ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 22ας Μαρτίου 2018 ( 1 )

Υπόθεση C‑390/17 P

Irit Azoulay,

Andrew Boreham,

Mirja Bouchard,

Darren Neville

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Αίτηση αναίρεσης – Υπαλληλική υπόθεση – Αποδοχές – Οικογενειακά επιδόματα – Σχολικό επίδομα – Απόρριψη αίτησης επιστροφής σχολικών εξόδων – Αυτoτελής ερμηνεία της έννοιας των σχολικών εξόδων – Άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως»

I. Εισαγωγή

1.

Όπως ακριβώς ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν οικογενειακή πολιτική που περιλαμβάνει χρηματικό σκέλος, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπουν για το προσωπικό τους την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων. Τα επιδόματα αυτά περιλαμβάνουν επίδομα στέγης που καταβάλλεται σε υπάλληλο με οικογενειακές ευθύνες, στο οποίο προστίθεται επίδομα για κάθε συντηρούμενο τέκνο καθώς και σχολικό επίδομα, που προορίζεται για την κάλυψη των σχολικών εξόδων στα οποία υποβάλλεται ο υπάλληλος λόγω της φοίτησης του τέκνου του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα. Οι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση αμφισβητούν τις προϋποθέσεις καταβολής του εν λόγω σχολικού επιδόματος.

2.

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη λήψη του σχολικού επιδόματος τροποποιήθηκαν κατά τη μεταρρύθμιση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004. Ενώ, όσον αφορά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το επίδομα αυτό καταβαλλόταν ( 2 ) προηγουμένως στον υπάλληλο ανεξαρτήτως του εκπαιδευτικού ιδρύματος όπου φοιτούσε το τέκνο του, η μεταρρύθμιση εισήγαγε την προϋπόθεση χρέωσης διδάκτρων από το εκπαιδευτικό ίδρυμα προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το δικαίωμα για τη λήψη του επιδόματος ( 3 ). Ο στόχος ήταν «[τ]ο σχολικό επίδομα […] να προσεγγίζει περισσότερο, στο μέλλον, τις πραγματικές δαπάνες» ( 4 ).

3.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στηριζόμενο ακριβώς στη μη χρέωση διδάκτρων από το εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου φοιτούν τα τέκνα των αναιρεσειόντων, αρνήθηκε να τους χορηγήσει το 2015 το αιτηθέν από αυτούς σχολικό επίδομα, ενώ τους το είχε καταβάλει κατά τα προηγούμενα έτη. Οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι δικαιούνται να συνεχίσουν να το λαμβάνουν.

4.

Η απόκλιση αυτή οφείλεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ζητήθηκε η οικονομική συμμετοχή των αναιρεσειόντων από τα οικεία εκπαιδευτικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα αυτά επιδοτούνται από την τοπική δημόσια αρχή και επομένως υπέχουν υποχρέωση παροχής δωρεάν πρόσβασης στην εκπαίδευση όπως προβλέπεται από το βελγικό Σύνταγμα ( 5 ). Εντούτοις, για τη διασφάλιση της χρηματοδότησής τους, τα επίμαχα ιδρύματα ενισχύονται επίσης από συνδεδεμένες με αυτά ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στις οποίες καλούνται να συνεισφέρουν οι γονείς των μαθητών. Την επιστροφή αυτής της εισφοράς, εν είδει σχολικού επιδόματος, ζητούν οι αναιρεσείοντες.

5.

Στην υπαλληλική αυτή υπόθεση, που είναι μία από τις πρώτες υποθέσεις που εκδικάζει το Δικαστήριο κατ’ αναίρεση σε συνέχεια της κατάργησης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και της ενσωμάτωσης των αρμοδιοτήτων του στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει κατά πόσον, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η καταβολή μιας τέτοιας εισφοράς δεν μπορούσε να καλυφθεί από το σχολικό επίδομα.

II. Νομικό πλαίσιο

6.

Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης καθορίζεται από τις ακόλουθες διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) ( 6 ).

7.

Σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΚΥΚ, τα οικογενειακά επιδόματα τα οποία δικαιούται ο υπάλληλος ως αποδοχές περιλαμβάνουν το σχολικό επίδομα.

8.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ καθορίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος σχολικού επιδόματος:

«Υπό τους καθοριζόμενους στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις όρους, ο υπάλληλος δικαιούται σχολικού επιδόματος ίσου προς τα πραγματικά σχολικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται, μέχρις ανωτάτου μηνιαίου ορίου ευρώ 260,95 ( 7 ), για κάθε συντηρούμενο τέκνο […], το οποίο είναι τουλάχιστον πέντε ετών και φοιτά κανονικά και πλήρως σε σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεώνει δίδακτρα ή σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο όρος ο σχετικός με τη φοίτηση σε σχολείο που χρεώνει δίδακτρα δεν ισχύει πάντως όσον αφορά την επιστροφή των εξόδων μεταφοράς μαθητών.

[…]»

9.

Βάσει του άρθρου 110 του ΚΥΚ, το Κοινοβούλιο εξέδωσε, στις 18 Μαΐου 2004, τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις για τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (στο εξής: ΓΕΔ) ( 8 ). Το άρθρο 1 των ΓΕΔ διακρίνει μεταξύ του σχολικού επιδόματος Α, που καταβάλλεται κατ’ αποκοπήν για παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών ή παιδιά τα οποία δεν φοιτούν ακόμη σε ίδρυμα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, και του σχολικού επιδόματος Β. Όσον αφορά το εν λόγω επίδομα Β, το άρθρο 3 των ΓΕΔ προβλέπει:

«Το σχολικό επίδομα Β καλύπτει, εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, τα ακόλουθα:

α)

έξοδα εγγραφής και φοίτησης σε σχολικά ιδρύματα[·]

β)

έξοδα μεταφοράς[·]

ενώ αποκλείονται όλα τα λοιπά έξοδα, και ιδίως:

τα υποχρεωτικά έξοδα, όπως τα έξοδα αγοράς βιβλίων, σχολικών ειδών και αθλητικού εξοπλισμού, η κάλυψη για τη σχολική ασφάλιση και τα ιατρικά έξοδα, τα έξοδα των εξετάσεων, τα έξοδα για κοινές εξωσχολικές δραστηριότητες (όπως σχολικές εκδρομές, επισκέψεις και ταξίδια, συμμετοχή σε αθλητικά προγράμματα, κ.λπ.), καθώς και άλλα έξοδα σχετικά με την περαίωση του σχολικού προγράμματος του οικείου σχολικού ιδρύματος,

τα έξοδα συμμετοχής του τέκνου σε εκδρομές για γνωριμία με το ορεινό, το θαλάσσιο ή το υπαίθριο περιβάλλον, καθώς και σε παρόμοιες δραστηριότητες.»

III. Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

10.

Οι αναιρεσείοντες είναι αντιστοίχως έκτακτοι υπάλληλοι και υπάλληλοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και διαμένουν στο Βέλγιο. Τα τέκνα τους φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ( 9 ) των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι επιδοτούνται μερικώς από τη Γαλλική Κοινότητα του Βελγίου. Τα δύο ιδρύματα διαθέτουν επίσης ίδιους πόρους που τους παρέχονται, ιδίως, από ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (στο εξής: ενώσεις), στις οποίες οι γονείς των αντίστοιχων μαθητών καλούνται να καταβάλλουν εισφορά.

11.

Έως και το σχολικό έτος 2013/2014, το Κοινοβούλιο επέστρεφε, ως σχολικά έξοδα και μέχρι του ανωτάτου ορίου, την εισφορά που καταβαλλόταν στις ενώσεις από τους αναιρεσείοντες των οποίων τα τέκνα ήδη φοιτούσαν στα ιδρύματα αυτά. Στις 24 Απριλίου 2015, το Κοινοβούλιο απέρριψε τις αιτήσεις επιστροφής της εισφοράς που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στις ενώσεις για το σχολικό έτος 2014/2015, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (στο εξής: απορριπτικές αποφάσεις). Κατά το Κοινοβούλιο, τα δύο σχολεία δεν αποτελούσαν εκπαιδευτικά ιδρύματα που χρεώνουν δίδακτρα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καθότι οι προαιρετικές εισφορές των αναιρεσειόντων στις ενώσεις δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της δωρεάν υποχρεωτικής εκπαίδευσης, κατά τα προβλεπόμενα από τη βελγική νομοθεσία.

12.

Μολονότι οι διοικητικές ενστάσεις που άσκησαν οι νυν αναιρεσείοντες κατά των αποφάσεων αυτών απορρίφθηκαν επίσης στις 17 και 19 Νοεμβρίου 2015, το Κοινοβούλιο αποφάσισε εντούτοις να τους χορηγήσει χαριστικά και κατ’ εξαίρεση το σχολικό επίδομα για το έτος 2014/2015, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό δεν επρόκειτο να επαναληφθεί για τα επικείμενα σχολικά έτη, όσον αφορά τη φοίτηση στα οικεία ιδρύματα.

13.

Στις 17 Φεβρουαρίου 2016, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να ακυρωθούν οι απορριπτικές αποφάσεις του Κοινοβουλίου, με την εξαίρεση, εντούτοις, της χαριστικής και κατ’ εξαίρεση καταβολής του σχολικού επιδόματος για το έτος 2014/15, και να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016. Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής τους, οι νυν αναιρεσείοντες προέβαλαν τρεις λόγους ακύρωσης, οι οποίοι αφορούσαν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και πρόδηλη πλάνη εκτίμησης, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και, τρίτον, παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης.

14.

Με την απόφασή του της 28ης Απριλίου 2017 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ( 10 ), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους ακύρωσης και, κατά συνέπεια, τα αιτήματα ακύρωσης των απορριπτικών αποφάσεων. Λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης αυτής, έκρινε ότι δεν χρειαζόταν πλέον να αποφανθεί επί των αιτημάτων με τα οποία ζητούνταν να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει στους νυν αναιρεσείοντες το σχολικό επίδομα για το έτος 2015/2016.

IV. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων

15.

Με δικόγραφο της 28ης Ιουνίου 2017, οι αναιρεσείοντες άσκησαν από κοινού την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.

16.

Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να δεχθεί τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματα των νυν αναιρεσειόντων στο πλαίσιο της προσφυγής-αγωγής τους στην υπόθεση Τ‑580/16 ( 11

να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

17.

Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.

18.

Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία επί της αίτησης αναίρεσης διεξήχθη εγγράφως.

V. Νομική εκτίμηση

19.

Οι αναιρεσείοντες εκτιμούν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει νομικά σφάλματα, ιδίως λόγω παραμόρφωσης των αποδεικτικών στοιχείων και λόγω ελλιπούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, μη προβαίνοντας σε αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας «σχολικά έξοδα» στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης ( 12 ). Δεύτερον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστική ανακρίβεια στο περιεχόμενο των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο ( 13 ). Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της πάγιας νομολογίας που εφαρμόζεται όσον αφορά τον κανόνα της αντιστοιχίας μεταξύ διοικητικής ένστασης και προσφυγής ( 14 ). Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης, με τις απαντήσεις που έδωσε στον λόγο ακύρωσης που αφορά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της χρηστής διοίκησης ( 15 ).

Α.   Επί του παραδεκτού

20.

Επισημαίνω ότι, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση των αποφάσεων περί απορρίψεως των αιτήσεών τους για την επιστροφή των σχολικών εξόδων για το σχολικό έτος 2014/2015. Πάντως, το Κοινοβούλιο, με τις απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων, των οποίων την ακύρωση ζητούσαν επίσης οι νυν αναιρεσείοντες με την εξαίρεση του σημείου αυτού, τους είχε χορηγήσει χαριστικά και κατ’ εξαίρεση το σχολικό επίδομα για αυτό το ίδιο έτος. Επομένως, οι αναιρεσείοντες έλαβαν το αιτηθέν επίδομα.

21.

Όσον αφορά τα μεταγενέστερα σχολικά έτη, το Κοινοβούλιο, διευκρίνισε, στις απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων μόνο, ότι το σχολικό επίδομα δεν θα χορηγούνταν στους αναιρεσείοντες για τα επόμενα σχολικά έτη ( 16 ).

22.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων δεν έχουν αυτοτελή χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, επελήφθη μόνον της προσφυγής κατά των απορριπτικών αποφάσεων ( 17 ), οι οποίες αφορούν αποκλειστικά το σχολικό έτος 2014/2015. Ως προς το σημείο αυτό οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν καμία αιτίαση με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.

23.

Όσον αφορά το σχολικό έτος 2015/2016 ειδικότερα, οι νυν αναιρεσείοντες ζήτησαν επιπλέον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει το σχολικό επίδομα για το έτος αυτό. Το Κοινοβούλιο υπογράμμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου το απαράδεκτο του αιτήματος αυτού, διότι το σχολικό επίδομα χορηγούνταν από τη διοίκηση μόνο για ένα σχολικό έτος, ενώ οι τότε προσφεύγοντες-ενάγοντες έπρεπε να ακολουθήσουν τη διοικητική διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής-αγωγής τους ( 18 ).

24.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης των αιτημάτων ακύρωσης των απορριπτικών αποφάσεων (όσον αφορά το σχολικό έτος 2014/2015), δεν συνέτρεχε πλέον λόγος να αποφανθεί επί του αιτήματος για το σχολικό έτος 2015/2016 ( 19 ). Ούτε ως προς το σημείο αυτό διατυπώθηκε κάποια αιτίαση από τους αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.

25.

Υπό τις συνθήκες αυτές, και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την προϋπόθεση του παραδεκτού της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής ακύρωσης ( 20 ) που συνδέεται με το έννομο συμφέρον, φρονώ ότι οι αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον να στραφούν κατά των απορριπτικών αποφάσεων για το σχολικό έτος 2014/2015, γεγονός που αρκεί για να δικαιολογήσει το παραδεκτό της προσφυγής. Βεβαίως, το σχολικό επίδομα τους χορηγήθηκε για το εν λόγω έτος. Εντούτοις, ναι μεν, εν τοις πράγμασι, τους καταβλήθηκε το επίδομα, αλλά η καταβολή αυτή πραγματοποιήθηκε δυνάμει χαριστικού και κατ’ εξαίρεση μέτρου που ενέκρινε το Κοινοβούλιο για να αντισταθμίσει τον υπερβολικό χρόνο που χρειάστηκε για να εξετάσει τις αιτήσεις τους ( 21 ). Οι αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις τους και περιέχουν την οριστική θέση της Διοίκησης έναντι αυτών δεν έχουν, ωστόσο, ανακληθεί και καθορίζουν τα δικαιώματά τους. Οι προσφεύγοντες διατηρούν, συνεπώς, έννομο συμφέρον να στραφούν κατά των αποφάσεων αυτών, οι οποίες τους βλάπτουν λόγω της άρνησης χορήγησης του σχολικού επιδόματος.

26.

Όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης, το Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό της και δεν βλέπω τον λόγο να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο αυτής.

Β.   Επί του πρώτου λόγου αναίρεσης που αφορά πλάνη περί το δίκαιο και παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών κατά την ερμηνεία της έννοιας των σχολικών εξόδων

1. Η αυτοτελής ερμηνεία της έννοιας των «σχολικών εξόδων»

27.

Οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας «σχολικά έξοδα» στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης. Επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας οι υπάλληλοι, σύμφωνα με το άρθρο 1α του ΚΥΚ, δικαιούνται ίση μεταχείριση κατά την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, γεγονός που απαιτεί κατά κανόνα αυτοτελή και ομοιόμορφη ερμηνεία του ΚΥΚ σε ολόκληρη την Ένωση. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο της διάταξης και το σκοπό της επίμαχης ρύθμισης ( 22 ).

28.

Όσον αφορά τα σχολικά έξοδα ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες στηρίζονται στην απόφαση Bovagnet κατά Επιτροπής για να υποστηρίξουν ότι, για τους σκοπούς της χορήγησης του επιδόματος, η έννοια αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από χαρακτηρισμούς που υφίστανται ή από κατηγοριοποιήσεις που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, αλλά απλώς και μόνον από τη φύση της προς επιστροφή δαπάνης και από τα στοιχεία τα οποία τη συνθέτουν ( 23 ). Πάντως, κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία της έννοιας αυτής υπό το πρίσμα της βελγικής νομοθεσίας.

29.

Τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων δεν με πείθουν. Όπως και το Κοινοβούλιο, εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε αυτοτελή ερμηνεία της έννοιας «σχολικά έξοδα», η οποία λαμβάνει υπόψη τον σκοπό του σχολικού επιδόματος και δεν εξαρτάται από χαρακτηρισμούς που έχουν υιοθετηθεί σε εθνικό επίπεδο.

30.

Ειδικότερα, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προσδιορίζει τα «σχολικά έξοδα» που επιστρέφονται εν είδει σχολικού επιδόματος ως αυτά που καλύπτουν τόσο τα έξοδα που είναι απαραίτητα για την πρόσβαση του μαθητή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα (έξοδα εγγραφής) όσο και τα έξοδα που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση μαθημάτων και την ουσιαστική συμμετοχή του στα προγράμματα του ίδιου ιδρύματος (έξοδα φοίτησης).

31.

Ο ορισμός αυτός επαναλαμβάνει τον ορισμό που υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στην απόφαση Bovagnet κατά Επιτροπής ( 24 ), της οποίας τα πραγματικά περιστατικά εντάσσονταν σε άλλο εθνικό πλαίσιο καθότι το οικείο σχολικό ίδρυμα βρισκόταν στο Λουξεμβούργο.

32.

Εξετάζοντας αν τα έξοδα που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες συνιστούσαν σαφώς έξοδα εγγραφής και φοίτησης κατά την έννοια της απόφασης Bovagnet κατά Επιτροπής ( 25 ), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 31 και 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι για την εγγραφή στα οικεία ιδρύματα και την παρεχόμενη από αυτά εκπαίδευση δεν αποτελούσε προϋπόθεση η καταβολή χρηματικού ποσού που να καλύπτει τα έξοδα εγγραφής και φοίτησης. Ομοίως, η μη καταβολή εισφοράς στις ενώσεις δεν είχε ως συνέπεια την άρνηση εγγραφής ή τον αποκλεισμό του μαθητή. Με άλλα λόγια, τα ιδρύματα δεν απαιτούσαν την καταβολή χρηματικού ποσού, ώστε τα παιδιά να έχουν πρόσβαση και να παρακολουθούν τα μαθήματα, ούτε οι γονείς υποχρεούνταν στην καταβολή εξόδων. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα έξοδα που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν σχολικά έξοδα.

33.

Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία των σχολικών εξόδων, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, κρίνοντας ότι τα έξοδα αυτά πρέπει να είναι υποχρεωτικά για τον υπάλληλο προκειμένου να εγγραφεί το τέκνο του σε συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα και να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα σε αυτό.

34.

Η προϋπόθεση αυτή είχε ήδη τεθεί με την απόφαση Bovagnet κατά Επιτροπής. Τα επιστρεπτέα έξοδα ορίστηκαν στην απόφαση αυτή ως τα έξοδα των οποίων η καταβολή αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να γίνει δεκτός ο μαθητής στο σχολείο και στο πρόγραμμά του, ήτοι να φοιτήσει στο σχολείο, και των οποίων η εξόφληση είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική ( 26 ).

35.

Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ΚΥΚ. Πράγματι, όπως υπενθυμίζει το Κοινοβούλιο, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες γεννούν δικαίωμα λήψης χρηματικών παροχών πρέπει να ερμηνεύονται στενά ( 27 ).

36.

Η επιστροφή εισφοράς που καταβλήθηκε από τον υπάλληλο σε προαιρετική και οικειοθελή βάση δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτηση στενής ερμηνείας. Επιπλέον, αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τη βούληση του νομοθέτη ο οποίος, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του KYK το 2004, έθεσε ως προϋπόθεση για την επιστροφή των εξόδων τη φοίτηση του τέκνου σε σχολείο που χρεώνει δίδακτρα ( 28 ) και έθεσε τέλος στην καταβολή του σχολικού επιδόματος υπό τη μορφή ενός κατ’ αποκοπήν ποσού που τίθεται στη διάθεση των υπαλλήλων ( 29 ). Κατά συνέπεια, ο ΚΥΚ δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το σχολικό επίδομα αποτελεί συμπλήρωμα των αποδοχών του υπαλλήλου, το οποίο μπορεί αυτός να διαθέσει ελεύθερα, καταβάλλοντας, για παράδειγμα, εθελοντικές εισφορές ή δωρεές.

37.

Το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε την έννοια «σχολικά έξοδα» σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Μολονότι αναφέρει ( 30 ) εθνική εγκύκλιο της Γαλλικής Κοινότητας του Βελγίου με τίτλο «Gratuité de l’accès à l’Enseignement obligatoire» [Δωρεάν πρόσβαση στην υποχρεωτική εκπαίδευση] ( 31 ), η αναφορά αυτή γίνεται μόνο για να ενισχύσει τη διαπίστωση, την οποία δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες, ότι τα ιδρύματα δεν τους επέβαλλαν την καταβολή εξόδων εγγραφής ή φοίτησης. Το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει συγκεκριμένα ότι η εγκύκλιος αυτή, που ισχύει για τα επίμαχα ιδρύματα, προβλέπει ότι ένα επιδοτούμενο ίδρυμα δεν μπορεί να εξαρτά την εγγραφή από την καταβολή χρηματικού ποσού και ότι η μη πληρωμή των εξόδων που ένα ίδρυμα δύναται να ζητήσει ( 32 ) δεν μπορεί να έχει συνέπειες στη φοίτηση του οικείου μαθητή σε αυτό.

38.

Για να καθοριστεί εάν η καταβολή των εξόδων των οποίων την επιστροφή ζητούν οι αναιρεσείοντες αποτελεί προϋπόθεση για την αποδοχή των τέκνων τους στα οικεία ιδρύματα, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο ως συναφή ένδειξη και όχι ως αποφασιστικό κριτήριο ( 33 ), όπως αποδεικνύεται από τη χρήση των επιρρημάτων «άλλωστε» και «εξάλλου» ( 34 ).

39.

Οι αναιρεσείοντες εκτιμούν ότι η στενή ερμηνεία που δέχτηκε το Γενικό Δικαστήριο εξαρτά την επιστροφή των σχολικών εξόδων από τα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών μελών.

40.

Η εκτίμηση αυτή είναι εσφαλμένη. Αυτό που ενδέχεται να ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο ή από το ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα στο άλλο δεν είναι η επιστροφή των σχολικών εξόδων αλλά η ίδια η ύπαρξη και το ύψος των επιστρεπτέων σχολικών εξόδων.

41.

Επομένως, όταν ένα ίδρυμα εξαρτά την εγγραφή και τη φοίτηση των μαθητών από την πληρωμή εξόδων, ακριβώς η φύση και τα στοιχεία που συνθέτουν τα έξοδα αυτά, σύμφωνα με την απόφαση Bovagnet κατά Επιτροπής ( 35 ) και ανεξαρτήτως των εθνικών χαρακτηρισμών ή κατηγοριοποιήσεων, θα καθορίσουν την επιστροφή τους. Αντιθέτως, όταν ένα ίδρυμα δεν εξαρτά την εγγραφή και τη φοίτηση των μαθητών από την πληρωμή εξόδων, όποια και αν είναι η αιτία, ο οικείος υπάλληλος δεν δικαιούται να λάβει το σχολικό επίδομα.

42.

Στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η αυτοτελής ερμηνεία θα έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, χωρίς τις εισφορές που καλούνται να καταβάλουν, τα οικεία ιδρύματα δεν θα ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσουν το ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το οποίο οι αναιρεσείοντες επέλεξαν να εγγράψουν σε αυτά τα τέκνα τους. Ως εκ τούτου, οι εισφορές συνιστούν δαπάνες που όντως κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την εκπαίδευση των τέκνων τους.

43.

Το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι τα σχολικά έξοδα δεν καλύπτουν όλες τις όντως καταβληθείσες δαπάνες για την εκπαίδευση, αλλά μόνον τις δαπάνες που απαιτεί ένα ίδρυμα ως έξοδα εγγραφής και φοίτησης, ερμήνευσε εντούτοις την έννοια αυτή σύμφωνα με το γράμμα και τον σκοπό των εφαρμοστέων διατάξεων του ΚΥΚ.

44.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι το Γενικό Δικαστήριο, εξομοιώνοντας, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τις καταβληθείσες εισφορές με τα «λοιπά έξοδα» κατά την έννοια του άρθρου 3 των ΓΕΔ, περιορίζει σημαντικά την αυτοτελή και κατά τον ΚΥΚ έννοια των «σχολικών εξόδων». Κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταβληθείσες εισφορές εμπίπτουν στην κατηγορία «λοιπά έξοδα» για τον μόνο λόγο ότι αυτές δεν συνδέονται με το επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Βελγίου.

45.

Δεν ερμηνεύω την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το Γενικό Δικαστήριο, αφού κατέληξε, για τους προεκτεθέντες λόγους ( 36 ), στο συμπέρασμα ότι οι καταβληθείσες εισφορές δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των επιστρεπτέων σχολικών εξόδων, τις κατέταξε δι’ αποκλεισμού στην εναπομένουσα κατηγορία των «λοιπών εξόδων», που δεν επιστρέφονται. Καθόσον η απαρίθμηση των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή δεν είναι εξαντλητική, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε ορθώς να θεωρήσει τις εισφορές αυτές ως «άλλα έξοδα σχετικά με την περαίωση του σχολικού προγράμματος του οικείου σχολικού ιδρύματος» ( 37 ).

46.

Η αιτίαση αυτή πρέπει επομένως να απορριφθεί.

2. Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών

47.

Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η τιμολόγηση των σχολικών δαπανών από τις ενώσεις δεν είναι σύμφωνη με το βελγικό δίκαιο.

48.

Συναφώς, τέτοιου είδους παραμόρφωση συντρέχει όταν, χωρίς να εξετασθούν νέα στοιχεία, η εκτίμηση των υφιστάμενων στοιχείων φαίνεται προδήλως εσφαλμένη ( 38 ).

49.

Εν προκειμένω, όμως, δεν αποδεικνύεται τέτοια παραμόρφωση του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν κατέδειξαν ούτε ότι η επίμαχη εγκύκλιος ήταν δεσμευτική ούτε ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση που αντιτίθεται προδήλως στο περιεχόμενο της εγκυκλίου αυτής. Ειδικότερα, δεν απέδειξαν, προς στήριξη του ισχυρισμού τους, ότι τα ιδρύματα ή οι ενώσεις έχουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν την καταβολή των εξόδων που αφορούν το ειδικό παιδαγωγικό πρόγραμμα των ιδρυμάτων αυτών.

50.

Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί.

51.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι στο σύνολό του αβάσιμος.

Γ.   Επί του δεύτερου λόγου αναίρεσης που αφορά ουσιαστική ανακρίβεια στο περιεχόμενο των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου

52.

Οι αναιρεσείοντες εκτιμούν ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η απάντηση επί του λόγου ακύρωσης που αφορούσε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιέχει ουσιαστική ανακρίβεια στο περιεχόμενο των διαπιστώσεων. Κατά τους αναιρεσείοντες, το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη επί του ζητήματος εάν το έντυπο που συνέταξε το Κοινοβούλιο, προς συμπλήρωση από τα οικεία ιδρύματα, καταδεικνύει την ύπαρξη εξόδων εγγραφής. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο δεν απεφάνθη κατά πόσον υφίσταται πάγια πρακτική του Κοινοβουλίου που δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους αναιρεσείοντες.

53.

Στις σκέψεις 44 και 45 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απάντησε, ωστόσο, στον λόγο ακύρωσης των νυν αναιρεσειόντων που αφορούσε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αφού υπενθύμισε τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν είχαν δοθεί από τη Διοίκηση συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους νυν αναιρεσείοντες εφόσον δεν τηρούνταν οι διατάξεις του ΚΥΚ.

54.

Η απάντηση του Γενικού Δικαστηρίου στον λόγο αυτόν εδράζεται, κατά τα λοιπά, σε πάγια νομολογία ( 39 ).

55.

Στο πλαίσιο αυτό, το έντυπο που αποστέλλεται στα οικεία ιδρύματα, σε σχέση με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν ήταν δυνατό να αποδειχθεί ότι οι αναιρεσείοντες είχαν καταβάλει έξοδα εγγραφής, μνημονεύεται στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μόνον προς απάντηση στο επιχείρημα των διαδίκων ότι η αποστολή του εντύπου αυτού συνοδευόταν από διαβεβαιώσεις που τους δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.

56.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος.

Δ.   Επί του τρίτου λόγου αναίρεσης που αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της νομολογίας σχετικά με τον κανόνα αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ένστασης και της προσφυγής

57.

Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο το επιχείρημα που αφορά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, επειδή η παραβίαση αυτή δεν είχε προβληθεί στη διοικητική ένσταση, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ της διοικητικής ένστασης και της προσφυγής.

58.

Κατά τους αναιρεσείοντες, μόνο στις απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων έκρινε το Κοινοβούλιο ότι το σχολικό επίδομα υπόκειται σε ετήσια αξιολόγηση. Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται νομολογία που προβλέπει εξαίρεση από τον κανόνα αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ένστασης και της προσφυγής: σε περίπτωση που ο ενιστάμενος λαμβάνει γνώση της αιτιολογίας της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξης μέσω της απάντησης στην ένστασή του, κάθε λόγος που προβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο της προσφυγής και ο οποίος αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της βασιμότητας των λόγων που εκτέθηκαν στην απάντηση επί της ένστασης πρέπει να θεωρείται παραδεκτός ( 40 ). Οι αναιρεσείοντες εκτιμούν, επομένως, ότι βασίμως προέβαλαν για πρώτη φορά στο δικόγραφο της προσφυγής τους την ασυμβατότητα μεταξύ του δικαιώματος του Κοινοβουλίου να υποβάλλει το σχολικό επίδομα σε ετήσια αξιολόγηση και της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

59.

Το Κοινοβούλιο αντιτείνει ότι οι απορριπτικές αποφάσεις επί των διοικητικών ενστάσεων δεν περιέχουν αιτιολογία που τροποποιεί ή συμπληρώνει ουσιωδώς την αιτιολογία που περιέχεται στις απορριπτικές αποφάσεις.

60.

Συναφώς, είναι ακριβές ότι το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε για πρώτη φορά με την απάντησή του στις ενστάσεις των νυν αναιρεσειόντων ότι το σχολικό επίδομα αποτελεί αντικείμενο ετήσιας αξιολόγησης. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, ενισχύει το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι δεν παρέσχε συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις στους αναιρεσείοντες ως προς τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος. Επομένως, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι το σχολικό επίδομα αποτελούσε αντικείμενο ετήσιας αξιολόγησης ως απάντηση στον λόγο ακύρωσης που αφορά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τον οποίο προέβαλαν οι νυν αναιρεσείοντες στη διοικητική τους ένσταση. Το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί αιτιολογία των απορριπτικών αποφάσεων που εμφανίστηκε μόνο στο στάδιο της απάντησης στις ενστάσεις, αλλά λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους αναιρεσείοντες.

61.

Η απόφαση στην οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, εξάλλου, εκδόθηκε υπό περιστάσεις όπου η Διοίκηση, κατά την απόρριψη της ένστασης, απομακρύνθηκε από την αιτιολογία που περιεχόταν στην αρχική της απόφαση για να δεχτεί άλλη αιτιολογία ( 41 ). Εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Η αιτιολογία απόρριψης των αιτήσεων επιστροφής είναι η ίδια και στις αρχικές αποφάσεις και στην απόρριψη των ενστάσεων: τα επίμαχα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιδρύματα που χρεώνουν δίδακτρα κατά τον ΚΥΚ και, επομένως, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να μπορέσουν οι αναιρεσείοντες να λάβουν το σχολικό επίδομα.

62.

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την επιχειρηματολογία τους σχετικά με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, επειδή δεν είχε προβληθεί με τη διοικητική ένσταση, δεν παρέβλεψε τη νομολογία σχετικά με τον κανόνα αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ένστασης και της προσφυγής.

63.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ε.   Επί του τέταρτου λόγου αναίρεσης που αφορά παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

64.

Οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης, κρίνοντας, στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακύρωσης, που αφορούσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ήταν αλυσιτελές.

65.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι οι υπάλληλοι άλλου θεσμικού οργάνου της Ένωσης εξακολουθούσαν να δικαιούνται επιστροφή των εξόδων φοίτησης για τα τέκνα τους που φοιτούσαν στα ίδια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι αναιρεσείοντες θεωρούσαν ότι υφίσταντο διαφορετική μεταχείριση βάσει των ίδιων κανόνων του ΚΥΚ.

66.

Το Γενικό Δικαστήριο, έστω και εν συντομία, απάντησε στην αιτίαση αυτή σε δύο στάδια. Αφού υπενθύμισε τα θεμέλια και το περιεχόμενο της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επισήμανε, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αρχή αυτή πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας. Συνεπώς, και κατά πάγια νομολογία ( 42 ), ο υπάλληλος δεν μπορεί να επικαλεστεί υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου. Το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξάλλου διαπίστωσε ότι η χορήγηση της επιστροφής εξόδων όπως αυτά που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες δεν ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις του ΚΥΚ, συνήγαγε ότι οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν την παρανομία αυτή από την οποία ωφελούνταν άλλοι υπάλληλοι.

67.

Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, ως εκ τούτου, ότι η αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης είναι αλυσιτελής.

68.

Δεν θεωρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη με τον τρόπο αυτόν την υποχρέωση αιτιολόγησης που απορρέει από τα άρθρα 36 και 53 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υποχρέωση αυτή δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση όλα τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι διάδικοι. Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά τους και στο Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του ( 43 ). Τούτο ισχύει εν προκειμένω. Η αιτιολογία που παρέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 55 και 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παρέχει τη δυνατότητα να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ήταν αλυσιτελής και για τους οποίους δεν έκρινε αναγκαίο να απαντήσει στο σύνολο των επιχειρημάτων σχετικά με την τήρηση της αρχής αυτής.

69.

Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, στη συνέχεια, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί της φερόμενης παράβασης του άρθρου 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προβλέπει την υποχρέωση της Ένωσης να σέβεται την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. Εκτιμώ ότι, μολονότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν σαφώς τη διάταξη αυτή στο δικόγραφο της προσφυγής‑αγωγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου ακύρωσης, σχετικά με την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, το πράττουν κατά τρόπο τόσο υποθετικό και γενικό που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επικαλούνται την παραβίαση της αρχής αυτής. Δεν μπορεί, επομένως, να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν απεφάνθη συναφώς.

70.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος και ότι, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

VI. Επί των δικαστικών εξόδων

71.

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

72.

Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα και οι αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, πρέπει, αφενός, να φέρουν τα έξοδά τους και, αφετέρου, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του Κοινοβουλίου.

VI. Πρόταση

73.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

2)

Οι Irit Azoulay, Andrew Boreham, Mirja Bouchard και Darren Neville φέρουν, πέραν των δικαστικών τους εξόδων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Καταβαλλόταν κατ’ αποκοπήν. Η καταβολή στους υπαλλήλους που το δικαιούνταν καταργήθηκε σταδιακά εντός περιόδου πέντε ετών [άρθρο 16 του παραρτήματος XIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ 2004, L 124, σ. 84)].

( 3 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 723/2004. Η προϋπόθεση της χρέωσης διδάκτρων δεν ισχύει αντιθέτως στην περίπτωση φοίτησης σε ανώτερο (ή πανεπιστημιακό) εκπαιδευτικό ίδρυμα· το σχολικό επίδομα καταβάλλεται πλέον υπό μορφή μηνιαίας κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης ποσού ίσου προς το ανώτατο όριο.

( 4 ) Αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού 723/2004.

( 5 ) Άρθρο 24, παράγραφος 3, του βελγικού Συντάγματος.

( 6 ) Όπως ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

( 7 ) Το ποσό αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Πλέον ανέρχεται σε 273,60 ευρώ.

( 8 ) Έκδοση ισχύουσα κατά την ημερομηνία έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από το Γενικό Δικαστήριο. Η νυν ισχύουσα έκδοση εξεδόθη στις 18 Νοεμβρίου 2016· το γράμμα του άρθρου 5, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σχολικά έξοδα», επαναλαμβάνει το γράμμα του παλαιού άρθρου 3.

( 9 ) Πρόκειται για το σχολείο Athénée Ganenou στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) και το École internationale Le Verseau στην Bierges (Βέλγιο). Το Athénée Ganenou είναι σχολείο με θρησκευτικό προσανατολισμό το οποίο προσθέτει στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Γαλλικής Κοινότητας του Βελγίου επιπλέον ώρες ανά εβδομάδα για την εκμάθηση της εβραϊκής γλώσσας, τη μελέτη της ιστορίας του ιουδαϊσμού και της Βίβλου, καθώς και τη διδασκαλία των αγγλικών, ήδη από το δημοτικό. Το École internationale Le Verseau είναι σχολείο χωρίς θρησκευτικό προσανατολισμό, όπου τα μαθήματα γίνονται, ήδη από το νηπιαγωγείο, στα γαλλικά και στα αγγλικά από δασκάλους και καθηγητές που έχουν την αντίστοιχη γλώσσα ως μητρική.

( 10 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2017, Azoulay κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T‑580/16, EU:T:2017:291).

( 11 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2017, Azoulay κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (T‑580/16, EU:T:2017:291).

( 12 ) Η αιτίαση αυτή αφορά τις σκέψεις 31 έως 36, 38 και 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 13 ) Η αιτίαση αυτή αφορά τις σκέψεις 45 και 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 14 ) Η αιτίαση αυτή αφορά τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 15 ) Η αιτίαση αυτή αφορά τις σκέψεις 55 και 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 16 ) Για όσο διάστημα τα οικεία εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση του σχολικού επιδόματος.

( 17 ) Σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 18 ) Σημεία 68 έως 74 του υπομνήματος αντίκρουσης του Κοινοβουλίου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

( 19 ) Σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 20 ) Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, το απαράδεκτο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2009, Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑362/06 P, EU:C:2009:243, σκέψη 22).

( 21 ) Σημεία 66 και 67 του υπομνήματος αντίκρουσης του Κοινοβουλίου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

( 22 ) Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2015, Axa Belgium (C‑494/14, EU:C:2015:692, σκέψεις 21 και 24).

( 23 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 22).

( 24 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 23).

( 25 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 23).

( 26 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψεις 26 και 27).

( 27 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1994, Dornonville de la Cour κατά Επιτροπής (T‑498/93, EU:T:1994:278, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 30ής Ιουνίου 2015, Petsch κατά Επιτροπής (F‑124/14, EU:F:2015:69, σκέψη 33).

( 28 ) Στην περίπτωση της φοίτησης σε σχολείο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

( 29 ) Βλ. σημείο 2 των παρουσών προτάσεων.

( 30 ) Βλ. σκέψεις 31, 33 και 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αποτελούν ρητώς το αντικείμενο των αιτιάσεων των αναιρεσειόντων.

( 31 ) Εγκύκλιος 4516 της 29ης Αυγούστου 2013.

( 32 ) Όπως έξοδα για την πισίνα και τις πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες.

( 33 ) Βλ., όσον αφορά την έννοια «πρωτοβάθμια εκπαίδευση», απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2004, Hivonnet κατά Συμβουλίου (T‑188/03, EU:T:2004:194, σκέψη 28), και, όσον αφορά την έννοια «σχολικά έξοδα», απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψη 21).

( 34 ) «Άλλωστε, αν συνέβαινε το αντίθετο, θα παραβιαζόταν, όπως προκύπτει από την εγκύκλιο 4516 […]» (σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης)· «[…] όπως επιβεβαιώνεται εξάλλου και από την εγκύκλιο 4516» (σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).

( 35 ) Απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Bovagnet κατά Επιτροπής (F‑89/10, EU:F:2011:129, σκέψεις 22 και 23).

( 36 ) Σημεία 32 έως 36 των παρουσών προτάσεων.

( 37 ) Βλ. σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

( 38 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 37).

( 39 ) Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Φεβρουαρίου 1986, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (162/84, EU:C:1986:56, σκέψη 6), του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1990, Chomel κατά Επιτροπής (T‑123/89, EU:T:1990:24, σκέψεις 25 έως 30), και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 7ης Ιουλίου 2015, Kur κατά Επιτροπής (F‑53/14, EU:F:2015:81, σκέψη 64).

( 40 ) Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 2014, Mocová κατά Επιτροπής (T‑347/12 P, EU:T:2014:268, σκέψη 44).

( 41 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 2014, Mocová κατά Επιτροπής (T‑347/12 P, EU:T:2014:268, σκέψη 32).

( 42 ) Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 1985, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (134/84, EU:C:1985:297, σκέψη 14), του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2007, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑58/05, EU:T:2007:218, σκέψη 155), και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 21ης Ιανουαρίου 2014, Van Asbroeck κατά Κοινοβουλίου (F‑102/12, EU:F:2014:4, σκέψη 38).

( 43 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Μαΐου 2010, Γκόγκος κατά Επιτροπής (C‑583/08 P, EU:C:2010:287, σκέψη 30), και του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 2010, Kerstens κατά Επιτροπής (T‑266/08 P, EU:T:2010:273, σκέψη 73).