ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 18ης Οκτωβρίου 2018 ( 1 )

Υπόθεση C-535/17

NK, σύνδικος πτωχεύσεως της PI Gerechtsdeurwaarderskantoor BV και του PI,

κατά

BNP Paribas Fortis NV

[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 – Πεδίο εφαρμογής – Κανονισμός (ΕΚ) 864/2007 – Πεδίο εφαρμογής ratione temporis – Αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από σύνδικο πτωχεύσεως κατά τρίτου που διέπραξε αδικοπραξία κατά των πιστωτών»

I. Εισαγωγή

1.

Ο PI ήταν δικαστικός επιμελητής στις Κάτω Χώρες. Τηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στην BNP Paribas Fortis NV (στο εξής: Fortis), στο Βέλγιο. O PI χρησιμοποιούσε τον λογαριασμό για επαγγελματικούς σκοπούς που αφορούσαν το γραφείο που διατηρούσε ως δικαστικός επιμελητής. Το 2006 ο PI ίδρυσε μια εταιρία προκειμένου να ασκεί μέσω αυτής τις δραστηριότητες γραφείου δικαστικού επιμελητή. Ήταν ο μοναδικός μεριδιούχος και διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας. Άλλος λογαριασμός, ένας λογαριασμός διαχειρίσεως, τηρούνταν στο όνομα της εταιρίας στη Rabobank, στις Κάτω Χώρες.

2.

Τον Σεπτέμβριο του 2008 ο PI πραγματοποίησε εμβάσματα ποσού 550000 ευρώ από τον λογαριασμό διαχειρίσεως που τηρούνταν στη Rabobank, στις Κάτω Χώρες, προς τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούνταν στη Fortis, στο Βέλγιο. Λίγες ημέρες αργότερα, προέβη σε ανάληψη του εν λόγω ποσού σε μετρητά από τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούνταν στη Fortis.

3.

Τόσο ο PI όσο και η εταιρία κηρύχθηκαν σε πτώχευση. Ο σύνδικος πτωχεύσεως που χειρίζεται τις εν λόγω πτωχευτικές διαδικασίες, οι οποίες κινήθηκαν στις Κάτω Χώρες, επιδιώκει τώρα την ανάκτηση των 550000 ευρώ από τη Fortis υπέρ της ομάδας των πιστωτών του PI και της εταιρίας. Μια τέτοιου είδους αγωγή είναι γνωστή στο ολλανδικό δίκαιο ως «αγωγή Peeters-Gatzen». Επετράπη το πρώτον το 1983 με απόφαση του Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών), που είναι το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.

4.

Προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος της διεθνούς δικαιοδοσίας, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν αγωγή όπως η αγωγή Peeters-Gatzen εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 2 ) (στο εξής: κανονισμός περί αφερεγγυότητας), ή του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ι).

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

1. Ο κανονισμός Βρυξέλλες I

5.

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι ορίζει ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού «οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες».

2. Ο κανονισμός Ρώμη ΙI

6.

Το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη ΙΙ), ορίζει τα εξής:

«Κατά την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του φερομένου ως υπαιτίου, λαμβάνονται υπόψη, ως πραγματικό στοιχείο και στο μέτρο που είναι αναγκαίο, οι κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς που ίσχυαν στον τόπο και κατά τον χρόνο επέλευσης του γεγονότος που θεμελιώνει την ευθύνη.»

7.

Το άρθρο 31 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ επιγράφεται «Χρονική εφαρμογή». Ορίζει ότι ο κανονισμός «εφαρμόζεται στα ζημιογόνα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του». Κατά το άρθρο 32, που επιγράφεται «Ημερομηνία εφαρμογής», ο κανονισμός «εφαρμόζεται από τις 11 Ιανουαρίου 2009».

3. Ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας

8.

Η αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας εκθέτει τα εξής: «Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να περιορίζεται σε διατάξεις που διέπουν την αρμοδιότητα για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας και τις δικαστικές αποφάσεις που απορρέουν άμεσα από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και έχουν στενή σχέση με αυτές. […]».

9.

Το άρθρο 3 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας περιέχει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας. Η παράγραφός του 1 ορίζει ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία για την έναρξη κύριας διαδικασίας αφερεγγυότητας «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη».

10.

Το άρθρο 4 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας καθορίζει τους κανόνες για το εφαρμοστέο δίκαιο. Έχει ως εξής:

«1.   Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.

2.   Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:

[…]

γ)

οι εξουσίες του οφειλέτη και οι εξουσίες του συνδίκου·

[…]

ιγ)

οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών.»

11.

Το άρθρο 13 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, το οποίο επιγράφεται «Επιβλαβείς πράξεις», ορίζει τα εξής:

«Το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο ιγʹ, δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι:

η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι

το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής.»

Β.   Η ολλανδική νομοθεσία και νομολογία

1. Η αγωγή Peeters-Gatzen

12.

Η αγωγή Peeters-Gatzen επετράπη το πρώτον με απόφαση που εξέδωσε στις 14 Ιανουαρίου 1983 ( 5 ) το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών). Το δικαστήριο αυτό περιγράφει, με τη διάταξή του περί παραπομπής, ορισμένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εν λόγω κατηγορίας αγωγών, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της μετέπειτα νομολογίας του ( 6 ).

13.

Σε περίπτωση προκλήσεως βλάβης στους πιστωτές από τον πτωχό πριν από την πτώχευση, ο σύνδικος πτωχεύσεως έχει την εξουσία να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της ομάδας των πιστωτών. Το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) έχει κρίνει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ευδοκιμήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας η οποία ασκήθηκε κατά τρίτου που είχε συμμετοχή στην εν λόγω πρόκληση βλάβης, ακόμη και αν ο πτωχός δεν διαθέτει ο ίδιος τέτοια αγωγή. Τα έσοδα από την ικανοποίηση μιας τέτοιας αξιώσεως για την οποία ασκήθηκε από τον σύνδικο αγωγή υπέρ της ομάδας των πιστωτών ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, ακριβώς όπως τα έσοδα που απορρέουν από την ευδοκίμηση αγωγής ακυρώσεως δυνάμει των άρθρων 42 επ. του Faillissementswet της 30ής Σεπτεμβρίου 1893 (στο εξής: πτωχευτικός νόμος ή Fw). Συνεπώς, ωφελούν την ομάδα των πιστωτών με τη μορφή αυξήσεως του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας.

14.

Ο σύνδικος αντλεί το δικαίωμα να ασκεί τέτοιες αγωγές από το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Fw, που του αναθέτει το καθήκον διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας. Το εν λόγω δικαίωμα ασκήσεως αγωγής, ανεξάρτητα από το αν ο σύνδικος το ασκεί, δεν εμποδίζει τους επιμέρους πιστωτές να ασκήσουν οι ίδιοι την αγωγή που έχουν από αδικοπραξία τρίτου. Πάντως, το συμφέρον για την προσήκουσα εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας μπορεί να συνεπάγεται ότι, σε περίπτωση που ο σύνδικος έχει, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, δικαίωμα ασκήσεως κατά του τρίτου και υπέρ της ομάδας των πιστωτών αγωγής λόγω αδικοπραξίας, θα πρέπει πρώτα να εκδικαστεί η αγωγή αυτή και έπειτα οι αγωγές των επιμέρους πιστωτών.

15.

Κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας από τον σύνδικο υπέρ της ομάδας των πιστωτών αγωγής, δεν υπάρχει περιθώριο εξετάσεως της ατομικής θέσεως κάθε ενδιαφερόμενου πιστωτή: προέχει η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από κοινού οι πιστωτές. Περαιτέρω, το κοινό συμφέρον το οποίο επιδιώκει να προστατεύσει ο σύνδικος δικαιολογεί το ότι ο τρίτος δεν δύναται, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής Peeters-Gatzen, να προβάλει όλους τους αμυντικούς ισχυρισμούς τους οποίους θα μπορούσε ενδεχομένως να προβάλει κατά ορισμένων επιμέρους πιστωτών.

16.

Η εξουσία του συνδίκου να ασκήσει αγωγή Peeters-Gatzen δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου ο τρίτος ανήκει στον κύκλο των προσώπων τα οποία, βάσει παυλιανής αγωγής (στην πτωχευτική διαδικασία) (άρθρα 42 επ. του Fw), θα είχαν ευθύνη λόγω της συμμετοχής τους σε πράξεις φερόμενες ως καταδολιευτικές. Η αρμοδιότητα του συνδίκου αφορά γενικότερα τη ζημία που προκλήθηκε στην ομάδα των πιστωτών από αδικοπραξία τρίτου ο οποίος είχε συμμετοχή στην πρόκληση της εν λόγω ζημίας. Ο τρίτος δεν απαιτείται να προκάλεσε τη ζημία ή να ωφελήθηκε από αυτήν· αρκεί μόνον ο τρίτος να μπορούσε να αποτρέψει τη ζημία, αλλά, αντιθέτως, να συνεργάστηκε.

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η εθνική διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

17.

Ο PI ήταν δικαστικός επιμελητής στο Beek (στις Κάτω Χώρες) από το 2002 μέχρι τον χρόνο παύσεώς του από τα καθήκοντά του. Από το 2002 ο PI τηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στη Fortis, εταιρία βελγικού δικαίου. Ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός τηρούνταν στο Βέλγιο και χρησιμοποιούνταν από το γραφείο δικαστικού επιμελητή, που διατηρούσε ο PI, για την είσπραξη χρημάτων από Βέλγους οφειλέτες.

18.

Το 2006 ο PI ίδρυσε την περιορισμένης ευθύνης εταιρία PI Gerechtsdeurwaarderskantoor BV (στο εξής: PI BV), της οποίας ήταν ο μοναδικός μεριδιούχος και διαχειριστής. Με την ίδρυση της PI BV, τα κεφάλαια από την προηγούμενη δραστηριότητα του PI ως δικαστικού επιμελητή στο πλαίσιο ατομικής επιχειρήσεως, συμπεριλαμβανομένου του τρεχούμενου λογαριασμού που τηρούσε στη Fortis, εισφέρθηκαν στην εταιρία. Για τις ανάγκες του γραφείου δικαστικού επιμελητή, η PI BV τηρούσε επίσης έναν λογαριασμό διαχειρίσεως στη Rabobank, στις Κάτω Χώρες. Στον λογαριασμό αυτόν τηρούνταν χρήματα 200 περίπου πελατών του γραφείου δικαστικού επιμελητή.

19.

Μεταξύ 23ης και 26ης Σεπτεμβρίου 2008 ο PI πραγματοποίησε ηλεκτρονικά εμβάσματα συνολικού ποσού 550000 ευρώ από τον λογαριασμό διαχειρίσεως που τηρούνταν στη Rabobank προς τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούνταν στη Fortis. Την 1η και την 3η Οκτωβρίου 2008 ο PI προέβη σε ανάληψη συνολικού ποσού 550000 ευρώ σε μετρητά από τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούνταν στη Fortis, στο Βέλγιο.

20.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2008 ο PI παύθηκε από τα καθήκοντά του λόγω καταχρήσεως των χρημάτων που είχε αναλάβει να διαχειρίζεται. Αργότερα, καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή για τον ίδιο λόγο.

21.

Στις 23 Ιουνίου 2009 η PI BV κηρύχθηκε σε πτώχευση. Στις 2 Μαρτίου 2010 κηρύχθηκε σε πτώχευση ο ίδιος ο PI. Οι ομάδες των πιστωτών ενώθηκαν. Ο NK είναι ο σύνδικος αμφότερων των πτωχεύσεων.

22.

Ο σύνδικος κίνησε δίκη ενώπιον του Rechtbank Maastricht (πρωτοδικείου Μάαστριχτ, Κάτω Χώρες, στο εξής: πρωτοδικείο), ζητώντας να υποχρεωθεί η Fortis να καταβάλει ποσό 550000 ευρώ. Υποστήριξε ότι η Fortis διέπραξε αδικοπραξία εις βάρος της ομάδας των πιστωτών της PI BV και του PI, επειδή επέτρεψε την πραγματοποίηση των αναλήψεων μετρητών από τον PI χωρίς να τις ελέγξει, αθετώντας, ως εκ τούτου, τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της. Κατά τον σύνδικο, σε αμφότερες τις πτωχεύσεις οι πιστωτές υπέστησαν βλάβη λόγω των πράξεων της Fortis.

23.

Με παρεμπίπτουσα απόφαση, το πρωτοδικείο έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή του συνδίκου. Το Gerechtshof ’s-Hertogenbosch (εφετείο Hertogenbosch, Κάτω Χώρες, στο εξής: εφετείο) επικύρωσε την απόφαση αυτή με παρεμπίπτουσα απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013, κρίνοντας ότι η αγωγή του συνδίκου στηρίζεται αποκλειστικά στις πτωχεύσεις του PI και της PI BV και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας.

24.

Με οριστική απόφαση, το πρωτοδικείο δέχθηκε το αίτημα του συνδίκου και υποχρέωσε τη Fortis να καταβάλει στον σύνδικο 550000 ευρώ.

25.

Κατόπιν εφέσεως που ασκήθηκε κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως, το εφετείο έκρινε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2016, ότι, εφόσον είχε ήδη αποφανθεί σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία με την παρεμπίπτουσα απόφασή του της 4ης Ιουνίου 2013, δεν ήταν (κατ’ αρχήν) δυνατόν να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, επισήμανε επίσης ότι οι μετέπειτα αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition ( 7 ), και της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’enterprise de Nortel Networks κ.λπ. ( 8 ), παρέχουν στήριγμα στην αιτίαση της Fortis ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση της 4ης Ιουνίου 2013 είναι εσφαλμένη. Ως εκ τούτου, το εφετείο αποφάσισε να επιτρέψει την κατάθεση παρεμπίπτουσας αιτήσεως αναιρέσεως με αντικείμενο το εν λόγω ζήτημα.

26.

Το εφετείο έκρινε επίσης ότι ο Wet conflictenrecht onrechtmatige daad της 11ης Απριλίου 2001 (στο εξής: νόμος περί κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικών με τις αδικοπραξίες ή WCOD) έχει εφαρμογή επί ζημίας που επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού Ρώμη ΙΙ στις 11 Ιανουαρίου 2009. Δυνάμει του άρθρου 3 του WCOD, η αγωγή πρέπει να κριθεί με βάση το βελγικό δίκαιο, δεδομένου ότι οι πράξεις της Fortis τελέστηκαν στο Βέλγιο.

27.

Περαιτέρω, το εφετείο έκρινε ότι το ζήτημα αν ένας σύνδικος πτωχεύσεως έχει την εξουσία να ασκήσει συγκεκριμένης κατηγορίας αγωγή, όπως η αγωγή Peeters‑Gatzen, πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει την πτώχευση (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας). Εν προκειμένω, το δίκαιο αυτό είναι το ολλανδικό, το οποίο παρέχει στον σύνδικο την εξουσία να ασκήσει αγωγή Peeters-Gatzen.

28.

Ο σύνδικος άσκησε αναίρεση, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, κατά της παρεμπίπτουσας αποφάσεως του εφετείου της 16ης Φεβρουαρίου 2016. Ο σύνδικος υποστήριξε ότι, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, το εφετείο έπρεπε να κρίνει ότι η αγωγή Peeters-Gatzen πρέπει να θεωρηθεί «αποτέλεσμα της διαδικασίας αφερεγγυότητας» και ότι επί της αγωγής αυτής έχει, ως εκ τούτου, εφαρμογή η lex fori concursus (ήτοι το ολλανδικό δίκαιο).

29.

Η Fortis κατέθεσε αντίθετη αίτηση αναιρέσεως κατά των παρεμπιπτουσών αποφάσεων του εφετείου της 4ης Ιουνίου 2013 και 16ης Φεβρουαρίου 2016. Υποστήριξε ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η ασκηθείσα από τον σύνδικο αγωγή διέπεται από τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι και όχι από τον κανονισμό περί αφερεγγυότητας. Η αγωγή Peeters-Gatzen δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες I, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν απορρέει άμεσα από τους κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις ειδικά για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

30.

Στη διάταξη περί παραπομπής, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) επισημαίνει ότι η αγωγή Peeters‑Gatzen συνδέεται με το δικαίωμα των πιστωτών περί ασκήσεως αγωγής και με την ευθύνη του τρίτου έναντι των πιστωτών, και ότι το εν λόγω δικαίωμα ασκήσεως αγωγής και η εν λόγω ευθύνη απορρέουν από τους κοινούς κανόνες του αστικού δικαίου. Ωστόσο, τονίζει επίσης ότι η εξουσία του συνδίκου να ασκήσει τέτοια αγωγή απορρέει από τους κανόνες που διέπουν την αφερεγγυότητα και ότι τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως επανέρχονται στην πτωχευτική περιουσία και όχι στους επιμέρους πιστωτές.

31.

Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες επίσης όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου επί της αγωγής δικαίου. Το εφετείο διέκρινε μεταξύ του δικαίου που έχει εφαρμογή επί της εξουσίας του συνδίκου να ασκήσει την αγωγή Peeters‑Gatzen (ius agendi, το οποίο υπόκειται στο ολλανδικό δίκαιο) και του ουσιαστικού δικαίου που έχει εφαρμογή επί της αγωγή αυτής (το οποίο είναι το βελγικό δίκαιο). Ωστόσο, σε περίπτωση που έχει εφαρμογή ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας, το αιτούν δικαστήριο ζητεί περαιτέρω να διευκρινιστεί αν το εφαρμοστέο επί της εν λόγω αγωγής δίκαιο δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας (ήτοι το ολλανδικό δίκαιο) διέπει την αγωγή στο σύνολό της, δηλαδή όσον αφορά τόσο την εξουσία ασκήσεως της αγωγής όσο και το εφαρμοστέο επ’ αυτής ουσιαστικό δίκαιο. Επιπλέον, αν πρόκειται περί αυτού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το βελγικό δίκαιο πρέπει παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της ευθύνης της Fortis.

32.

Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Μήπως μια αγωγή αποζημιώσεως την οποία ο σύνδικος, κατ’ εφαρμογήν του ανατιθεμένου σε αυτόν από το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Fw καθήκοντος διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας, άσκησε κατά τρίτου για λογαριασμό του συνόλου των πιστωτών του πτωχού για τον λόγο ότι ο τρίτος προκάλεσε βλάβη στους πιστωτές αυτούς, και της οποίας αγωγής τα έσοδα, σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς της, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 2, αρχή και στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

2.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και, συνεπώς, αν η εν λόγω αγωγή εμπίπτει στον κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, διέπεται τότε η αγωγή αυτή από το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, όσον αφορά τόσο την αρμοδιότητα του συνδίκου να ασκήσει την αγωγή αυτή όσο και το εφαρμοστέο επί της αγωγής αυτής ουσιαστικό δίκαιο;

3.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει ο δικαστής του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας να λάβει υπόψη, είτε κατ’ αναλογία είτε όχι:

α)

το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, υπό την έννοια ότι ο διάδικος του οποίου ζητείται να αναγνωριστεί η ευθύνη δύναται να αμυνθεί κατά της αγωγής που ο σύνδικος άσκησε για λογαριασμό του συνόλου των πιστωτών, αποδεικνύοντας ότι οι πράξεις του δεν στοιχειοθετούν ευθύνη του σύμφωνα με το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο επί της αγωγής αν η ευθύνη του δεν είχε προβληθεί από τον σύνδικο, αλλά από μεμονωμένο πιστωτή;

β)

το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II), σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δηλαδή τους ισχύοντες στον τόπο τελέσεως της φερόμενης αδικοπραξίας κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς, όπως οι κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλονται στις τράπεζες σε χρηματοοικονομικά ζητήματα;»

33.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο σύνδικος πτωχεύσεως, η Fortis, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο σύνδικος πτωχεύσεως, η Fortis και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις θέσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Ιουλίου 2018.

IV. Εκτίμηση

34.

Οι παρούσες προτάσεις έχουν την ακόλουθη διάρθρωση: αρχικώς θα εξετάσω τα κριτήρια της οριοθετήσεως που πρέπει να γίνει μεταξύ του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Από την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών επί της αγωγής Peeters-Gatzen θα συναγάγω ότι η σχετική αγωγή εμπίπτει ratione materiae στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (A). Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να απαντηθούν. Ωστόσο, προκειμένου να συνδράμω πλήρως το Δικαστήριο σε περίπτωση που απαντήσει διαφορετικά στο πρώτο ερώτημα, θα εξετάσω ακροθιγώς το ζήτημα αν, βάσει του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, η γενικώς εφαρμοστέα lex fori concursus μπορεί να περιοριστεί σε ορισμένα μόνο στοιχεία μιας αγωγής (B), πριν εξετάσω τελικώς τη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis του κανονισμού Ρώμη ΙΙ στην υπόθεση της κύριας δίκης (Γ).

Α.   Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος: το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του κανονισμού περί αφερεγγυότητας

35.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει κατ’ ουσίαν να εξακριβώσει ποιος κανονισμός (ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι ή ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας) έχει εφαρμογή επί αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε από σύνδικο πτωχεύσεως κατά τρίτου, σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχει ο πρώτος δυνάμει του εθνικού πτωχευτικού νόμου να διαχειριστεί και να εκκαθαρίσει την πτωχευτική περιουσία για λογαριασμό της ομάδας των πιστωτών, όταν η εν λόγω αγωγή ασκήθηκε για τον λόγο ότι ο τρίτος διέπραξε αδικοπραξία κατά των πιστωτών και όταν τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως περιέρχονται στην πτωχευτική περιουσία.

36.

Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο να κριθεί αν η εν λόγω αγωγή εμπίπτει στην εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το οποίο ορίζει ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού «οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες». Ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας θα έχει εφαρμογή μόνον αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω αγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω εξαιρέσεως.

1. Η σχέση μεταξύ του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του κανονισμού περί αφερεγγυότητας

37.

Αποτελεί πάγια νομολογία ( 9 ) ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι και ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποτραπεί, αφενός, οποιαδήποτε επικάλυψη μεταξύ του πεδίου εφαρμογής των κανόνων τους και, αφετέρου, οποιοδήποτε κενό δικαίου. Επομένως, οι αγωγές που εξαιρούνται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Αντιστρόφως, οι αγωγές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας εμπίπτουν κατ’ ανάγκην στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι.

38.

Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει, έχοντας λάβει υπόψη τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, και ιδίως την αιτιολογική του σκέψη 7, ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να εκλάβει υπό ευρεία έννοια τις κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» ( 10 ). Αντιθέτως, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας πρέπει να ερμηνεύεται στενά ( 11 ).

39.

Επομένως, οι δυο κανονισμοί πρέπει να θεωρηθεί ότι συνδέονται με σχέση συμπληρωματικότητας. Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι οι πτωχεύσεις και οι ανάλογες διαδικασίες εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της προϋπάρξασας του κανονισμού Βρυξέλλες Ι Συμβάσεως των Βρυξελλών ( 12 ) τόσο λόγω της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου αντικειμένου, η οποία απαιτεί ειδικούς κανόνες, όσο και λόγω των σημαντικών διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των συμβαλλόμενων κρατών ( 13 ). Πάντως, είναι επίσης αναμφισβήτητο ( 14 ) ότι η εξαίρεση αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο συνάψεως της Συμβάσεως των Βρυξελλών καταρτιζόταν παράλληλα μια σύμβαση περί πτωχεύσεως, συμβιβασμού και παρεμφερών διαδικασιών, προκειμένου να περιλάβει τους προμνησθέντες ειδικούς κανόνες. Οι δύο συμβάσεις προορίζονταν να συνδέονται μεταξύ τους με σχέση συμπληρωματικότητας, υπό την έννοια ότι οι διαδικασίες που θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως περί πτωχεύσεως θα εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών ( 15 ). Μολονότι η σύμβαση περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 16 ) ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ, χρησίμευσε ωστόσο ως βάση για την μετέπειτα έκδοση του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, ο οποίος επανέλαβε αυτούσιους τους όρους της εν λόγω συμβάσεως ( 17 ).

2. Η εξαίρεση: να «απορρέει άμεσα από» και/ή να «συνδέεται στενά με» διαδικασία αφερεγγυότητας

40.

Σχετικά με την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, το Δικαστήριο έχει επισημάνει, όσον αφορά την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, ότι μόνον οι αγωγές που απορρέουν άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτήν ( 18 ) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι ( 19 ). Κατά συνέπεια, μόνον οι αγωγές αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας ( 20 ).

41.

Ο κανόνας αυτός εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο το πρώτον στην υπόθεση Gourdain ( 21 ). Όπως έχει επισημανθεί από το Δικαστήριο σε διάφορες περιστάσεις ( 22 ), η ίδια διατύπωση απαντά επίσης στην αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας για τον ορισμό του αντικειμένου του. Η ίδια διατύπωση χρησιμοποιείται επίσης στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού επιβάλλει υποχρέωση αναγνωρίσεως των αποφάσεων που εκδίδονται από δικαστήριο με διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ( 23 ). Κατά το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, το πρώτο εδάφιο έχει εφαρμογή επίσης για «τις αποφάσεις που αποτελούν άμεση απόρροια της διαδικασίας αφερεγγυότητας και εντάσσονται απευθείας σ’ αυτήν». Επιπλέον, στην απόφασή του στην υπόθεση Seagon, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας «απονέμει […] διεθνή δικαιοδοσία στο κράτος μέλος εντός του οποίου κινήθηκε η διαδικασία αφερεγγυότητας προς εκδίκαση αγωγών που απορρέουν άμεσα και συνδέονται στενά με τη διαδικασία αυτή» ( 24 ).

42.

Επομένως, ο ανωτέρω κανόνας παρατίθεται ως το γενικό κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται προκειμένου να κριθεί αν αγωγή (όπως η αγωγή Peeters‑Gatzen στην υπό κρίση υπόθεση) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι ή του κανονισμού περί αφερεγγυότητας.

3. Η εφαρμογή του γενικού κριτηρίου: δύο επιμέρους κριτήρια ή μόνον ένα κριτήριο;

43.

Πάντως, για να είμαι δίκαιος, πρέπει να παραδεχθώ ότι, όπως προκύπτει από πιο προσεκτική εξέταση της νομολογίας, το εφαρμοστέο στις επιμέρους υποθέσεις γενικό κριτήριο δεν είναι εντελώς σαφές, ιδίως όσον αφορά i) τον καθορισμό του ακριβούς περιεχομένου κάθε ενός από τα δύο προεκτεθέντα επιμέρους κριτήρια και ii) την αμοιβαία σχέση τους.

44.

Η αβεβαιότητα αυτή υφίσταται ήδη όσον αφορά το περιεχόμενο του κάθε επιμέρους κριτηρίου. Η έννοια που πρέπει να αποδοθεί στην έκφραση «να απορρέει άμεσα» φαίνεται να μετατοπίζεται από την εκτίμηση περί του αν υφίσταται άμεση σύνδεση (καθισταμένου, ως εκ τούτου, εν τέλει άμεσα ορατού του κινδύνου συγχωνεύσεως με τη δεύτερη προϋπόθεση) προς την ανάλυση του νομικού θεμελίου της αξιώσεως (υπό την έννοια της βάσεως της αγωγής). Το να «συνδέεται στενά» με διαδικασία αφερεγγυότητας δείχνει κάποιου είδους κριτήριο εγγύτητας, μολονότι δεν είναι απολύτως σαφές ποιες περιστάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν υφίσταται τέτοια στενή σύνδεση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

45.

Η αβεβαιότητα αυτή επιτείνεται περαιτέρω από την έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τη λογική σχέση μεταξύ των δύο επιμέρους κριτηρίων, καθισταμένου αμφιβόλου του αν υφίστανται στην πραγματικότητα δύο διαφορετικές προϋποθέσεις. Η χρήση του «και» ως γραμματικού συνδέσμου μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνει μια λογική σύνδεση: η όλη πρόταση θα ευσταθεί αν και μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αμφότερων των επιμέρους προτάσεων. Επομένως, θα υφίστανται δύο σωρευτικά κριτήρια.

46.

Ωστόσο, η νομολογία δεν επιβεβαιώνει πλήρως την ανωτέρω προσέγγιση.

47.

Σε ορισμένες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν δεν πληρούται το ένα από τα επιμέρους κριτήρια, παρέλκει η εξέταση του άλλου. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση F-Tex, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η τότε ένδικη αγωγή δεν συνδεόταν στενά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας (δεύτερη προϋπόθεση), το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί της υπάρξεως άμεσης συνδέσεως μεταξύ της αγωγής και της διαδικασίας αυτής (πρώτη προϋπόθεση) ( 25 ). Στην υπόθεση Nickel & Goeldner Spedition, το Δικαστήριο έκρινε ότι η τότε ένδικη αγωγή δεν συνδεόταν άμεσα με τη διαδικασία αφερεγγυότητας (πρώτη προϋπόθεση), οπότε δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστεί αν η εν λόγω αγωγή συνδεόταν στενά με τη διαδικασία αυτή (δεύτερη προϋπόθεση) ( 26 ).

48.

Σε άλλες υποθέσεις, το γεγονός ότι δεν πληρούνταν το ένα από τα επιμέρους κριτήρια του γενικού κριτηρίου δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να εξετάσει το άλλο. Τούτο συνέβη στην υπόθεση Tünkers France και Tünkers Maschinenbau, όπου το Δικαστήριο, αφότου έκρινε ότι η τότε ένδικη αγωγή δεν απέρρεε άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας (πρώτη προϋπόθεση), εξέτασε ακολούθως το αν η αγωγή συνδεόταν στενά με τέτοια διαδικασία (δεύτερη προϋπόθεση) ( 27 ). Πάντως, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ούτε η δεύτερη προϋπόθεση πληρούνταν. Επομένως, είναι βέβαιο ότι από την υπόθεση εκείνη δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μία από τις δυο προϋποθέσεις έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την άλλη. Η ανάγκη εξετάσεως αμφότερων των επιμέρους κριτηρίων γεννά όμως αμφιβολίες όσον αφορά τη σωρευτική φύση τους: αν είναι πράγματι αναγκαίο να πληρούνται τα δυο επιμέρους κριτήρια, θα είναι ανώφελο να εξετάζονται αμφότερα τα κριτήρια αυτά όταν είναι σαφές ότι το ένα εξ αυτών δεν πληρούται.

49.

Επιπλέον, υπάρχουν επίσης υποθέσεις όπου το Δικαστήριο διαχώρισε ένα επιμέρους κριτήριο, το οποίο έκρινε ως έχον καθοριστική σημασία, εκθέτοντας ότι υπερισχύει του άλλου.

50.

Στην απόφαση SCT Industri, το Δικαστήριο, αφότου υπενθύμισε ότι στην απόφαση Gourdain είχε κρίνει ότι «μια αγωγή συναρτάται με διαδικασία πτωχεύσεως, εφόσον απορρέει άμεσα από την πτώχευση και συνδέεται στενά με [διαδικασία πτωχεύσεως]», συνήγαγε ότι, «[σ]υνεπώς, […] καθοριστικό, προκειμένου να κριθεί αν έχει εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του [κανονισμού Βρυξέλλες Ι], είναι το πόσο στενή είναι η σχέση που υπάρχει, υπό την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Gourdain, μεταξύ αγωγής […] και της πτωχευτικής διαδικασίας» ( 28 ).

51.

Αντιθέτως, στην απόφαση Nickel & Goeldner Spedition, το Δικαστήριο εξέθεσε ότι «το καθοριστικής σημασίας κριτήριο […], για να καθορισθεί ο τομέας στον οποίο εμπίπτει αγωγή δεν είναι το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια τέτοια αγωγή, αλλά η νομική βάση της». Το Δικαστήριο συμπλήρωσε ότι, κατά την προσέγγιση αυτή, πρέπει να εξετάζεται αν το επίδικο δικαίωμα ή η επίδικη παροχή στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου ή σε κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις που ισχύουν ειδικώς στην περίπτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας ( 29 ).

52.

Ως εκ τούτου, σε αντίθεση προς την προσέγγιση που υιοθετήθηκε με την απόφαση SCT Industri, στο πλαίσιο της οποίας τονίστηκε η δεύτερη προϋπόθεση του γενικού κριτηρίου, το επιμέρους κριτήριο της νομικής βάσεως της αγωγής φαίνεται να συνδέεται με την πρώτη από τις δυο προϋποθέσεις του κριτηρίου αυτού, ήτοι με το γεγονός ότι η αγωγή απορρέει άμεσα από τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Πράγματι, στην υπόθεση Nickel & Goeldner Spedition, το Δικαστήριο εκτίμησε την εκεί ένδικη αγωγή με γνώμονα το εν λόγω επιμέρους κριτήριο και συμπέρανε ότι η αγωγή αυτή δεν συνδεόταν άμεσα με τη διαδικασία αφερεγγυότητας, συμπέρασμα το οποίο υποδήλωνε ότι δεν απαιτούνταν να εξεταστεί αν η εν λόγω αγωγή συνδεόταν στενά με τη διαδικασία εκείνη ( 30 ).

53.

Πιο πρόσφατα, το Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο η νομική βάση όσο και η στενή σύνδεση συνιστούν καθοριστικής σημασίας κριτήρια: η πρώτη όσον αφορά την ανάλυση της πρώτης προϋποθέσεως (κατά πόσο μια αγωγή απορρέει άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας) και η δεύτερη όσον αφορά την εκτίμηση της δεύτερης προϋποθέσεως (κατά πόσο μια αγωγή συνδέεται στενά με τέτοια διαδικασία) ( 31 ).

54.

Είναι συνεπώς δίκαιο να αναγνωριστεί ότι δεν είναι τόσο εύκολο να καθοριστεί ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο του εν λόγω γενικού κριτηρίου και πώς αυτό πρέπει να εφαρμόζεται. Η εφαρμογή του κριτηρίου ταλαντεύεται μεταξύ δύο σωρευτικών προϋποθέσεων (χωρίς όμως να είναι τόσο ευδιάκριτη η οριοθέτησή τους), με τις δυο προϋποθέσεις να συγχωνεύονται ενίοτε σε μία ή ακόμη και να αντικαθίστανται εν τέλει από ένα διαφορετικά διατυπωμένο κριτήριο.

55.

Ασφαλώς, είναι αναμφισβήτητο ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου πάντοτε θα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό, όπως συμβαίνει με κάθε κανόνα συγκρούσεως δικαίων, από τα πραγματικά περιστατικά και από το συγκεκριμένο πλαίσιο, εφαρμοζομένης μιας κατά περίπτωση προσεγγίσεως. Επομένως, η ανάλυση άκρως σχολαστικών ταξινομήσεων σε τομέα δικαίου ο οποίος πάντοτε θα είναι εγγενώς περιπτωσιολογικός μπορεί να μην είναι πραγματικά αναγκαία: η εγγύτητα της ένδικης αγωγής με τη διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί ενδεχομένως να εκτιμηθεί καλύτερα εντός του συνολικού διαδικαστικού πλαισίου της εκάστοτε επιμέρους περιπτώσεως, καθισταμένης έτσι δυνατής της συνεκτιμήσεως πολλών διαφορετικών (αλλά πιθανόν, παρά ταύτα, κρίσιμων) στοιχείων.

56.

Όσο ελκυστική και αν είναι η ανωτέρω σκέψη σε αφηρημένο επίπεδο, τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι στην υπό κρίση υπόθεση δείχνουν με παραστατικό τρόπο τα όρια της εν λόγω προσεγγίσεως. Χωρίς σαφήνεια όσον αφορά τις ακριβείς προϋποθέσεις και τη σχέση μεταξύ τους, η προσέγγιση που τάσσεται υπέρ της συνολικής εκτιμήσεως της εγγύτητας και/ή του διαδικαστικού πλαισίου έχει ως αποτέλεσμα ο κάθε μετέχων στη διαδικασία (καθώς επίσης τα εθνικά δικαστήρια) να επικεντρώνεται σε διαφορετική πτυχή της αγωγής και να εκτιμά επί της βάσεως αυτής το αν, κατά την άποψή του, η ένδικη αγωγή συνδέεται αρκούντως στενά με την εκκρεμή διαδικασία αφερεγγυότητας. Περιττεύει να λεχθεί ότι, εφόσον διαφορετικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη ως σημείο αφετηρίας της εκτιμήσεως, κάθε μία από τις προσεγγίσεις αυτές καταλήγει σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα, ιδίως όταν πρόκειται για υβριδική αγωγή όπως αυτή της κύριας δίκης.

4. Το γενικό κριτήριο: η νομική βάση της αγωγής (εκτός αν συνδέεται άρρηκτα με τη διαδικασία αφερεγγυότητας)

57.

Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει το γενικό κριτήριο που έχει κατ’ ουσίαν υιοθετηθεί από τότε που εκδόθηκε η απόφαση Nickel & Goeldner Spedition: άραγε η διαπίστωση του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως που αποτελεί τη βάση της αγωγής στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου ή στους κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις ειδικά για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας; Το καθοριστικής σημασίας επιμέρους κριτήριο θα συναρτάται, επομένως, με το πρώτο σκέλος του γενικού κριτηρίου, ήτοι με το αν η νομική βάση της αγωγής απορρέει άμεσα από κανόνες που διέπουν την αφερεγγυότητα ( 32 ). Η δεύτερη προϋπόθεση του γενικού κριτηρίου θα χρησιμεύει περισσότερο ως εργαλείο επαληθεύσεως του συμπεράσματος που συνήχθη βάσει του πρώτου σκέλους, αλλά όχι ως πλήρες κριτήριο αφ’ εαυτού.

58.

Προκειμένου να εκτιμηθεί η νομική βάση της αγωγής, χρήζει εξετάσεως η φύση της αξιώσεως υπό την έννοια της αιτίας της αγωγής· πρόκειται για αγωγή που στηρίζεται στους κοινούς κανόνες (επί παραδείγματι, στους κανόνες για τις αδικοπραξίες, τις συμβάσεις, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) ή αντιθέτως στους ειδικούς κανόνες για την αφερεγγυότητα;

59.

Ο σκοπός της διερευνήσεως της νομικής βάσεως της αγωγής είναι να εξακριβωθούν η προέλευση και η φύση της αγωγικής αξιώσεως στο πλαίσιο της προσήκουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση (κύριας) ουσιαστικής αναλύσεως. Έτσι, επί παραδείγματι, η αγωγή με αντικείμενο την εφαρμογή συμβατικής υποχρεώσεως έχει τη νομική βάση της στους κοινούς κανόνες του δικαίου των συμβάσεων, ακόμη και αν ασκήθηκε από σύνδικο πτωχεύσεως ο οποίος ενεργεί προς το συμφέρον των πιστωτών ( 33 ), πράγμα που συνεπάγεται, επομένως, ότι τα (ενδεχόμενα) έσοδα θα επανέλθουν στην πτωχευτική περιουσία. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την αγωγή που στηρίζεται, επί παραδείγματι, στους κανόνες για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή, όπως φαίνεται να συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, στους κανόνες για τις αδικοπραξίες.

60.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η υποκείμενη φύση της αγωγικής αξιώσεως παραμένει η ίδια ανεξαρτήτως του ποιος ασκεί την αγωγή. Επομένως, το γεγονός ότι η αγωγή ασκήθηκε από σύνδικο πτωχεύσεως (ή κατά αυτού), απλώς και μόνον ως επακόλουθο της ασκήσεώς της εν μέσω εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας, δεν μεταβάλλει την (κύρια ή υποκείμενη) φύση της αγωγικής αξιώσεως. Η νομική της βάση παραμένει αμετάβλητη ( 34 ). Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για το γεγονός ότι τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως επανέρχονται στην πτωχευτική περιουσία: αν τούτο αποτελεί απλώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η αγωγή ασκήθηκε εν μέσω εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή όσον αφορά τη φύση της αγωγικής αξιώσεως.

61.

Αμφότερες οι μεταβολές αυτές όσον αφορά τα «ανάντη» της αγωγής (ήτοι το ποιος άσκησε την αγωγή ή κατά τίνος ασκήθηκε αυτή) ή όσον αφορά τα «κατάντη» της αγωγής (ήτοι το πού θα καταλήξουν τα έσοδα) αποτελούν φυσιολογικές και αναγκαίες συνέπειες της υπάρξεως εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας, αλλά δεν μεταβάλλουν, αφ’ εαυτών, τη φύση της αγωγής που ασκήθηκε από τον σύνδικο. Αν επιτρεπόταν να καταστήσουν εφαρμοστέα υπέρ του κανονισμού περί αφερεγγυότητας την εξαίρεση από τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, τότε ουσιαστικά οτιδήποτε συνέβαινε εν μέσω εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας θα καθιστούσε εφαρμοστέα την εξαίρεση. Μια «μαύρη τρύπα αφερεγγυότητας» θα είχε ανοιχτεί: επειδή η δικαιοπραξία καταρτίστηκε από σύνδικο πτωχεύσεως, ο οποίος ενεργεί δυνάμει ειδικών κανόνων για την αφερεγγυότητα, και επειδή τα χρήματα προέρχονται από την πτωχευτική περιουσία ή επανέρχονται σε αυτήν, πράγμα που επίσης οφείλεται στους ειδικούς κανόνες για την αφερεγγυότητα, οτιδήποτε και κάθε τι που συμβαίνει όσο συντρέχουν οι εν λόγω δύο παράμετροι θα εμπίπτει εν τέλει στον κανονισμό περί αφερεγγυότητας.

62.

Συγκεκριμένα, επί παραδείγματι, ο σύνδικος πτωχεύσεως που υπογράφει σύμβαση για την προμήθεια γραφικής ύλης την οποία χρειάζεται για την εκτέλεση των επαγγελματικών καθηκόντων του συνάπτει τη σύμβαση αυτή σε συνάρτηση με τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν δυνάμει των ειδικών κανόνων για την αφερεγγυότητα και πράττει τούτο υπέρ της ομάδας των πιστωτών. Επιπλέον, το τίμημα της αγοράς θα εξοφληθεί (εν τέλει) από το υπόλοιπο της πτωχευτικής περιουσίας. Ωστόσο, τούτο σαφώς δεν σημαίνει ότι, αν πρέπει να ασκηθεί αγωγή στο πλαίσιο αντιδικίας αναφορικά με την εφαρμογή της εν λόγω συμβάσεως, η αγωγή θα απορρέει από τους κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις ειδικά για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η υποκείμενη κύρια αξίωση που αφορά την εν λόγω συναλλαγή παραμένει σαφώς συμβατικής φύσεως.

63.

Περαιτέρω, αντικείμενο εξετάσεως πρέπει να αποτελέσει η νομική βάση της αγωγής (ήτοι οι κανόνες που θα έχουν εφαρμογή κατά την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως) και όχι ο χρηματοοικονομικός λόγος διενέργειας της συναλλαγής (επί παραδείγματι, ο λόγος για τον οποίο συνήφθη η σύμβαση ή ο λόγος για τον οποίο εξαρχής επιχειρήθηκε συγκεκριμένη πράξη η οποία προκάλεσε τελικώς ζημία) ούτε, ειδικότερα στο πλαίσιο αδικοπραξίας, το ζήτημα ποιοι ακριβώς κανόνες (φέρεται ότι) παραβιάστηκαν.

64.

Έτσι, για να αναφέρω ένα περαιτέρω παράδειγμα, ας υποτεθεί ότι σύνδικος πτωχεύσεως προκαλεί αυτοκινητιστικό ατύχημα καθ’ οδόν για συνάντηση με πιστωτές (επειδή η σκέψη του είναι επικεντρωμένη στην εκκρεμή διαδικασία αφερεγγυότητας αντί στον δρόμο). Αν ένας τραυματίας επιθυμεί να εναγάγει τον σύνδικο, τότε η φύση της αγωγικής αξιώσεως θα είναι σαφώς αδικοπρακτική, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, μέχρι ορισμένου βαθμού, σαφώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο σύνδικος ενεπλάκη στο ατύχημα εξαιτίας (και κατά τη διάρκεια) της εκτελέσεως καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί δυνάμει ειδικών κανόνων για την αφερεγγυότητα.

65.

Από τη σκοπιά αυτή, καθίσταται σαφές ότι το δεύτερο σκέλος της διατυπώσεως που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, ήτοι το αν η αγωγή συνδέεται στενά με διαδικασία αφερεγγυότητας, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα αυτοτελές κριτήριο, αλλά περισσότερο ένα πρόσθετο στοιχείο για την επαλήθευση του κύριου κριτηρίου, ήτοι της νομικής βάσεως. Επομένως, το κριτήριο της στενής συνδέσεως καθιστά δυνατό τον έλεγχο ως προς το αν η εκτίμηση με γνώμονα τη νομική βάση είναι ορθή. Τούτο δε επειδή καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση άλλων στοιχείων του γενικότερου πλαισίου, τα οποία μπορεί να συνηγορούν, σε μάλλον ειδικές περιπτώσεις, υπέρ μιας διαφορετικής λύσεως σε σχέση με τη συναγόμενη με γνώμονα το κριτήριο της νομικής βάσεως.

66.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη στενής συνδέσεως με τη διαδικασία αφερεγγυότητας θα μπορεί να επαληθευθεί με το να τεθεί μια αρκετά απλή ερώτηση: θα ήταν δυνατό να ασκηθεί η ίδια αγωγή –ήτοι μια αγωγή της ίδιας νομικής φύσεως, αλλά βεβαίως όχι πανομοιότυπη από κάθε άποψη– εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε δεν θα είναι πιθανό ότι υπάρχει στενή σύνδεση ικανή να διαφοροποιήσει την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του γενικού κριτηρίου, ήτοι σε συνάρτηση με τη νομική φύση της αγωγικής αξιώσεως.

67.

Από την άποψη αυτή, η στενή σύνδεση έχει μάλλον την έννοια της άρρηκτης συνδέσεως. Ισοδυναμεί με κριτήριο «εκτός εάν»: αν παρόμοια αγωγή (όπως προηγουμένως, όχι πανομοιότυπη από απόψεως όλων των δικονομικών στοιχείων της, αλλά μόνον όσον αφορά τη νομική της φύση) μπορεί να ασκηθεί παράλληλα με διαδικασία αφερεγγυότητας ή ανεξαρτήτως τέτοιας διαδικασίας, τότε επιβεβαιώνεται ότι η αγωγή αυτή δεν συνδέεται άρρηκτα με διαδικασία αφερεγγυότητας.

68.

Το ανωτέρω κριτήριο καθιστά δυνατή την περαιτέρω επιβεβαίωση του ότι δεν είναι κρίσιμα τα προμνησθέντα «ανάντη» ή «κατάντη» στοιχεία της αγωγής, στο μέτρο που αυτά οφείλονται απλώς και μόνο στην ύπαρξη εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας. Αντιστρόφως, η απάντηση μπορεί να διαφέρει, αν ορισμένη αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί από άλλον ή κατά άλλου, πέραν του συνδίκου πτωχεύσεως, ή αν προϋποθέτει την κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας.

69.

Τέλος, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς ότι, σε πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις, η επαλήθευση με βάση τη στενή σύνδεση θα μπορεί να υπερισχύσει του αποτελέσματος που προκύπτει από την εφαρμογή του κριτηρίου της νομικής βάσεως. Τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που συγκεκριμένη αγωγή, μολονότι κατ’ αρχήν στηρίζεται σε κοινούς κανόνες, χαρακτηρίζεται ωστόσο από την ύπαρξη τόσο μεγάλου αριθμού ειδικών κανόνων με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις, όπως επί παραδείγματι όσον αφορά το αντικείμενο της αγωγικής αξιώσεως, το βάρος αποδείξεως ή η προθεσμία παραγραφής, οι οποίοι διαφέρουν από το γενικό καθεστώς σε τόσο σημαντικό βαθμό ώστε να ισοδυναμούν εν τέλει με διαφορετικό και ειδικό καθεστώς, πράγμα που είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή της εν λόγω αγωγής στο πεδίο της αφερεγγυότητας. Για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά, η προσθήκη ολοένα περισσότερων ειδικών στοιχείων στο σχέδιο ενός αλόγου θα σημαίνει αναπόφευκτα ότι, κάποια στιγμή, το εικονιζόμενο ζώο θα μεταμορφωθεί εκ των πραγμάτων σε καμήλα, ελέφαντα ή κάτι άλλο.

70.

Πάντως, κατά την εφαρμογή του γενικού κριτηρίου, ιδίως δε του προπαρατεθέντος δεύτερου σταδίου επαληθεύσεως, θα πρέπει πράγματι να υιοθετείται μια συνολική προσέγγιση που εκλαμβάνει ως αναγκαία, όπως επανειλημμένα εκτέθηκε, τη στενή ερμηνεία της προβλεπόμενης στον κανονισμό Βρυξέλλες Ι εξαιρέσεως περί αφερεγγυότητας ( 35 ). Τούτο τονίζεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής είναι πιθανό, όχι μόνο να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση αποφάσεως επί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά επίσης, όπως θα δούμε εν συνεχεία στο πλαίσιο των απαντήσεων που θα δώσω στα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, να επηρεάσει τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου.

5. Η αγωγή Peeters-Gatzen

71.

Όσον αφορά ειδικότερα την ένδικη στην κύρια δίκη αγωγή Peeters-Gatzen, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, με τη γνώση των αρκετά περίπλοκων εθνικών δικονομικών κανόνων που διαθέτει, να εφαρμόσει την προεκτεθείσα συλλογιστική επί του εν λόγω δικονομικού θεσμού και να κρίνει, ως εκ τούτου, ποιος από τους δύο επίμαχους κανονισμούς έχει εφαρμογή στην ένδικη αγωγή.

72.

Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των κύριων χαρακτηριστικών της αγωγής Peeters-Gatzen, όπως αυτά εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής, και εκτιμωμένης της αγωγής αυτής από απόψεως της νομικής της φύσεως κατά την προεκτεθείσα έννοια, φρονώ ότι η εν λόγω αγωγή είναι αγωγή εξ αδικοπραξίας. Επομένως, θεωρώ ότι δεν εμπίπτει στην εξαίρεση που καθιερώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Ως εκ τούτου, η σχετική αγωγή μένει εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι.

73.

Η αγωγή Peeters-Gatzen περιγράφεται, στη διάταξη περί παραπομπής, ως στηριζόμενη σε αξίωση που απορρέει από τους κοινούς κανόνες του αστικού δικαίου, ήτοι τους κανόνες για τις αδικοπραξίες. Εκτίθεται ότι, όπως προκύπτει από απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου της 24ης Απριλίου 2009 ( 36 ), η αγωγή Peeters-Gatzen στηρίζεται στη ζημία που προκλήθηκε στους πιστωτές από τις ενέργειες του πτωχού και του τρίτου. Η σχετική αξίωση συναρτάται με το δικαίωμα των πιστωτών περί ασκήσεως αγωγής και με την ευθύνη του τρίτου έναντι των πιστωτών. Επομένως, μολονότι έχει ορισμένα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, γεγονός παραμένει ότι η αγωγή αυτή απορρέει από αδικοπραξία.

74.

Επομένως, η αγωγική αξίωση που προβάλλεται από τον σύνδικο κατά της Fortis φαίνεται να είναι αδικοπρακτικής φύσεως· στηρίζεται στη φερόμενη μη εκπλήρωση από την τράπεζα των εκ του νόμου υποχρεώσεών της όσον αφορά την παρακολούθηση και την παρεμπόδιση χρηματικών αναλήψεων που έχουν προδήλως ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους πιστωτές (πρώτο σκέλος του γενικού κριτηρίου). Κανένα από τα εκτιθέμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αγωγής Peeters-Gatzen δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι αγωγή όπως αυτή που ασκήθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης όντως συνδέεται τόσο στενά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας, ώστε η σύνδεση αυτή να βαρύνει περισσότερο από το γεγονός ότι η νομική φύση της είναι αυτή της αδικοπραξίας (δεύτερο σκέλος του γενικού κριτηρίου).

75.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει τρία τέτοια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο κείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.

76.

Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η αγωγή Peeters-Gatzen ασκείται από σύνδικο πτωχεύσεως σε εκτέλεση καθήκοντος που του έχει ανατεθεί δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας: να διαχειριστεί και να εκκαθαρίσει την πτωχευτική περιουσία για λογαριασμό και προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών. Τούτο δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικής σημασίας, επειδή ουσιαστικά όλες οι αγωγές που ασκούνται από σύνδικο πτωχεύσεως ασκούνται στο πλαίσιο των καθηκόντων που καθορίζονται από τη νομοθεσία περί αφερεγγυότητας και προς τον σκοπό της διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας για λογαριασμό της ομάδας των πιστωτών και προς το συμφέρον αυτής. Όπως προεκτέθηκε στα σημεία 61 έως 64 των παρουσών προτάσεων, αν τούτο ήταν καθοριστικό στοιχείο, τότε κάθε αγωγή που θα ασκούνταν από σύνδικο πτωχεύσεως υπό την επίσημη ιδιότητά του θα ενέπιπτε, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεώς της, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας.

77.

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει το γεγονός ότι, στις περιπτώσεις ασκήσεως αγωγής Peeters-Gatzen, ο σύνδικος πτωχεύσεως προβάλλει την αγωγική αξίωση για τον λόγο ότι ο τρίτος διέπραξε αδικοπραξία εις βάρος των πιστωτών. Φρονώ ότι το εν λόγω στοιχείο δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την ύπαρξη στενής συνδέσεως της εν λόγω κατηγορίας αγωγών με τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Αντιθέτως, κατά την άποψή μου, τονίζει την αληθώς αδικοπρακτική φύση της αγωγής Peeters-Gatzen.

78.

Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο τονίζει επίσης το γεγονός ότι τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως περιέρχονται στην πτωχευτική περιουσία. Επισημαίνω εκ νέου ότι, όπως εξήγησα στα σημεία 61 έως 64 των παρουσών προτάσεων, το εν λόγω στοιχείο δεν είναι καθοριστικής σημασίας, καθόσον, διαφορετικά, θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει τον κανονισμό περί αφερεγγυότητας εφαρμοστέο επί όλων ουσιαστικά των αγωγών που ασκούνται από σύνδικο πτωχεύσεως. Πράγματι, τα έσοδα από την ικανοποίηση τέτοιων αξιώσεων συνήθως επανέρχονται στην πτωχευτική περιουσία, καθόσον οι πιστωτές με δικαίωμα λήψεως των εσόδων από την άσκηση συγκεκριμένης αγωγής αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

79.

Πέραν των ανωτέρω στοιχείων τα οποία μνημονεύονται στο κείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνονται δύο περαιτέρω στοιχεία τα οποία είναι χαρακτηριστικά για την εν λόγω κατηγορία αγωγών και τα οποία συζητήθηκαν επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

80.

Το πρώτο πρόσθετο στοιχείο απορρέει από απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2001 ( 37 ), στην οποία το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η αγωγή Peeters‑Gatzen δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής από επιμέρους πιστωτές ιδίω ονόματι, ωστόσο, σε περίπτωση ασκήσεως τέτοιας αγωγής από επιμέρους πιστωτή, το συμφέρον για την προσήκουσα εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας μπορεί να επιτάσσει την κατά προτεραιότητα εκδίκαση της αγωγής Peeters-Gatzen.

81.

Το στοιχείο αυτό όντως δείχνει την ύπαρξη συνδέσεως μεταξύ αυτής της συγκεκριμένης κατηγορίας αγωγών και της διαδικασίας αφερεγγυότητας, καθόσον η (ενδεχόμενη) προνομιακή μεταχείριση της αγωγής Peeters-Gatzen στηρίζεται στην ύπαρξη τέτοιας διαδικασίας. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η σύνδεση αυτή δεν είναι τόσο στενή ώστε να βαρύνει περισσότερο από την εκτίμηση που πραγματοποιείται με γνώμονα τη φύση της αγωγής, επειδή η εν λόγω προνομιακή μεταχείριση δεν φαίνεται να παρέχεται αυτοδικαίως: όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, στις περιπτώσεις που υφίστανται παράλληλες επιμέρους αγωγές, «μπορεί» να είναι αναγκαίο να εκδικαστεί πρώτα η αγωγή Peeters-Gatzen.

82.

Το δεύτερο πρόσθετο στοιχείο που τονίζεται στη διάταξη περί παραπομπής είναι ότι, βάσει αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου της 23ης Δεκεμβρίου 1994 ( 38 ), η θέση των πιστωτών στις περιπτώσεις ασκήσεως αγωγής Peeters-Gatzen εξετάζεται από κοινού, προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστησαν από κοινού. Ως εκ τούτου, ο τρίτος δεν μπορεί να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε ενδεχομένως να προβάλει κατά των επιμέρους πιστωτών.

83.

Κατά την άποψή μου, το εν λόγω χαρακτηριστικό απορρέει από τη συλλογική φύση της αγωγής Peeters-Gatzen και όχι από τη σύνδεσή της με τη διαδικασία αφερεγγυότητας ( 39 ). Εντούτοις, είναι αληθές ότι ο εν λόγω περιορισμός των αμυντικών ισχυρισμών που μπορούν να προβληθούν μπορεί να θεωρηθεί ότι τίθεται εν τέλει προς το συμφέρον της διαδικασίας αφερεγγυότητας, καθόσον ενισχύει την αποτελεσματικότητα μιας αγωγής, η οποία, σε περίπτωση που ικανοποιηθεί η αγωγική αξίωση, θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας. Ωστόσο, ένα τέτοιο μάλλον παρεμπίπτον ή δευτερεύον χαρακτηριστικό της αγωγής Peeters-Gatzen δεν φαίνεται να στοιχειοθετεί αρκούντως στενή σύνδεση μεταξύ της εν λόγω αγωγής και της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ώστε να μπορεί να ανατραπεί το γενικό συμπέρασμα που στηρίζεται στην εκτίμηση της φύσεως της αγωγής αυτής.

84.

Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, έχω την άποψη ότι αγωγή αποζημιώσεως απορρέουσα από τους κοινούς κανόνες του αστικού δικαίου και ασκηθείσα από σύνδικο πτωχεύσεως κατά τρίτου, κατ’ εφαρμογήν της υποχρεώσεως που επιβάλλει στον πρώτο η εθνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας να διαχειριστεί και να εκκαθαρίσει την πτωχευτική περιουσία για λογαριασμό της ομάδας των πιστωτών, η οποία ασκήθηκε για τον λόγο ότι ο τρίτος διέπραξε αδικοπραξία εις βάρος των πιστωτών, και τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως περιέρχονται στην πτωχευτική περιουσία, εμπίπτει ratione materiae στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι.

Β.   Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος και επί του πρώτου σκέλους του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος: το πεδίο εφαρμογής της lex fori concursus βάσει του κανονισμού περί αφερεγγυότητας

85.

Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο χρήζουν εξετάσεως μόνον αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγωγή Peeters-Gatzen εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Λαμβανομένης υπόψη της αρνητικής απαντήσεως την οποία προτείνω να δοθεί στο σχετικό ερώτημα, φρονώ ότι παρέλκει η εξέταση του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος. Ωστόσο, προκειμένου να συνδράμω πλήρως το Δικαστήριο, σε περίπτωση που συναγάγει διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ασχοληθώ συνοπτικά με τα εν λόγω ερωτήματα στο εναπομένον τμήμα των παρουσών προτάσεων.

86.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, στην περίπτωση που η αγωγή Peeters-Gatzen θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον κανονισμό περί αφερεγγυότητας, η αγωγή αυτή διέπεται, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, από το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας όσον αφορά τόσο την εξουσία του συνδίκου να ασκήσει την αγωγή αυτή όσο και το εφαρμοστέο επί της εν λόγω αγωγής ουσιαστικό δίκαιο.

87.

Με το ερώτημα αυτό ζητείται να κριθεί αν είναι δυνατόν να υιοθετηθεί η προσέγγιση που εφαρμόστηκε από το εφετείο στην εθνική διαδικασία και, ως εκ τούτου, να διαχωριστεί το δίκαιο που διέπει τις εξουσίες του συνδίκου (ius agendi) από το δίκαιο που έχει εφαρμογή επί της ουσίας της αγωγής. Σε περίπτωση υιοθετήσεως της εν λόγω προσεγγίσεως, οι εξουσίες του συνδίκου θα διέπονται από τη lex fori concursus (ήτοι από το ολλανδικό δίκαιο), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «[…] βάσει του δικαίου [του κράτους έναρξης], ορίζονται συγκεκριμένα […] οι εξουσίες του οφειλέτη και οι εξουσίες του συνδίκου». Ωστόσο, η ουσία της αγωγής θα διέπεται από το δίκαιο που έχει εφαρμογή βάσει των γενικών (μη αφορώντων τις διαδικασίες αφερεγγυότητας) κανόνων συγκρούσεως δικαίων. Στην υπό εξέταση υπόθεση, τούτο θα έχει ως συνέπεια την εφαρμογή των ολλανδικών κανόνων συγκρούσεως δικαίων, επειδή ο κανονισμός Ρώμη ΙΙ δεν έχει εφαρμογή ratione temporis (βλ. τμήμα Γ των παρουσών προτάσεων). Συνακόλουθα, ο εφαρμοστέος κανόνας θα είναι, κατά τη διάταξη περί παραπομπής, το άρθρο 3 του WCOD, βάσει του οποίου η αγωγή θα πρέπει να εκδικαστεί με γνώμονα το βελγικό δίκαιο, δεδομένου ότι οι πράξεις της Fortis τελέστηκαν στο Βέλγιο.

88.

Φρονώ ότι ο ως άνω διαχωρισμός των δικαίων που έχουν εφαρμογή επί των επιμέρους στοιχείων της αγωγής είναι προβληματικός ( 40 ).

89.

Πρώτον, όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο ( 41 ), η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας αναφέρει ότι ο κανονισμός αυτός, «στα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, θα πρέπει να καθορίζει ενιαίους κανόνες για τη σύγκρουση των νομοθεσιών οι οποίοι να αντικαθιστούν, στα πλαίσια του πεδίου εφαρμογής τους, τις εθνικές διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου». Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρει περαιτέρω ότι «[ο] lex concursus καθορίζει όλα τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τόσο τα διαδικαστικά όσο και τα ουσιαστικά, επί των ενεχόμενων προσώπων και έννομων σχέσεων» ( 42 ). Επομένως, αν η αγωγή Peeters-Gatzen ενέπιπτε στον κανονισμό περί αφερεγγυότητας, όλα τα στοιχεία της θα διέπονταν αποκλειστικώς από τους περιεχόμενους στον εν λόγω κανονισμό κανόνες συγκρούσεως δικαίων.

90.

Δεύτερον, φρονώ ότι είναι σαφές ότι τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού αφερεγγυότητας, συνδυαστικώς εφαρμοζόμενα, επιδιώκουν, κατά γενικό κανόνα, την ταυτότητα μεταξύ forum και ius, ήτοι μια αντιστοιχία μεταξύ των δικαστηρίων που έχουν διεθνή δικαιοδοσία και του δικαίου που έχει εφαρμογή επί των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Πράγματι, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, «εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας» ( 43 ). Κατά την άποψή μου, ο κανονισμός δεν προβλέπει εξαίρεση η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή άλλου δικαίου, αντί της lex fori concursus, επί της ουσίας μιας αγωγής, όπως η αγωγή Peeters-Gatzen, αν θεωρηθεί ότι η αγωγή αυτή διέπεται από τον κανονισμό περί αφερεγγυότητας.

91.

Σε περίπτωση που ο διαχωρισμός των δικαίων που έχουν εφαρμογή επί της αγωγής δεν είναι δυνατός, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το πρώτο σκέλος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, να διευκρινιστεί αν το βελγικό δίκαιο μπορεί να ληφθεί υπόψη με διαφορετικό τρόπο. Ερωτά αν τα δικαστήρια του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας πρέπει να λάβουν υπόψη το άρθρο 13 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, ούτως ώστε η εναγομένη να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγής Peeters-Gatzen αποδεικνύοντας ότι οι πράξεις της δεν στοιχειοθετούν ευθύνη της αν εκτιμηθούν βάσει του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο επί της αγωγής στην περίπτωση που αυτή είχε ασκηθεί από επιμέρους πιστωτή, ως επακόλουθο αδικοπραξίας, και όχι από τον σύνδικο (ήτοι βάσει του βελγικού δικαίου).

92.

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, «[…] βάσει του δικαίου [του κράτους έναρξης], ορίζονται συγκεκριμένα […] οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών».

93.

Το άρθρο 13 προβλέπει εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, ορίζοντας ότι αυτό «δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι [i)] η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι [ii)] το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής». Επομένως, το άρθρο 13 μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου έχει εφαρμογή το ίδιο το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ.

94.

Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα μπορούσε η ένδικη στην κύρια δίκη αγωγή Peeters-Gatzen να χαρακτηριστεί ως κανόνας «που άπτ[ε]ται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού περί αφερεγγυότητας. Ο σκοπός της αγωγής αυτής δεν συνίσταται στην κήρυξη της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού της πράξεως τρίτου, αλλά στην αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από την αδικοπραξία που ο τρίτος διέπραξε εις βάρος των πιστωτών. Επομένως, εφόσον το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην κύρια δίκη, ούτε η κατά το άρθρο 13 εξαίρεση μπορεί να έχει εφαρμογή.

95.

Ένα περαιτέρω εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 13 φαίνεται να προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση και τον σκοπό του. Όσον αφορά τη γραμματική διατύπωση, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε εκείνον «ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών» (η υπογράμμιση δική μου). Εξετάζοντας τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξαίρεση που καθιερώνεται με το άρθρο 13, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά ( 44 ), «αποσκοπεί στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ωφεληθέντος από δικαιοπραξία επιβλαβή για το σύνολο των δανειστών, προβλέποντας ότι η δικαιοπραξία αυτή θα εξακολουθεί να διέπεται, ακόμα και μετά την κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας, από το δίκαιο που ήταν εφαρμοστέο την ημερομηνία κατά την οποία συνήφθη […]» ( 45 ).

96.

Στην υπό κρίση υπόθεση αδυνατώ να εντοπίσω κάποια δικαιοπραξία της οποίας επωφελήθη η Fortis και η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί προκειμένου να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Fortis. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

97.

Κατά συνέπεια, αν θεωρηθεί ότι η αγωγή Peeters-Gatzen εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, η αγωγή αυτή θα διέπεται αποκλειστικά από τη lex fori concursus. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 13 του κανονισμού, προκειμένου να ληφθεί υπόψη διαφορετικό δίκαιο.

98.

Εν είδει υστερογράφου, μπορεί να συμπληρωθεί ότι η περιλαμβανόμενη στο παρόν τμήμα ανάλυση φαίνεται, κατά την άποψή μου, να επιβεβαιώνει περαιτέρω το συμπέρασμα ότι η ορθή απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι η αγωγή Peeters-Gatzen δεν διέπεται από τον κανονισμό περί αφερεγγυότητας. Πράγματι, αν η αγωγή αυτή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, τούτο θα σήμαινε ότι το εφαρμοστέο επί της φερόμενης αδικοπραξίας δίκαιο δεν θα ήταν το βελγικό (ήτοι το δίκαιο του τόπου τελέσεως της φερόμενης αδικοπραξίας), αλλά το ολλανδικό (ήτοι το δίκαιο του τόπου όπου κινήθηκε η μετέπειτα διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του προσώπου που θεωρήθηκε ότι άντλησε όφελος από την αδικοπραξία). Όπως έδειξε η περιλαμβανόμενη στο παρόν τμήμα ανάλυση, τούτο θα καθιστούσε αναγκαία, στην πράξη, μια μάλλον τεχνητή ή δυσεφάρμοστη νομική κατασκευή, προκειμένου να μείνουν ανεφάρμοστοι οι γενικοί κανόνες του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, πράγμα που σαφώς θέτει το ερώτημα γιατί να πρέπει οι εν λόγω κανόνες να έχουν εξαρχής εφαρμογή. Αντιθέτως, οι ως άνω προσπάθειες επιβεβαιώνουν ότι πράγματι δεν υφίσταται στενή και αναγκαία σύνδεση μεταξύ της εν λόγω αγωγής και της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Γ.   Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος: ο κανονισμός Ρώμη ΙI

99.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι η αγωγή Peeters-Gatzen υπόκειται αποκλειστικά στη lex fori concursus, αν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη, είτε ευθέως είτε τουλάχιστον κατ’ αναλογία, και βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού Ρώμη II, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, οι ισχύοντες στον τόπο τελέσεως της φερόμενης αδικοπραξίας (ήτοι στο Βέλγιο) κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς, όπως οι κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλονται στις τράπεζες σε χρηματοοικονομικά ζητήματα.

100.

Εξ όσων γνωρίζω, το άρθρο 17 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ δεν έχει αποτελέσει ποτέ αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, κατά την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του φερομένου ως υπαιτίου, λαμβάνονται υπόψη (αντί να εφαρμόζονται), ως πραγματικό στοιχείο (αντί ως κανόνες δικαίου) και στο μέτρο που είναι αναγκαίο (οπότε, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, με ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του δικαστή), οι κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς που ίσχυαν στον τόπο και κατά τον χρόνο επελεύσεως του γεγονότος που θεμελιώνει την ευθύνη.

101.

Προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 17 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ στην κύρια δίκη, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να έχει εφαρμογή ratione temporis. Είναι αληθές ότι ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής ratione temporis του κανονισμού Ρώμη ΙΙ, όπως αυτό ρυθμίζεται από τα άρθρα 31 και 32 του εν λόγω κανονισμού, δεν είναι αυταπόδεικτος. Πάντως, στην απόφαση Homawoo, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τον κανονισμό αυτόν μόνο στα γενεσιουργά ζημιών γεγονότα τα οποία επήλθαν μετά τις 11 Ιανουαρίου 2009. Η ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής ratione temporis του εν λόγω κανονισμού ( 46 ).

102.

Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Homawoo, και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν οι κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλονται στις τράπεζες σε χρηματοοικονομικά ζητήματα εμπίπτουν στην έννοια «κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς», έχω την άποψη ότι το άρθρο 17 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπόθεση της κύριας δίκης.

103.

Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το αν είναι δυνατόν το άρθρο 17 του κανονισμού Ρώμη ΙΙ (καθώς και το άρθρο 13 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας) να ληφθεί υπόψη κατ’ αναλογία στην υπό εξέταση υπόθεση. Ασφαλώς είναι αληθές ότι κάθε κανόνας ή αρχή του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως του αν είναι σε ισχύ και αν παράγει δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα, μπορεί δυνητικά να ληφθεί υπόψη κατ’ αναλογία από εθνικό δικαστήριο, στον βαθμό που τούτο επιτρέπεται βάσει των εθνικών κανόνων που διέπουν την ερμηνεία και εφαρμογή ( 47 ) και στο μέτρο που ο εθνικός δικαστής θεωρεί την εν λόγω προαιρετική άντληση εμπνεύσεως από το δίκαιο της Ένωσης χρήσιμη για τη λύση της ένδικης διαφοράς.

104.

Ωστόσο, κατά την άποψή μου, το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι, όπως προανέφερα ( 48 ), αν είναι πραγματικά αναγκαία η επίκληση μιας δυσεφάρμοστης νομικής κατασκευής, ήτοι εν προκειμένω της κατ’ αναλογία εφαρμογής κανόνων, εκτός του πεδίου εφαρμογής τους ratione materiae και ratione temporis, με σκοπό την εύρεση μιας λύσεως (της εφαρμογής του βελγικού δικαίου) η οποία λύει ένα πρόβλημα (την εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου δυνάμει του κανονισμού περί αφερεγγυότητας) το οποίο δεν θα έπρεπε να έχει δημιουργηθεί εξαρχής (καθόσον η ένδικη αγωγή Peeters-Gatzen έπρεπε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι). Σε κάθε περίπτωση, έχω και πάλι την άποψη ότι, αντιθέτως, τα εν λόγω ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται στενή σύνδεση μεταξύ της αγωγής αυτής και της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

V. Πρόταση

105.

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) ως εξής:

Αγωγή αποζημιώσεως απορρέουσα από τους κοινούς κανόνες του αστικού δικαίου, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, και ασκηθείσα από σύνδικο πτωχεύσεως κατά τρίτου, κατ’ εφαρμογήν της υποχρεώσεως που επιβάλλει στον πρώτο η εθνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας να διαχειριστεί και να εκκαθαρίσει την πτωχευτική περιουσία για λογαριασμό της ομάδας των πιστωτών, η οποία ασκήθηκε για τον λόγο ότι ο τρίτος διέπραξε αδικοπραξία εις βάρος των πιστωτών, και τα έσοδα από την ικανοποίηση της αγωγικής αξιώσεως περιέρχονται στην πτωχευτική περιουσία, εμπίπτει ratione materiae στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) ΕΕ 2000, L 160, σ. 1.

( 3 ) ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.

( 4 ) ΕΕ 2007, L 199, σ. 40.

( 5 ) ECLI:NL:HR:1983:AG4521, NJ 1983/597.

( 6 ) Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στις αποφάσεις του της 23ης Δεκεμβρίου 1994 (ECLI:NL:HR:1994:ZC1590, NJ 1996/628), της 21ης Δεκεμβρίου 2001 (ECLI:NL:HR:2001:AD 2684, NJ 2005/95), της 16ης Σεπτεμβρίου 2005 (ECLI:NL:HR:2005:AT7797, NJ 2006/311), και της 24ης Απριλίου 2009 (ECLI:NL:HR:2009:BF3917, NJ 2009/416).

( 7 ) C-157/13, EU:C:2014:2145.

( 8 ) C-649/13, EU:C:2015:384.

( 9 ) Βλ. αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C‑157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 21)· της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C-649/13, EU:C:2015:384, σκέψη 26), και της 9ης Νοεμβρίου 2017, Tünkers France και Tünkers Maschinenbau (C-641/16, EU:C:2017:847, σκέψη 17). Βλ. επίσης, όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1· στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ια), απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C‑649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 24).

( 10 ) Βλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, German Graphics Graphische Maschinen (C‑292/08, EU:C:2009:544, σκέψεις 22 και 23), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 22). Βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 25).

( 11 ) Βλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, German Graphics Graphische Maschinen (C‑292/08, EU:C:2009:544, σκέψη 25), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 22). Βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 25).

( 12 ) Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7).

( 13 ) Βλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1979, Gourdain (133/78, EU:C:1979:49, σκέψη 3), και της 2ας Ιουλίου 2009, SCT Industri (C-111/08, EU:C:2009:419, σκέψη 20).

( 14 ) Βλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, F-Tex (C-213/10, EU:C:2012:215, σκέψη 21).

( 15 ) Βλ. έκθεση του P. Jenard σχετικά με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, και συγκεκριμένα σ. 39 και 40). Βλ., επίσης, έκθεση του P. Schlosser σχετικά με της Σύμβαση προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο Πρωτόκολλο το σχετικό με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99, σημείο 53).

( 16 ) Η οποία άνοιξε προς υπογραφή από τα κράτη μέλη στις 23 Νοεμβρίου 1995.

( 17 ) Απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, F-Tex (C-213/10, EU:C:2012:215, σκέψη 24).

( 18 ) Οι αγωγές αυτές αποκαλούνται «παρεπόμενες αγωγές» στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C-649/13, EU:C:2015:384).

( 19 ) Όσον αφορά την αντίστοιχη διάταξη της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ήτοι το σημείο 2 του δευτέρου εδαφίου του άρθρο 1, βλ. αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1979, Gourdain (133/78, EU:C:1979:49, σκέψη 4), και της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Seagon (C-339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 19). Όσον αφορά τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι, βλ. αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2012, F‑Tex (C-213/10, EU:C:2012:215, σκέψη 29)· της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 23), και της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C-649/13, EU:C:2015:384, σκέψη 27). Όσον αφορά τον κανονισμό Βρυξέλλες Iα, βλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 26).

( 20 ) Αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2012, F-Tex (C-213/10, EU:C:2012:215, σκέψη 29)· της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 23)· της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C-649/13, EU:C:2015:384, σκέψη 27), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 21 ) Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1979, Gourdain (133/78, EU:C:1979:49, σκέψη 4).

( 22 ) Αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Seagon (C-339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 20)· της 9ης Νοεμβρίου 2017, Tünkers France και Tünkers Maschinenbau (C-641/16, EU:C:2017:847, σκέψη 20), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 27).

( 23 ) Βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Seagon (C-339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 25).

( 24 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Seagon (C-339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 21). Ο κανόνας αυτός κωδικοποιήθηκε εν συνεχεία με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19), που κατήργησε τον κανονισμό περί αφερεγγυότητας, αλλά δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά τη διάταξη αυτή, «[τ]α δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 3 έχουν δικαιοδοσία για κάθε αγωγή που απορρέει άμεσα από τη διαδικασία και έχει στενή σχέση με αυτήν, όπως οι ανακλητικές αξιώσεις».

( 25 ) Βλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, F-Tex (C-213/10, EU:C:2012:215, σκέψεις 47 και 48).

( 26 ) Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψεις 30 και 31).

( 27 ) Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Tünkers France και Tünkers Maschinenbau (C-641/16, EU:C:2017:847, σκέψεις 22, 27 και 28).

( 28 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009, SCT Industri (C-111/08, EU:C:2009:419, σκέψεις 21 και 25) (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, German Graphics Graphische Maschinen (C-292/08, EU:C:2009:544, σκέψη 29).

( 29 ) Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 27) (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2015, Comité d’entreprise de Nortel Networks κ.λπ. (C-649/13, EU:C:2015:384, σκέψη 28), και, πιο πρόσφατα, της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 30 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψεις 30 και 31). Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί σχετικά ότι η έννοια «νομική βάση» μνημονεύθηκε ήδη στην απόφαση Gourdain, μολονότι στην εν λόγω υπόθεση η έννοια αυτή αφορούσε αμφότερα τα σκέλη του γενικού κριτηρίου: βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1979, Gourdain (133/78, EU:C:1979:49, σκέψη 4).

( 31 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2017, Tünkers France και Tünkers Maschinenbau (C-641/16, EU:C:2017:847, σκέψεις 22 και 28), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Valach κ.λπ. (C-649/16, EU:C:2017:986, σκέψεις 29 και 37).

( 32 ) Όσον αφορά τη σημασία του κριτηρίου της νομικής βάσεως, βλ., επίσης, Virgós, M., και Schmit, E., Επεξηγηματική έκθεση για τη Σύμβαση της 3ης Μαΐου 1996 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας [Έγγραφο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αριθ. 6500/96 DRS 8 (CFC)], σημείο 196.

( 33 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Nickel & Goeldner Spedition (C-157/13, EU:C:2014:2145, σκέψη 29).

( 34 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, German Graphics Graphische Maschinen (C-292/08, EU:C:2009:544, σκέψεις 32 και 33).

( 35 ) Υποσημειώσεις 10 και 11 των παρουσών προτάσεων.

( 36 ) ECLI:NL:HR:2009:BF3917, NJ 2009/416.

( 37 ) ECLI:NL:HR:2001:AD 2684, NJ 2005/95.

( 38 ) ECLI:NL:HR:1994:ZC1590, NJ 1996/628.

( 39 ) Ο αποτελεσματικός χειρισμός των συλλογικών αγωγών προϋποθέτει συνήθως τον αποκλεισμό της επιμέρους εξετάσεως της καταστάσεως του κάθε ενάγοντος σε σχέση με τον εναγόμενο· βλ. επί παραδείγματι, όσον αφορά τις ολλανδικές συλλογικές αγωγές, Bosters, T., Collective Redress and Private International Law in the EU, T.M.C. Asser Press, Χάγη, 2017, σ. 38 και 39.

( 40 ) Κατά τον προτεινόμενο από το αιτούν δικαστήριο τρόπο, ήτοι εφόσον θεωρηθεί ότι ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας έχει εφαρμογή επί της αγωγής αποζημιώσεως κατά της Fortis, αλλά όχι επί «όλων των στοιχείων» της σχετικής αγωγής. Κρίνω όμως σκόπιμο να διευκρινίσω ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός περί αφερεγγυότητας δεν έχει εφαρμογή επί της αγωγής αυτής δεν συνεπάγεται βεβαίως ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν θα είναι κρίσιμος όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιωμάτων του συνδίκου στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση αγωγής (εξ αδικοπραξίας) σε άλλο κράτος μέλος.

( 41 ) Απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Vinyls Italia (C-54/16, EU:C:2017:433, σκέψη 47).

( 42 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI (C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 17). Η υπογράμμιση δική μου.

( 43 ) Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας, βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Kornhaas (C-594/14, EU:C:2015:806, σκέψη 17).

( 44 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Nike European Operations Netherlands (C-310/14, EU:C:2015:690, σκέψη 18).

( 45 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Nike European Operations Netherlands (C-310/14, EU:C:2015:690, σκέψη 19). Βλ., επίσης, απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Vinyls Italia (C-54/16, EU:C:2017:433, σκέψη 30).

( 46 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Homawoo (C-412/10, EU:C:2011:747, σκέψη 37).

( 47 ) Βλ., όσον αφορά την κατ’ αναλογία εφαρμογή στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, Krohn (165/84, EU:C:1985:507, σκέψη 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 48 ) Βλ. σημείο 98 των παρουσών προτάσεων.