ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 21ης Νοεμβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑558/17 P
OZ
κατά
Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Προσωπικό της ΕΤΕπ – Σεξουαλική παρενόχληση – Καταγγελία – Έρευνα διεξαχθείσα στο πλαίσιο του προγράμματος “Dignity at work” – Απόρριψη της καταγγελίας – Αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ περί απορρίψεως της καταγγελίας – Αίτημα για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της ΕΤΕπ»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να προστατεύουν το προσωπικό τους από κάθε μορφής εκφοβισμό και παρενόχληση στον χώρο εργασίας. Για τον σκοπό αυτόν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (στο εξής: ΕΤΕπ) θέσπισε εσωτερικό κανονισμό με την ονομασία «Πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας». |
|
2. |
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα υπέβαλε «καταγγελία» δυνάμει του κανονισμού αυτού ενώπιον της ΕΤΕπ, λόγω σεξουαλικής παρενοχλήσεως την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη εκ μέρους του ιεραρχικώς προϊσταμένου της από το έτος 2011 μέχρι την αλλαγή καθηκόντων της κατά τη διάρκεια του 2012. Κατά την αναιρεσείουσα, στην εσωτερική διαδικασία έρευνας που κινήθηκε κατόπιν της υποβολής της καταγγελίας της σημειώθηκαν πολλαπλά σφάλματα τα οποία εντέλει οδήγησαν στην απόρριψη της καταγγελίας της. |
|
3. |
Εκτός από την προσβολή των διαδικαστικών της δικαιωμάτων, η αναιρεσείουσα προβάλλει τον παράνομο χαρακτήρα της συνεκτιμήσεως στοιχείων που σχετίζονται με την ιδιωτική της ζωή με αποκλειστικό σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της. |
|
4. |
Η δυσκολία αποδείξεως παρενοχλήσεως είναι συνυφασμένη με τη φύση και τον τρόπο λειτουργίας της συμπεριφοράς αυτού του είδους. Συνεπώς, διοικητική απόφαση που αποσκοπεί στην εξακρίβωση της αλήθειας των ισχυρισμών περί παρενοχλήσεως, η οποία λαμβάνεται κατόπιν διαδικασίας έρευνας, βασίζεται πάντοτε, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, σε απόψεις ή εκτιμήσεις σχετικά με πτυχές της ιδιωτικής ζωής των εμπλεκόμενων προσώπων. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σεβασμός των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως έχει ιδιαίτερη σημασία. |
|
5. |
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξετάσει, για πρώτη φορά, το ζήτημα ποιες διαδικαστικές απαιτήσεις πρέπει να πληροί μια διοικητική διαδικασία έρευνας για παρενόχληση. Η παρούσα υπόθεση θέτει επομένως το ζήτημα της βασιμότητας της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία, στο πλαίσιο καταγγελίας περί παρενοχλήσεως, τα διαδικαστικά δικαιώματα που πρέπει να αναγνωρίζονται στον εγκαλούμενο για παρενόχληση διακρίνονται από εκείνα, πιο περιορισμένα, που διαθέτει ο καταγγέλλων ο οποίος θεωρεί ότι υπήρξε θύμα παρενοχλήσεως ( 2 ). |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. O Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
6. |
Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: KYK) ( 3 ), ορίζει τα εξής: «Η Ένωση παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο, ιδίως σε περίπτωση διώξεως των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων ή αποπειρών εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.» |
Β. Ο κανονισμός του προσωπικού της ΕΤΕπ
|
7. |
Ο κανονισμός του προσωπικού της ΕΤΕπ, ο οποίος εγκρίθηκε στις 20 Απριλίου 1960 από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΤΕπ, προβλέπει, στη μορφή του μετά την αναθεώρησή του με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΕπ της 4ης Ιουνίου 2013, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2013, στο άρθρο του 41, τα εξής: «Οι πάσης φύσεως ατομικές διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα μέλους του προσωπικού κατά βλαπτικής πράξεως της Τράπεζας πρέπει να ασκηθεί εντός τριών μηνών. Πλην του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Δικαστηρίου […] και πριν από την άσκησή του, οι διαφορές, εκτός αυτών που απορρέουν από την υλοποίηση των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 38, αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας φιλικού διακανονισμού ενώπιον της επιτροπής συμβιβασμών της Τράπεζας. Το αίτημα συμβιβασμού πρέπει να διατυπωθεί εντός τριμήνου [που υπολογίζεται] από την επέλευση των γεγονότων ή την κοινοποίηση των μέτρων που συνιστούν το αντικείμενο της διαφοράς. […]» |
Γ. Η πολιτική της ΕΤΕπ στο πεδίο του σεβασμού της αξιοπρέπειας του προσώπου στον χώρο εργασίας
|
8. |
Ο κανονισμός της ΕΤΕπ σχετικά με την πολιτική στο πεδίο του σεβασμού της αξιοπρέπειας του προσώπου στον χώρο εργασίας (στο εξής: πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας), ο οποίος εκδόθηκε από την ΕΤΕπ στις 18 Νοεμβρίου 2003 ( 4 ), προβλέπει τα εξής: «Διαδικασία έρευνας […] Η διαδικασία έρευνας συνεπάγεται τα ακόλουθα: […]
Καθήκοντα και σύνθεση της επιτροπής έρευνας Η αποστολή της επιτροπής είναι να αποτελέσει ένα όργανο που εγγυάται τη διεξαγωγή αντικειμενικής και ανεξάρτητης έρευνας αφορώσας ένα ή περισσότερα περιστατικά και καταλήγουσας σε σύσταση προς τον Πρόεδρο, ο οποίος αποφασίζει για τα μέτρα που θα ληφθούν. […] Η διαδικασία […]
Η ακρόαση Σκοπός της ακροάσεως είναι η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και η συλλογή των στοιχείων βάσει των οποίων θα καταστεί δυνατή η σύνταξη αιτιολογημένης συστάσεως. Τα μέρη δεν έχουν δικαίωμα κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεως, καθόσον η ακρόασή τους πραγματοποιείται χωριστά. Δεν έχουν υποχρέωση να επαναλάβουν δυσάρεστες ή ενοχλητικές λεπτομέρειες στο μέτρο που αυτό δεν είναι απολύτως αναγκαίο. Υπενθυμίζεται σε όλα τα μέρη που εμπλέκονται στην έρευνα και στις ακροάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τα επικουρούν και των μαρτύρων, ότι έχουν καθήκον εμπιστευτικότητας. […] Η επιτροπή έχει την ευχέρεια να ενεργήσει με τον τρόπο που κρίνει κατάλληλο. Κατά κανόνα, η διαδικασία ακροάσεως έχει τη μορφή σειράς χωριστών συναντήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται με την ακόλουθη σειρά:
Εφόσον απαιτείται, η επιτροπή δύναται επίσης να θέσει εκ νέου ερωτήσεις στα εμπλεκόμενα πρόσωπα και ενδεχομένως να καλέσει άλλα μέλη του προσωπικού ή να ζητήσει πληροφορίες ή αντίγραφα εγγράφων αν, ως σώμα, το κρίνει δικαιολογημένο και σκόπιμο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο Πρόεδρος αποφασίζει τελικά για τα θέματα που αφορούν την πρόσβαση σε φακέλους και σε δεδομένα ή τη χρήση άλλων μεθόδων έρευνας, μετά από διαβούλευση, εφόσον είναι αναγκαίο, με τον υπεύθυνο προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η επιτροπή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σε περίπτωση συμπληρωματικής έρευνας. Το πόρισμα της έρευνας Μετά την ακρόαση όλων των μερών και την ολοκλήρωση όλων των ενδεχόμενων άλλων κατάλληλων ερευνών, η επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συσκεφθεί και να διατυπώσει αιτιολογημένη σύσταση. Δεν έχει εξουσία λήψεως αποφάσεως. Η επιτροπή δύναται να συστήσει:
Η γραπτή σύσταση της επιτροπής πρέπει να συνταχθεί εντός πέντε ημερών από το πέρας της έρευνας και να αποσταλεί στον Πρόεδρο προκειμένου αυτός να αποφασίσει για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η απόφαση του Προέδρου […] Το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την αποστολή της συστάσεως της επιτροπής προς τον Πρόεδρο, αμφότερα τα μέρη λαμβάνουν γνώση γραπτώς της αιτιολογημένης αποφάσεως του Προέδρου, στην οποία επισυνάπτεται η σύσταση της επιτροπής.» |
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
|
9. |
Την 1η Δεκεμβρίου 2008 η αναιρεσείουσα, ΟΖ, προσελήφθη από την ΕΤΕπ, όπου εργάστηκε από τα τέλη του 2009 σε διεύθυνση στην οποία ο F. ασκούσε καθήκοντα συντονιστή του προσωπικού. Τον Σεπτέμβριο του 2012 η αναιρεσείουσα άλλαξε θέση. Τον Ιανουάριο του 2014 η αναιρεσείουσα ανέφερε στον προϊστάμενο του τμήματός της ότι αυτή η αλλαγή θέσεως συνδεόταν με σεξουαλική παρενόχληση την οποία θεωρούσε ότι υφίστατο από το 2011 εκ μέρους του F. |
|
10. |
Στις 20 Μαΐου 2015 η αναιρεσείουσα υπέβαλε καταγγελία ενώπιον του γενικού διευθυντή της διευθύνσεως προσωπικού της ΕΤΕπ στην οποία δήλωνε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενοχλήσεως εκ μέρους του F. |
|
11. |
Στις 18 Ιουνίου 2015 ο γενικός διευθυντής της διευθύνσεως προσωπικού ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι, κατόπιν της καταγγελίας της, κινήθηκε επίσημη διαδικασία έρευνας (στο εξής: διαδικασία έρευνας) δυνάμει του εσωτερικού κανονισμού για την πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας. |
|
12. |
Στις 26 Ιουνίου 2015 ορίστηκε επίσημα η επιτροπή έρευνας και η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε ότι οι ακροάσεις θα διεξάγονταν στις 20 του προσεχούς Ιουλίου. |
|
13. |
Στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 η επιτροπή έρευνας υπέβαλε την έκθεσή της στον Πρόεδρο της ΕΤΕπ (στο εξής: έκθεση της επιτροπής έρευνας). |
|
14. |
Στην έκθεσή της, η επιτροπή εξέθεσε το πόρισμα της έρευνάς της ως εξής: οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν μπόρεσαν να επιβεβαιωθούν ελλείψει μαρτύρων παρόντων κατά τις φερόμενες ως τελεσθείσες πράξεις. Αντιθέτως, όλοι οι μάρτυρες συμφώνησαν ως προς το γεγονός ότι συνέτρεχε λόγος ανησυχίας για την υγεία της αναιρεσείουσας. Είχε βιώσει μια τραυματική ρήξη με τον πρώην σύντροφό της και είχε χάσει πολύ βάρος στη συνέχεια. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ανυπομονούσε για την πρόοδο της σταδιοδρομίας της και είχε χειριστικό χαρακτήρα ικανό να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στη ζωή άλλων προσώπων. Είχε επίσης δυσκολία να δεχθεί κάθε είδους κριτική. Τέλος, η επιτροπή έρευνας είχε συστήσει στην αναιρεσείουσα να μάθει πώς να έχει καλύτερο ομαδικό πνεύμα και να υιοθετήσει θετική προσέγγιση. |
|
15. |
Στις 16 Οκτωβρίου 2015 ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ αποφάσισε να απορρίψει την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα καταγγελία, βασιζόμενος στις συστάσεις της επιτροπής έρευνας (στο εξής: απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ), η έκθεση της οποίας επισυνάφθηκε στην ως άνω απόφαση. |
|
16. |
Μετά την έκδοση της αποφάσεώς του, ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ ζήτησε επίσης διευκρινίσεις από την επιτροπή έρευνας με σκοπό την ενδεχόμενη κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας, η δε επιτροπή υπέβαλε τις τελικές παρατηρήσεις της στις 12 Ιανουαρίου 2016. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτημα συμβιβασμού, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ. |
|
17. |
Στις 29 Ιουνίου 2016, σύμφωνα με τα από 22 Απριλίου 2016 συμπεράσματα της επιτροπής συμβιβασμού, ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ διαπίστωσε την αποτυχία της διαδικασίας συμβιβασμού. |
|
18. |
Στις 22 Ιουλίου 2016 η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή) με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ, καθώς και της εκθέσεως της επιτροπής έρευνας, και την καταδίκη της ΕΤΕπ να της καταβάλει ποσό 20000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, καθώς και ποσό 977 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) και ποσό προσωρινού ύψους 5850 ευρώ για ιατρικές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε συνεπεία της ως άνω βλάβης. |
|
19. |
Προς στήριξη της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής της, η αναιρεσείουσα προέβαλε επί της ουσίας δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος βασίστηκε σε παράβαση των κανόνων της διαδικασίας έρευνας, καθώς και σε προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας δυνάμει του άρθρου 6 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν διάφορα στάδια της διαδικασίας έρευνας. Ο δεύτερος λόγος βασίστηκε σε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη, λόγω του γεγονότος ότι η έκθεση της επιτροπής έρευνας καθώς και η απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ περιείχαν στην αιτιολογία τους στοιχεία που αφορούσαν την ιδιωτική ζωή της αναιρεσείουσας, ιδίως δε στοιχεία που σχετίζονταν με την ψυχολογική της υγεία, τα οποία δεν ήσαν κρίσιμα για το αντικείμενο της έρευνας. Η αναιρεσείουσα θεώρησε ότι οι παραβάσεις αυτές είναι τέτοιας φύσεως ώστε να δικαιολογούν την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ, καθώς και τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ. |
|
20. |
Στην απόφασή του της 13ης Ιουλίου 2017 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ( 5 ), το Γενικό Δικαστήριο κατ’ αρχάς απέρριψε στο σύνολό του το αίτημα αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι ουδεμία από τις αιτιάσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα συνιστά παρανομία δυνάμενη να καταλογισθεί στην ΕΤΕπ. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι οι προβαλλόμενες σχετικά με το ακυρωτικό αίτημα παρανομίες αντιστοιχούν στη συμπεριφορά την οποία προσάπτει στην ΕΤΕπ στο πλαίσιο του αιτήματος αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι επίσης το ακυρωτικό αίτημα ήταν απορριπτέο. |
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
|
21. |
Με δικόγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 2017 η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
22. |
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
23. |
Η ΕΤΕπ, από την πλευρά της, ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
24. |
Η αναιρεσείουσα καθώς και η ΕΤΕπ εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018. |
V. Νομική εκτίμηση
|
25. |
Η αναιρεσείουσα διατυπώνει τρεις λόγους αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλει, πρώτον, παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη καθώς και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη καθώς και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, και, τρίτον, αρνησιδικία. |
|
26. |
Ο πρώτος λόγος αφορά, κατ’ ουσίαν, την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της πολιτικής στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας και των διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός έχει τέσσερα σκέλη που αφορούν διάφορα σφάλματα στα οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο: τον εσφαλμένο καθορισμό της εκτάσεως των διαδικαστικών δικαιωμάτων που διαθέτει ο καταγγέλλων, την έλλειψη συνεπειών από τη μη τήρηση των προθεσμιών που διέπουν τη διαδικασία έρευνας, την εσφαλμένη εκτίμηση της δίκαιης συνθέσεως της επιτροπής έρευνας και την απόρριψη των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας που αμφισβητούν την εμπιστευτική μεταχείριση της καταγγελίας της. |
|
27. |
Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αφορούν την απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας που σκοπό έχουν να αποδείξουν τον μη σύννομο χαρακτήρα, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, διαφόρων στοιχείων που περιέχονται στην έκθεση της επιτροπής έρευνας, στα οποία βασίστηκε η απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ για την απόρριψη της καταγγελίας ως αβάσιμης. |
Α. Επί του παραδεκτού
|
28. |
Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ της 16ης Οκτωβρίου 2015, μολονότι ασκήθηκε στις 22 Ιουλίου 2016, ήτοι πλέον των εννέα μηνών από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, δεν ήταν απαράδεκτη ( 6 ). Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ ( 7 ) για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διακόπηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συμβιβασμού που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 41, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ( 8 ). Μολονότι η διαδικασία αυτή είναι προαιρετική, η προσφυγή σε αυτήν δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος του δικαιώματος του ενδιαφερόμενου να προσφύγει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ( 9 ). Για τον λόγο αυτόν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει μόνον από την ημερομηνία εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως που διαπιστώνει την αποτυχία της διαδικασίας συμβιβασμού, εν προκειμένω από τις 29 Ιουνίου 2016. |
|
29. |
Δεύτερον, η ΕΤΕπ προβάλλει δύο ενστάσεις απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρει καμία συγκεκριμένη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, δεύτερον, ότι στην ουσία περιορίζεται στην επανάληψη των επιχειρημάτων που είχαν ήδη προβληθεί πρωτοδίκως με το δικόγραφο της προσφυγής. |
|
30. |
Όσον αφορά την πρώτη ένσταση απαραδέκτου, αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτίαση είναι ουσία αβάσιμη, καθόσον το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως όντως αναφέρει, στις υποσημειώσεις, συγκεκριμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, και ούτως ή άλλως, το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν επιβάλλει ρητή υποχρέωση μνείας των αριθμημένων σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αρκεί τα επιχειρήματα που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να προσδιορίσει τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου στην οποία φέρεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί το δίκαιο, με αποτέλεσμα να είναι σε θέσει να επιτελέσει το έργο του στο συγκεκριμένο πεδίο και να ασκήσει τον έλεγχό του νομιμότητας ( 10 ). |
|
31. |
Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση απαραδέκτου, πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειονότητα των επιχειρημάτων που προβάλλει η αναιρεσείουσα αφορά στην ουσία τη νομική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου. Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν διάδικος αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να συζητηθούν εκ νέου κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως ( 11 ). |
|
32. |
Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο για τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που αφορούν την απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο της αιτιάσεως σχετικά με τη σύνθεση της επιτροπής έρευνας και την εμπιστευτική μεταχείριση της καταγγελίας (τρίτο και τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου). Συναφώς, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην επανάληψη των εχόντων ως αντικείμενο πραγματικά περιστατικά επιχειρημάτων που είχαν ήδη προβληθεί πρωτοδίκως. Συγκεκριμένα, επαναλαμβάνει την κριτική της ότι τα ορισθέντα πρόσωπα δεν διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα και την απαιτούμενη αμεροληψία, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να αμφισβητήσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο χωρίς όμως να προβάλει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, σύμφωνα με το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το οποίο ο έλεγχος νομιμότητας στον οποίο προβαίνει το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. |
|
33. |
Όσον αφορά, τρίτον, το αίτημα της αναιρεσείουσας για την απάλειψη των στοιχείων της εκθέσεως της επιτροπής έρευνας που κρίθηκαν ως παράνομα, αρκεί η διαπίστωση ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 22 και 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δικαστήρια της Ένωσης δεν είναι αρμόδια να απευθύνουν διαταγές στα θεσμικά όργανα ( 12 ). Επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν προσέβαλε αυτό το μέρος της αποφάσεως με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει εξαρχής να απορριφθεί ως απαράδεκτο. |
|
34. |
Ομοίως, μολονότι η αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και, ενδεχομένως, η ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ ασφαλώς μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την έναρξη νέας διαδικασίας έρευνας εντός της ΕΤΕπ, παρά ταύτα δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να διατάξει την επανέναρξη αυτή, δεδομένου ότι στη διοίκηση εναπόκειται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου ( 13 ). Επομένως, επίσης το τελευταίο αίτημα της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτο. |
Β. Επί της ουσίας
|
35. |
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο τόσο την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου όσο και την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ και τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ. |
|
36. |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς αν η πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο που προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο είναι τέτοιας φύσεως ώστε να δικαιολογείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (υπό 1. και 2.). Στην περίπτωση που αυτό γίνει δεκτό, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί αν η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση και αν τα σφάλματα που προσάπτονται στην ΕΤΕπ δικαιολογούν ενδεχομένως την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ, καθώς και τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ (υπό 3.). |
1. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
|
37. |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, αφότου εξέτασε τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας, συνήγαγε ότι οι παρανομίες που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα δεν συνιστούν προσβολή των διαδικαστικών της δικαιωμάτων βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, δεν δικαιολογούν ούτε την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ ούτε τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ. |
1) Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένος καθορισμός της εκτάσεως των διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας
|
38. |
Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προσέβαλε τα δικαιώματά της που απορρέουν από το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος σε διαδικασία έρευνας για σεξουαλική παρενόχληση, βάσει της πολιτικής στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας, είναι πιο περιορισμένα σε σχέση με τα δικαιώματα που διαθέτει ο εγκαλούμενος. Βασιζόμενο σε αυτήν την εσφαλμένη παραδοχή, το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν διαπίστωσε τις διαδικαστικές παραβάσεις που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα. |
|
39. |
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων και την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας, κρίνοντας θεμιτή τη μη γνωστοποίηση σε αυτήν από την επιτροπή έρευνας των δηλώσεων του εγκαλούμενου για παρενόχληση και των προσώπων που έτυχαν ακροάσεως κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την απόφαση απορρίψεως της καταγγελίας. |
|
40. |
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας επαρκή την ακρόαση από την επιτροπή έρευνας δύο μόνον από τους ένδεκα μάρτυρες που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, με την αιτιολογία ότι ουδόλως προβλέπεται η από την εν ανωτέρω επιτροπή ακρόαση όλων των μαρτύρων που προτείνονται από το ένα μέρος της διαδικασίας. |
|
41. |
Τρίτον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας νόμιμη την απόρριψη από την επιτροπή έρευνας των ιατρικών εκθέσεων που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει προς στήριξη της καταγγελίας της, επειδή οι εκθέσεις αυτές συντάχθηκαν μετά την επέλευση των επίμαχων περιστατικών. Περιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δυνατότητές της προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να τύχει ακροάσεως και τα δικαιώματά της άμυνας. |
|
42. |
Η απάντηση του Γενικού Δικαστηρίου στις πρωτοδίκως προβληθείσες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις περί μη σεβασμού των δικαιωμάτων της εκ μέρους της ΕΤΕπ κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας στηρίζεται σε νομολογία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ( 14 ), που έχει επικυρωθεί από το Γενικό Δικαστήριο ( 15 ), κατά την οποία η κατάσταση του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας για ηθική παρενόχληση δεν δύναται να εξομοιωθεί με την κατάσταση του προσώπου που αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας, οπότε ο καταγγέλλων δεν μπορεί να επικαλεστεί τα ίδια διαδικαστικά δικαιώματα με τον εγκαλούμενο. |
|
43. |
Καθόσον η νομολογία αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο υποθέσεων που διέπονται από τον ΚΥΚ, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθούν τα κύρια χαρακτηριστικά της διαδικασίας που κινείται κατόπιν αιτήσεως αρωγής δυνάμει του ΚΥΚ, καθώς και εκείνα της διαδικασίας έρευνας η οποία είναι επίμαχη εν προκειμένω (υπό i). Στη συνέχεια, θα συναχθούν συμπεράσματα ως προς τα διαδικαστικά δικαιώματα που πρέπει να αναγνωρίζονται στα διάφορα εμπλεκόμενα πρόσωπα στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας (υπό ii). Τέλος, θα εξεταστεί αν οι απαιτήσεις αυτές τηρήθηκαν εν προκειμένω (υπό iii). |
i) Οι διοικητικές διαδικασίες έρευνας για παρενόχληση εντός των θεσμικών οργάνων της Ένωσης
|
44. |
Η υποχρέωση της διοικήσεως της Ένωσης να επέμβει προς στήριξη μέλους του προσωπικού το οποίο μέλος θεωρεί ότι υπήρξε θύμα παρενοχλήσεως ή κάθε άλλης μορφής εκφοβισμού απορρέει από το καθήκον αρωγής που έχει η εν λόγω διοίκηση, το οποίο προβλέπεται, όσον αφορά τις σχέσεις απασχολήσεως που διέπονται από τον ΚΥΚ, στο άρθρο του 24. Η υποβολή προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ αιτήσεως αρωγής ακολουθείται από διοικητική έρευνα προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά και να συναχθούν, με γνώση του θέματος, οι κατάλληλες συνέπειες. Επομένως, η διοικητική έρευνα δεν έχει ως αντικείμενο την επιβολή κυρώσεων για μια συμπεριφορά, αλλά αποσκοπεί πρωταρχικά να εξακριβωθεί αν η διοίκηση οφείλει να επέμβει προς στήριξη υπαλλήλου ( 16 ). Για τον σκοπό αυτόν, αρκεί να προσκομίζεται αρχή αποδείξεως όσον αφορά την αλήθεια των ισχυρισμών χωρίς όμως να προεξοφλείται το αποτέλεσμα ενδεχόμενης πειθαρχικής διαδικασίας που θα κινηθεί στη συνέχεια ( 17 ). |
|
45. |
Ομοίως, η πολιτική της ΕΤΕπ στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας προβλέπει, για τις σχέσεις εργασίας που διέπονται από τον κανονισμό του προσωπικού της ΕΤΕπ, επίσημη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ο φερόμενος ως θύμα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει επίσημα καταγγελία η οποία ενεργοποιεί τη διαδικασία έρευνας. Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι η διαδικασία αυτή διακρίνεται από τη διαδικασία έρευνας που κινείται κατόπιν αιτήσεως αρωγής που προβλέπεται στον ΚΥΚ ( 18 ). Συγκεκριμένα, η διαδικασία που είναι επίμαχη εν προκειμένω προβλέπει ως έκβαση της διαδικασίας όχι μόνον την απόρριψη της καταγγελίας ή την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά του εγκαλούμενου για παρενόχληση, αλλά επίσης την κίνηση τέτοιας διαδικασίας κατά του φερόμενου ως θύματος αν η καταγγελία κριθεί αβάσιμη ή κακόβουλη. Υπό το πρίσμα αυτό, βαίνει πιο μακριά απ’ ό,τι η διαδικασία που προβλέπεται κατόπιν υποβολής αιτήσεως αρωγής βάσει του ΚΥΚ. |
ii) Επί των διαδικαστικών δικαιωμάτων των εμπλεκομένων σε διαδικασία έρευνας για παρενόχληση
|
46. |
Το Γενικό Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να υπενθυμίσει το πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώθηκε η προαναφερθείσα στο σημείο 42 των παρουσών προτάσεων νομολογία σχετικά με τις κατά τον ΚΥΚ αιτήσεις αρωγής, καθώς και να διευκρινίσει την έκταση εφαρμογής της ( 19 ). |
|
47. |
Από τις διευκρινίσεις αυτές προκύπτει ότι η νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχει σκοπό να περιορίσει αυτά καθεαυτά τα διαδικαστικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος σε διαδικασία έρευνας για παρενόχληση ούτε να τον θέσει, a priori, σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον εγκαλούμενο που φέρεται ως παρενοχλών ( 20 ). Ζητούμενο είναι, αντιθέτως, να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της διοικητικής διαδικασίας έρευνας που ενεργοποιείται με την κατά τον ΚΥΚ αίτηση αρωγής και, αφετέρου, της πειθαρχικής διαδικασίας η οποία ενδεχομένως κινείται στη συνέχεια ( 21 ). Ενώ η διοικητική διαδικασία διέπεται, κατά το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ αρχήν από τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 41 του Χάρτη, τα κατά κυριολεξία δικαιώματα άμυνας έχουν εφαρμογή μόνο στο στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας ( 22 ). |
|
48. |
Βεβαίως, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε πράξη βλαπτική για το πρόσωπο αυτό συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε ρυθμίσεως σχετικά με την εν λόγω διαδικασία ( 23 ). Εντούτοις, δεδομένου ότι ο ρόλος του προσώπου που υπέβαλε αίτηση αρωγής συνίσταται ουσιαστικά στη συνεργασία του για την καλή διεξαγωγή της έρευνας προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά, το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εντεύθεν ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κινήθηκε κατά του προσώπου αυτού ( 24 ). Από την άλλη πλευρά, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ότι ο εγκαλούμενος για παρενόχληση πρέπει, ήδη από την αρχή της διαδικασίας, να είναι σε θέση να αμυνθεί κατά των κατηγοριών που τον αφορούν ( 25 ). Επομένως, λόγω των ρόλων που τους αντιστοιχούν στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σε διάφορες αποφάσεις, ότι διακρίνονται μεταξύ τους τα διαδικαστικά δικαιώματα των εμπλεκομένων προσώπων. |
|
49. |
Υπό το πρίσμα αυτό, διαπιστώνεται πάντως ότι, ούτως ή άλλως, το άρθρο 41 του Χάρτη έχει εφαρμογή σε κάθε διοικητική διαδικασία ανεξαρτήτως του κατηγορητικού ή ανακριτικού χαρακτήρα της και κατοχυρώνει ιδίως το δικαίωμα κάθε προσώπου να τύχει ακροάσεως πριν από τη λήψη μέτρου εις βάρος του. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως έχει εφαρμογή επίσης σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως θίγουσας σοβαρά τα συμφέροντα ενός προσώπου ( 26 ). Επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη οριστικής αποφάνσεως επί του ζητήματος αν διοικητική διαδικασία έρευνας, είτε διέπεται από τους κανόνες του ΚΥΚ είτε από τους κανόνες της πολιτικής της ΕΤΕπ στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη ( 27 ). |
|
50. |
Ενώ ασφαλώς είναι αληθές ότι ο εγκαλούμενος για παρενόχληση διατρέχει τον κίνδυνο να ληφθεί μέτρο εις βάρος του κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, ήτοι η απόφαση να δοθεί συνέχεια στην αίτηση αρωγής, ήδη από την έναρξη της διαδικασίας, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η διαδικασία έρευνας κάλλιστα δύναται να επηρεάσει δυσμενώς το πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση αυτή. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν προκύπτει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η αίτηση αρωγής θα απορριφθεί ( 28 ). Ως εκ τούτου, ακριβώς όπως ο εγκαλούμενος για παρενόχληση πρέπει να είναι σε θέση να αμυνθεί κατά των κατηγοριών που τον αφορούν, πράγμα που δικαιολογεί την ύπαρξη της δυνατότητας να τύχει ακροάσεως, ενδεχομένως κατ’ επανάληψη, στο πλαίσιο της έρευνας, θα πρέπει κατά τον ίδιο τρόπο ο καταγγέλλων να τύχει ακροάσεως ως προς τους λόγους τους οποίους η διοίκηση προτίθεται να παραθέσει για την απόρριψη της αιτήσεώς του, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση ( 29 ). Εξάλλου, αυτό έχει γίνει δεκτό επίσης στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου ( 30 ). |
|
51. |
Εφόσον η διοίκηση οφείλει να προσφέρει σε κάθε θιγόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει λυσιτελώς ( 31 ) την άποψή του, αυτό σημαίνει, κατ’ εμέ, ότι ο καταγγέλλων πρέπει να είναι σε θέση να αμφισβητήσει κάθε στοιχείο στο οποίο η αρμόδια αρχή σκοπεύει να θεμελιώσει την απορριπτική απόφασή της, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για δηλώσεις από μάρτυρες ή από άλλες πηγές, και να προσκομίσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο επί του θέματος αυτού. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απλώς και μόνον το να ληφθούν υπόψη η αρχική καταγγελία ή οι προηγούμενες παρατηρήσεις επαρκεί για να συναχθούν συμπεράσματα σχετικά με το δικαίωμα του καταγγέλλοντος να τύχει ακροάσεως. Μπορεί, ιδίως, να αποδειχθεί αναγκαίο να παρασχεθεί στον καταγγέλλοντα η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί σχεδίου της εκθέσεως έρευνας ( 32 ). |
|
52. |
Οι εκτιμήσεις αυτές που ισχύουν για κάθε διοικητική έρευνα για παρενόχληση ισχύουν a fortiori για τη διαδικασία έρευνας που κινείται δυνάμει του εσωτερικού κανονισμού της ΕΤΕπ, καθόσον αυτός προβλέπει στην ουσία τη δυνατότητα εκδόσεως διαφόρων αποφάσεων εις βάρος του καταγγέλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, μεταξύ των οποίων η διατύπωση προσωπικής κατηγορίας κατ’ αυτού. |
iii) Επί του σεβασμού των εν προκειμένω διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας
– Επί του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να τύχει ακροάσεως σχετικά με τις δηλώσεις του εγκαλούμενου και των μαρτύρων
|
53. |
Από τα προεκτεθέντα απορρέει ότι, το αργότερο από τον χρόνο κατά τον οποίο προκύπτει ότι η καταγγελία θα απορριφθεί, ο καταγγέλλων πρέπει να διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 41 του Χάρτη, τα ίδια διαδικαστικά δικαιώματα που διαθέτει ο εγκαλούμενος για παρενόχληση ( 33 ). Ο καταγγέλλων δύναται στο εξής να απαιτήσει, ακριβώς όπως ο εγκαλούμενος για παρενόχληση, να τύχει ακροάσεως, ενδεχομένως κατ’ επανάληψη, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν, ιδίως στο μέτρο που η αρμόδια αρχή προβαίνει σε εκτίμηση της δικής του συμπεριφοράς. |
|
54. |
Επομένως, και αντιθέτως προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η κατάσταση του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας δύναται, ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις, να εξομοιωθεί πλήρως με εκείνη του εγκαλούμενου για παρενόχληση. Παρά ταύτα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιτροπή έρευνας δεν παραβίασε τη νομιμότητα όταν αρνήθηκε να γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα το περιεχόμενο των δηλώσεων του εγκαλούμενου για παρενόχληση καθώς και των μαρτύρων, προκειμένου αυτή να μπορέσει να διατυπώσει παρατηρήσεις. Ως προς αυτό, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε ιδίως στο γεγονός ότι η πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας δεν προβλέπει την κοινοποίηση στον καταγγέλλοντα των δηλώσεων του εγκαλούμενου για παρενόχληση ( 34 ). Πάντως, η πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας δεν δύναται να αποκλίνει από τις αρχές του δικαίου της Ένωσης που υπενθυμίζονται στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων. Επομένως, κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το περιεχόμενο του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να τύχει ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας έρευνας και παραβίασε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. |
|
55. |
Προφανώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι αυτή καθεαυτήν η απόρριψη της καταγγελίας συνιστά πράξη εις βάρος της αναιρεσείουσας, ώστε να συναγάγει ότι ήταν αναγκαία η κοινοποίηση στην αναιρεσείουσα των δηλώσεων των μαρτύρων και του εγκαλούμενου για παρενόχληση στις οποίες ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ επρόκειτο να βασίσει την απόφασή του. Η εν λόγω μη συνεκτίμηση προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη στο μέτρο που το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έχει ωστόσο υπογραμμίσει κατ’ επανάληψη ότι η ενδεχόμενη αναγνώριση από τη διοίκηση της υπάρξεως παρενοχλήσεως δύναται, αυτή καθεαυτήν, να συμβάλει θετικά στη θεραπευτική διαδικασία ανασυγκροτήσεως της προσωπικότητας του παρενοχληθέντος προσώπου, οπότε η διοίκηση πρέπει να παράσχει στο θιγόμενο πρόσωπο δυνατότητα λυσιτελούς ακροάσεώς του πριν από την απόρριψη της καταγγελίας του ( 35 ). Αυτό ισχύει έτι περαιτέρω στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, όπου η απόρριψη της καταγγελίας συνοδεύτηκε επιπλέον από συστάσεις που της καταλόγιζαν ότι, ελλείψει θετικής στάσεως, η ίδια προκάλεσε τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν. |
|
56. |
Συναφώς, από τις σκέψεις 48 και 49 καθώς και από τις σκέψεις 69 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δηλώσεις του εγκαλούμενου για παρενόχληση και των μαρτύρων σχετικά με τις επαγγελματικές επιδόσεις της αναιρεσείουσας, την κατάσταση (ψυχολογικής) υγείας της και τα προσωπικά της προβλήματα είχαν αποφασιστικό χαρακτήρα ο οποίος οδήγησε στην αποδυνάμωση της αξιοπιστίας της αναιρεσείουσας και, εντέλει, στην απόρριψη της καταγγελίας από τον Πρόεδρο της ΕΤΕπ. Πάντως, εφόσον η αναιρεσείουσα φυσικά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα στοιχεία αυτά κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας και ακροάσεώς της, και δεν μπόρεσε ούτε να λάβει γνώση τους μεταγενέστερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έτυχε λυσιτελούς ακροάσεως πριν από την απόρριψη της καταγγελίας της. |
|
57. |
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, μη δεχόμενο υπό τέτοιες περιστάσεις το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να λάβει γνώση των παρατηρήσεων του εγκαλούμενου καθώς και του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της ή νέα στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών της. Αυτό ισχύει έτι περαιτέρω στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το αντικείμενο της έρευνας είχε πράγματι αλλάξει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ εξέταζε τη λήψη πειθαρχικών μέτρων εις βάρος της αναιρεσείουσας, χωρίς προηγούμενη ακρόασή της σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν αυτήν τη μεταστροφή. |
|
58. |
Το γεγονός ότι η πειθαρχική διαδικασία τελικά δεν κινήθηκε δεν κλονίζει τη διαπίστωση αυτή. Αντιθέτως προς όσα υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο δικαστικός πληρεξούσιος της ΕΤΕπ, η απόρριψη της καταγγελίας είναι το εις βάρος της αναιρεσείουσας μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 41 του Χάρτη, και όχι μόνον η κίνηση μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας. |
|
59. |
Ούτως ή άλλως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέθεσε περιστάσεις που θα επέτρεπαν να γίνει δεκτό ότι η ΕΤΕπ ενήργησε προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο επηρεασμού των μαρτύρων εκ μέρους της αναιρεσείουσας ή ότι άλλοι λόγοι εμπιστευτικότητας μπορούσαν, ενδεχομένως, να δικαιολογήσουν τον περιορισμό της προσβάσεώς της στις δηλώσεις των μαρτύρων ( 36 ). Κατά τα λοιπά, αν τα πράγματα είχαν έτσι, θα αρκούσε να γνωστοποιηθεί στην αναιρεσείουσα μόνο το περιεχόμενο των δηλώσεων των μαρτύρων ή έστω μια σύνοψη των στοιχείων που έγιναν δεκτά για τη σύνταξη της εκθέσεως έρευνας, χωρίς να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των προσώπων από τα οποία προήλθαν οι μαρτυρίες αυτές. |
|
60. |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κρίνοντας, υπό τέτοιες περιστάσεις, ότι η επιτροπή έρευνας δεν όφειλε να γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα το περιεχόμενο των δηλώσεων του εγκαλούμενου για παρενόχληση και των μαρτύρων στις οποίες σκόπευε να στηρίξει τις συστάσεις της, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. |
– Επί του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να απαιτήσει την κλήτευση των προταθέντων μαρτύρων
|
61. |
Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο επίσης ότι έκρινε ότι η τήρηση του δικαιώματός της ακροάσεως καθώς και η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν απαιτούσαν την κλήτευση όλων των μαρτύρων που είχε προτείνει. |
|
62. |
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που παρατίθεται στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επιτροπή έρευνας ασφαλώς δεν υποχρεούται να κλητεύσει όλους τους προταθέντες από τον καταγγέλλοντα μάρτυρες, λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως που αυτή διαθέτει όσον αφορά τη διεξαγωγή της έρευνας ( 37 ). Πάντως, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως οριοθετείται επίσης από την αρχή της χρηστής διοικήσεως και από τα διαδικαστικά δικαιώματα των ενδιαφερόμενων τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 41 του Χάρτη. Συνεπώς, κατ’ αρχήν οι αποφάσεις της επιτροπής έρευνας όσον αφορά τη διεξαγωγή της έρευνας δεν εκφεύγουν παντός δικαστικού ελέγχου. Επομένως, η επιτροπή έρευνας δεν δύναται, ιδίως, να απορρίψει χωρίς αιτιολογία την ακρόαση προταθέντων μαρτύρων, αλλά οφείλει να διασφαλίσει δίκαιη ακρόαση των μερών, ώστε να εγγυηθεί το δικαίωμά τους ακροάσεως. |
|
63. |
Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έχει δεχθεί ότι ήταν δικαιολογημένη η μη κλήτευση πρόσθετων μαρτύρων σε υπόθεση όπου η επιτροπή έρευνας είχε ήδη κλητεύσει δεκαπέντε από τους δεκαοκτώ προταθέντες από τον ενδιαφερόμενο μάρτυρες, καθώς και άλλους είκοσι μάρτυρες ( 38 ). Εξ αυτού δύναται να συναχθεί ότι δεν υπάρχει υποχρέωση κλητεύσεως όλων των μαρτύρων που προτάθηκαν από το ένα μέρος όταν η επιτροπή έρευνας θεωρεί ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς ως προς τα πραγματικά περιστατικά και όταν ήδη έχει λάβει χώρα προσήκουσα ακρόαση των ενδιαφερόμενων. Ομοίως, σε άλλη υπόθεση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης βασίστηκε στο γεγονός ότι ο διενεργήσας την έρευνα διέθετε επαρκή στοιχεία στον φάκελο, ώστε να επικυρώσει την απόφαση του εν λόγω προσώπου να κλητεύσει δώδεκα μόνον από τους 52 μάρτυρες που είχε προτείνει η προσφεύγουσα ( 39 ). |
|
64. |
Ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο δεν διερωτήθηκε αν η επιτροπή έρευνας είχε ήδη διαφωτιστεί επαρκώς ή αν είχε ήδη προηγηθεί προσήκουσα ακρόαση της αναιρεσείουσας. Απεναντίας, από την αίτηση αναιρέσεως προκύπτει, αφενός, ότι κλητεύθηκε μικρό μόνο μέρος των μαρτύρων που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα και, αφετέρου, ότι η αναιρεσείουσα δεν ενημερώθηκε σχετικά. Περιοριζόμενο, υπό τις περιστάσεις αυτές, στη διαπίστωση ότι η επιτροπή έρευνας ουδόλως απαιτείτο να κλητεύσει όλους τους μάρτυρες της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συνεπώς σε πλάνη περί το δίκαιο. |
|
65. |
Επομένως, επίσης η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. |
– Επί της απορρίψεως των ιατρικών βεβαιώσεων
|
66. |
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ΕΤΕπ ορθώς απέρριψε τις ιατρικές βεβαιώσεις που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει ως απόδειξη της υπάρξεως πράξεων που στοιχειοθετούν παρενόχληση, δεδομένου ότι τα πρόσωπα που τις είχαν συντάξει δεν ήσαν παρόντα όταν έλαβαν χώρα οι φερόμενες πράξεις. |
|
67. |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες ιατρικές βεβαιώσεις ασφαλώς μπορούν να εξηγήσουν την ύπαρξη, και μάλιστα τη φύση, της βλάβης που υπέστη ο φερόμενος ως θύμα παρενοχλήσεως, βάσει του περιεχομένου τους και της ημερομηνίας συντάξεώς τους. Αυτό άλλωστε έγινε δεκτό από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αναγνωριστεί σε ιατρική βεβαίωση η ίδια αποδεικτική αξία όπως στην απευθείας μαρτυρική κατάθεση προσώπου που ήταν παρόν όταν έλαβε χώρα η επίμαχη πράξη. Δεδομένου όμως ότι το αντικείμενο της έρευνας ήταν να εξακριβωθούν συγκεκριμένες πράξεις που προβλήθηκαν από τον καταγγέλλοντα καθώς και να αξιολογηθούν αυτές υπό το πρίσμα του ορισμού της σεξουαλικής παρενοχλήσεως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί η επέλευση των εν λόγω περιστατικών ( 40 ). |
iv) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
|
68. |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν έκρινε ότι τα δικαιώματα που η αναιρεσείουσα μπορούσε να προβάλει στο πλαίσιο της έρευνας είναι λιγότερο εκτεταμένα σε σχέση με τα δικαιώματα που διέθετε ο εγκαλούμενος για παρενόχληση και ότι, κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν είχε το δικαίωμα να της γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο των δηλώσεων του προσώπου αυτού και των μαρτύρων και να διατυπώσει με ακρίβεια τις παρατηρήσεις της επί του θέματος αυτού ή να απαιτήσει την κλήτευση πρόσθετων μαρτύρων στο μέτρο που αυτό ήταν αναγκαίο για τον σεβασμό του δικαιώματός της ακροάσεως. |
2) Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται έλλειψη συνεπειών εκ της μη τηρήσεως των προθεσμιών που διέπουν τη διαδικασία έρευνας
|
69. |
Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως έχει ως αντικείμενο την εκτίμηση από το Γενικό Δικαστήριο των συνεπειών εκ της μη τηρήσεως ορισμένων προθεσμιών που προβλέπονται από την πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 47 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, παρά τη μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών, δεν μπορεί να καταλογισθεί παράνομη ενέργεια στην ΕΤΕπ, δεδομένου ότι η κλήση προς ακρόαση καθώς και η απόφαση περιήλθαν στην αναιρεσείουσα εντός εύλογης προθεσμίας και η ΕΤΕπ ενήργησε με επιμέλεια. Η αναιρεσείουσα, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί τον αυστηρώς δεσμευτικό χαρακτήρα των εν λόγω προθεσμιών. |
|
70. |
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι η πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας έχει, ως εσωτερικός κανονισμός της ΕΤΕπ, νομικώς δεσμευτικό χαρακτήρα, τον οποίο άλλωστε αναγνωρίζει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 41 ). Ως εκ τούτου, και αντιθέτως προς αυτό που φαίνεται παρά ταύτα να εκθέτει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι προβλεπόμενες από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμίες δεν πρέπει να θεωρηθούν ως απλώς και μόνο ενδεικτικοί στόχοι χρηστής διοικήσεως που αποσκοπούν στη διεξαγωγή της διαδικασίας εντός εύλογης προθεσμίας ( 42 ). |
|
71. |
Πάντως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και η παράβαση δεσμευτικής προθεσμίας δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής σε όλες τις περιπτώσεις την ακύρωση της πράξεως που εκδόθηκε κατά την ολοκλήρωση της επίμαχης διαδικασίας ( 43 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βασίστηκε στην παραδοχή ότι οι συνέπειες από τη μη τήρηση προθεσμίας πρέπει να εκτιμώνται μόνο με γνώμονα τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως. |
|
72. |
Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η πολιτική στο πεδίο της αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας υποβάλλει τα διάφορα στάδια της διαδικασίας έρευνας σε πολύ σύντομες προθεσμίες, ενίοτε μόλις πέντε εργάσιμων ημερών. Λαμβανομένων υπόψη τόσο των δυνητικά σοβαρών συνεπειών της έρευνας στις σχέσεις εντός της ομάδας όσο και της εκτεθείσας απόψεως του καταγγέλλοντος, ακριβώς όπως και του συμφέροντος του εγκαλούμενου για παρενόχληση να απαλλαγεί, το συντομότερο δυνατόν, από κάθε κατηγορία εναντίον του, οι προθεσμίες αυτές αποσκοπούν στην αποφυγή οποιασδήποτε παρατάσεως μιας καταστάσεως αβεβαιότητας. Επομένως, ο σκοπός που επιδιώκεται με τις προθεσμίες που διέπουν τη διαδικασία έρευνας δεν περιορίζεται στη χρονική οριοθέτηση της διαδικασίας αυτής, αλλά συνίσταται κυρίως στην προστασία των συμφερόντων των εμπλεκόμενων προσώπων. |
|
73. |
Ο σκοπός αυτός δεν δικαιολογεί όμως την ακύρωση αποφάσεως που εκδόθηκε εκπρόθεσμα. Όλως αντιθέτως, η ακύρωση της αποφάσεως εκ μόνου του λόγου ότι εκδόθηκε εκπρόθεσμα θα κατέληγε ακριβώς στη συνέχιση της καταστάσεως αβεβαιότητας στην αποφυγή της οποίας αποσκοπούν οι προθεσμίες. |
|
74. |
Ούτως ή άλλως, από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι η μη τήρηση προθεσμίας μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημιώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να προβαίνει σε συνολική εκτίμηση της επίμαχης καταστάσεως προκειμένου να καθορίσει αν η διάρκεια μιας διαδικασίας δεν ήταν εύλογη ( 44 ). Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, διερωτώμενο αν η κλήση προς ακρόαση και η κοινοποίηση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ έλαβαν χώρα εντός εύλογης προθεσμίας λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία αυτή. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη, αφενός, όσον αφορά την προθεσμία για την έναρξη της έρευνας, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε ενημερωθεί επανειλημμένως για το εκάστοτε στάδιο της καταγγελίας της (σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, όσον αφορά την προθεσμία κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ, ότι το αντικείμενο της έρευνας είχε μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πράγμα που καθιστούσε απαραίτητη την παροχή πρόσθετων πληροφοριών (σκέψεις 48 και 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). |
|
75. |
Πέρα από τις διαπιστώσεις αυτές, το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της καταγγελίας στις 20 Μαΐου 2015 και της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ της 16ης Οκτωβρίου 2015 δεν ήταν αδικαιολόγητα μακρό, υπάγεται στην ανέλεγκτη εξουσία του εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως. |
|
76. |
Επομένως, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η μη τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται από τη διαδικασία έρευνας έπρεπε να οδηγήσει στην ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ και στη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ είναι απορριπτέο. |
β) Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τη νομιμότητα ορισμένων στοιχείων αιτιολογίας στην έκθεση της επιτροπής έρευνας υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ
|
77. |
Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έκρινε παράνομο το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ στήριξε την απόφασή του σε μαρτυρίες προερχόμενες από πρόσωπα που δεν διέθεταν τα απαιτούμενα για αυτό προσόντα και περιέγραψαν την αναιρεσείουσα ως έχουσα ψυχολογικά προβλήματα, που είχε βιώσει με άσχημο τρόπο τη ρήξη της με τον πρώην σύντροφό της, κατόπιν της οποίας έχασε πολύ βάρος, που είχε δυσκολίες να δεχτεί οποιαδήποτε μορφή κριτικής και παρουσίαζε χειριστικό χαρακτήρα, αφήνοντας επίσης να νοηθεί ότι η καταγγελία της είχε άλλα κίνητρα και όχι τη σεξουαλική παρενόχληση που φέρεται ότι υπέστη. |
|
78. |
Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο επίσης σφάλμα στην αιτιολογία, καθόσον περιήλθε σε αντίφαση έχοντας κρίνει στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, παρά το γεγονός ότι η αναφορά των στοιχείων αυτών ήταν «όχι μόνον περιττή, αλλά και αποδοκιμαστέα», δεν συνιστούσε παράνομη ενέργεια καταλογιστέα στην ΕΤΕπ. |
|
79. |
Για να απορρίψει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο γεγονός ότι η επιτροπή έρευνας καθώς και ο Πρόεδρος της ΕΤΕπ δεν προέβησαν οι ίδιοι σε δηλώσεις για την ιδιωτική ζωή ή την ψυχολογική υγεία της αναιρεσείουσας, αλλά περιορίστηκαν στην αναπαραγωγή των δηλώσεων των μαρτύρων επί του θέματος αυτού. Το Γενικό Δικαστήριο φαίνεται να συνάγει εξ αυτού ότι οι απόψεις αυτές δεν μπορούν να καταλογισθούν στην ΕΤΕπ. |
|
80. |
Ωστόσο, στη σκέψη 71 καθώς και στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ορθώς η επιτροπή έρευνας βασίστηκε στις ίδιες δηλώσεις για να αιτιολογήσει τη σύστασή της περί απορρίψεως της καταγγελίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω σύσταση αμφισβητούσε περισσότερο την αξιοπιστία της αναιρεσείουσας σε προσωπικό επίπεδο παρά την αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιτροπή έρευνας ανήγαγε την εκτίμηση της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, η οποία φέρεται ότι αποδείχθηκε από τους μάρτυρες, σε βάση για την απόρριψη της καταγγελίας. Πάντως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θεμελίωση από την επιτροπή έρευνας και, στη συνέχεια, από τον Πρόεδρο της ΕΤΕπ της αποφάσεώς τους εις βάρος της αναιρεσείουσας σε εκτίμηση που δεν έχουν ενστερνιστεί. Ειδικότερα, αποστολή της επιτροπής έρευνας είναι ακριβώς η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν την τελική απόφαση. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίστηκε συναφώς ότι δεν είναι έργο του Προέδρου της ΕΤΕπ να προβεί σε πρόσθετες εξακριβώσεις πραγματικών περιστατικών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να συναγάγει ότι οι παρατηρήσεις για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, οι οποίες περιέχονται στην έκθεση της επιτροπής έρευνας, ήσαν παρατηρήσεις της ΕΤΕπ. A contrario, αν το Γενικό Δικαστήριο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επιτροπή έρευνας είχε απλώς αναπαραγάγει –χωρίς όμως να ενστερνιστεί– τις εκτιμήσεις που περιέχονται στις μαρτυρικές καταθέσεις, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε τότε να συναγάγει ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ, η οποία θεμελιώθηκε μόνο στην έκθεση της επιτροπής έρευνας και στις μαρτυρικές καταθέσεις που αναπαράγονται σε αυτήν. Επομένως, στη συλλογιστική την οποία ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο, αποδίδοντας στην ΕΤΕπ τις εκτιμήσεις που περιέχονται στις δηλώσεις των μαρτύρων, έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη περί το δίκαιο. |
|
81. |
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που σκοπό είχαν να αποδείξουν παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη, κρίνοντας, στις σκέψεις 74 και 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η έκθεση της επιτροπής έρευνας καθώς και η απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ δεν κοινολογήθηκαν και ότι, εντέλει, τα στοιχεία που περιελήφθησαν στην εν λόγω έκθεση δεν είχαν συνέπειες, και δη πειθαρχικές, για την επαγγελματική κατάσταση της αναιρεσείουσας. |
|
82. |
Όσον αφορά το τελευταίο από τα δύο αυτά επιχειρήματα, το γεγονός ότι η εκτίμηση της συμπεριφοράς και της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας δεν είχε πειθαρχικές συνέπειες είναι αδιάφορο για την εξέταση του ζητήματος αν οι γενόμενες κατ’ αυτόν τον τρόπο δηλώσεις συνιστούν παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη καθώς και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. |
|
83. |
Συνεπώς, μένει να καθοριστεί αν το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη μπορεί να αποκλειστεί στο μέτρο που η έκθεση κοινοποιήθηκε μόνο στον εγκαλούμενο για παρενόχληση και στον Πρόεδρο της ΕΤΕπ. |
|
84. |
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί κατ’ αρχάς ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε, σε απόφαση σχετικά με έρευνα για ηθική παρενόχληση, ότι η γνωστοποίηση, μόνο στους εγκαλούμενους για παρενόχληση, πληροφοριών δυνάμενων να δημιουργήσουν αρνητική φημολογία σχετικά με την προσφεύγουσα-ενάγουσα και να βλάψουν την υπόληψη και αξιοπιστία της αρκεί για να συναχθεί παρανομία θεμελιώνουσα δικαίωμα αποζημιώσεως ( 45 ). |
|
85. |
Απεναντίας, σε υπόθεση που αφορούσε την από την Επιτροπή απόρριψη υποψηφιότητας για προαγωγή, η οποία συνοδευόταν από προσβλητικά σχόλια, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη επίσης το επιβαρυντικό γεγονός ότι το σχετικό έγγραφο κοινολογήθηκε σε ολόκληρο το τμήμα ( 46 ). |
|
86. |
Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), το ζήτημα αν κοινολογήθηκε ένα σχόλιο που κρίνεται προσβλητικό ή ικανό να απαξιώσει το συγκεκριμένο πρόσωπο ασφαλώς μπορεί να ληφθεί υπόψη για να θεμελιώσει προσβολή του κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δικαιώματος για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον τον σεβασμό της υπολήψεως, αλλά και τον σεβασμό της τιμής του προσώπου ( 47 ). Άλλωστε, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η ψυχολογική ακεραιότητα αφορά επίσης το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ( 48 ). Πάντως, για να θεμελιωθεί παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, πρέπει επιπλέον να ληφθούν υπόψη τόσο η βαρύτητα της δηλώσεως ( 49 ) όσο και ο σκοπός της ( 50 ), καθώς και ενδεχόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι. Επομένως, παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με εξέταση του ζητήματος αν τα λεχθέντα κοινολογήθηκαν. |
|
87. |
Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε εκτίμηση της βαρύτητας των σχολίων και της επιπτώσεώς τους στην ψυχολογική ακεραιότητα της αναιρεσείουσας, την οποία η τελευταία είχε προσπαθήσει να αποδείξει με τη βοήθεια ιατρικών βεβαιώσεων. Δεν εξέτασε ούτε αν οι δηλώσεις μπορούσαν να συμβάλουν λυσιτελώς και αντικειμενικώς στην αξιολόγηση του κακόβουλου ή μη χαρακτήρα της καταγγελίας. Τέλος, εφόσον επρόκειτο για ενδεχόμενη αιτιολογία, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα αν η έρευνα για τις πτυχές της ιδιωτικής ζωής της αναιρεσείουσας και η μνεία τους στην έκθεση της επιτροπής έρευνας καθώς και στην απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ είχαν σημασία για το αντικείμενο της έρευνας, ήτοι την εξακρίβωση αν πράγματι τελέστηκαν οι πράξεις από τον εγκαλούμενο για παρενόχληση. |
|
88. |
Από το σύνολο των εκτιμήσεων αυτών προκύπτει ότι έχει εμφιλοχωρήσει πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου ότι παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δύναται να μη γίνει δεκτή μόνο λόγω ελλείψεως, αφενός, πειθαρχικών συνεπειών από τις παρατηρήσεις για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και, αφετέρου, κοινολογήσεως της εκθέσεως εντός του τμήματός της. |
2. Επί των συνεπειών της βασιμότητας του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, καθώς και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
|
89. |
Η βασιμότητα του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την έκταση των διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας δικαιολογεί, αυτή καθεαυτήν, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, ερειδόμενο στην εσφαλμένη παραδοχή ότι τα διαδικαστικά δικαιώματα που πρέπει να αναγνωριστούν στην αναιρεσείουσα είναι κατ’ αρχήν λιγότερο εκτενή από εκείνα του εγκαλούμενου για παρενόχληση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που είχαν σκοπό να αποδειχθούν παρανομίες κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας έρευνας. Στο μέτρο που η απόρριψη των ακυρωτικού αιτήματος καθώς και του αιτήματος αποζημιώσεως θεμελιώθηκε εξ ολοκλήρου στην έλλειψη οποιασδήποτε παρανομίας στην εν λόγω διαδικασία, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. |
|
90. |
Επομένως, πλέον παρέλκει το ζήτημα αν επίσης η βασιμότητα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη, δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι σκέψεις αυτές έχουν πάντως σημασία για την εκτίμηση του αιτήματος αποζημιώσεως που υποβλήθηκε πρωτοδίκως. |
3. Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
|
91. |
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. |
|
92. |
Η περίπτωση αυτή συντρέχει εν προκειμένω όσον αφορά την ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ, την οποία αιτήθηκε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα, καθόσον η ορθή ερμηνεία της εκτάσεως των διαδικαστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας από το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να οδηγήσει στην ακύρωση της αποφάσεως του Προέδρου της ΕΤΕπ. |
|
93. |
Βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων, και ιδίως του δικαιώματος ακροάσεως, δικαιολογεί την ακύρωση αποφάσεως που εκδόθηκε κατά το πέρας διαδικασίας μόνον αν, ελλείψει της εν λόγω παρανομίας, η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα ( 51 ). Αυτό όμως δεν συμβαίνει ιδίως όταν η διοίκηση δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς την απόφαση που πρέπει να ληφθεί κατά το πέρας της διαδικασίας. |
|
94. |
Πάντως, εν προκειμένω, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ να ήταν διαφορετική αν η αναιρεσείουσα είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει της δηλώσεις του εγκαλούμενου για παρενόχληση και των μαρτύρων ή να προσκομίσει νέα στοιχεία προς στήριξη της καταγγελίας της. Αυτό ισχύει έτι περαιτέρω στο μέτρο που το αντικείμενο της έρευνας είχε μεταβληθεί σε σχέση με τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας από την αναιρεσείουσα και επικεντρωνόταν πλέον στη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και στην προσωπικότητά της, πτυχές επί των οποίων η αναιρεσείουσα δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις. |
|
95. |
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το ακυρωτικό αίτημα που υποβλήθηκε πρωτοδίκως και να ακυρωθεί η απόφαση του Προέδρου της ΕΤΕπ με την οποία απορρίφθηκε η καταγγελία της αναιρεσείουσας. Κατά τα λοιπά, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την παρούσα πρόταση και ακυρώσει την απόφαση, στην ΕΤΕπ θα εναπόκειται να λάβει τα κατάλληλα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής αυτής αποφάσεως. |
|
96. |
Ωστόσο, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως ( 52 ). |
|
97. |
Ειδικότερα, από τις εκτιμήσεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ( 53 ) προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει εκ νέου το επιχείρημα περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη βαρύτητα και τη σκοπιμότητα των σχολίων που περιέχονται στην έκθεση της επιτροπής έρευνας, καθώς και την ενδεχόμενη αιτιολογία τους. Επιπλέον, το ζήτημα αν η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΤΕπ μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα της ζημίας που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη και της συνάφειάς της με τις προβαλλόμενες παρανομίες δεν έχει ακόμη εξετασθεί από το Γενικό Δικαστήριο. |
|
98. |
Κατά συνέπεια η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να εκδικάσει το αίτημα αποζημιώσεως. |
Γ. Επί των δικαστικών εξόδων
|
99. |
Δεδομένου ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
VI. Πρόταση
|
100. |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 16ης Μαΐου 2012, Skareby κατά Επιτροπής (F‑42/10, EU:F:2012:64, σκέψεις 46 έως 48)· της 23ης Οκτωβρίου 2013, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (F‑39/12, EU:F:2013:158, σκέψη 72), και της 16ης Δεκεμβρίου 2015, De Loecker κατά ΕΥΕΔ (F‑34/15, EU:F:2015:153, σκέψη 43), καθώς και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψη 40).
( 3 ) ΕΕ 2013, L 287, σ. 15.
( 4 ) Αν δεν απατώμαι, το εν λόγω έγγραφο, το οποίο προσκομίστηκε από την ΕΤΕπ στη γαλλική γλώσσα κατόπιν αιτήματος της Γραμματείας του Δικαστηρίου, δεν έχει δημοσιευθεί και είναι διαθέσιμο μόνον εντός της ΕΤΕπ.
( 5 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2017, OZ κατά ΕΤΕπ (T‑607/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:495).
( 6 ) Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, το απαράδεκτο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, βλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑362/06 P, EU:C:2009:243, σκέψη 22).
( 7 ) Η προθεσμία αυτή προστέθηκε στον κανονισμό του προσωπικού της ΕΤΕπ κατόπιν της αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι η νέα αυτή μορφή του εν λόγω κανονισμού έχει εφαρμογή μόνον όταν το μέλος του προσωπικού προσελήφθη μετά το 2013· βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2018, PD κατά ΕΤΕπ (T‑615/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:642, σκέψη 48). Ούτως ή άλλως, από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτει, όσον αφορά την κατάσταση πριν από το 2013, ότι προσφυγή ακόμη και αν ασκήθηκε εντός προθεσμίας άνω των τριών μηνών κατά πράξεως καταλογιστέας στην ΕΤΕπ δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου ως μη ασκηθείσα εντός εύλογης προθεσμίας.
( 8 ) Βλ., συναφώς, γνώμη του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C‑334/12 RX-II, EU:C:2012:733, σημείο 51), και αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2001, Dunnett κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (T‑192/99, EU:T:2001:72, σκέψη 56), καθώς και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 10ης Ιουλίου 2014, CG κατά ΕΤΕπ (F‑95/11 και F‑36/12, EU:F:2014:188, σκέψη 80).
( 9 ) Πριν από την αναθεώρηση του κανονισμού του προσωπικού της ΕΤΕπ το 2013 κατόπιν της αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134), η προσφυγή στη διαδικασία συμβιβασμού δεν ήταν υποχρεωτική.
( 10 ) Βλ., συναφώς, διάταξη της 19ης Ιουνίου 2014, Cartoon Network κατά ΓΕΕΑ (C‑670/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2024, σκέψεις 42 έως 46), και απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, Wam Industriale κατά Επιτροπής (C‑560/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:726, σκέψη 44). Η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται άλλωστε από το γράμμα της διατάξεως σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις πλην της γαλλικής, όπως στη γερμανική, στην αγγλική και στην πολωνική απόδοση.
( 11 ) Βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, Koninklijke Coöperatie Cosun κατά Επιτροπής (C‑68/05 P, EU:C:2006:674, σκέψη 54), και, ειδικότερα όσον αφορά την εκτίμηση της διεξαγωγής μιας διοικητικής διαδικασίας, προτάσεις μου στην υπόθεση Wunenburger κατά Επιτροπής (C‑362/05 P, EU:C:2007:104, σημείο 77), καθώς και απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής (C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 92).
( 12 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2002, Campogrande κατά Επιτροπής (C‑62/01 P, EU:C:2002:248, σκέψη 43).
( 13 ) Το άρθρο 113, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, τα αιτήματα του αναιρεσείοντος πρέπει να έχουν ως αντικείμενο την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου και, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 205).
( 14 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, De Loecker κατά ΕΥΕΔ (F‑34/15, EU:F:2015:153, σκέψη 43).
( 15 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψη 40).
( 16 ) Βλ. αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 68, 71 και 72), καθώς και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 16ης Μαΐου 2012, Skareby κατά Επιτροπής (F‑42/10, EU:F:2012:64, σκέψη 46), της 23ης Οκτωβρίου 2013, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (F‑39/12, EU:F:2013:158, σκέψη 72), και της 10ης Ιουλίου 2014, CG κατά ΕΤΕπ (F‑103/11, EU:F:2014:185, σκέψη 148). Η επέμβαση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή πειθαρχικής διαδικασίας κατά του φερόμενου ως παρενοχλούντος, αλλά και μέτρου απομακρύνσεως, βλ. απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Q κατά Επιτροπής (F‑52/05, EU:F:2008:161, σκέψεις 207 έως 213).
( 17 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 16ης Δεκεμβρίου 2015, De Loecker κατά ΕΥΕΔ (F‑34/15, EU:F:2015:153, σκέψη 41).
( 18 ) Το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε πρόσφατα τη διαφορά όσον αφορά την ορολογία, ήτοι μεταξύ της «καταγγελίας» που προβλέπεται από τους κανόνες που έχουν εφαρμογή επί του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) (οι οποίοι μοιάζουν στο σημείο αυτό με τον εσωτερικό κανονισμό της ΕΤΕπ) και της «αιτήσεως αρωγής» δυνάμει του ΚΥΚ, στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 77 και 78).
( 19 ) Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393).
( 20 ) Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 69 και 70).
( 21 ) Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 71 και 72).
( 22 ) Οι ομοιότητες μεταξύ της πειθαρχικής διαδικασίας και της ποινικής διαδικασίας παρουσιάστηκαν από τον γενικό εισαγγελέα K. Roemer στις προτάσεις του στην υπόθεση Van Eick κατά Επιτροπής (35/67, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1968:32, σ. 510), καθώς και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Τζοάνος κατά Επιτροπής (C‑191/98 P, EU:C:1999:127, σημείο 27).
( 23 ) Αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά De Bry (C‑344/05 P, EU:C:2006:710, σκέψη 37), και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 51). Απόφαση για τον τερματισμό αποσπάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία που κινήθηκε κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Κοινοβούλιο κατά Reynolds (C‑111/02 P, EU:C:2004:265, σκέψη 57). Η πειθαρχική διαδικασία πρέπει όμως να θεωρείται ότι κινείται κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά την έννοια της ως άνω νομολογίας, πράγμα που δικαιολογεί τη δυνατότητα εφαρμογής των δικαιωμάτων άμυνας όπως προβλέπονται στο παράρτημα IX του ΚΥΚ.
( 24 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψη 66), η οποία επαναλαμβάνει τη λύση που εφαρμόστηκε στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 16ης Μαΐου 2012, Skareby κατά Επιτροπής (F‑42/10, EU:F:2012:64, σκέψεις 46 έως 48)· της 6ης Οκτωβρίου 2015, CH κατά Κοινοβουλίου (F‑132/14, EU:F:2015:115, σκέψη 57), και της 23ης Οκτωβρίου 2013, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (F‑39/12, EU:F:2013:158, σκέψη 72).
( 25 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψη 69).
( 26 ) Βλ. αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψη 50), και της 9ης Μαρτίου 2010, ERG κ.λπ. (C‑379/08 και C‑380/08, EU:C:2010:127, σκέψη 54), καθώς και, στο πεδίο της δημόσιας διοικήσεως, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, Alvarez κατά Κοινοβουλίου (206/81, EU:C:1982:333, σκέψη 6), και της 17ης Νοεμβρίου 1983, Tréfois κατά Δικαστηρίου (290/82, EU:C:1983:334, σκέψη 19). Όσον αφορά, ειδικότερα, την απόρριψη καταγγελίας για παρενόχληση, βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψεις 35 και 41).
( 27 ) Στο μέτρο που η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο προσβολή του δικαιώματός της ακροάσεως και παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, αρχές που κατοχυρώνονται επίσης στο άρθρο 41 του Χάρτη, δεν ασκεί επιρροή για τη λύση της παρούσας διαφοράς το ότι ρητώς συνδέει τις αρχές αυτές με το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
( 28 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψη 73).
( 29 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά De Bry (C‑344/05 P, EU:C:2006:710, σκέψεις 37 και 38).
( 30 ) Αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (C‑32/95 P, EU:C:1996:402, σκέψη 21)· της 22ας Οκτωβρίου 2013, Sabou (C‑276/12, EU:C:2013:678, σκέψη 38), και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 51), καθώς και αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψη 34), και της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 69 και 74).
( 31 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Δεκεμβρίου 2005, Reynolds κατά Κοινοβουλίου (T‑237/00, EU:T:2005:437, σκέψη 101), και της 8ης Μαρτίου 2005, Βλαχάκη κατά Επιτροπής (T‑277/03, EU:T:2005:83, σκέψη 64), καθώς και απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Prequ’Italia (C‑276/16, EU:C:2017:1010, σκέψη 46). Επί της εκτάσεως του δικαιώματος του θιγομένου να γνωστοποιήσει λυσιτελώς την άποψή του, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση Επιτροπή κατά De Bry (C‑344/05 P, EU:C:2006:483, σημεία 44 επ.).
( 32 ) Πράγμα που απαίτησαν επίσης το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψη 50), και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στην απόφασή του της 23ης Οκτωβρίου 2013, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (F‑39/12, EU:F:2013:158, σκέψεις 73 και 74). Μάλιστα, στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ανεπαρκή την από τη διοίκηση ακρόαση της προσφεύγουσας σχετικά με την αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεώς της χωρίς να της παρασχεθεί πρόσβαση στην έκθεση της συμβουλευτικής επιτροπής σχετικά με την παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας.
( 33 ) Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψη 69).
( 34 ) Βλ. σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 35 ) Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 23ης Οκτωβρίου 2013, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (F‑39/12, EU:F:2013:158, σκέψη 72), και της 16ης Δεκεμβρίου 2015, De Loecker κατά ΕΥΕΔ (F‑34/15, EU:F:2015:153, σκέψη 43)· βλ., πλέον, επίσης απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψη 64).
( 36 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2015, Cerafogli κατά ΕΚΤ (T‑114/13 P, EU:T:2015:678, σκέψη 45). Στην υπόθεση εκείνη, η αναιρεσείουσα είχε όμως πρόσβαση στο σχέδιο εκθέσεως της επιτροπής έρευνας, το οποίο συνόψιζε τις δηλώσεις των μαρτύρων.
( 37 ) Αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Donati κατά ΕΚΤ (F‑63/09, EU:F:2012:193, σκέψη 187), και της 10ης Ιουλίου 2014, CG κατά ΕΚΤ (F‑103/11, EU:F:2014:185, σκέψη 157)· βλ., πλέον, επίσης απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2018, HF κατά Κοινοβουλίου (T‑218/17, EU:T:2018:393, σκέψεις 97 έως 101).
( 38 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Donati κατά ΕΚΤ (F‑63/09, EU:F:2012:193, σκέψη 187).
( 39 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 11ης Ιουλίου 2013, Tzirani κατά Επιτροπής (F‑46/11, EU:F:2013:115, σκέψη 125).
( 40 ) Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε απόφαση με την οποία το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι δικαιολογημένα η επιτροπή έρευνας δεν κλήτευσε μάρτυρες που δεν ήσαν παρόντες κατά τη διάρκεια ολόκληρου του επεισοδίου ή μέρους του επεισοδίου αυτού, βλ. διάταξη της 16ης Οκτωβρίου 1997, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (C‑140/96 P, EU:C:1997:493, σκέψη 38).
( 41 ) Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 11ης Νοεμβρίου 2014, De Nicola κατά ΕΤΕπ (F‑52/11, EU:F:2014:243, σκέψη 143).
( 42 ) Βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2005, Piro κατά Επιτροπής (T‑193/03, EU:T:2005:164, σκέψη 78).
( 43 ) Απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Γκόγκος κατά Επιτροπής (C‑583/08 P, EU:C:2010:287, σκέψη 56).
( 44 ) Ο εύλογος χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται σε κάθε υπόθεση σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υποθέσεως, βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψεις 229 έως 235), και της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψεις 28 και 29).
( 45 ) Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ρητώς δεν εξέτασε την εν λόγω παρανομία υπό το πρίσμα παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη, αλλά αναγνώρισε ότι προκάλεσε ηθική βλάβη στην προσφεύγουσα-ενάγουσα, βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, CG κατά ΕΤΕπ (F‑103/11, EU:F:2014:185, σκέψη 151).
( 46 ) Βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής (C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 έως 29).
( 47 ) Αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 29ης Ιουνίου 2004, Chauvy κ.λπ. κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2004:0629JUD006491501, § 70), και της 15ης Νοεμβρίου 2007, Pfeifer κατά Αυστρίας (CE:ECHR:2007:1115JUD001255603, § 35).
( 48 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 9ης Απριλίου 2009, A. κατά Νορβηγίας (CE:ECHR:2009:0409JUD002807006, § 64).
( 49 ) Η δήλωση πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να προκαλεί ενόχληση στην ιδιωτική ζωή του θιγόμενου προσώπου, βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 9ης Απριλίου 2009, A. κατά Νορβηγίας (CE:ECHR:2009:0409JUD002807006, § 64)· της 10ης Ιουλίου 2014, Axel Springer AG κατά Γερμανίας (CE:ECHR:2012:0207JUD003995408, § 83), και της 16ης Ιουλίου 2015, Delphi AS κατά Εσθονίας (CE:ECHR:2015:0616JUD006456909, § 137).
( 50 ) Στην απόφασή του της 4ης Οκτωβρίου 2007, Sanchez Cardenas κατά Νορβηγίας (CE:ECHR:2007:1004JUD001214803, § 37), το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη ότι η επίμαχη δήλωση, η οποία τότε είχε γίνει από δικαστήριο στο πλαίσιο αποφάσεως, δεν άσκησε επιρροή για τη λύση της διαφοράς.
( 51 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 31)· της 1ης Οκτωβρίου 2009, Foshan Shunde Yongjian Housewares & Hardware κατά Συμβουλίου (C‑141/08 P, EU:C:2009:598, σκέψη 94)· της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Storck κατά ΓΕΕΑ (C‑96/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:537, σκέψη 80)· της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 38), και της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 79).
( 52 ) Επί της δυνατότητας του Δικαστηρίου να αποφανθεί οριστικά για ορισμένα τμήματα της διαφοράς και να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για τα λοιπά, βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 1998, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (C‑259/96 P, EU:C:1998:224).
( 53 ) Βλ. σημεία 83 επ. των παρουσών προτάσεων.