), της 12ης Ιουλίου 2012, ο οποίος εφαρμόζει την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του OLW έχει ως εξής: «Σε περίπτωση αρνήσεως της παραδόσεως αποκλειστικά βάσει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2 […], η εισαγγελική αρχή γνωστοποιεί στη δικαστική αρχή εκδόσεως ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει την εκτέλεση της αποφάσεως.» |
|
11. |
Το άρθρο 5:2 του WETS προβλέπει τα εξής: «1. Ο [παρών νόμος] αντικαθιστά τον Wet overdracht tenuitvoerlegging strafvonnissen [(νόμο περί μεταφοράς της εκτελέσεως ποινικών αποφάσεων) ( 7 ), της 10ης Σεπτεμβρίου 1986,] στις σχέσεις με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. […] 3. Ο [παρών νόμος] δεν εφαρμόζεται στις δικαστικές αποφάσεις […] που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. […]» |
II. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
12. |
Με απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2007, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 13 Ιουλίου 2007, το Sąd Rejonowy w Poznaniu (περιφερειακό πρωτοδικείο του Poznań) καταδίκασε τον D. Α. Popławski, Πολωνό υπήκοο, σε στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους με αναστολή. Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2010, το δικαστήριο αυτό διέταξε την εκτέλεση της ποινής. |
|
13. |
Στις 7 Οκτωβρίου 2013, το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε ΕΕΣ κατά του D. Α. Popławski προς τον σκοπό εκτελέσεως της ανωτέρω ποινής. |
|
14. |
Στο πλαίσιο της κύριας δίκης η οποία αφορά την εκτέλεση αυτού του ΕΕΣ, το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ) διερωτάται αν πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, το οποίο προβλέπει λόγο μη εκτελέσεως ΕΕΣ υπέρ, μεταξύ άλλων, των προσώπων που κατοικούν στις Κάτω Χώρες, όπως ο D. Α. Popławski ( 8 ). |
|
15. |
Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2015, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο μια πρώτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στο πλαίσιο της οποίας επισήμανε ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, του OLW, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, όταν αρνείται την εκτέλεση ΕΕΣ, πρέπει να γνωστοποιεί ότι «είναι διατεθειμένο» να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής βάσει συμβάσεως που έχει συνάψει με το κράτος μέλος εκδόσεως. Διευκρίνισε ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, μια τέτοια ανάληψη της εκτελέσεως εξαρτάται από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τη Δημοκρατία της Πολωνίας και ότι η πολωνική νομοθεσία δεν επιτρέπει την υποβολή τέτοιου αιτήματος για Πολωνό υπήκοο. |
|
16. |
Το αιτούν δικαστήριο υπογράμμισε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, άρνηση παραδόσεως είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ατιμωρησία του προσώπου το οποίο αφορά το ΕΕΣ. Συγκεκριμένα, μετά την έκδοση της αποφάσεως για την άρνηση παραδόσεως, η ανάληψη της εκτελέσεως της ποινής θα μπορούσε να αποδειχθεί αδύνατη, μεταξύ άλλων, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος από το κράτος μέλος εκδόσεως και η αδυναμία αυτή ουδόλως επηρεάζει την απόφαση για άρνηση παραδόσεως του εκζητούμενου προσώπου. |
|
17. |
Κατά τούτο, το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, του OLW με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, το οποίο επιτρέπει την άρνηση παραδόσεως μόνον αν το κράτος μέλος εκτελέσεως «δεσμεύεται» να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. |
|
18. |
Στην απόφαση Popławski, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους θέτουσα σε εφαρμογή τη διάταξη αυτή, η οποία, σε περίπτωση που η παράδοση αλλοδαπού υπηκόου διαθέτοντος άδεια παραμονής αορίστου χρόνου στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ζητείται από άλλο κράτος μέλος προς τον σκοπό εκτελέσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε στον εν λόγω αλλοδαπό υπήκοο με δικαστική απόφαση καταστάσα αμετάκλητη, αφενός, δεν επιτρέπει την παράδοση αυτή και, αφετέρου, περιορίζεται στην πρόβλεψη της υποχρεώσεως των δικαστικών αρχών του πρώτου κράτους μέλους να γνωστοποιήσουν στις δικαστικές αρχές του δεύτερου κράτους μέλους ότι είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την εκτέλεση της δικαστικής αυτής αποφάσεως, χωρίς, κατά τον χρόνο της αρνήσεως της παραδόσεως, να διασφαλίζεται η πραγματική ανάληψη της εκτελέσεως και χωρίς, επιπλέον, να μπορεί, σε περίπτωση που η εν λόγω ανάληψη αποδειχθεί ακολούθως αδύνατη, να ανατραπεί η άρνηση αυτή» ( 9 ). |
|
19. |
Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι «οι διατάξεις της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα» ( 10 ). Ωστόσο, έκρινε ότι «το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό ερμηνευτικές μεθόδους, να ερμηνεύει, στο μέτρο του δυνατού, τις επίμαχες στην κύρια δίκη εθνικές διατάξεις υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, πράγμα που σημαίνει, εν προκειμένω, ότι, σε περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως ΕΕΣ εκδοθέντος για την παράδοση προσώπου κατά του οποίου έχει εκδοθεί, στο κράτος μέλος εκδόσεως, αμετάκλητη δικαστική απόφαση που το καταδικάζει σε στερητική της ελευθερίας ποινή, οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτελέσεως έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν οι ίδιες την πραγματική εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο εν λόγω πρόσωπο» ( 11 ). |
Α. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
|
20. |
Στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από την απόφαση Popławski προκύπτει ότι το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW αντιβαίνει προς το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
21. |
Περαιτέρω, εκτιμά ότι ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW πλήρως σύμφωνη με την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο, υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο, αφενός, διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την εφαρμογή ή μη του εκεί προβλεπόμενου λόγου αρνήσεως και, αφετέρου, δύναται να αρνηθεί την παράδοση μόνον αν διασφαλίζεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αναλαμβάνει πραγματικά την εκτέλεση της ποινής, δεν είναι δυνατή, επειδή θα ήταν contra legem. |
|
22. |
Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, με την πρώτη απόφαση περί παραπομπής που εξέδωσε στην παρούσα υπόθεση, υπέβαλε ερωτήματα σχετικά με τρεις λύσεις οι οποίες, κατά την άποψή του, θα μπορούσαν ωστόσο να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα σύμφωνο με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584. |
|
23. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, από την πρώτη προδικαστική απόφαση στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι μόνον μία από τις τρεις λύσεις είναι επιτρεπτή υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, ήτοι η ερμηνεία ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 συνιστά τη νομική βάση σε διεθνή σύμβαση που απαιτείται από το πρώην άρθρο 6, παράγραφος 3, του OLW για την ανάληψη της εκτελέσεως της ποινής. Ωστόσο, ο Minister van Justitie en Veiligheid (Υπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες), ο οποίος είναι το αρμόδιο όργανο για την ανάληψη της εκτελέσεως της ποινής, θεώρησε ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 δεν αποτελεί σύμβαση ούτε κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του OLW ούτε κατά την έννοια του άρθρου 2 του νόμου περί μεταφοράς της εκτελέσεως ποινικών αποφάσεων. |
|
24. |
Το αιτούν δικαστήριο συνάγει εξ αυτών ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν είναι ικανή να διασφαλίσει την πραγματική εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε σε βάρος του D. Α. Popławski ώστε να επιτευχθεί λύση σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584, όπως απαιτεί το Δικαστήριο στην απόφαση Popławski ( 12 ). |
|
25. |
Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με συγκρουόμενες υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, προβαίνοντας στην παράδοση του εκζητούμενου προσώπου, θα ενεργούσε σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, αλλά κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, οι διατάξεις του οποίου δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε η εφαρμογή τους να οδηγήσει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με την απόφαση‑πλαίσιο. Αντιθέτως, αν το αιτούν δικαστήριο αρνούνταν να παραδώσει τον εκζητούμενο, θα ενεργούσε σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, αλλά κατά παράβαση του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
26. |
Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τη δυνατότητα, βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου που είναι ασύμβατες με τις διατάξεις της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ακόμη και αν οι τελευταίες στερούνται άμεσου αποτελέσματος. Υπογραμμίζει ότι, αφήνοντας ανεφάρμοστο το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, δεν θα συνέτρεχε πλέον λόγος αρνήσεως της παραδόσεως του D. Α. Popławski στις πολωνικές αρχές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το συμφέρον του τελευταίου για επανένταξη στην ολλανδική κοινωνία θα υποχωρούσε προ του συμφέροντος που έγκειται στο να εκτίσει αυτός την ποινή του. |
|
27. |
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει μια εναλλακτική προσέγγιση, παραπέμποντας στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση van Vemde ( 13 ). Η ενδεχόμενη αυτή λύση αφορά την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε σε εκτέλεση της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 για την αναγνώριση και εκτέλεση των ποινών. |
|
28. |
Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot, στην υπόθεση εκείνη, εκτίμησε ότι η δήλωση στην οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη βάσει της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 στερείται εννόμων αποτελεσμάτων λόγω του εκπρόθεσμου χαρακτήρα της ( 14 ). |
|
29. |
Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η θέση αυτή, σχετικά με την οποία το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στην απόφασή του της 25ης Ιανουαρίου 2017, van Vemde ( 15 ), έχει σημασία για την απόφαση την οποία πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο. |
|
30. |
Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, αν η εν λόγω δήλωση κριθεί ανίσχυρη, οι εθνικοί κανόνες που μεταφέρουν την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 θα έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο της 25, για να εκπληρωθεί η υποχρέωση εκτελέσεως της ποινής, όπως απαιτείται από το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του συγκεκριμένου προσώπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, πρώτον, αν το μεταβατικό εθνικό δίκαιο, ήτοι το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, καθόσον προβλέπει ότι η εθνική αυτή νομοθεσία δεν έχει εφαρμογή στις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, μπορεί να ερμηνευθεί σε συμφωνία με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 και, δεύτερον, αν, σε περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως, βάσει του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, όντως θα διασφαλιστεί η πραγματική εκτέλεση της ποινής στις Κάτω Χώρες. |
|
31. |
Αν το αιτούν δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στα δύο αυτά ερωτήματα, υπάρχει η δυνατότητα αρνήσεως της παραδόσεως του D. Α. Popławski και εκτελέσεως της ποινής στις Κάτω Χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW και το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, πράγμα το οποίο συνάδει με τον σκοπό επανεντάξεως του D. Α. Popławski. |
|
32. |
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης, πάντοτε όσον αφορά την περίπτωση που η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν είναι ισχυρή, ότι, αν τελικά δεν είναι δυνατή ερμηνεία του άρθρου 5:2, παράγραφος 3, του WETS που να είναι σύμφωνη με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, τίθεται το ζήτημα αν το δικαστήριο αυτό πρέπει, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει την εν λόγω διάταξη ανεφάρμοστη στο μέτρο που είναι ασύμβατη με αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο. |
|
33. |
Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Β. Οι παρασχεθείσες από το αιτούν δικαστήριο διευκρινίσεις με την απόφασή του της 10ης Ιουλίου 2018
|
34. |
Μετά την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποφάσισε να ανακαλέσει τη δήλωση στην οποία είχε προβεί βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. Πιο συγκεκριμένα, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ανακάλεσε τη δήλωση αυτή με ισχύ από την 1η Ιουνίου 2018 και η απόφαση ανακλήσεως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 28 Ιουνίου 2018 ( 16 ). |
|
35. |
Στις 10 Ιουλίου 2018, το αιτούν δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, διεξήγαγε επ’ ακροατηρίου συζήτηση με διαφορετική σύνθεση και παρέσχε στους διαδίκους τη δυνατότητα να τοποθετηθούν επί των συνεπειών της ανακλήσεως της εν λόγω δηλώσεως. Με απόφαση της ίδιας ημέρας, το εν λόγω δικαστήριο αποφάσισε να διατηρήσει τα δύο προδικαστικά του ερωτήματα. |
|
36. |
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατόπιν της ανακλήσεως της δηλώσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, το καθεστώς της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 έχει εφαρμογή στην επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS εξακολουθεί να προβλέπει ότι ο νόμος αυτός, ο οποίος αποσκοπεί στην εφαρμογή της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, δεν εφαρμόζεται στις αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, πράγμα που συμβαίνει με την απόφαση που εκδόθηκε κατά του D. Α. Popławski. |
|
37. |
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν είναι βέβαιο αν μπορεί να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, οπότε γι’ αυτόν τον λόγο το πρώτο ερώτημα παραμένει, κατά την άποψή του, λυσιτελές. |
|
38. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το δεύτερο ερώτημα παραμένει, και αυτό, λυσιτελές. Συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο σημειώνει ότι επίσης το κράτος μέλος εκδόσεως, ήτοι η Δημοκρατία της Πολωνίας, προέβη σε δήλωση κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. Παραπέμπει, συναφώς, στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski ( 17 ), όπου ο τελευταίος τόνισε τον εκπρόθεσμο χαρακτήρα της δηλώσεως στην οποία προέβη η Δημοκρατία της Πολωνίας ( 18 ). |
|
39. |
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα παραμένει λυσιτελές και αντιστρόφως. Συναφώς, το δικαστήριο αυτό συμπληρώνει την απόφασή του περί παραπομπής με τα ακόλουθα στοιχεία. |
|
40. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, σε περίπτωση που η δήλωση στην οποία προέβη η Δημοκρατία της Πολωνίας είναι ανίσχυρη, τα δύο κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν το καθεστώς της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. Επομένως, όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει, κατ’ αρχάς, αν μπορεί να ερμηνεύσει το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS κατά τρόπο σύμφωνο με την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. Αν η διάταξη αυτή δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, ο WETS δεν θα εφαρμοστεί και δεν θα διασφαλίζεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα εκτελέσει πραγματικά την ποινή. Στην περίπτωση αυτή, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα παραμένει κρίσιμη. Αν, αντιθέτως, το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι θα πρέπει να εξετάσει αν, κατ’ εφαρμογήν του WETS, η εκτέλεση της ποινής διασφαλίζεται πραγματικά. |
III. Εκτίμηση
|
41. |
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν εθνικό δικαστήριο το οποίο δεν δύναται να ερμηνεύσει εθνικές διατάξεις, που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση αποφάσεως‑πλαισίου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καταλήξει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο οφείλει, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις αυτές που αντιβαίνουν στην εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. |
|
42. |
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν η δήλωση κράτους μέλους η οποία προβλέπεται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα στην περίπτωση που δεν διατυπώθηκε κατά την έκδοση αυτής της αποφάσεως‑πλαισίου, αλλά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. |
|
43. |
Θα αρχίσω την ανάλυσή μου με την εξέταση του δεύτερου αυτού ερωτήματος, στο μέτρο που μπορεί να καθορίσει το νομικό πλαίσιο που διέπει την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στην Πολωνία κατά του D. Α. Popławski. |
Α. Επί του δευτέρου ερωτήματος
1. Ανάλυση σε γενικό επίπεδο
|
44. |
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 ορίζει ότι αιτήσεις αναγνωρίσεως και εκτελέσεως καταδικαστικών αποφάσεων οι οποίες παραλαμβάνονται μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011 διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, εντούτοις το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβούν σε δήλωση που συνεπάγεται καθυστέρηση της εφαρμογής της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου. |
|
45. |
Η δυσκολία ανακύπτει εξαιτίας του ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η δήλωση πρέπει να γίνει «κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της […] απόφασης‑πλαίσιο». |
|
46. |
Φρονώ, όπως ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot ( 19 ), ότι η δήλωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 πρέπει να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη στιγμή εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και από αυτήν πρέπει να προκύπτει σαφώς η επιλογή του οικείου κράτους μέλους ως προς την ημερομηνία εκδόσεως των αμετάκλητων αποφάσεων πριν από την οποία η απόφαση‑πλαίσιο δεν έχει εφαρμογή. Το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου αφήνει πράγματι στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως προς καθορισμό της ημερομηνίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι μεταγενέστερη της 5ης Δεκεμβρίου 2011. |
|
47. |
Επιπλέον, επισημαίνω ότι οι περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβούν σε δήλωση όχι μόνον κατά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, αλλά και σε μεταγενέστερη ημερομηνία, διατυπώνονται με σαφέστατο τρόπο σε αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο. Αναφέρομαι, ιδίως, στο άρθρο της 4, παράγραφος 7, και στο άρθρο της 7, παράγραφος 4. |
|
48. |
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι, όταν δήλωση κράτους μέλους σχετικά με το άρθρο 28 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, αντιθέτως προς όσα επιτάσσει το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, η δήλωση αυτή δεν δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. |
2. Εφαρμογή στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως
|
49. |
Στο μέτρο που, όπως το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε το Δικαστήριο, η δήλωση στην οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 έχει ανακληθεί με ισχύ από την 1η Ιουνίου 2018, το δεύτερο ερώτημα δεν αφορά πλέον τη δήλωση αυτή, αλλά, τώρα, εκείνη που πραγματοποιήθηκε από τη Δημοκρατία της Πολωνίας κατ’ εφαρμογήν της ίδιας διατάξεως. |
|
50. |
Πάντως, η δήλωση της Δημοκρατίας της Πολωνίας παρελήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 23 Φεβρουαρίου 2011, πριν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα την 1η Ιουνίου 2011 ( 20 ). |
|
51. |
Κατά συνέπεια, ελλείψει οποιασδήποτε επίσημης διατυπώσεως της ακριβούς δηλώσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας προγενέστερης του εγγράφου που παρελήφθη από το Συμβούλιο στις 23 Φεβρουαρίου 2011, φρονώ ότι η δήλωση της Δημοκρατίας της Πολωνίας δεν δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, επειδή διατυπώθηκε εκπροθέσμως ( 21 ). |
|
52. |
Ελλείψει δηλώσεως που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου είναι εκείνο που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής ratione temporis των κανόνων που περιέχονται στην εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο, ήτοι καταλαμβάνει τις αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011. |
|
53. |
Επομένως, σε περίπτωση αιτήσεως που αποσκοπεί στην εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στον D. Α. Popławski, η αίτηση αυτή θα διέπεται από τους κανόνες που θεσπίστηκαν από το εν λόγω κράτος μέλος καθώς και από τη Δημοκρατία της Πολωνίας σε εκτέλεση της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. |
|
54. |
Ως εκ τούτου, το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της εκτελέσεως στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στην Πολωνία κατά του D. Α. Popławski και διέπεται από το καθεστώς που θεσπίστηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909. |
Β. Επί του πρώτου ερωτήματος
|
55. |
Όπως επισήμανα προηγουμένως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν εθνικό δικαστήριο το οποίο δεν δύναται να ερμηνεύσει εθνικές διατάξεις, που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση αποφάσεως‑πλαισίου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καταλήξει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο οφείλει, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις αυτές που αντιβαίνουν στην εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. |
|
56. |
Το ερώτημα αυτό αφορά δύο κατηγορίες διατάξεων του ολλανδικού δικαίου οι οποίες, λόγω της ασυμβατότητάς τους, κατά περίπτωση, με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 ή την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, θα πρέπει, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο εν λόγω ερώτημα, να μην εφαρμοστούν από το αιτούν δικαστήριο. |
|
57. |
Πρόκειται, αφενός, για το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, το οποίο αποσκοπεί στην εφαρμογή του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
58. |
Αφετέρου, πρόκειται για το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, από το οποίο προκύπτει ότι οι κανόνες που θέσπισε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σε εκτέλεση της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 δεν έχουν εφαρμογή στις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Η διάταξη αυτή αντικατοπτρίζει στο εσωτερικό δίκαιο τη δήλωση στην οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, η οποία ανακλήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος με ισχύ από την 1η Ιουνίου 2018. |
|
59. |
Πριν λάβω θέση επί του ζητήματος αρχής σχετικά με τις συνέπειες επί των εθνικών δικαίων που μπορεί να έχει μια απόφαση‑πλαίσιο, πρέπει να διευκρινιστεί το πλαίσιο εντός του οποίου τέθηκε το ερώτημα αυτό. Επομένως, θα αρχίσω υπενθυμίζοντας τα δύο σημεία στα οποία το Δικαστήριο εντόπισε, στην απόφαση Popławski, ασυμβατότητα μεταξύ της ολλανδικής νομοθεσίας και του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
1. Η απόφαση Popławski
|
60. |
Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προβλέπει ένα λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως του ΕΕΣ, βάσει του οποίου η δικαστική αρχή εκτελέσεως «μπορεί» να αρνηθεί να εκτελέσει ΕΕΣ που εκδόθηκε προς τον σκοπό εκτελέσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής, όταν, μεταξύ άλλων, ο εκζητούμενος είναι κάτοικος του κράτους μέλους εκτελέσεως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κύριας δίκης, και το κράτος αυτό «δεσμεύεται» να εκτελέσει την εν λόγω ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο ( 22 ). Κατά το Δικαστήριο, «[κ]ατά συνέπεια, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προκύπτει […] ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, η δικαστική αρχή εκτελέσεως πρέπει τουλάχιστον να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το κατά πόσον πρέπει να αρνηθεί να εκτελέσει το ΕΕΣ ή όχι. Συναφώς, η εν λόγω αρχή πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη τον σκοπό που επιδιώκεται με τον λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή, ο οποίος, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συνίσταται στην παροχή στη δικαστική αρχή εκτελέσεως της δυνατότητας να μεριμνήσει ιδιαίτερα ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες κοινωνικής επανεντάξεως του καταζητουμένου μετά την έκτιση της ποινής στην οποία αυτός έχει καταδικασθεί» ( 23 ). |
|
61. |
Κατά τούτο, το Δικαστήριο επισήμανε έναν πρώτο λόγο ασυμβατότητας του ολλανδικού δικαίου με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, στο μέτρο που, δυνάμει του δικαίου αυτού, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση ΕΕΣ αν ο εκζητούμενος είναι κάτοικος του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η εν λόγω αρχή, η οποία επομένως στερείται κάθε περιθωρίου εκτιμήσεως όσον αφορά τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο ΕΕΣ ( 24 ). |
|
62. |
Δεύτερον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[α]πό το γράμμα του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προκύπτει επίσης […] ότι κάθε άρνηση εκτελέσεως του ΕΕΣ προϋποθέτει πραγματική δέσμευση του κράτους μέλους εκτελέσεως να εκτελέσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που έχει επιβληθεί στον καταζητούμενο, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός και μόνον ότι το κράτος αυτό δηλώνει ότι είναι “διατεθειμένο” να προβεί σε εκτέλεση της ποινής να μην μπορεί να θεωρηθεί ικανό να δικαιολογήσει μια τέτοια άρνηση. Ως εκ τούτου, πριν από κάθε άρνηση εκτελέσεως ΕΕΣ, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να εξακριβώνει τη δυνατότητα πραγματικής εκτελέσεως της ποινής σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος εκτελέσεως αδυνατεί να δεσμευθεί ότι θα προβεί σε πραγματική εκτέλεση της ποινής, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να εκτελέσει το ΕΕΣ και, συνεπώς, να παραδώσει τον καταζητούμενο στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος» ( 25 ). |
|
63. |
Κατά τούτο, το Δικαστήριο επισήμανε έναν δεύτερο λόγο ασυμβατότητας του ολλανδικού δικαίου με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, καθόσον, δυνάμει του δικαίου αυτού, η άρνηση εκτελέσεως ΕΕΣ δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση το κράτος μέλος εκτελέσεως «να δεσμεύεται να προβεί σε πραγματική εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής που έχει επιβληθεί στον καταζητούμενο […], δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό κίνδυνο ατιμωρησίας του εν λόγω καταζητούμενου» ( 26 ). Επομένως, υπό το πρίσμα αυτό, η ολλανδική νομοθεσία αντιβαίνει στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, στο μέτρο που «περιορίζεται στην πρόβλεψη της υποχρεώσεως των δικαστικών αρχών [του κράτους μέλους εκτελέσεως] να γνωστοποιήσουν στις δικαστικές αρχές [του κράτους μέλους εκδόσεως] ότι είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την εκτέλεση [δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή], χωρίς, κατά τον χρόνο της αρνήσεως της παραδόσεως, να διασφαλίζεται η πραγματική ανάληψη της εκτελέσεως και χωρίς, επιπλέον, να μπορεί, σε περίπτωση που η εν λόγω ανάληψη αποδειχθεί ακολούθως αδύνατη, να ανατραπεί η άρνηση αυτή» ( 27 ). |
|
64. |
Λαμβανομένης υπόψη αυτής της διαπιστώσεως όσον αφορά την ασυμβατότητα, το Δικαστήριο κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, ερμηνεία του ολλανδικού δικαίου σύμφωνη με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
2. Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας
|
65. |
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο δεσμευτικός χαρακτήρας αποφάσεως‑πλαισίου συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, έχουν υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, τα δικαστήρια αυτά οφείλουν, συνεπώς, όταν καλούνται να το ερμηνεύσουν, να το πράττουν κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της αποφάσεως‑πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν. Η εν λόγω υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι συμφυής προς το σύστημα της Συνθήκης ΛΕΕ, καθόσον, βάσει αυτής, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης οσάκις αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί» ( 28 ). |
|
66. |
Βεβαίως, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, «η αρχή της σύμφωνης με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου έχει ορισμένα όρια. Ειδικότερα, η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ανατρέχει στο περιεχόμενο μιας αποφάσεως‑πλαισίου όποτε ερμηνεύει και εφαρμόζει τους κρίσιμους κανόνες του εθνικού του δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου, ειδικότερα από εκείνες της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, μεταξύ άλλων, η εν λόγω υποχρέωση δεν μπορεί να οδηγεί, βάσει της αποφάσεως‑πλαισίου και ανεξάρτητα από νόμο που έχει ενδεχομένως εκδοθεί προς εφαρμογή της, στη θεμελίωση ή την επίταση της ποινικής ευθύνης των ενεργούντων κατά παράβαση των διατάξεών της» ( 29 ). |
|
67. |
Επιπλέον, η υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας «δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για να θεμελιώσει ερμηνεία contra legem του εθνικού δικαίου» ( 30 ). |
|
68. |
Εντούτοις, κατά το Δικαστήριο, «η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατόν εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας αποφάσεως‑πλαισίου και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει» ( 31 ). |
|
69. |
Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι «η υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να μεταβάλουν, εφόσον είναι αναγκαίο, μια πάγια νομολογία αν αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς αποφάσεως‑πλαισίου» ( 32 ). |
|
70. |
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, «σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο εκτιμήσει ότι βρίσκεται σε αδυναμία να ερμηνεύσει διάταξη του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο με απόφαση‑πλαίσιο, λόγω του ότι δεσμεύεται από την ερμηνεία της εθνικής αυτής διατάξεως στην οποία προέβη το εθνικό ανώτατο δικαστήριο με ερμηνευτική απόφαση, εναπόκειται στο δικαστήριο αυτό να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως‑πλαισίου, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως, εφόσον είναι αναγκαίο, να μην ακολουθήσει την εκ μέρους του εθνικού ανωτάτου δικαστηρίου ερμηνεία, εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης» ( 33 ). |
|
71. |
Λαμβανομένης υπόψη αυτής της υπομνήσεως του περιεχομένου και των ορίων της υποχρεώσεως σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, είναι σκόπιμο να κληθεί εκ νέου το αιτούν δικαστήριο να πράξει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να προσπαθήσει να επιτύχει, διά της ερμηνευτικής οδού, την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW κατά τρόπο σύμφωνο με τον σκοπό του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Η ίδια προσπάθεια πρέπει να καταβληθεί όσον αφορά το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, προκειμένου να επιτευχθεί ερμηνεία σύμφωνη με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909. Η υπεροχή των αποφάσεων‑πλαισίων έναντι των εθνικών δικαίων πρέπει, πράγματι, να συνεπάγεται προ πάντων και πρωτίστως την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο σε συμφωνία με τις εν λόγω αποφάσεις‑πλαίσια. |
|
72. |
Συναφώς, πριν παρασχεθούν κατευθύνσεις στο αιτούν δικαστήριο, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να συνδεθούν η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909. |
3. Η σχέση μεταξύ της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909
|
73. |
Η σχέση μεταξύ της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 διασαφηνίζεται στο άρθρο 25 της τελευταίας αυτής αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Εκτέλεση ποινών βάσει [ΕΕΣ]» και ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], οι διατάξεις της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης‑πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4, [σημείο] 6, [της απόφασης‑πλαίσιο 2002/584] ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του» ( 34 ). |
|
74. |
Το άρθρο αυτό πρέπει, αυτό καθ’ εαυτό, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 12 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, από την οποία προκύπτει ότι η mutatis mutandis εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου για την εκτέλεση των ποινών στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 «σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, με την επιφύλαξη της απόφασης‑πλαίσιο [2002/584], το κράτος εκτέλεσης μπορεί να ελέγχει την ύπαρξη λόγων μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο, μεταξύ των οποίων και το διττό αξιόποινο, στο μέτρο που το κράτος εκτέλεσης έχει κάνει τη δήλωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, της παρούσας απόφασης‑πλαίσιο, ως προϋπόθεση για να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση προκειμένου να εξετάσει εάν θα παραδώσει το πρόσωπο ή θα εκτελέσει την απόφαση σε υποθέσεις του άρθρου 4, [σημείο] 6, της […] απόφασης‑πλαίσιο [2002/584]». |
|
75. |
Από τις διατάξεις αυτές μπορεί να συναχθεί ότι, υπό την προϋπόθεση ότι το καθεστώς που θεσπίστηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 έχει εφαρμογή για την εκτέλεση ποινής, όταν το κράτος μέλος εκτελέσεως δεν προτίθεται να επικαλεστεί λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 9 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και όταν, επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτελέσεως εκτιμά ότι η εκτέλεση της ποινής σε αυτό το κράτος μέλος θα διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, τίποτα δεν εμποδίζει το εν λόγω κράτος να λάβει την οριστική και αμετάκλητη δέσμευση να εκτελέσει την ποινή αυτή. Επομένως, πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου η δικαστική αρχή εκτελέσεως να μπορέσει να αρνηθεί την παράδοση. Κατά συνέπεια, το συμφέρον για την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου συνάδει με το συμφέρον να αποφευχθεί να μείνει ανεκτέλεστη ποινή στερητική της ελευθερίας. Η ανάγκη συγκερασμού των δύο αυτών συμφερόντων καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την αναζήτηση από το αιτούν δικαστήριο ερμηνείας του εθνικού του δικαίου καθιστώσας δυνατή την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
4. Η σύμφωνη με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 ερμηνεία του εθνικού δικαίου
|
76. |
Όπως το Δικαστήριο υπενθύμισε με την απόφαση Popławski, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την εσωτερική νομοθεσία κράτους μέλους ( 35 ). Κατά συνέπεια, μόνον στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν το ολλανδικό δίκαιο μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και το άρθρο 28 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. |
|
77. |
Εντούτοις, το Δικαστήριο, «καλούμενο στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του έχουν υποβληθεί, τα στοιχεία που θα δώσουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει την απόφασή του» ( 36 ). |
|
78. |
Στην παρούσα υπόθεση, η εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, προϋποθέτει, προκειμένου να είναι σύμφωνη με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ότι η εν λόγω εθνική διάταξη δύναται να ερμηνευθεί ως ακολούθως. |
|
79. |
Πρώτον, θα πρέπει το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW να μπορέσει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εισάγει προαιρετικό λόγο αρνήσεως εκτελέσεως του ΕΕΣ έναντι εκζητουμένου προσώπου, έτσι ώστε η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να εκτελέσει ή να αρνηθεί να εκτελέσει αυτό το ΕΕΣ. |
|
80. |
Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να αμφιβάλλει ως προς το αν μια τέτοια ερμηνεία του εθνικού δικαίου είναι δυνατή, έστω και αν συγχρόνως προκύπτει από τις λοιπές σκέψεις που διατυπώνει ότι αυτό δεν είναι, κατά την άποψή του, το πιο σημαντικό εμπόδιο προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη με όσα προβλέπει το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
81. |
Δεύτερον, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προβληματισμοί που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο αφορούν κατ’ ουσίαν το σημείο αυτό, το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW θα πρέπει, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με όσα απαιτεί το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, να μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δυνατότητα της δικαστικής αρχής εκτελέσεως να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να ασκηθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζει την πραγματική εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στον D. Α. Popławski. |
|
82. |
Ως προς το σημείο αυτό, η συζήτηση ως προς το αν, όταν κράτος μέλος εξαρτά την ανάληψη της εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής από την ύπαρξη νομικής βάσεως σε διεθνή σύμβαση, το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 μπορεί να αποτελέσει την απαιτούμενη από το εσωτερικό δίκαιο βάση σε διεθνή σύμβαση είναι πλέον άνευ αντικειμένου. |
|
83. |
Συγκεκριμένα, όπως επισήμανα ανωτέρω, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποφάσισε να ανακαλέσει, με ισχύ από την 1η Ιουνίου 2018, τη δήλωση στην οποία είχε προβεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. Η ανάκληση της δηλώσεως αυτής συνεπάγεται ότι οι διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου θα πρέπει να έχουν εφαρμογή, ratione temporis, επί αιτήσεως εκτελέσεως ποινής σε περίπτωση που κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την εν λόγω ποινή σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
84. |
Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 τέθηκε σε εφαρμογή στο ολλανδικό δίκαιο με τον WETS. Από την έναρξη ισχύος της συγκεκριμένης νομοθετικής ρυθμίσεως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του OLW δεν αναφέρει πλέον την ανάγκη υπάρξεως συμβατικής βάσεως για την εκτέλεση ποινής σε περίπτωση αρνήσεως παραδόσεως. Η συντακτική αυτή τροποποίηση είναι λογική, στο μέτρο που, όπως αναφέρει το άρθρο 26, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο αντικαθιστά, από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, τις αντίστοιχες διατάξεις διαφόρων ευρωπαϊκών συμβάσεων που είχαν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών. |
|
85. |
Επομένως, το αιτούν δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι η εφαρμογή των εθνικών κανόνων που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 είναι ικανή να διασφαλίσει την πραγματική εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στον D. Α. Popławski. |
|
86. |
Τούτου λεχθέντος, η εφαρμογή τέτοιων εθνικών κανόνων στην παρούσα υπόθεση προσκρούει στο εμπόδιο που εκτίθεται στο άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, στο μέτρο που η διάταξη αυτή, υπενθυμίζω, προβλέπει ότι οι εν λόγω κανόνες δεν έχουν εφαρμογή στις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. |
|
87. |
Ελλείψει δηλώσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ασύμβατη με το άρθρο 28, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου το οποίο, υπενθυμίζω επίσης, προβλέπει ότι οι αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011 διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, χωρίς η ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η σχετική απόφαση να έχει οποιαδήποτε σημασία επ’ αυτού του ζητήματος. |
|
88. |
Το αιτούν δικαστήριο, κινητοποιώντας το σύνολο του εθνικού του δικαίου και των ερμηνευτικών μεθόδων που διαθέτει, θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρήσει ότι, εφόσον το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επέλεξε να ανακαλέσει τη δήλωση στην οποία είχε προβεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, έπεται ότι η εθνική διάταξη που σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή τη δήλωση αυτή στο εσωτερικό δίκαιο στερείται νομικής βάσεως. Δεδομένου ότι η βούληση που εξέφρασε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι σαφής, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5:2, παράγραφος 3, του WETS θα πρέπει να μπορεί εύκολα να περιορισθεί δυνάμει μόνον του εσωτερικού δικαίου και χωρίς το αιτούν δικαστήριο να βρεθεί αντιμέτωπο με το εμπόδιο της contra legem ερμηνείας. |
|
89. |
Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ερμηνεία του εθνικού του δικαίου σύμφωνη με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, πρέπει να αναφερθεί συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο οι εθνικοί κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή τις δύο αυτές αποφάσεις‑πλαίσια μπορούν να διαρθρωθούν σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη. |
|
90. |
Συναφώς, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία η διαπίστωση ότι, στο μέτρο που το σύστημα που θεσπίστηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 έχει εφαρμογή σε αίτηση εκτελέσεως στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στον D. Α. Popławski στην Πολωνία και καθόσον μπορεί να παρακαμφθεί η αβεβαιότητα που προηγουμένως μπορούσε να ανακύψει από την εφαρμογή του καθεστώτος που είχε θεσπιστεί από τις ευρωπαϊκές συμβάσεις στον τομέα αυτόν, το κράτος μέλος εκτελέσεως είναι σε θέση να δεσμευτεί οριστικά και αμετάκλητα για την εκτέλεση αυτής της ποινής, όπως απαιτεί το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
91. |
Φρονώ επίσης ότι, άπαξ πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εκτέλεση της ποινής στο κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να εμποδιστεί από την άρνηση του κράτους μέλους εκδόσεως του ΕΕΣ να διαβιβάσει την απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό του παραρτήματος 1 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. |
|
92. |
Δεν συμμερίζομαι, συναφώς, την άποψη της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι, ελλείψει αιτήσεως ή συμφωνίας εκ μέρους της για την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της ποινής που επιβλήθηκε στον D. Α. Popławski, αυτή η εκτέλεση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Συγκεκριμένα, μια τέτοια θέση θα στερούσε αποτελεσματικότητας τον λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως κατά το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, τον οποίο το κράτος μέλος εκτελέσεως έχει επιλέξει να εφαρμόσει στο εθνικό του δίκαιο. Η θέση αυτή της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η οποία καταλήγει να εμποδίσει την οριστική και αμετάκλητη δέσμευση του κράτους μέλους εκτελέσεως να εκτελέσει την ποινή, αντιβαίνει επίσης στον σκοπό ενισχύσεως των πιθανοτήτων κοινωνικής επανεντάξεως του καταδίκου, σκοπό τον οποίο επιδιώκει τόσο η τελευταία αυτή διάταξη ( 37 ) όσο και η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, όπως ρητώς αναφέρει το άρθρο της 3, παράγραφος 1. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι «η κοινωνική επανένταξη του πολίτη της Ένωσης στο κράτος στο οποίο είναι ουσιαστικά ενταγμένος είναι προς το συμφέρον όχι μόνο του πολίτη αυτού, αλλά και της […] Ένωσης γενικότερα» ( 38 ). |
|
93. |
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, το κράτος μέλος εκδόσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 4, παράγραφος 5, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 για να αντιταχθεί στη διαβίβαση της αποφάσεως μαζί με το πιστοποιητικό του παραρτήματος 1 της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. |
|
94. |
Βεβαίως, από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι «[τ]ο κράτος εκτέλεσης δύναται, με δική του πρωτοβουλία, να ζητήσει από το κράτος έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό» και ότι «[ο]ι αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν γεννούν υποχρέωση του κράτους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό». |
|
95. |
Πάντως, όπως προανέφερα, το άρθρο 25 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 διέπει την εκτέλεση ποινών κατόπιν ενός ΕΕΣ, όπως άλλωστε προκύπτει ρητώς από τον τίτλο του. Επομένως, η διάταξη αυτή αποτελεί lex specialis σε σχέση με το γενικό καθεστώς εκτελέσεως των ποινών εντός της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. |
|
96. |
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά τη διάταξη αυτή, «[μ]ε την επιφύλαξη» της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 οι διατάξεις της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 εφαρμόζονται για την εκτέλεση των ποινών στο πλαίσιο του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και μόνο «στο μέτρο που συνάδουν» με τις διατάξεις της τελευταίας αυτής αποφάσεως‑πλαισίου. Εν ολίγοις, αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 δεν μπορεί να θίξει τον λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, όταν, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, το κράτος μέλος εκτελέσεως αναλαμβάνει να εκτελέσει την εν λόγω ποινή. Εξάλλου, θα ήταν παράδοξο και, στην πραγματικότητα, ανακόλουθο να θεωρηθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε τη βούληση να παράσχει στο κράτος μέλος εκδόσεως τη δυνατότητα να επικαλείται τους κανόνες που περιέχονται στην απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, σκοπός της οποίας, υπενθυμίζω, είναι η διευκόλυνση της κοινωνικής επανεντάξεως του καταδίκου, προκειμένου να εμποδίσει την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίστηκαν από το κράτος μέλος εκτελέσεως για να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, το οποίο επιδιώκει ακριβώς τον ίδιο σκοπό ( 39 ). |
|
97. |
Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις αυτές συνάγω ότι, όταν το κράτος μέλος εκτελέσεως δεσμεύεται να εκτελέσει ποινή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, το κράτος μέλος εκδόσεως υποχρεούται να ανταποκριθεί θετικά στο αίτημα του πρώτου κράτους να του διαβιβαστεί η δικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό του παραρτήματος 1 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909. |
|
98. |
Μια τέτοια ερμηνεία της οικονομίας της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 και της σχέσεώς της με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 στοιχεί πλήρως με τον σκοπό διευκολύνσεως της κοινωνικής επανεντάξεως του καταδίκου και, συγχρόνως, εγγυάται την πραγματική εκτέλεση της ποινής. |
|
99. |
Πρέπει επίσης να υπομνησθεί, προς στήριξη της προσεγγίσεως που προτείνω, ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 26 αυτής, η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 αντικαθιστά, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, διάφορες πράξεις του διεθνούς δικαίου προκειμένου να ενισχύσει, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική της σκέψη 5, τη συνεργασία στον τομέα της εκτελέσεως των ποινικών αποφάσεων» ( 40 ). |
|
100. |
Αντιθέτως προς τις πράξεις του διεθνούς δικαίου, η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909 στηρίζεται, προ πάντων, στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία συνιστά, κατά την αιτιολογική της σκέψη 1, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 82, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας στις ποινικές υποθέσεις στο πλαίσιο της Ένωσης, η οποία, κατά την αιτιολογική σκέψη 5 αυτής της αποφάσεως‑πλαισίου, στηρίζεται στην ιδιαίτερη αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών προς τα νομικά συστήματα των λοιπών κρατών μελών ( 41 ). Η συνεργασία του κράτους μέλους εκδόσεως προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτέλεση ποινής στο κράτος μέλος εκτελέσεως στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 συνιστά συγκεκριμένη έκφραση της αμοιβαίας αυτής εμπιστοσύνης. |
|
101. |
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η κατά τη διαδικασία που μόλις περιέγραψα διεκπεραίωση του ΕΕΣ που εκδόθηκε κατά του D. Α. Popławski προϋποθέτει ότι το αιτούν δικαστήριο είναι σε θέση να ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο σε συμφωνία με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909. |
|
102. |
Συγκεκριμένα, εφόσον οι αποφάσεις‑πλαίσια στερούνται άμεσου αποτελέσματος, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των τελευταίων δίχως τη μεσολάβηση του εθνικού δικαίου. |
|
103. |
Πάντως, πρέπει να εξετάσω την περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο σε συμφωνία με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, ακόμη και αν, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέθεσα προηγουμένως, μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να πραγματοποιηθεί από το δικαστήριο αυτό. Επισημαίνω περαιτέρω ότι οι σκέψεις που εκτίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως καθώς και στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2018 μαρτυρούν τη βούληση του τελευταίου να αναζητήσει, στο μέτρο του δυνατού, ερμηνεία του εθνικού του δικαίου σύμφωνη με αυτές τις αποφάσεις‑πλαίσια, έτσι ώστε να συμβιβάσει τον σκοπό αποφυγής της ατιμωρησίας με τον σκοπό διευκολύνσεως της κοινωνικής επανεντάξεως του καταδίκου μετά την έκτιση της ποινής. |
5. Ο αποκλεισμός του αντίθετου εθνικού δικαίου ως συνέπεια της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης
|
104. |
Θεωρώ, σε γενικό επίπεδο, ότι, μολονότι είναι αναμφισβήτητο ότι οι αποφάσεις‑πλαίσια στερούνται άμεσου αποτελέσματος, το αποτέλεσμά τους στις εθνικές νομοθεσίες δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου που βαρύνει τις εθνικές αρχές. |
|
105. |
Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, αν εθνική διάταξη που σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή απόφαση‑πλαίσιο δεν μπορεί, παρά τις προσπάθειες του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου, να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να την καθιστά σύμφωνη με την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο, αυτό σημαίνει ότι η ασυμβατότητα μεταξύ της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου και του εθνικού δικαίου εξακολουθεί να υφίσταται, και τούτο παρά τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων‑πλαισίων. Αυτό είναι θεμελιωδώς αντίθετο προς την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης. Από την άποψη αυτή, ο μόνος τρόπος να βρεθεί λύση σε αυτή την αντίφαση είναι να επιβληθεί στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει τον εθνικό κανόνα που αντιβαίνει στην απόφαση‑πλαίσιο. |
|
106. |
Συνεπώς, αν, τελικά, η ερμηνεία του ολλανδικού δικαίου σε συμφωνία με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584 και την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, στην οποία καλώ το αιτούν δικαστήριο να προβεί, αποδειχθεί αδύνατη, ιδίως επειδή μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν contra legem, η πλήρης αποτελεσματικότητα αυτών των αποφάσεων‑πλαισίων, την οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια ( 42 ), απαιτεί, κατά την άποψή μου, όπως το αιτούν δικαστήριο αφήσει ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν στις εν λόγω αποφάσεις‑πλαίσια. |
|
107. |
Στις προτάσεις του στην υπόθεση Popławski ( 43 ) καθώς και στην υπόθεση Lada ( 44 ), ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους πρέπει, κατά την άποψή του, να γίνει δεκτό ότι μπορεί να γίνει επίκληση των αποφάσεων‑πλαισίων ακόμη και αν στερούνται άμεσου αποτελέσματος, προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή αντίθετων εθνικών διατάξεων. Συμφωνώ με την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στις προτάσεις αυτές, στις οποίες παραπέμπω ( 45 ). |
|
108. |
Προσθέτω ότι θεωρώ ότι το ίδιο το Δικαστήριο, στην απόφαση Popławski, δεν απέκλεισε ότι απόφαση‑πλαίσιο μπορεί να συνεπάγεται υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να μην εφαρμόσουν εθνικές διατάξεις αντίθετες προς την εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. |
|
109. |
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθύμισε με την απόφαση αυτή ότι, «κατά πάγια νομολογία [του], τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από απόφαση‑πλαίσιο» ( 46 ). |
|
110. |
Το Δικαστήριο επισήμανε στη συνέχεια ότι «[ε]ιδικότερα, κατά πάγια νομολογία [του], ο δεσμευτικός χαρακτήρας αποφάσεως‑πλαισίου συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, υπέχουν υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου» ( 47 ). |
|
111. |
Επομένως, μολονότι το Δικαστήριο επισήμανε την υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου η οποία βαρύνει τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με την προτεραιότητα που θέτει, ορθώς κατά την άποψή μου, σε αυτό το είδος δυνατότητας επικλήσεως του δικαίου της Ένωσης, η υπενθύμιση του δεσμευτικού χαρακτήρα των αποφάσεων‑πλαισίων, καθώς και η μνεία ότι το δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων‑πλαισίων συνεπάγεται «ειδικότερα» την υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια μου φαίνεται ότι αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που τα δικαστήρια αυτά δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσουν το εθνικό τους δίκαιο σύμφωνα με απόφαση‑πλαίσιο, να οφείλουν να μην εφαρμόσουν το τελευταίο. |
|
112. |
Φρονώ επίσης ότι το να γίνει δεκτό ότι διάταξη αποφάσεως‑πλαισίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή του αντίθετου προς αυτήν εθνικού δικαίου δεν προϋποθέτει ότι μια τέτοια διάταξη πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να μπορέσει να παραγάγει άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή να είναι αρκούντως σαφής, ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων. |
|
113. |
Άλλωστε, η παρούσα υπόθεση αναδεικνύει το γεγονός ότι μια τέτοια επιταγή θα έθιγε τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων‑πλαισίων, καθώς και το γεγονός ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ του άμεσου αποτελέσματος και της δυνατότητας να γίνει επίκληση μιας αποφάσεως‑πλαισίου προκειμένου να μην εφαρμοστεί εθνική διάταξη που αντιβαίνει σε αυτήν. |
|
114. |
Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 δεν πληροί, κατά την άποψή μου, τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την παραγωγή άμεσου αποτελέσματος. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι η διάταξη αυτή προβλέπει έναν λόγο προαιρετικής μη εκτελέσεως του ΕΕΣ, πράγμα που συνεπάγεται, αφενός, ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη έχουν την επιλογή να μεταφέρουν ή να μη μεταφέρουν τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό τους δίκαιο ( 48 ) και, αφετέρου, ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως πρέπει να διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να αρνηθεί να εκτελέσει το ΕΕΣ ( 49 ). |
|
115. |
Επομένως, μολονότι οι αποφάσεις‑πλαίσια είναι ικανές να παραγάγουν άμεσο αποτέλεσμα, το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ούτως ή άλλως, στερείται άμεσου αποτελέσματος. Με άλλα λόγια, η διάταξη αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί απευθείας από εθνικό δικαστήριο ανεξαρτήτως ή αντί του εθνικού κανόνα που τη θέτει σε εφαρμογή. Αυτό σημαίνει ότι, αν εθνικός κανόνας δεν θέτει κατά ορθό τρόπο σε εφαρμογή το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και αν η ερμηνεία του εν λόγω εθνικού κανόνα κατά τρόπο σύμφωνο με τη διάταξη αυτή αποδεικνύεται ότι δεν είναι δυνατή, η εφαρμογή του εν λόγω εθνικού κανόνα θα πρέπει –μόνο– να αποκλειστεί, πράγμα που δεν θα έχει σε καμία περίπτωση ως συνέπεια την υποκατάστασή του με την εφαρμογή του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
116. |
Υπό αυτές τις συνθήκες και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ουδόλως αμφισβητείται εν προκειμένω η απαγόρευση του άμεσου αποτελέσματος των αποφάσεων‑πλαισίων από τους συντάκτες των Συνθηκών, φρονώ ότι η άρνηση του ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 μπορεί να επιφέρει τον αποκλεισμό του αντίθετου εθνικού δικαίου θα κατέληγε απλώς και μόνο στο να επιτραπεί η εσφαλμένη εφαρμογή από τα κράτη μέλη ενός λόγου μη εκτελέσεως του ΕΕΣ και στο να θιγούν η απαίτηση ομοιόμορφης εφαρμογής των αποφάσεων‑πλαισίων εντός της Ένωσης καθώς και οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνωρίσεως ( 50 ). Κατά την άποψή μου, η οικοδόμηση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς οι εσφαλμένες εφαρμογές του δικαίου της Ένωσης να μπορούν να εξουδετερωθούν αποτελεσματικά από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει εδώ να υπενθυμιστεί ότι διαδραματίζουν μείζονα ρόλο συναφώς. |
|
117. |
Άλλωστε, επισημαίνω ότι η πλέον πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις συνέπειες που οι οδηγίες έχουν όσον αφορά τα εθνικά δίκαια ενισχύει την άποψη ότι το άμεσο αποτέλεσμα πρέπει να διακρίνεται από το αποτέλεσμα αποκλεισμού που έχουν οι οδηγίες, το οποίο αποτελεί απόρροια της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, στην απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Link Logistik N&N ( 51 ), το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι διάταξη οδηγίας δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να έχει άμεσο αποτέλεσμα ( 52 ), πράγμα που δεν το εμπόδισε, στη συνέχεια, να κρίνει, όσον αφορά την ίδια διάταξη, ότι, «αν μια […] σύμφωνη ερμηνεία δεν είναι δυνατή, το εθνικό δικαστήριο έχει υποχρέωση να εφαρμόσει πλήρως το δίκαιο της Ένωσης και να προστατεύσει τα δικαιώματα τα οποία το δίκαιο αυτό απονέμει στους ιδιώτες, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη στο μέτρο που η εφαρμογή της, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης» ( 53 ). |
|
118. |
Επισημαίνω τώρα ποιες θα ήταν οι συνέπειες της μη εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, καθόσον είναι αντίθετο προς το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. |
|
119. |
Αν το αιτούν δικαστήριο αφήσει ανεφάρμοστο το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW, τούτο θα συνεπάγεται ότι, ελλείψει λόγου προαιρετικής μη εκτελέσεως του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 στο εθνικό δίκαιο, το ΕΕΣ που εκδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2013 κατά του D. Α. Popławski από το Sąd Rejonowy w Poznaniu (περιφερειακό πρωτοδικείο του Poznań) για την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε από το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να εκτελεστεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων από την εισαγγελική αρχή, ότι στην ολλανδική νομοθεσία υπάρχει νομική βάση για την πραγματοποίηση της παραδόσεως. |
|
120. |
Συναφώς, επισημαίνω ότι, στην απόφαση Popławski, το Δικαστήριο επισήμανε με μεγάλη σαφήνεια ότι, «όταν δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 προϋποθέσεις, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως» ( 54 ). Η κρίση αυτή θα στερούνταν αποτελεσματικότητας αν εθνική ρύθμιση που μεταφέρει εσφαλμένως το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584 και δεν μπορεί να ερμηνευθεί σε συμφωνία με τη διάταξη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο για την εκτέλεση ενός ΕΕΣ. Με άλλα λόγια, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν βλέπω με ποια άλλα μέσα εκτός εκείνου που συνίσταται στην εξουσία της δικαστικής αρχής εκτελέσεως να μην εφαρμόσει μια τέτοια εθνική ρύθμιση θα μπορούσε να τηρηθεί ο κανόνας ότι το ΕΕΣ πρέπει, κατ’ αρχήν, να εκτελεστεί. |
|
121. |
Επ’ αυτού, επισημαίνω ότι, όπως υπενθύμισε προσφάτως το Δικαστήριο, «[η] αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης εκδηλώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης‑πλαισίου [2002/584], το οποίο θεσπίζει τον κανόνα ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε [ΕΕΣ] βάσει της αρχής αυτής και σύμφωνα με τις διατάξεις [αυτής] της απόφασης‑πλαισίου. Επομένως, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν καταρχήν να αρνούνται την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος μόνο για τους εξαντλητικώς προβλεπόμενους από την [εν λόγω] απόφαση‑πλαίσιο λόγους μη εκτέλεσης, η δε εκτέλεση του [ΕΕΣ] μπορεί να εξαρτάται μόνον από τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στην απόφαση‑πλαίσιο. Συνεπώς, ενώ η εκτέλεση του [ΕΕΣ] συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά» ( 55 ). |
|
122. |
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η λύση που προτείνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών η οποία συνίσταται στην αναμονή της τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας. Επιπλέον, δεν διακρίνω κανένα λόγο ασφάλειας δικαίου που θα μπορούσε να εμποδίσει το αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584. Προσθέτω ότι το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η μη εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 5, του OLW δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο μέτρο που θα ήταν εις βάρος του ενδιαφερόμενου προσώπου, κατά την άποψή μου είναι αλυσιτελές. Συγκεκριμένα, υπό το πρίσμα της νομολογίας που μόλις υπενθύμισα, μια τέτοια εκτίμηση δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την εκτέλεση του ΕΕΣ, όταν λόγος προαιρετικής μη εκτελέσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή σύμφωνα με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584. |
|
123. |
Άλλωστε, επισημαίνω ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Popławski, «η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα [αυτής της αποφάσεως‑πλαισίου] […] ουδόλως επηρεάζει τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του D. Α. Popławski που απορρέει από την απόφαση που εξέδωσε σε βάρος του, στις 5 Φεβρουαρίου 2007, το Sąd Rejonowy w Poznaniu (περιφερειακό πρωτοδικείο του Poznań) και, κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτείνει την ευθύνη αυτή» ( 56 ). |
|
124. |
Όσο για τη μη εφαρμογή του άρθρου 5:2, παράγραφος 3, του WETS σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή ερμηνεία του ολλανδικού δικαίου σύμφωνη με την απόφαση‑πλαίσιο 2008/909, η ως άνω μη εφαρμογή θα έχει ως αποτέλεσμα μόνο την άρση ενός ορίου σχετικά με την εφαρμογή ratione temporis των εθνικών κανόνων που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου. Επισημαίνω, συναφώς, ότι η λύση που θα συνίστατο στην άρνηση αποδοχής του γεγονότος ότι το αιτούν δικαστήριο έχει την εξουσία να άρει ένα τέτοιο χρονικό όριο θα οδηγούσε σε παράταση των αποτελεσμάτων της δηλώσεως στην οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909, μολονότι αυτή ανακλήθηκε και, ούτως ή άλλως, πιθανότατα στερούνταν εννόμων αποτελεσμάτων ( 57 ). |
|
125. |
Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο δεν δύναται να ερμηνεύσει εθνικές διατάξεις, που θεσπίστηκαν σε εκτέλεση αποφάσεως‑πλαισίου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καταλήξει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με αυτήν την απόφαση‑πλαίσιο οφείλει, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις αυτές που αντιβαίνουν στην εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο. |
IV. Πρόταση
|
126. |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) C‑579/15, EU:C:2017:503, στο εξής: απόφαση Popławski.
( 3 ) ΕΕ 2002, L 190, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ 2008, L 327, σ. 27.
( 5 ) Stb. 2004, αριθ. 195, στο εξής: OLW.
( 6 ) Stb. 2012, αριθ. 333, στο εξής: WETS.
( 7 ) Stb. 1986, αριθ. 593.
( 8 ) Δεν αμφισβητείται ότι ο D. Α. Popławski απέδειξε ότι διέμενε νομίμως στις Κάτω Χώρες για συνεχή περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.
( 9 ) Σκέψη 24 της αποφάσεως αυτής.
( 10 ) Σκέψη 43 της εν λόγω αποφάσεως.
( 11 ) Σκέψη 43 της ίδιας αποφάσεως.
( 12 ) Βλ. σκέψη 42 της αποφάσεως αυτής.
( 13 ) C‑582/15, EU:C:2016:766.
( 14 ) Βλ. σημεία 21 έως 29 των προτάσεων εκείνων.
( 15 ) C‑582/15, EU:C:2017:37.
( 16 ) ΕΕ 2018, L 163, σ. 19.
( 17 ) C‑579/15, EU:C:2017:116.
( 18 ) Βλ. σημεία 54 και 55 των προτάσεων εκείνων.
( 19 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά το ζήτημα του κύρους της δηλώσεως στην οποία προέβη το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση van Vemde (C‑582/15, EU:C:2016:766, σημεία 21 έως 29).
( 20 ) ΕΕ 2011, L 146, σ. 21. Βλ., συναφώς, παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Popławski, (υποσημείωση 7, σ. 12).
( 21 ) Το ίδιο συμπέρασμα θα ήταν επιβεβλημένο όσον αφορά τη δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην περίπτωση που η δήλωση αυτή δεν είχε ανακληθεί.
( 22 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 20).
( 23 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 23).
( 25 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 22).
( 26 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 23).
( 27 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 24).
( 28 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 34 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Popławski (σκέψη 21).
( 38 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, B και Vomero (C‑316/16 και C‑424/16, EU:C:2018:256, σκέψη 75 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 39 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Sut (C‑514/17, EU:C:2018:672), κατά τον οποίο το άρθρο 25 της αποφάσεως‑πλαισίου 2008/909 καταδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης η τελευταία αυτή απόφαση‑πλαίσιο να μην έχει ως αποτέλεσμα «να αποδυναμωθούν το πνεύμα και η ισχύς του μηχανισμού του [ΕΕΣ] που θεσπίστηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2002/584» (σημείο 36, βλ., επίσης, σημείο 81).
( 40 ) Βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza (C‑289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 40). Η υπογράμμιση δική μου.
( 41 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza (C‑289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 42 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 37).
( 43 ) C‑579/15, EU:C:2017:116.
( 44 ) C‑390/16, EU:C:2018:65.
( 45 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:116, σημεία 76 έως 91), καθώς και στην υπόθεση Lada (C‑390/16, EU:C:2018:65, σημεία 106 έως 118).
( 46 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 47 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 35), και απόφαση Popławski (σκέψη 21).
( 49 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψεις 21 και 23).
( 50 ) Παρατηρώ, συναφώς, ότι το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107), έκρινε ότι «το να παρέχεται σε κράτος μέλος η δυνατότητα […] να εξαρτήσει την παράδοση προσώπου καταδικασθέντος ερήμην από [προϋπόθεση] μη προβλεπόμενη από την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299[/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για την τροποποίηση των αποφάσεων‑πλαισίων 2002/584/ΔΕΥ, 2005/214/ΔΕΥ, 2006/783/ΔΕΥ, 2008/909/ΔΕΥ και 2008/947/ΔΕΥ, και την κατοχύρωση, διά του τρόπου αυτού, των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην του ενδιαφερόμενου προσώπου στη δίκη (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24)], […] θα κατέληγε […] να θίξει τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως τις οποίες η εν λόγω απόφαση τείνει να ενισχύσει και, συνακόλουθα, να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της αποφάσεως‑πλαισίου» (σκέψη 63).
( 51 ) C‑384/17, EU:C:2018:810.
( 52 ) Βλ. σκέψη 56 της αποφάσεως αυτής.
( 53 ) Βλ. σκέψη 61 της εν λόγω αποφάσεως. Η διάκριση μεταξύ του άμεσου αποτελέσματος, αφενός, και της σύμφωνης ερμηνείας καθώς και του αποτελέσματος αποκλεισμού, αφετέρου, προκύπτει σαφέστατα από τη σκέψη 62 της ίδιας αποφάσεως.
( 54 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 29).
( 55 ) Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, R O (C‑327/18 PPU, EU:C:2018:733, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση Popławski (σκέψη 19).
( 56 ) Βλ. απόφαση Popławski (σκέψη 37).
( 57 ) Παραπέμπω, συναφώς, στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση van Vemde (C‑582/15, EU:C:2016:766, σημεία 21 έως 29).