ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 4ης Οκτωβρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑389/17
«Paysera LT» UAB, πρώην «EVP International» UAB
παρισταμένης της
Lietuvos bankas
[αίτηση του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas
(Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος – Οδηγία 2009/110/ΕΚ – Κανόνες περί των ιδίων κεφαλαίων – Απαιτούμενα κεφάλαια για την άσκηση δραστηριοτήτων οι οποίες έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος – Έννοια της “δραστηριότητας η οποία έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος” – Έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος, υπέρ του πωλητή, στην ονομαστική αξία του ληφθέντος χρηματικού ποσού»
|
1. |
Το ηλεκτρονικό χρήμα αποτελεί πλαστό χρήμα, ενδεχομένως δε και χρήμα «μαϊμού» ( 2 ); |
|
2. |
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας), αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 2, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 2009/110/ΕΚ ( 3 ). Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της «Paysera LT» UAB, πρώην «EVP International» UAB (στο εξής: Paysera), και της Lietuvos bankas ([Κεντρικής] Τράπεζας της Λιθουανίας), σχετικά με τις μεθόδους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται σε ορισμένες πράξεις πληρωμών και τον χαρακτηρισμό ορισμένων πράξεων ως υπηρεσιών πληρωμών «που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος». |
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Η οδηγία ΟΗΧ II
|
3. |
Κατά την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας ΟΗΧ II: «Πρέπει να προβλέπεται η ύπαρξη αρχικού κεφαλαίου σε συνδυασμό με ίδια κεφάλαια προκειμένου να προστατεύονται επαρκώς οι καταναλωτές και να διασφαλίζεται η υγιής και συνετή λειτουργία των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. Δεδομένης της ιδιαιτερότητας του ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να προβλεφθεί επιπλέον μέθοδος υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων. Πρέπει να διατηρηθεί πλήρης διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών για να εξασφαλισθεί ότι οι ίδιοι κίνδυνοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και ότι η μέθοδος υπολογισμού περικλείει την ειδική επιχειρηματική κατάσταση δεδομένου ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος. Επιπλέον, τα κεφάλαια των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να διατηρούνται χωριστά από τα κεφάλαια του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος που προορίζονται για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στις δέουσες απαιτήσεις όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.» |
|
4. |
Κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», το ηλεκτρονικό χρήμα συνίσταται σε «οιαδήποτε αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό, μεταξύ άλλων και μαγνητικό υπόθεμα νομισματική αξία αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για τον σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 4, σημείο 5, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και η οποία γίνεται δεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του εκδότη». |
|
5. |
Το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας ΟΗΧ II, με τίτλο «Ίδια κεφάλαια», ορίζει τα ακόλουθα: «2. Για τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), οι οποίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, οι απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος υπολογίζονται σύμφωνα με μία από τις τρεις μεθόδους (A, B ή Γ) που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Η επιλογή της προσήκουσας μεθόδου γίνεται από τις αρμόδιες αρχές βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Για τις δραστηριότητες έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, οι απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο Δ που ορίζεται στην παράγραφο 3. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος έχουν ανά πάσα στιγμή κεφάλαια που υπερβαίνουν ή είναι ίσα του ποσού των απαιτήσεων που εμφαίνονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο. 3. Μέθοδος Δ: τα ίδια κεφάλαια ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος για τη δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος ισούνται τουλάχιστον με το 2 % του μέσου όρου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία.» |
|
6. |
Το άρθρο 6 της οδηγίας ΟΗΧ II, με τίτλο «Δραστηριότητες», προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, τα εξής: «1. Εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος μπορούν να ασκούν κάποια από τις ακόλουθες δραστηριότητες:
|
|
7. |
Το άρθρο 11 της οδηγίας ΟΗΧ II, με τίτλο «Έκδοση και εξαργύρωση», ορίζει, στις παραγράφους 1 και 2, τα ακόλουθα: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού. 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος, εξαργυρώνουν, ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία, τη νομισματική αξία του ηλεκτρονικού χρήματος.» |
Β. Η οδηγία 2007/64/ΕΚ
|
8. |
Το άρθρο 4, σημεία 3 και 5, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ( 4 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», αφορά τις έννοιες «υπηρεσίες πληρωμών» και «πράξη πληρωμής»:
[…]
|
|
9. |
Το άρθρο 8 της οδηγίας ΟΥΠ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων», προβλέπει στις παραγράφους του 1 και 2 τα εξής: «1. Με την επιφύλαξη των αρχικών απαιτήσεων κεφαλαίου του άρθρου 6, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να έχουν πάντοτε ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με μια από τις ακόλουθες τρεις μεθόδους, όπως ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία: Μέθοδος Α Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το 10 % των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν το ίδρυμα πληρωμής δεν έχει ακόμα ασκήσει τις δραστηριότητές [του] κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους κατά την ημερομηνία υπολογισμού, η κεφαλαιακή απαίτηση ισοδυναμεί με το 10 % των αντίστοιχων παγίων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό [του] σχέδιο, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές ζητήσουν αναπροσαρμογή του σχεδίου αυτού. Μέθοδος B Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή προσαύξησης k, ο οποίος ορίζεται στην παράγραφο 2, όπου ο όγκος πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμών που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος:
συν
συν
συν
συν
Μέθοδος Γ Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς ποσό τουλάχιστον ίσο προς το σχετικό δείκτη που ορίζεται στο στοιχείο α) πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή που ορίζεται στο στοιχείο β) και επί τον συντελεστή προσαύξησης k, ο οποίος ορίζεται στην παράγραφο 2:
2. Ο συντελεστής προσαύξησης που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ είναι:
|
|
10. |
Το παράρτημα της οδηγίας ΟΥΠ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπηρεσίες πληρωμών (άρθρο 4, σημείο 3)», απαριθμεί τις δραστηριότητες οι οποίες χαρακτηρίζονται ως τέτοιες: «1. Υπηρεσίες που επιτρέπουν τις καταθέσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών. 2. Υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών. 3. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων, σε λογαριασμό πληρωμών που έχει ανοίξει ο χρήστης στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:
4. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των οποίων τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών:
5. Έκδοση ή/και απόκτηση μέσων πληρωμών. 6. Εμβάσματα. 7. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής όπου η συγκατάθεση του πληρωτή για να εκτελεσθεί μια πράξη πληρωμής δίδεται μέσω τηλεπικοινωνιακής, ψηφιακής ή πληροφορικής συσκευής και η πληρωμή γίνεται στον φορ[έα] εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακού, πληροφορικού συστήματος ή δικτύου, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά ως μεσάζων μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του προμηθευτή αγαθών και υπηρεσιών.» |
II. Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
|
11. |
Η Paysera είναι λιθουανική εταιρία που διαθέτει άδειες λειτουργίας ως ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος και ως ίδρυμα πληρωμών, οι οποίες χορηγήθηκαν από την Τράπεζα της Λιθουανίας και βάσει των οποίων νομιμοποιείται να εκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα και να παρέχει υπηρεσίες που έχουν σχέση με την έκδοση τέτοιου χρήματος και την παροχή υπηρεσιών πληρωμών. |
|
12. |
Μετά από έλεγχο της δραστηριότητας της εκκαλούσας στην κύρια δίκη τον οποίο διενήργησε το εποπτικό συμβούλιο της Τράπεζας της Λιθουανίας, διαπιστώθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εν λόγω εκκαλούσα δεν είχε συμμορφωθεί προς τις μεθόδους υπολογισμού των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων, καθόσον η Τράπεζα της Λιθουανίας έκρινε ότι οι επίμαχες υπηρεσίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
13. |
Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος υπόκεινται σε υποχρεώσεις διατήρησης ιδίων κεφαλαίων τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο Δ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας ΟΗΧ II, που απαιτεί χαμηλότερα ίδια κεφάλαια για τα εν λόγω ιδρύματα από ό,τι θα απαιτούσε σε περίπτωση που τα ιδρύματα αυτά θα παρείχαν υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος και για τις οποίες οι ανάγκες για ίδια κεφάλαια υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους Α, Β και Γ, όπως ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΥΠ. |
|
14. |
Το εποπτικό συμβούλιο αρνήθηκε, ιδίως, να αναγνωρίσει ως υπηρεσίες πληρωμών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος τις ακόλουθες δραστηριότητες της εκκαλούσας:
|
|
15. |
Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν οι δύο αυτές υπηρεσίες πρέπει να χαρακτηριστούν ως υπηρεσίες που έχουν ή που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
16. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της [οδηγίας ΟΗΧ II], την έννοια ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, οι ακόλουθες πράξεις θεωρείται ότι συνιστούν υπηρεσίες πληρωμής που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος:
|
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
17. |
Ουδείς εκ των διαδίκων της κύριας δίκης θεώρησε αναγκαίο να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η Λιθουανική Κυβέρνηση, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Ιουνίου 2018 συμμετείχαν η Λιθουανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. |
IV. Ανάλυση
Α. Συνοπτική παρουσίαση των παρατηρήσεων των διαδίκων
|
18. |
Πρώτον, η Λιθουανική Κυβέρνηση θεωρεί, εν αντιθέσει προς το αιτούν δικαστήριο, ότι η έννοια «έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» δεν μπορεί να περιλαμβάνει την πραγματική έκδοση και εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
19. |
Η δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει να χαρακτηρισθεί μόνον ως η ανταλλαγή ονομαστικού σχηματισμού της νομισματικής αξίας με τη μεταφορά της εν λόγω αξίας σε ηλεκτρονικό υπόθεμα, προκειμένου τα πρόσωπα, αποδεχόμενα το ηλεκτρονικό χρήμα το οποίο εκδίδεται από το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ως μορφή διακανονισμού, να μπορούν να πραγματοποιούν μεταξύ τους, με την εν λόγω αξία, συναλλαγές πληρωμών. Επιπλέον, μόλις ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώσει το ηλεκτρονικό χρήμα το οποίο κατέχει στην ονομαστική νομισματική αξία, δεν θα δύναται πλέον να πραγματοποιεί πράξεις πληρωμών σε ηλεκτρονικό χρήμα με την εν λόγω νομισματική αξία. |
|
20. |
Δεύτερον, όσον αφορά την έννοια «υπηρεσίες πληρωμών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος», η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων θα είχε ως αποτέλεσμα η ανάγκη για ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος να καθίσταται μεγαλύτερη από ό,τι για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία δεν παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την έκδοση τέτοιου χρήματος. |
|
21. |
Το κύριο κριτήριο για να εκτιμηθεί αν ειδικές υπηρεσίες πληρωμών πρέπει να χαρακτηρίζονται ως έχουσες ή ως μη έχουσες σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος έγκειται, κατά τη Λιθουανική Κυβέρνηση, στο εύρος του δυνητικού κινδύνου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο επιβεβαιώθηκε από την πρόταση της Επιτροπής, της 9ης Οκτωβρίου 2008 ( 5 ), η οποία περιλαμβάνει, ιδίως, τροποποίηση των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων στην πρόταση νέας οδηγίας, με νέες μεθόδους υπολογισμού οι οποίες στηρίζονται στη φύση των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και στη φύση του κινδύνου. |
|
22. |
Συνεπώς, οι πιο αυξημένες απαιτήσεις όσον αφορά τον υπολογισμό του κεφαλαίου επιβάλλονται στα ιδρύματα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, καθόσον τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν ευρύτερο φάσμα υπηρεσιών πληρωμών. |
|
23. |
Η Λιθουανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει, πρώτον, ότι με την έκδοση της οδηγίας ΟΗΧ II επετράπη στα ιδρύματα ηλεκτρονικού εμπορίου να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους προκειμένου να παρέχουν, πέραν των υπηρεσιών πληρωμών που έχουν στενή σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας ΟΥΠ, ιδίως δε τη χορήγηση ορισμένων πιστώσεων. |
|
24. |
Δεύτερον, εάν παρέχονται υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, ο ενδεχόμενος κίνδυνος περιλαμβάνει όχι μόνο τους κατόχους ηλεκτρονικού χρήματος, αλλά και τρίτους που δεν συμμετέχουν στο σύστημα (ο κύκλος των εν λόγω τρίτων μπορεί να είναι πολύ ευρύς και απροσδιόριστος) και οι οποίοι δεν έχουν συνάψει σύμβαση με ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος –η υπεράσπιση των συμφερόντων τους καθίσταται, κατά συνέπεια, πιο περιορισμένη. |
|
25. |
Για τη Λιθουανική Κυβέρνηση, δύο σωρευτικές προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται προκειμένου υπηρεσία να χαρακτηρίζεται ως έχουσα σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος: i) το ηλεκτρονικό χρήμα πρέπει να εκδίδεται κατά την παροχή της υπηρεσίας, και ii) η υπηρεσία πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ συμμετεχόντων στο σύστημα ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
26. |
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της υπηρεσίας I και της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, η Λιθουανική Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι ουδόλως αμφιβάλλει ότι, πριν αρχίσει η παροχή της υπηρεσίας I, το ηλεκτρονικό χρήμα πρέπει να έχει ήδη εκδοθεί, και θεωρεί ότι η υπηρεσία I αντιστοιχεί σε μεταφορά πίστωσης, όπως αυτή προβλέπεται στο σημείο 3, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της οδηγίας ΟΥΠ. |
|
27. |
Προκειμένου να πραγματοποιήσουν μεταφορές πίστωσης προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς, οι πελάτες των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν δέχονται ηλεκτρονικό χρήμα, αλλά χρηματικά ποσά, τα οποία εισπράττονται μόλις το ηλεκτρονικό χρήμα μετατραπεί στην ονομαστική νομισματική αξία του. Η υπηρεσία I αποτελεί, επομένως, την πράξη με την οποία τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος (ο εκδότης) μεταφέρει, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος, το ηλεκτρονικό χρήμα, αφού το έχει μετατρέψει στην ονομαστική νομισματική αξία του, προς τον λογαριασμό του τρίτου σε πιστωτικό ίδρυμα. |
|
28. |
Κατά τη Λιθουανική Κυβέρνηση, η πράξη πληρωμής πραγματοποιείται από το ως άνω χρονικό σημείο μεταξύ του κατόχου του ηλεκτρονικού χρήματος και τρίτου. Επομένως, πρόκειται για πληρωμή «εξερχόμενη». Τέτοια πληρωμή μπορεί να θεωρηθεί ως έχουσα σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος μόνο αν πραγματοποιήθηκε μεταξύ δύο συμμετεχόντων στο σύστημα ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
29. |
Η Λιθουανική Κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι η υπηρεσία I δεν σχετίζεται ή θεωρείται ταυτόσημη με την εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος. Όντως, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, εξαργύρωση ηλεκτρονικού χρήματος συνιστά μόνο η επιστροφή στον κάτοχο ηλεκτρονικού χρήματος των νομισματικών πόρων στην ονομαστική αξία. |
|
30. |
Ο ορισμός αυτός είναι συνεπής με τους σκοπούς της οδηγίας ΟΗΧ II οι οποίοι μνημονεύονται στο προοίμιό της και οι οποίοι συνίστανται στη διαφύλαξη και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος περί του ότι δύνανται ανά πάσα στιγμή να το ανακτήσουν στην ονομαστική του αξία. |
|
31. |
Στην περίπτωση της υπηρεσίας I, το ηλεκτρονικό χρήμα δεν επιστρέφεται στον κάτοχο ηλεκτρονικού χρήματος στην ονομαστική του αξία. Ο σκοπός του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος συνίσταται στην πραγματοποίηση των πληρωμών και των διακανονισμών για αγαθά και υπηρεσίες. Ο τρόπος και η μορφή της εξαργύρωσης των χρημάτων αποκτά, εξάλλου, αποφασιστική σημασία προκειμένου να διαπιστωθεί αν συγκεκριμένη υπηρεσία πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος ή ως υπηρεσία που δεν έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
32. |
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της υπηρεσίας II και της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, η Λιθουανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι παρέχεται ως εξής: 1) κατόπιν εντολής του πωλητή, ο αγοραστής μεταφέρει το χρηματικό ποσό για αγαθά ή υπηρεσίες που έχουν αποκτηθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του αιτούντος· και 2) άμα τη παραλαβή του χρηματικού ποσού, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος εκδίδει αμέσως το ηλεκτρονικό χρήμα το οποίο καταθέτει στον λογαριασμό ηλεκτρονικού χρήματος του εμπόρου. |
|
33. |
Κατά πρώτο λόγο, είναι επομένως αναμφισβήτητο, κατά τη Λιθουανική Κυβέρνηση, ότι, στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας II, το ληφθέν εκ μέρους του πληρωτή χρηματικό ποσό μετατρέπεται σε ηλεκτρονικό χρήμα και πιστώνεται στον λογαριασμό του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος. Ωστόσο, η ίδια η πληρωμή πρέπει πρώτα να πραγματοποιηθεί στην ονομαστική αξία και όχι σε ηλεκτρονικό χρήμα. Η πράξη πληρωμής θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε κατά τη χρονική στιγμή κατά την οποία το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος λαμβάνει το χρηματικό ποσό στον λογαριασμό του σε πιστωτικό ίδρυμα. Το ηλεκτρονικό χρήμα εκδίδεται μόνο σε δεύτερο στάδιο. Η εν λόγω μεταγενέστερη έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος προκύπτει αποκλειστικά από το γεγονός ότι συνάπτεται αντίστοιχη σύμβαση μεταξύ του προμηθευτή αγαθών και/ή του παρόχου υπηρεσιών, αφενός, και του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, αφετέρου. Η υπηρεσία II δεν πληροί ούτε το δεύτερο κριτήριο το οποίο αναπτύχθηκε από τη Λιθουανική Κυβέρνηση, καθόσον παρέχεται μεταξύ τρίτου και κάτοχου ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
34. |
Κατά δεύτερο λόγο, πρόκειται, εν προκειμένω, για πληρωμή «εισερχόμενη» στο σύστημα ηλεκτρονικού χρήματος και όχι για πληρωμή «πραγματοποιηθείσα» στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, μεταξύ των συμμετεχόντων του. |
|
35. |
Κατά συνέπεια, η υπηρεσία II δεν δύναται να χαρακτηρισθεί, κατά τη Λιθουανική Κυβέρνηση, ούτε ως υπηρεσία που έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
36. |
Η Πολωνική Κυβέρνηση θεωρεί, καταρχάς, ότι η έκφραση «υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» πρέπει να νοείται ως αναφερόμενη στις υπηρεσίες πληρωμών, οι οποίες μνημονεύονται στην οδηγία ΟΥΠ και παρέχονται από συγκεκριμένο ίδρυμα, χωρίς έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, για την υλοποίηση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες πληρωμών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος συνιστούν τις υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες πραγματοποιούνται με έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από συγκεκριμένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
37. |
Επομένως, κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος το οποίο ασκεί τη δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος και της παροχής υπηρεσιών πληρωμών που έχουν σχέση με την εν λόγω έκδοση πρέπει να διατηρήσει τα ίδια κεφάλαιά του, τουλάχιστον στο επίπεδο που υπολογίζεται βάσει της μεθόδου Δ, η οποία προβλέπεται στην οδηγία ΟΗΧ II. |
|
38. |
Εντούτοις, εάν το εν λόγω ίδρυμα παρέχει επίσης λοιπές υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όσον αφορά τις πληρωμές σε λογιστικό χρήμα, τα ελάχιστα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια πρέπει, εν προκειμένω, να υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους Α, Β ή Γ, οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΥΠ. |
|
39. |
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, το οποίο ορίζει την έννοια του ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
40. |
Πρώτον, κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, το ηλεκτρονικό χρήμα δεν εξομοιώνεται με το λογιστικό χρήμα και δεν δύναται να ταυτιστεί με αυτό. Το τελευταίο αποτελεί λογιστική εγγραφή στα βιβλία του ιδρύματος πληρωμών ή της τράπεζας σχετικά με τον τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη, αναφέροντας την ύπαρξη υποχρέωσης του ιδρύματος πληρωμών να καταβάλει (εξαργυρώσει) ορισμένο χρηματικό ποσό. Ο πραγματοποιηθείς σε λογιστικό χρήμα διακανονισμός, και, κατά συνέπεια, μέσω ιδρυμάτων πληρωμών ή τραπεζών, δεν αποτελεί de jure παροχή νομισματικής υπηρεσίας η οποία νοείται ως μεταφορά ελέγχου επί των μετρητών, αλλά απλώς εκχώρηση της απαίτησης σχετικά με την πληρωμή ενός ορισμένου χρηματικού ποσού σε μετρητά και του διακανονισμού που έχει σχέση με την εν λόγω πληρωμή, σε συνδυασμό με τη μεταβολή οφειλέτη, εάν ο πληρωτής και ο αποδέκτης της πληρωμής ενεργούν από κοινού με άλλα ιδρύματα πληρωμών ή τράπεζες. |
|
41. |
Δεύτερον, το ηλεκτρονικό χρήμα, εν αντιθέσει προς το λογιστικό χρήμα, δεν αποτελεί λογιστική εγγραφή η οποία εκφράζει την υποχρέωση καταβολής μετρητών, αλλά νομισματική αξία η οποία εκδίδεται και αποθηκεύεται σε ηλεκτρονικό, μεταξύ άλλων και μαγνητικό, υπόθεμα και η οποία συνδέεται με την υποχρέωση συστηματικής εξαγοράς του ηλεκτρονικού χρήματος, από τον κάτοχό του, εκ μέρους του εκδότη. Συνίσταται, συνεπώς, σε μεταβίβαση του ελέγχου επί νομισματικών αξιών μεταξύ του πληρωτή και του αποδέκτη της πληρωμής. |
|
42. |
Το ηλεκτρονικό χρήμα ομοιάζει, κατά συνέπεια, με τα μετρητά, τα οποία επίσης λειτουργούν μέσω μεταφοράς ελέγχου. Η διαφορά έγκειται στον άυλο χαρακτήρα του νομίσματος αυτού και στην έλλειψη γενικής υποχρέωσης αποδοχής του. |
|
43. |
Η νομισματική αξία εκδίδεται σε αντάλλαγμα μετρητών ή λογιστικού χρήματος και συνεπάγεται υποχρέωση εξαγοράς της νομισματικής αξίας. Η εξαγορά πραγματοποιείται με την πληρωμή, σε μετρητά ή σε λογιστική αξία, η οποία αντιστοιχεί στην αξία του ηλεκτρονικού χρήματος που εκδόθηκε σε αντάλλαγμα της εξαργύρωσης της εκδοθείσας νομισματικής αξίας. Ως αποτέλεσμα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, ο εκδότης (ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος) πωλεί κατά κάποιον τρόπο τη νομισματική αξία, ήτοι τη θέτει στη διάθεση του αγοραστή, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού, και δεσμεύεται, ταυτόχρονα, να αγοράσει τις εν λόγω νομισματικές αξίες από καθέναν από τους κατόχους τους. |
|
44. |
Συνεπώς, κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, το ηλεκτρονικό χρήμα εκδίδεται με στόχο την πραγματοποίηση συναλλαγών πληρωμής. Επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως ηλεκτρονικό χρήμα οι νομισματικές αξίες οι οποίες εκδίδονται για άλλους σκοπούς ή οι νομισματικές αξίες μέσω των οποίων δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής. Μπορούμε να κάνουμε λόγο για ηλεκτρονικό χρήμα μόνο όταν το εν λόγω χρήμα είναι αποδεκτό από τουλάχιστον δύο πρόσωπα, εκ των οποίων κανένα δεν είναι ο εκδότης του. |
|
45. |
Κατά συνέπεια, εάν ο σχεδιασμός δεδομένης υπηρεσίας πληρωμών προϋποθέτει αναγκαίως ότι όλες οι συναλλαγές πληρωμής πραγματοποιούνται με λογιστικό χρήμα που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της αγοράς ηλεκτρονικού χρήματος, τούτο συνεπάγεται ότι η επίμαχη υπηρεσία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπηρεσία που έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
46. |
Δεν μπορούν, επομένως, να χαρακτηρίζονται ως υπηρεσίες που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος οι υπηρεσίες οι οποίες υλοποιούνται με τη χρήση λογιστικού χρήματος που παράγεται κατόπιν προηγούμενης μετατροπής ηλεκτρονικού χρήματος σε τραπεζικό χρήμα, με σκοπό τη μεταγενέστερη εμφάνιση του λογιστικού χρήματος σε τραπεζικό λογαριασμό του αποδέκτη της πληρωμής. Για παρόμοιους λόγους, δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως υπηρεσίες που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος ούτε οι υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες συνίστανται στην αποδοχή πληρωμών σε λογιστικό χρήμα και, εν συνεχεία, στη μετατροπή των ληφθέντων χρηματικών ποσών σε ηλεκτρονικό χρήμα. |
|
47. |
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες τις οποίες παρέχει η εκκαλούσα της κύριας δίκης δεν έχουν τη φύση υπηρεσιών πληρωμών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς εκτελούνται μέσω της χρήσης λογιστικού χρήματος. |
|
48. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι θα πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση εάν οι επίμαχες υπηρεσίες πληρωμών αποτελούν ανεξάρτητες ή επικουρικές υπηρεσίες. |
|
49. |
Η υπηρεσία I αφορά πράξη πληρωμής με την οποία, κατόπιν εντολής του κατόχου του ηλεκτρονικού χρήματος, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώνει το χρηματικό ποσό στην ονομαστική του αξία και το μεταφέρει στον τραπεζικό λογαριασμό τρίτου, στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II. |
|
50. |
Η υπηρεσία II αφορά υπηρεσία πληρωμής με την οποία, κατόπιν εντολής του πωλητή, ο αγοραστής των αγαθών και/ή των υπηρεσιών μεταφέρει το χρηματικό ποσό για τα εν λόγω αγαθά και/ή τις υπηρεσίες στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος το οποίο, άμα τη παραλαβή του χρηματικού ποσού, εκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας με το ληφθέν χρηματικό ποσό υπέρ του πωλητή. |
|
51. |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παροχή υπηρεσιών πληρωμών, ανεξάρτητα από το αν αυτές έχουν σχέση ή όχι με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. Στο πλαίσιο της υπηρεσίας II, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος λαμβάνει από τον αγοραστή των αγαθών και/ή των υπηρεσιών το χρηματικό ποσό υπέρ του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος και επανεκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα. Η υπηρεσία αυτή είναι συνεπώς αναγκαία για να καταστεί δυνατή η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Δεν πρόκειται για ανεξάρτητη υπηρεσία. |
|
52. |
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες I και II πρέπει να χαρακτηρισθούν ως υπηρεσίες πληρωμών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. |
Β. Εκτίμηση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
53. |
Εν είδει εισαγωγής, θα παρουσιάσω μερικά γνωστά παραδείγματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως είναι το Proton στο Βέλγιο, το miniCASH στο Λουξεμβούργο, το Moneo στη Γαλλία ή η Geldkarte στη Γερμανία (όλα αποθηκευμένα σε υπόθεμα με τη μορφή κάρτας), αλλά επίσης το PayPal σε παγκόσμιο επίπεδο (το νόμισμα αποθηκεύεται μόνο σε δίκτυο, σε υπόθεμα το οποίο είναι «πληροφορικό» ή εικονικό) –ενώ το bitcoin δεν αποτελεί ηλεκτρονικό χρήμα ( 6 ). |
|
54. |
Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία της φράσεως «δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), [της οδηγίας ΟΗΧ II] οι οποίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. |
|
55. |
Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση εγείρει το ερώτημα αν βάσει της εν λόγω διάταξης: i) πράξη πληρωμής με την οποία, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, το ηλεκτρονικό χρήμα (το χρηματικό ποσό προς εξαργύρωση) μεταφέρεται στην ονομαστική του αξία στον τραπεζικό λογαριασμό τρίτου· και ii) πράξη πληρωμής με την οποία, κατόπιν εντολής του πωλητή, ο αγοραστής των αγαθών και/ή των υπηρεσιών μεταφέρει, για τα αγορασθέντα αγαθά και/ή τις υπηρεσίες, χρηματικό ποσό στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος (εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος) το οποίο, άμα τη παραλαβή του χρηματικού ποσού, εκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας με το ληφθέν χρηματικό ποσό υπέρ του πωλητή (κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος), πρέπει ή δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως δραστηριότητες«οι οποίες έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος». |
|
56. |
Πρόκειται για σοβαρό διακύβευμα, καθώς, ανάλογα με την παροχή, ή όχι, υπηρεσιών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από το επίμαχο ίδρυμα, οι απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων ποικίλλουν, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II. |
|
57. |
Συνεπώς, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να υπολογίσουν τα ίδια κεφάλαιά τους με τη μέθοδο Δ ( 7 ), ενώ εκείνα τα οποία ασκούν δραστηριότητες που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να υπολογίσουν τις δικές τους απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις μεθόδους Α, Β ή Γ ( 8 ), οι οποίες επιβάλλουν σημαντικότερες απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων από τη μέθοδο Δ. |
2. Το κείμενο της οδηγίας ΟΗΧ II
|
58. |
Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου συνδέονται με το ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΟΗΧ II δεν ορίζουν ( 9 )«τις δραστηριότητες […] οι οποίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος» (άρθρο 5, παράγραφος 2) ούτε τις «δραστηριότητες οι οποίες έχουν σχέση» συναφώς, ούτε καν τις «υπηρεσίες πληρωμών» (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ) τις οποίες μπορούν να παράσχουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, με την τελευταία διάταξη απλώς να παραπέμπει σε κατάλογο ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας ΟΥΠ ( 10 ). |
|
59. |
Θα παρατηρήσω μόνον ότι το κείμενο αναφέρεται σε δραστηριότητες «οι οποίες έχουν σχέση» ή όχι, στοιχείο το οποίο φρονώ ότι αποκλείει το επιχείρημα της Λιθουανικής Κυβέρνησης ότι –προκειμένου να εμπίπτουν στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II– οι επίμαχες πράξεις πρέπει να είναι πλήρως «ενσωματωμένες» στο σύστημα ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
60. |
Και άλλα άρθρα της οδηγίας ΟΗΧ II είναι άξια ανάλυσης. |
|
61. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ΟΗΧ II, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της (καθώς και την κανονιστική της εμβέλεια) προβλέπει ότι η εν λόγω πράξη της Ένωσης καθορίζει «τους κανόνες σχετικά με [την] έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος». Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο III, με τίτλο «Έκδοση και εξαργύρωση», επιβάλλει την έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος ίσης αξίας κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει την εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος στην ονομαστική αξία και ανά πάσα στιγμή κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του εν λόγω χρήματος. |
|
62. |
Για να επανατοποθετηθούν οι διατάξεις αυτές του άρθρου 11 στο πλαίσιο των λοιπών διατάξεων της οδηγίας ΟΗΧ II, ορθώς, κατά τη γνώμη μου, εκτιμά το αιτούν δικαστήριο ότι «η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση του νομίσματος αυτού και την εξαργύρωσή του. |
|
63. |
Συγκεκριμένα, μπορούμε ομοίως να θεωρήσουμε ότι ο σκοπός του ηλεκτρονικού χρήματος (ο οποίος μπορεί να συναχθεί από τον σχετικό ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, ήτοι την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμών) δεν σημαίνει ότι μόνο οι πράξεις πληρωμής μέσω ηλεκτρονικού χρήματος σχετίζονται με υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες έχουν σχέση με την οικεία έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Είναι προφανές ότι η έκδοση του εν λόγω νομίσματος και η εξαργύρωσή του συνήθως πραγματοποιούνται με τη μορφή πράξεων πληρωμής οι οποίες προέρχονται από άλλα χρηματικά ποσά ( 11 ). |
|
64. |
Θεωρώ (όπως η Επιτροπή) ότι προκύπτει επίσης από την έννοια του ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, η οποία αναφέρεται στις πράξεις πληρωμής όπως ορίζονται στο άρθρο 4, σημείο 5, της οδηγίας ΟΥΠ ( 12 ), ότι οι υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες έχουν σχέση με το ηλεκτρονικό χρήμα περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες οι οποίες έχουν σχέση όχι μόνο με την έκδοση, αλλά και με την εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
65. |
Η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΗΧ II διακρίνει σαφώς την έκδοση από την εξαργύρωση, χωρίς να μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ τους. |
|
66. |
Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. |
|
67. |
Πράγματι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ασφαλώς, η έκδοση και η εξαργύρωση αποτελούν δύο χωριστές πράξεις και, συνεπώς, ρυθμίζονται από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, αντίστοιχα. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν, ωστόσο, να καταστούν αλληλένδετες. |
|
68. |
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώνουν […] ανά πάσα στιγμή […] τη νομισματική αξία του ηλεκτρονικού χρήματος». Ως εκ τούτου, το δικαίωμα εξαργύρωσης δημιουργείται αυτόματα και είναι ανεπιφύλακτο. Δεν πρόκειται πλέον για αυτοτελή πράξη. |
|
69. |
Κατά συνέπεια, προκειμένου να «έχει σχέση», η επίμαχη υπηρεσία πληρωμών πρέπει να είναι απαραίτητη για την έκδοση ή την εξαργύρωση ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
70. |
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι από την οδηγία ΟΗΧ II προκύπτει ότι οι υπηρεσίες πληρωμών –οι οποίες έχουν ή δεν έχουν σχέση– μπορούν να παρέχονται εκτός του συστήματος ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
71. |
Είναι φυσικό ότι τόσο η έκδοση όσο και η εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος παρουσιάζουν πάντοτε κάποια σύνδεση με κλασικό τραπεζικό λογαριασμό. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Λιθουανική Κυβέρνηση, είναι, επομένως, συναφώς αδιάφορο ότι το πρόσωπο χάνει τη δυνατότητα να πληρώνει με ηλεκτρονικό χρήμα. |
|
72. |
Κατά συνέπεια, η έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος και η εξαργύρωσή του αποτελούν χωριστές, αλλά όχι αυτοτελείς, πράξεις. |
|
73. |
Συγκεκριμένα, ο όρος «εξαργυρωσιμότητα» νοείται ως η δυνατότητα του καταναλωτή να ανακτήσει το ηλεκτρονικό του χρήμα ανά πάσα στιγμή με μεταφορά πίστωσης ή σε μετρητά ( 13 ). |
|
74. |
Με άλλα λόγια, η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος αποτελεί μέρος μόνον της διαδικασίας, ενώ το άλλο μέρος συνίσταται στην εξαργύρωση του εν λόγω χρήματος ( 14 ). |
|
75. |
Η ως άνω δυαδικότητα εξηγείται με σαφήνεια από τον P. Storrer ο οποίος γράφει (ιδίως όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας ΟΗΧ II στο γαλλικό δίκαιο) ότι «[ο]ι μονάδες ηλεκτρονικού χρήματος καλούνται μονάδες αξίας, καθεμία από τις οποίες αποτελεί απαίτηση ενσωματωμένη σε τίτλο […] η έννοια της απαίτησης έναντι του εκδότη είναι χαρακτηριστική του ηλεκτρονικού χρήματος και καθιστά δυνατή τη διάκρισή του από το λογιστικό χρήμα που δεν διαχωρίζεται από το υπόθεμα στο οποίο αποθηκεύεται, τον λογαριασμό […] [Πρόκειται μόνο για] δύο όψεις του ίδιου τίτλου [της] απαίτησης – Η απαίτηση ηλεκτρονικού χρήματος παρουσιάζει δύο όψεις, ανάλογα με το αν βρισκόμαστε από την πλευρά του κατόχου: αξίωση εξαργύρωσης […], ή από την πλευρά του αποδέκτη: αξίωση μετατροπής […] Φρονώ […] ότι το ηλεκτρονικό χρήμα είναι εξαργυρώσιμο εκ φύσεως, εξαργύρωση η οποία υπόκειται, εξάλλου, σε λεπτομερές καθεστώς το οποίο αποτελεί την ουσία του δικαίου των συμβάσεων του ηλεκτρονικού χρήματος […] [Τ]ο ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την άποψή μου, φαίνεται μάλλον εξαργυρώσιμο εκ φύσεως παρά εξαργυρώσιμο δυνάμει του καθεστώτος που το διέπει. Τούτο διότι η εν λόγω εξαργυρωσιμότητα περισσότερο προσθέτει ένα επιπλέον κριτήριο για την ταυτοποίηση προϊόντος ηλεκτρονικού χρήματος, παρά αποτελεί συνέπεια του χαρακτηρισμού του» ( 15 ). |
|
76. |
Για να επανέλθουμε στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, το εν λόγω άρθρο επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος να εξαργυρώνουν, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος, ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία, τη νομισματική αξία του ηλεκτρονικού χρήματος (ανάλογος κανόνας επιβάλλεται στην έκδοση του εν λόγω νομίσματος από την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου). Επιπλέον, τόσο η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος όσο και η εξαργύρωσή του πραγματοποιούνται μέσω πράξεων πληρωμής οι οποίες προέρχονται από άλλα χρηματικά ποσά (παραδείγματος χάριν, μέσω συναλλαγής με κάρτα πληρωμής ή μέσω τρέχουσας συναλλαγής μεταφοράς πιστώσεων). |
|
77. |
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες πληρωμών «οι οποίες δεν έχουν [σχέση] με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II πρέπει επίσης να συμπεριλάβουν τις υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες δεν έχουν σχέση με την εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
78. |
Καθόσον οι υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες έχουν σχέση με την έκδοση (ή την εξαργύρωση) του ηλεκτρονικού χρήματος δεν ορίζονται άλλως στην οδηγία ΟΗΧ II, θεωρώ (όπως η Επιτροπή) ότι αρμόζει να θεωρηθούν υπηρεσίες πληρωμών «[οι οποίες έχουν σχέση] με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» (άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II) όλες οι υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση ή η εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος. Με άλλα λόγια, οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να έχουν επικουρικό χαρακτήρα στην έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
79. |
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση αν οι υπό κρίση υπηρεσίες πληρωμών αποτελούν ανεξάρτητες ή επικουρικές υπηρεσίες. Εάν η υπηρεσία πληρωμών παρέχεται με σκοπό να καταστεί δυνατή η έκδοση ή η εξαργύρωση του ηλεκτρονικού χρήματος, η υπηρεσία αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει σχέση με την εν λόγω έκδοση ή εξαργύρωση. |
3. Εφαρμογή στις δύο πράξεις τις οποίες αφορά η υπό κρίση υπόθεση
|
80. |
Η πρώτη περίπτωση η οποία μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα αφορά πράξη πληρωμής με την οποία, κατόπιν εντολής του κατόχου του ηλεκτρονικού χρήματος, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώνει το χρηματικό ποσό στην ονομαστική του αξία και το μεταφέρει στην αξία αυτή στον τραπεζικό λογαριασμό τρίτου. |
|
81. |
Η μεταφορά των χρηματικών ποσών που προέρχονται από εξαργύρωση η οποία πραγματοποιείται από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος συνδέεται στενά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία, όπως ήδη ανέφερα, πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την εξαργύρωση. |
|
82. |
Εντούτοις, η μεταφορά των εν λόγω χρηματικών ποσών που προέρχονται από εξαργύρωση πρέπει να αποτελεί μέρος μίας και μοναδικής συναλλαγής την οποία πραγματοποιεί το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά των χρηματικών ποσών που προέρχονται από εξαργύρωση σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό δεν αποτελεί αντικείμενο μίας και μοναδικής συναλλαγής, η εν λόγω μεταφορά πρέπει να θεωρείται ως ανεξάρτητη υπηρεσία πληρωμών. |
|
83. |
Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας ΟΗΧ II, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος υποχρεούται να προστατεύει, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΥΠ, τα χρηματικά ποσά τα οποία έλαβε σε αντάλλαγμα του εκδοθέντος ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
84. |
Συμμερίζομαι τη γνώμη της Επιτροπής ότι τούτο σημαίνει ότι το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος υποχρεούται ( 16 ) να προστατεύει τα εν λόγω χρηματικά ποσά μέχρι των ποσών ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία έχουν κατατεθεί στους λογαριασμούς του ιδρύματος. Αντιθέτως, δεν υφίσταται παρόμοια υποχρέωση προστασίας των χρηματικών ποσών αφότου εξαργυρωθεί το ηλεκτρονικό χρήμα. Η ρύθμιση αυτή δύναται να βασίζεται στο ότι η μεταφορά χρηματικών ποσών πρέπει να πραγματοποιείται αμέσως μετά την εξαργύρωση των χρηματικών ποσών από το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος στον κάτοχο του ηλεκτρονικού χρήματος. Εάν τα χρηματικά ποσά, τα οποία έχουν εξαργυρωθεί, παρακρατούνται για μακρότερο χρονικό διάστημα από το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας ΟΗΧ II ορίζει ότι εφαρμόζονται οι απαιτήσεις περί προστασίας οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 9 της οδηγίας ΟΥΠ. Επομένως, τα χρηματικά ποσά πρέπει να προστατεύονται ούτως ώστε να μπορεί να παρέχεται ανεξάρτητη υπηρεσία πληρωμών σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας ΟΥΠ. |
|
85. |
Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο ορθώς αποφαίνεται στη διάταξη περί παραπομπής ότι, καθόσον η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος περιλαμβάνει επίσης την εξαργύρωση του νομίσματος που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΟΗΧ II, πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπό κρίση υπηρεσία πληρωμών (υπηρεσία I) ως υπηρεσία πληρωμών «η οποία έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος» κατά την έννοια των άρθρων 5 και 6 της οδηγίας αυτής, όταν τα χρηματικά ποσά τα οποία έχουν εξαργυρωθεί μεταφέρονται κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του ηλεκτρονικού χρήματος σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου. |
|
86. |
Η δεύτερη περίπτωση την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο αφορά την υπηρεσία πληρωμών με την οποία, κατόπιν εντολής του πωλητή, ο αγοραστής (ο πληρωτής) των αγαθών και/ή των υπηρεσιών μεταφέρει χρηματικό ποσό για τα εν λόγω αγαθά και/ή τις υπηρεσίες στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος (εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος) το οποίο, άμα τη παραλαβή του χρηματικού ποσού, εκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας με το ληφθέν χρηματικό ποσό υπέρ του πωλητή (κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος). |
|
87. |
Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η παροχή υπηρεσιών πληρωμών, ανεξάρτητα από το αν αυτές έχουν σχέση ή όχι με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
88. |
Στην επίμαχη περίπτωση, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος λαμβάνει χρηματικά ποσά από τον αγοραστή αγαθών και/ή των υπηρεσιών και τα μεταφέρει στον πωλητή εκδίδοντας ηλεκτρονικό χρήμα. Στην περίπτωση αυτή, η υπηρεσία πληρωμών στο πλαίσιο της οποίας το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος λαμβάνει χρηματικά ποσά και εκδίδει ηλεκτρονικό χρήμα είναι απαραίτητη προκειμένου να καταστεί δυνατή η ίδια η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος· επομένως, δεν πρόκειται για ανεξάρτητη υπηρεσία. |
|
89. |
Κατά συνέπεια, συμφωνώ επίσης με το αιτούν δικαστήριο ως προς το ότι δεν είναι σημαντική η περίσταση κατά την οποία οι αγοραστές (πληρωτές) των αγαθών και/ή των υπηρεσιών, μεταφέροντας (καταθέτοντας) τα χρηματικά ποσά στην εκκαλούσα (το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος), δεν αποσκοπούν στην έκδοση του ηλεκτρονικού χρήματος, αλλά στην πληρωμή των αγαθών και/ή των υπηρεσιών. Οι εν λόγω αγοραστές (πληρωτές) πραγματοποιούν τις υπό κρίση πληρωμές στην εκκαλούσα για τα αγορασθέντα αγαθά και/ή τις υπηρεσίες κατόπιν εντολής της επιχειρήσεως (πελάτη της εκκαλούσας) και η τελευταία έχει συνάψει σύμβαση με την εκκαλούσα, η οποία, άμα τη παραλαβή του σχετικού χρηματικού ποσού εκ μέρους των αγοραστών, εκδίδει αμέσως ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας με το ληφθέν χρηματικό ποσό. Κατά συνέπεια, ο σκοπός των αγοραστών δεν αποκλείει την ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ της πράξης πληρωμής και της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος. |
|
90. |
Φρονώ, συνεπώς, ότι η δεύτερη υπό εξέταση υπηρεσία πληρωμών (υπηρεσία II) πρέπει επίσης να χαρακτηρισθεί ως δραστηριότητα «η οποία έχει σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος». |
V. Πρόταση
|
91. |
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα το οποίο υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) ως εξής: Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ, έχει την έννοια ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, χαρακτηρίζονται ως υπηρεσίες πληρωμών οι οποίες έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος οι υπηρεσίες πληρωμών:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Μολονότι ο δεύτερος αυτός χαρακτηρισμός σχετίζεται περισσότερο με το bitcoin (Storrer, P., Droit de la monnaie électronique, RB Édition, Παρίσι, 2014, σ. 23). Βλ. υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων.
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 263, σ. 7, στο εξής: οδηγία ΟΗΧ II).
( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1· στο εξής: οδηγία ΟΥΠ).
( 5 ) Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, για την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ [COM(2008) 627 τελικό].
( 6 ) Μολονότι μεγάλος αριθμός ατόμων νομίζουν (λανθασμένα) ότι τούτο ισχύει. Πρόκειται μάλλον για εικονικό χρήμα, το οποίο «δεν πληροί τον ορισμό μέσου πληρωμής κατά την έννοια του Code monétaire et financier [(Νομισματικού και Χρηματοοικονομικού Κώδικα, Γαλλία)] και, ειδικότερα, τον ορισμό του ηλεκτρονικού χρήματος, καθόσον το bitcoin δεν εκδίδεται κατόπιν […] παραλαβής χρηματικού ποσού. Επιπλέον, εν αντιθέσει προς το ηλεκτρονικό χρήμα, το bitcoin δεν φέρει καμία νομική εγγύηση εξαργύρωσης ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία» (Banque de France, Les dangers liés au développement des monnaies virtuelles: l’exemple du bitcoin, Focus, αριθ. 10, 5 Δεκεμβρίου 2013).
( 7 ) Η οποία εκτίθεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας ΟΗΧ II.
( 8 ) Οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΥΠ.
( 9 ) Τούτο ίσχυε και για την προηγούμενη οδηγία [οδηγία 2000/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος (ΕΕ 2000, L 275, σ. 39)]. Βλ., παραδείγματος χάριν, Vereecken, M., «Monnaie électronique: commentaire des directives européennes», Euredia, αριθ. 1, 2004, σ. 43-79, άρθρο το οποίο, προσθέτω, εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να είναι χρήσιμο και όσον αφορά τις διατάξεις της (νέας) οδηγίας ΟΗΧ II.
( 10 ) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ το εν λόγω παράρτημα διευκρινίζει τις δραστηριότητες τις οποίες οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος δικαιούνται να ασκούν, ουδόλως υπεισέρχεται στο ζήτημα του κατά πόσο οι εν λόγω δραστηριότητες έχουν ή δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος.
( 11 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΟΗΧ II.
( 12 ) Οι πράξεις πληρωμής ορίζονται στο άρθρο 4, σημείο 5, της οδηγίας ΟΥΠ ως «η ενέργεια, στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος, και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου».
( 13 ) Βλ. άρθρο 5 της πρότασης της Επιτροπής [COM(2008) 627 τελικό], η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων.
( 14 ) Βλ., σχετικά με την αρχή της εξαργυρωσιμότητας, ιδίως Poullet, C., και Vuitton, R., «La remboursabilité de la monnaie électronique», Bulletin du Cercle François Laurent, αριθ. 3, 2004, σ. 93-147.
( 15 ) Βλ. Storrer, P., Droit de la monnaie électronique, RB Édition, Παρίσι, 2014, σ. 61-65. Βλ., επίσης, Lasserre Capdeville, J., «Le droit régissant le paiement par monnaie électronique en France», Revue Lamy Droit des affaires, αριθ. 73, Ιούλιος-Αύγουστος 2012, σ. 93-97. Για την Αυστρία, βλ. Gerhartinger, H., Elektronisches Geld im österreichischen Bank- und Privatrecht, Bank Verlag Wien, Κολωνία, 2010. Βλ., επίσης, Bulearcă, A., «Electronic Money, Means of Payment in Domestic and International Economic Exchanges. Statutory Changes at EU and EEA Level», σε Sararu, C.-S. (επιμ.), Studies of Business Law: Recent Developments and Perspectives, Peter Lang, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 2013, σ. 195-210, ο οποίος πραγματεύεται επίσης τη μεταφορά της οδηγίας ΟΗΧ II στη Ρουμανία.
( 16 ) Κατά την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, βʹ ή γʹ, της οδηγίας ΟΥΠ.