ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 24ης Ιανουαρίου 2018 ( 1 )

Υποθέσεις C-175/17 και C-180/17

X

κατά

Belastingdienst/Toeslagen

και

X και Y

κατά

Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie

[αιτήσεις του Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State
(τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή πολιτική ασύλου και επικουρικής προστασίας – Οδηγία 2005/85/ΕΚ – Άρθρο 39 – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 13 – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Άρθρο 46 – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρα 4 και 18, καθώς και άρθρο 19, παράγραφος 2, και άρθρο 47 – Δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής – Αρχή της μη επαναπροωθήσεως – Απόφαση απορρίψεως αιτήσεως ασύλου και επιβολής υποχρεώσεως επιστροφής – Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασύλου – Αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα μόνο για προσφυγή σε πρώτο βαθμό – Εξαίρεση αν τα έννομα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πρωτοβάθμιας αποφάσεως διατηρούνται»

I. Εισαγωγή

1.

Οι προκείμενες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αλληλοεπικαλύπτονται κατ’ ουσίαν. Συνεπώς, θα εξεταστούν από κοινού οι δύο υπό κρίση υποθέσεις, οι οποίες παρέχουν την ευκαιρία στο Δικαστήριο να προσφέρει μια περαιτέρω συμβολή στο δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής (αποτελεσματικής) προσφυγής σε υποθέσεις ασύλου.

2.

Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εθνικές νομοθεσίες πρέπει να παρέχουν αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα στο μέσο ένδικης προστασίας που αυτές προβλέπουν κατά αποφάσεων που απορρίπτουν αιτήσεις χορηγήσεως ασύλου και επιβάλλουν υποχρεώσεις επιστροφής όταν ο ενδιαφερόμενος επικαλείται κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως. Στις παρούσες υποθέσεις το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85/ΕΚ ( 2 ), του άρθρου 13 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ ( 3 ) και του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ( 4 ), εξεταζομένων υπό το πρίσμα των άρθρων 4 και 18, καθώς και του άρθρου 19, παράγραφος 2, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 5 ).

3.

Στο τέλος της αναλύσεως που ακολουθεί θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ούτε οι διατάξεις της οδηγίας 2005/85 ούτε οι διατάξεις της οδηγίας 2008/115 ούτε οι διατάξεις της οδηγίας 2013/32, αλλά ούτε και οι διατάξεις του Χάρτη απαιτούν από τα κράτη μέλη να παρέχουν αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα στο ένδικο μέσο που ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως που απορρίπτει αίτηση χορηγήσεως ασύλου η οποία περιλαμβάνει απόφαση περί επιστροφής του ενδιαφερομένου στη χώρα του, ακόμη και όταν το άτομο σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το συγκεκριμένο μέτρο επικαλείται κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως. Ωστόσο, το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής, όπως ορίζεται στις διατάξεις αυτές, εμποδίζει τη διατήρηση των εννόμων αποτελεσμάτων της αρνήσεως χορηγήσεως ασύλου και εκδόσεως αποφάσεως επιστροφής παρά την ακύρωση των μέτρων αυτών σε πρώτο βαθμό και απαιτεί, σε μια τέτοια περίπτωση, το ένδικο μέσο να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το διεθνές δίκαιο

1. Η Σύμβαση της Γενεύης

4.

Το άρθρο 33 της Συμβάσεως της Γενεύης ( 6 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση απελάσεως και επαναπροωθήσεως», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, τα ακόλουθα:

«Ουδεμία Συμβαλλομένη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.»

2. Η Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών

5.

Το άρθρο 3 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 7 ), με τίτλο «Απαγόρευση των βασανιστηρίων», προβλέπει τα εξής:

«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.»

6.

Το τιτλοφορούμενο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής» άρθρο 13 της εν λόγω Συμβάσεως ορίζει τα ακόλουθα:

«Κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύμβαση παραβιάστηκαν έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, ακόμη και αν η παραβίαση διαπράχθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν κατά την εκτέλεση των δημοσίων καθηκόντων τους.»

Β. Το δίκαιο της Ένωσης

1. Η οδηγία 2005/85

7.

Το άρθρο 3 της οδηγίας 2005/85, το οποίο τιτλοφορείται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων, ή στις ζώνες διέλευσης των κρατών μελών, καθώς και στην ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα.»

8.

Το άρθρο 39 της αυτής οδηγίας, με τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες άσυλο να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

α)

απόφαση επί της αιτήσεως ασύλου […]

[…]

ε)

απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 38.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις προθεσμίες και θεσπίζουν τις λοιπές απαιτούμενες διατάξεις για την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής από τον αιτούντα σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν, εφόσον απαιτείται, διατάξεις σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους όσον αφορά:

α)

το κατά πόσον η άσκηση προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί·

β)

τη δυνατότητα να ζητηθούν ασφαλιστικά μέτρα ή μέτρα προστασίας όταν η προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπει στον αιτούντα να παραμείνει στο οικείο κράτος μέλος καθ’ όσο διάστημα εκκρεμεί. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι λαμβάνονται αυτοδικαίως ασφαλιστικά μέτρα […]

[…]».

2. Η οδηγία 2008/115

9.

Το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/115, με τίτλο «[Μέσα έννομης προστασίας]», προβλέπει τα εξής:

«1.   Στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας διατίθεται αποτελεσματικό [μέσο ένδικης προστασίας], το οποίο του επιτρέπει να προσφεύγει κατά των αποφάσεων που αφορούν την επιστροφή ή να ζητεί την επανεξέτασή τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή αρμόδιου οργάνου που απαρτίζεται από μέλη αμερόληπτα και απολαύοντα εχέγγυα ανεξαρτησίας.

2.   Η αρχή ή το όργανο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει την εξουσία να επανεξετάζει αποφάσεις που αφορούν την επιστροφή, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινής αναστολής της επιβολής της εφαρμογής τους, εκτός εάν ισχύει ήδη προσωρινή αναστολή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.

[…]»

3. Η οδηγία 2013/32

10.

Το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32, με τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:

α)

απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:

i)

με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας·

[…]

3.   Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας ( 8 )], τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης [ένδικου βοηθήματος] ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

[…]

5.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση άσκησης εντός της προθεσμίας του εν λόγω δικαιώματος, εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής.

6.   Σε περίπτωση απόφασης:

α)

με την οποία κρίνεται μια αίτηση προδήλως αβάσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2, ή αβάσιμη μετά την εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 8, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις του άρθρου 31, παράγραφος 8, στοιχείο ηʹ·

β)

με την οποία κρίνεται μια αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, βʹ ή δʹ·

γ)

με την οποία απορρίπτεται η επανεξέταση της υπόθεσης του αιτούντος αφότου έχει σταματήσει, σύμφωνα με το άρθρο 28· ή

δ)

μη εξέτασης ή μη πλήρους εξέτασης της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 39,

η δυνατότητα παραμονής του αιτούντος στο έδαφος του κράτους μέλους κρίνεται από δικαστήριο είτε με αίτημα του ενδιαφερόμενου αιτούντος είτε αυτεπάγγελτα, εάν η εν λόγω απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την παύση ισχύος του δικαιώματος παραμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος και εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής δεν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

[…]»

Γ.   Το ολλανδικό δίκαιο

11.

Κατά το ολλανδικό δίκαιο, η προσφυγή σε πρώτο βαθμό ενώπιον του rechtbank (πρωτοδικείου, Κάτω Χώρες) κατά αποφάσεως του Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Υφυπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες) σε υποθέσεις ασύλου έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Καίτοι παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως του rechtbank (πρωτοδικείου) η οποία επικυρώνει την απόφαση απορρίψεως αιτήσεως ασύλου και επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής, το ένδικο μέσο της εφέσεως δεν έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, είναι δυνατόν να υποβληθεί ενώπιον του voorzieningenrechter (δικαστή ασφαλιστικών μέτρων, Κάτω Χώρες) του Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς αποτροπή ιδίως της απελάσεως εν αναμονή της εκβάσεως της κατ’ έφεση διαδικασίας. Η αίτηση αυτή ασφαλιστικών μέτρων δεν έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Επί της ουσίας, τόσο η προσφυγή σε πρώτο βαθμό όσο και το ένδικο μέσο της εφέσεως συνιστούν ένδικα βοηθήματα «πλήρους δικαιοδοσίας».

III. Το ιστορικό των υποθέσεων της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12.

Μολονότι οι δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπες, δεν στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά και δεν έχουν διατυπωθεί κατά τον ίδιο τρόπο από το αιτούν δικαστήριο. Επομένως, είναι απαραίτητο στο τμήμα αυτό των προτάσεων να εξεταστούν χωριστά, ενώ η ανάλυση θα είναι κοινή για τις δύο υποθέσεις.

Α.   Υπόθεση Χ (C-175/17)

13.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2008, ο Χ, Ιρακινός υπήκοος, απέκτησε άδεια διαμονής λόγω ασύλου, ορισμένου χρόνου και με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεώς του, στις 3 Οκτωβρίου 2007, βάσει της εθνικής πολιτικής σχετικά με την «ανά κατηγορία» προστασία ( 9 ). Στις 19 Ιανουαρίου 2011 ο Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel (Υπουργός Μετανάστευσης, Ένταξης στην τοπική κοινωνία και Ασύλου, Κάτω Χώρες), ο οποίος σήμερα έχει αντικατασταθεί από τον Υφυπουργό Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, ανακάλεσε την εν λόγω άδεια διαμονής του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, αναδρομικά, από τις 22 Νοεμβρίου 2008, με την αιτιολογία ότι είχε παύσει η εφαρμογή της εθνικής πολιτικής σχετικά με την «ανά κατηγορία» προστασία που ίσχυε για τους Ιρακινούς υπηκόους που προέρχονται από το κεντρικό Ιράκ. Η απόφαση αυτή, της 19ης Ιανουαρίου 2011, περιελάμβανε επίσης και απόφαση επιστροφής, με την οποία διατάσσεται ο ενδιαφερόμενος να εγκαταλείψει το έδαφος των Κάτω Χωρών πριν από την παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής. Ο X προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης, Κάτω Χώρες), το οποίο την ακύρωσε λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.

14.

Την 1η Ιουλίου 2011, ο Υπουργός Μετανάστευσης, Ένταξης στην τοπική κοινωνία και Ασύλου ανακάλεσε εκ νέου το δικαίωμα διαμονής του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, απορρίπτοντας την αίτησή του περί παροχής του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Χ άσκησε προσφυγή. Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012 το rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) έκρινε εκ νέου βάσιμη την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2011 διατηρώντας ταυτόχρονα τα αποτελέσματά της, όπως προβλέπεται από το ολλανδικό δίκαιο, το οποίο παρέχει στον διοικητικό δικαστή τη δυνατότητα να κρίνει ότι η ακυρωθείσα απόφαση διατηρεί εν όλω ή εν μέρει τα έννομα αποτελέσματά της.

15.

Ο X άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως της 5ης Ιουνίου 2012, χωρίς ωστόσο να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία να ζητεί να μη διαταχθεί η απέλασή του έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως. Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2013, η οποία κατέστη τελεσίδικη, το Afdeling bestuurrechttspraak van de Raad van State (τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) έκρινε αβάσιμη την έφεση του Χ, ο οποίος δεν είχε ως εκ τούτου δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια των Κάτω Χωρών από τις 22 Νοεμβρίου 2008.

16.

Παράλληλα με τις διαδικασίες αυτές που αφορούσαν το δικαίωμα διαμονής του ενδιαφερομένου, στις 11 Απριλίου και στις 5 Ιουνίου 2009 ο τελευταίος αιτήθηκε οικονομική παροχή (επίδομα) για την κάλυψη του κόστους ενοικίου και του κόστους περιθάλψεως. Με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 2011 η Belastingdienst/Toeslagen (Υπηρεσία επιδομάτων της φορολογικής διοικήσεως, Κάτω Χώρες) χορήγησε προκαταβολικώς στον ενδιαφερόμενο τα επιδόματα που ζητήθηκαν για το έτος 2012. Ωστόσο, με την από 12 Απριλίου 2013 απόφασή της, η υπηρεσία επιδομάτων της φορολογικής διοικήσεως καθόρισε μηδενικό ποσό για τις παροχές που είχαν ήδη χορηγηθεί προκαταβολικώς, δεδομένου ότι από τις 22 Νοεμβρίου 2008 ο Χ δεν είχε δικαίωμα διαμονής. Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2014 η υπηρεσία επιδομάτων της φορολογικής διοικήσεως καθόρισε οριστικά μηδενικό ποσό για τις εν λόγω παροχές που είχαν ήδη χορηγηθεί προκαταβολικώς για την κάλυψη του κόστους ενοικίου και περιθάλψεως.

17.

Με την από 27 Οκτωβρίου 2015 απόφασή του, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας), του αιτούντος δικαστηρίου, το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) έκρινε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εδικαιούτο επιδομάτων για την κάλυψη του κόστους ενοικίου και περιθάλψεως για το έτος 2012, καθόσον η νόμιμη διαμονή του περιορίζονταν μόνο στην περίοδο από 1ης Ιουλίου 2011 έως την έκδοση της αποφάσεως της 5ης Ιουνίου 2012, και όφειλε ως εκ τούτου να τα επιστρέψει. Σύμφωνα με το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ), η περίοδος αυτή νομίμου διαμονής δεν έχει καμία χρησιμότητα για τον ίδιο και για το αίτημά του περί χορηγήσεως επιδόματος για το κόστος ενοικίου και περιθάλψεως. Το εν λόγω πρωτοδικείο επισημαίνει συναφώς ότι το ολλανδικό δίκαιο επιβάλλει μια τέτοια περίοδος νομίμου διαμονής για λόγους διαδικαστικούς να έπεται αμέσως μιας περιόδου νομίμου διαμονής βάσει άδειας παραμονής ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ζήτημα τέτοιας επακόλουθης διαμονής, διότι ο X δεν διέμενε νομίμως μεταξύ 22ας Νοεμβρίου 2008 και 1ης Ιουλίου 2011 λόγω της αναδρομικής ανακλήσεως της άδειας διαμονής που του είχε χορηγηθεί.

18.

Η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά τη δεύτερη αυτή δίκη, όπου τη σχετική διαδικασία κίνησε ο X ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου του Άμστερνταμ), η οποία επικύρωσε την υποχρέωση επιστροφής των εν λόγω επιδομάτων. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο X δεν οφείλει να επιστρέψει τα επιδόματα που έλαβε μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου του Άμστερνταμ), εκδοθείσας στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την άδεια διαμονής του, καθόσον το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα της εν λόγω προσφυγής καθιστά τη διαμονή του νόμιμη και παρέχει στον Χ δικαίωμα επί των ως άνω επιδομάτων. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αν έπρεπε το ένδικο μέσο κατά της ανακλήσεως αυτής να έχει επίσης αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, τούτο θα σήμαινε ότι, στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος, διαρκούσης της διαδικασίας επί εφέσεως, ο ενδιαφερόμενος θα εξακολουθούσε να δικαιούται τα επιδόματα αυτά.

19.

Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η υποχρέωση επιστροφής των επίμαχων επιδομάτων εξαρτάται από το αν το ένδικο μέσο που άσκησε ο X κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε επικυρώσει την απόρριψη της αιτήσεώς του περί χορηγήσεως ασύλου, έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Επισημαίνει δε ότι η διαδικασία με την οποία ανακλήθηκε η άδεια διαμονής του Χ οδήγησε σε απόφαση επί αιτήσεως ασύλου, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2005/85, και ότι η απόφαση αυτή περιλαμβάνει επίσης απόφαση επιστροφής, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115.

20.

Το αιτούν δικαστήριο, ενώ εκτιμά ότι ούτε από το εθνικό δίκαιο ούτε από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σχετικά με τα άρθρα 3 και 13 της ΕΣΔΑ, απαιτείται το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά αποφάσεων σε πρώτο βαθμό που επικυρώνουν την απόρριψη αιτήσεως ασύλου και επιβάλλουν υποχρέωση επιστροφής να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, διερωτάται, στις δύο υπό κρίση υποθέσεις, κατά πόσο το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει ένα τέτοιο αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα, τούτο δε, ειδικότερα, υπό το πρίσμα του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85, του άρθρου 13 της οδηγίας 2008/115 και του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32, εξεταζομένων υπό το φως των άρθρων 4 και 18, καθώς και των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη.

21.

Όσον αφορά την απόρριψη αιτήσεως διεθνούς προστασίας, το αιτούν δικαστήριο κρίνει, παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf ( 10 ), ότι το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 δεν απαιτεί να προβλέπεται δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας. Ωστόσο, κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, τούτο δεν αποκλείει οι λόγοι για τους οποίους πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα να μπορούν να δικαιολογήσουν την επιλογή εκ μέρους κράτους μέλους να προβλέψει ένδικο μέσο εφέσεως το οποίο επίσης έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, καθόσον, έως ότου κριθεί η έφεση, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο αιτών δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, υπό την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

22.

Ως προς την υποχρέωση επιστροφής, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/115 δεν απαιτεί αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε, με τις αποφάσεις του της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida ( 11 ), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall ( 12 ), ότι ένδικο βοήθημα πρέπει απαραιτήτως να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν ασκείται κατά αποφάσεως περί επιστροφής της οποίας η εκτέλεση δύναται να εκθέσει τον αιτούντα σε σοβαρό κίνδυνο υποβολής του σε θανατική ποινή, σε βασανιστήρια ή σε άλλη ταπεινωτική μεταχείριση ή ποινή, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, μολονότι δεν απαιτείται να προβλέπεται κατ’ έφεση διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αναγνωριστεί ότι το σχετικό ένδικο μέσο έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, αν το εθνικό δίκαιο το προβλέπει.

23.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Έχει την έννοια το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/115[…], σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 [και] 18, [καθώς και του άρθρου] 19, παράγραφος 2, και [του άρθρου] 47 του [Χάρτη], ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως το ένδικο μέσο της εφέσεως, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες κατά αποφάσεως η οποία περιέχει απόφαση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας [αυτής], έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως; Με άλλα λόγια, πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας να μην απελαθεί έως ότου παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή, αν ασκήθηκε έφεση, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, χωρίς ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας να πρέπει να υποβάλει χωριστή αίτηση προς τούτο;

2.

Έχει την έννοια το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/115[…], σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 [και] 18, [καθώς και του άρθρου] 19, παράγραφος 2, και [του άρθρου] 47 του [Χάρτη], ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως, όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες σχετικά με την απόρριψη αιτήσεως ασύλου κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας [αυτής], το ένδικο μέσο της εφέσεως έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα; Με άλλα λόγια, πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο να μην απελαθεί έως ότου παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή, αν ασκήθηκε έφεση, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, χωρίς ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο να πρέπει να υποβάλει χωριστή αίτηση προς τούτο;»

Β.   Υπόθεση Χ και Υ (C-180/17)

24.

Οι Χ και Υ, Ρώσοι υπήκοοι, αιτήθηκαν άσυλο, επικαλούμενοι κίνδυνο διώξεων σε βάρος τους στη Ρωσική Ομοσπονδία λόγω της ομοφυλοφιλίας τους. Με τις αποφάσεις του της 11ης Νοεμβρίου 2016 ο Υφυπουργός Ασφάλειας και Δικαιοσύνης έκρινε αξιόπιστους τους ισχυρισμούς που προέβαλαν, αλλά απέρριψε τις αιτήσεις τους περί χορηγήσεως ασύλου, θεωρώντας ότι οι προβαλλόμενοι κίνδυνοι δεν είχαν σχέση με την ομοφυλοφιλία τους και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση άδειας διαμονής λόγω ασύλου. Οι αποφάσεις αυτές περιέχουν επίσης αποφάσεις επιστροφής, σύμφωνα με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι υποχρεούνται να εγκαταλείψουν οικειοθελώς το έδαφος των Κάτω Χωρών πριν από την παρέλευση της προθεσμίας να προσφύγουν κατά των αποφάσεων αυτών. Στις 15 Δεκεμβρίου 2016 το Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείο Χάγης) έκρινε αβάσιμες τις προσφυγές που άσκησαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης κατά των αποφάσεων της 11ης Νοεμβρίου 2016. Οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν έφεση κατά των αποφάσεων του Rechtbank Den Haag (πρωτοδικείου Χάγης) ενώπιον του Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας), ενώ υπέβαλαν επίσης αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενοι να μην απελαθούν έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεώς τους.

25.

Στις 11 Ιανουαρίου 2017 ο voorzieningenrechter (δικαστής ασφαλιστικών μέτρων) του Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας), αποφαινόμενος επί των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν έπρεπε να απελαθούν προτού εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως που είχαν ασκήσει. Η απόφαση αυτή αιτιολογήθηκε με το γεγονός ότι, με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2016, το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) είχε εξετάσει τις συνέπειες, για το ολλανδικό σύστημα αναστολής σε υποθέσεις ασύλου, της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 5ης Ιουλίου 2016, Α.Μ. κατά Κάτω Χωρών ( 13 ). Η απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017 στηρίχθηκε ιδίως στην επιθυμία να αποτραπεί η απέλαση των προσφευγόντων, προτού δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν για την επίλυση της προκείμενης υποθέσεως.

26.

Το αιτούν δικαστήριο στη συνέχεια επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση X (C‑175/17), το οποίο παρατίθεται στα σημεία 19 έως 21 των προτάσεών μου.

27.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει την έννοια το άρθρο 13 της οδηγίας 2008/115[…], σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 [και] 18, [καθώς και του άρθρου] 19, παράγραφος 2, και [του άρθρου] 47 του [Χάρτη], ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως το ένδικο μέσο της εφέσεως, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες κατά αποφάσεως η οποία περιέχει απόφαση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας [αυτής], έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως; Με άλλα λόγια, πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας να μην απελαθεί έως ότου παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή, αν ασκήθηκε έφεση, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, χωρίς ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας να πρέπει να υποβάλει χωριστή αίτηση προς τούτο;

2)

Έχει την έννοια το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4, 18, 19, παράγραφος 2, και 47 του [Χάρτη], ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως το ένδικο μέσο της εφέσεως, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες σχετικά με την απόρριψη αιτήσεως διεθνούς προστασίας, έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα; Με άλλα λόγια, πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση ο αιτών να μην απελαθεί έως ότου παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή, αν ασκήθηκε έφεση, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως αυτής, χωρίς ο αιτών να πρέπει να υποβάλει χωριστή αίτηση προς τούτο;

3)

Ασκεί επιρροή για την κατά τα ανωτέρω ύπαρξη αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος επίσης το αν η αίτηση διεθνούς προστασίας, σχετικά με την οποία κινήθηκαν οι διαδικασίες προσφυγής και, στη συνέχεια, εφέσεως, απορρίφθηκε για έναν εκ των λόγων του άρθρου 46, παράγραφος 6, της οδηγίας [2013/32];

Ή ισχύει η απαίτηση για όλες τις κατηγορίες αποφάσεων ασύλου, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής;»

IV. Ανάλυση

Α.   Επί του παραδεκτού

28.

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο τα σχετικά με το παραδεκτό ζητήματα που έθεσε η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλοντας ότι οι διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή στις υποθέσεις των κυρίων δικών και ότι η θέσπιση ενδίκου μέσου ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.

29.

Συναφώς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως εμπίπτουν ακριβώς στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος προσφυγής που προβλέπουν οι διατάξεις των οδηγιών 2005/85 και 2008/115, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση των αιτήσεων που υποβλήθηκαν στις υποθέσεις της κύριας δίκης, υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι το ίδιο είναι όντως αρμόδιο να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων ( 14 ).

Β.   Επί της ουσίας

30.

Με τα προδικαστικά του ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κατά πόσον το ένδικο μέσο της εφέσεως που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο κατά αποφάσεων απορρίψεως αιτήσεων ασύλου και επιβολής υποχρεώσεως επιστροφής πρέπει να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα στην περίπτωση που γίνεται επίκληση του δικαιώματος της μη επαναπροωθήσεως.

31.

Ως προκαταρκτική παρατήρηση, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται στην οδηγία 2005/85 συνιστούν ένα ελάχιστο όριο κανόνων και ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν, από πολλές απόψεις, περιθώριο εκτιμήσεως για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εθνικής νομοθεσίας. Επιπλέον, σκοπός της οδηγίας αυτής είναι η θέσπιση ενός κοινού πλαισίου εγγυήσεων που θα διασφαλίζει την πλήρη τήρηση της Συμβάσεως της Γενεύης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στα οποία υπάγεται και το δικαίωμα πραγματικού ενδίκου βοηθήματος ( 15 ).

32.

Εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι ουδείς κανόνας του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει την πρόβλεψη δύο βαθμών δικαιοδοσίας κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν αίτηση ασύλου και/ή επιβάλλουν υποχρέωση επιστροφής. Πράγματι, μοναδική πρόβλεψη του δικαίου της Ένωσης είναι τα άτομα στα οποία επιβάλλονται τα μέτρα του είδους αυτού να έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς τους περί χορηγήσεως ασύλου, διάταξη που θα μπορούσε να νοηθεί ότι απαιτεί μόνον την πρόβλεψη ενδίκου βοηθήματος σε πρώτο βαθμό κατά αποφάσεων διοικητικής φύσεως που έχουν εκδοθεί έναντι αυτών.

33.

Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει, στην απόφασή του της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf ( 16 ), ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας επιβάλλουν μόνον την πρόβλεψη προσφυγής ενώπιον δικαστικής αρχής ( 17 ). Κατά την απόφαση αυτή, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας παρέχει στον πολίτη δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο και όχι σε περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας ( 18 ).

34.

Μολονότι η νομολογία αυτή αφορά, από τυπικής απόψεως, μόνον τις διατάξεις του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85, δύναται ωστόσο να εφαρμοστεί και στις διατάξεις του άρθρου 13 της οδηγίας 2008/115, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποσκοπούν στη διασφάλιση με παρόμοιο τρόπο του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας για τα άτομα τα οποία αφορά το μέτρο της απομακρύνσεως, ανεξαρτήτως του εάν το μέτρο αυτό συνδέεται με άρνηση χορηγήσεως ασύλου.

35.

Επομένως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ελλείψει σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, η θέσπιση δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και η πρόβλεψη ότι αυτός θα έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα υπάγεται αποκλειστικά στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, τα οποία διαθέτουν σχετική ευελιξία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των διατάξεων των οποίων ζητείται η ερμηνεία.

36.

Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85, εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους κανόνες που απορρέουν από τις διεθνείς υποχρεώσεις τους όσον αφορά το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο να παραμένουν στο έδαφός τους εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 κατά της απορρίψεως σε πρώτο βαθμό της αιτήσεώς τους. Συνεπώς, δικαίωμα του αιτούντος άσυλο να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους προβλέπεται μόνο μέχρι την απόρριψη της αιτήσεώς του σε πρώτο βαθμό ( 19 ).

37.

Στο δε άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 προβλέπεται ότι η αρμόδια αρχή ή όργανο που έχει την εξουσία να αποφαίνεται επί προσφυγής του είδους αυτού δύναται να διατάσσει την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως επιστροφής, εκτός εάν ισχύει ήδη προσωρινή αναστολή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. Επομένως, ουδόλως υποχρεώνει η διάταξη αυτή τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι το ένδικο βοήθημα της παραγράφου 1 έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 20 ).

38.

Επιπλέον, στο άρθρο 46, παράγραφος 5, της οδηγίας 2013/32 προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους αιτούντες να παραμείνουν στο έδαφός τους μέχρι να λήξει η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε πραγματική προσφυγή και, σε περίπτωση ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος εντός της προθεσμίας, εν αναμονή της εκβάσεως της προσφυγής ( 21 ). Δεν είναι δυνατή η κίνηση διαδικασίας απομακρύνσεως σε βάρος των ως άνω ενδιαφερομένων μόνο στην περίπτωση που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου εφέσεως ή αναιρέσεως, που παρέχει συναφώς τη δυνατότητα στον εκκαλούντα/αναιρεσείοντα να παραμείνει εντός της εθνικής επικράτειας ( 22 ).

39.

Επιπροσθέτως, ενώ από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2016, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32 ( 23 ), προκύπτει ότι το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής προσφυγής πρέπει να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, αποκλείεται το αποτέλεσμα αυτό να ισχύει στην κατ’ έφεση διαδικασία ( 24 ). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 54, παράγραφος 5, της εν λόγω προτάσεως κανονισμού διευκρινίζεται ότι, όταν ο αιτών προσβάλλει απόφαση εκδοθείσα κατόπιν μιας πρώτης ή μεταγενέστερης προσφυγής, δεν έχει το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους, εκτός εάν δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, μετά από αίτημα του αιτούντος ή ενεργώντας αυτεπαγγέλτως.

40.

Συνεπώς, το δικαίωμα δικαστικής κρίσεως σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εξαρτάται μόνον από τη διαδικασία που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και, κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα αυτό ασκήσεως ενδίκου μέσου πρέπει υποχρεωτικά να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα.

41.

Εξάλλου, ούτε από τις διατάξεις ούτε από τη γενική οικονομία των οδηγιών 2005/85 και 2008/115 είναι δυνατόν να συναχθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης απαίτησε όπως, σε περίπτωση που κράτος μέλος προβλέπει κατά των αποφάσεων αυτών και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, το σχετικό ένδικο μέσο έχει υποχρεωτικά αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 25 ), προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ( 26 ).

42.

Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν ή να μην προβλέπουν δικαστική κρίση δύο βαθμών δικαιοδοσίας, με ή χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα.

43.

Ωστόσο, κατά την άσκηση της ευχέρειας αυτής, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν την τήρηση των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 27 ), καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται ο Χάρτης ( 28 ).

44.

Βεβαίως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προσφυγή κατά αποφάσεως περί επιστροφής πρέπει να έχει αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα αν η απόφαση αυτή δύναται να εκθέσει τον ενδιαφερόμενο σε πραγματικό κίνδυνο υποβολής του σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της Συμβάσεως της Γενεύης. Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι ένδικο βοήθημα πρέπει οπωσδήποτε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν ασκείται κατά αποφάσεως περί επιστροφής, της οποίας η εκτέλεση δύναται να εκθέσει τον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας σε κίνδυνο υποβολής του σε θανατική ποινή, σε βασανιστήρια ή σε άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική ποινή ή μεταχείριση, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό, για τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας, ότι τηρούνται δεόντως οι απαιτήσεις των άρθρων 19, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη ( 29 ).

45.

Ωστόσο, η νομολογία αυτή, η οποία στηρίζεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τα άρθρα 3 και 13 της ΕΣΔΑ ( 30 ), εφαρμόζεται μόνο στις αποφάσεις που διατάσσουν επιστροφή, οι οποίες εκδίδονται βάσει της οδηγίας 2008/115, και όχι στις αποφάσεις που απορρίπτουν αίτηση χορηγήσεως ασύλου και λαμβάνονται βάσει της οδηγίας 2005/85, έστω και αν περιλαμβάνεται επίσης στις τελευταίες το μέτρο της απομακρύνσεως.

46.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τα άρθρα 3 και 13 της ΕΣΔΑ, τα συμβαλλόμενα κράτη δεν υποχρεούνται να προβλέπουν στα εθνικά τους δίκαια δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 2016, Α.Μ. κατά Κάτω Χωρών ( 31 ), που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, ενώ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορούσε να αναφέρει ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως, όπως προβλέπεται στην ολλανδική νομοθεσία, δεν συνιστούσε πραγματική προσφυγή και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της εξαντλήσεως των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων, όπως απαιτείται από το άρθρο 35, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, το γεγονός ότι ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο δεν έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν συνεπάγεται τη διαπίστωση προσβολής του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 3 και 13 της ΕΣΔΑ, δεδομένης της προβλέψεως δυνατότητας ενδίκου βοηθήματος (προσφυγής) σε πρώτο βαθμό, το οποίο έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 32 ).

47.

Η νομολογία δε αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε υπό την έννοια ότι απαιτείται αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα πέραν του πρώτου βαθμού δικαστικής κρίσεως. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος επεκτείνεται στο σύνολο των ένδικων βοηθημάτων, που παρέχει το εθνικό δίκαιο, κατά της απορρίψεως αιτήσεως χορηγήσεως ασύλου η οποία περιέχει το μέτρο της απομακρύνσεως, ακόμη και στην περίπτωση επικλήσεως από τον αιτούντα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πραγματικού κινδύνου υποβολής του σε μεταχείριση αντίθετη προς τις διατάξεις του Χάρτη και της ΕΣΔΑ.

48.

Εξάλλου, καθόσον από τη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι ο σεβασμός του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του διοικητικού και δικαστικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους ως συνόλου ( 33 ), το γεγονός ότι η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν αρκεί, από μόνο του, για να θεωρηθεί ότι το σύστημα ένδικης προστασίας που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο δεν είναι προσήκον όσον αφορά το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.

49.

Επομένως, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, όπως αυτό νοείται τόσο στο δίκαιο της Ένωσης όσο και στο δίκαιο που απορρέει από την ΕΣΔΑ, δεν απαιτεί την ύπαρξη δικαστικής κρίσης δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Αρκεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα δίκαια αυτά να τηρούνται τουλάχιστον σε έναν από τους βαθμούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.

50.

Εν προκειμένω, η προϋπόθεση αυτή όπως φαίνεται όντως πληρούται, δεδομένου ότι στο ολλανδικό δίκαιο το ένδικο βοήθημα που ασκείται σε πρώτο βαθμό ενώπιον του rechtbank (πρωτοδικείου) έχει αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα, προβλέπεται δε περαιτέρω η δυνατότητα του αιτούντος όχι μόνο να ασκήσει έφεση, αλλά και να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενος την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως απομακρύνσεως, ληφθείσας σε βάρος του ταυτόχρονα με την απόρριψη της αιτήσεώς του περί χορηγήσεως ασύλου, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της εφέσεως.

51.

Εντούτοις, οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα του πρωτοδίκως ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος δεν αναιρείται από τη δυνατότητα του επιληφθέντος πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να προβεί μεν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διατηρώντας όμως τα έννομα αποτελέσματα αυτής, με αποτέλεσμα να είναι δυνατό να υποστεί ο ενδιαφερόμενος το μέτρο της απομακρύνσεως, καίτοι δικαιωθείς. Σε περίπτωση δε που δεν ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα αυτή της διαδικασίας, που συνίσταται στο γεγονός ότι η έφεση κατά ανασταλτικής αποφάσεως δεν έχει και η ίδια ανασταλτικό αποτέλεσμα, ο αιτών θα βρισκόταν σε μια κατάσταση ακατανόητη, όπως αυτή που αντιμετώπισε ο Χ.

52.

Στην υπόθεση Χ (C-175/17), ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου και παρά την ακύρωση που αυτό αποφάσισε, διατήρησε τα αποτελέσματα της αποφάσεως απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου του ενδιαφερομένου, η οποία περιείχε και απόφαση περί επιστροφής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούνται στην υπόθεση της κύριας δίκης οι απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, όπως προκύπτουν από τις εξεταζόμενες διατάξεις και από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

53.

Η διατήρηση, ειδικότερα, των αποτελεσμάτων μιας ακυρωθείσας αποφάσεως καθιστά μη αποτελεσματικό το ένδικο βοήθημα που ασκεί ο αιτών, ακόμη και αν αυτό γίνει δεκτό. Τούτο σημαίνει ότι ο αιτών στερείται του δικαιώματος ασκήσεως πραγματικής προσφυγής. Συνεπώς, σε περίπτωση διατηρήσεως των εννόμων αποτελεσμάτων ακυρωθείσας αποφάσεως, το ένδικο μέσο πρέπει να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα προκειμένου το εθνικό δικονομικό σύστημα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του δικαιώματος για αποτελεσματική ένδικη προστασία.

54.

Συνεπώς, πρέπει να διατυπωθεί μια σημαντική επιφύλαξη σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως X (C-175/17), ώστε αιτών που επιτυγχάνει την ακύρωση σε πρώτο βαθμό της αποφάσεως κατά της οποίας βάλλει να προστατεύεται από το μέτρο της απομακρύνσεως σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως, προκειμένου ακριβώς να αποφευχθεί η εκτέλεση της ακυρωθείσας αποφάσεως.

55.

Τέλος, η ερμηνεία που ακολουθείται στις παρούσες προτάσεις συνάδει με τους σκοπούς της ταχείας διεκπεραιώσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας ( 34 ) και της αποτελεσματικής πολιτικής σε ζητήματα απομακρύνσεως και επαναπατρισμού ( 35 ), οι οποίοι περιλαμβάνονται στις εξεταζόμενες οδηγίες, δεδομένου ότι η αντίστροφη συλλογιστική θα παρείχε τη δυνατότητα σε όσους αφορούν οι αποφάσεις απορρίψεως αιτήσεων ασύλου ή/και απομακρύνσεως αυτών να καταθέτουν πολλαπλά ένδικα βοηθήματα, με σκοπό να εμποδίσουν την εκτέλεση των μέτρων αυτών, επιβραδύνοντας έτσι τη διαδικασία απομακρύνσεως εκείνων των οποίων οι αιτήσεις για άδεια διαμονής έχουν απορριφθεί.

56.

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85, του άρθρου 13 της οδηγίας 2008/115 και του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 18, το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, δεν έχουν την έννοια ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως το ένδικο μέσο της εφέσεως, σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες κατά αποφάσεως η οποία περιέχει απόφαση επιστροφής, έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως. Ωστόσο, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, όπως ορίζεται στις διατάξεις αυτές, εμποδίζει τη διατήρηση των εννόμων αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως αρνήσεως χορηγήσεως ασύλου και επιβολής υποχρεώσεως επιστροφής παρά την ακύρωση των μέτρων αυτών σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και απαιτεί, σε μια τέτοια περίπτωση, το ένδικο μέσο να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα.

57.

Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στα πρώτα αυτά ερωτήματα, τα οποία υποβλήθηκαν με τις υπό κρίση δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, δεν απαιτείται η εξέταση του τρίτου ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση Χ και Υ (C-180/17).

V. Πρόταση

58.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ως εξής:

Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, του άρθρου 13 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, και του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και των άρθρων 4 και 18, του άρθρου 19, παράγραφος 2, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχουν την έννοια ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει όπως το ένδικο μέσο της εφέσεως, σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαδικασίες κατά αποφάσεως η οποία περιέχει απόφαση επιστροφής, έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως. Ωστόσο, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, όπως ορίζεται στις διατάξεις αυτές, εμποδίζει τη διατήρηση των εννόμων αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως περί αρνήσεως χορηγήσεως ασύλου και περί επιβολής υποχρεώσεως επιστροφής παρά την ακύρωση των μέτρων αυτών σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και απαιτεί, σε μια τέτοια περίπτωση, το ένδικο μέσο να έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13, και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 236, σ. 36).

( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).

( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).

( 5 ) Στο εξής: Χάρτης.

( 6 ) Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, όπως έχει συμπληρωθεί με το πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης).

( 7 ) Υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).

( 8 ) ΕΕ 2011, L 337, σ. 9.

( 9 ) Η πολιτική προστασίας «ανά κατηγορία» είναι ένα καθεστώς κατά το οποίο ορίζονται ορισμένα κράτη ή περιφέρειες όπου η βία είναι αδιάκριτη, γενικευμένη, μονίμως παρούσα και τέτοιας σοβαρότητας ώστε να μην είναι δικαιολογημένη η επιστροφή για τους αιτούντες άσυλο ή για μια συγκεκριμένη ομάδα αιτούντων άσυλο προερχομένων από τη χώρα αυτή. Για τους Ιρακινούς που προέρχονται από το κεντρικό Ιράκ ίσχυσε στις Κάτω Χώρες πολιτική προστασίας «ανά κατηγορία» από τις 2 Απριλίου 2007 έως τις 21 Νοεμβρίου 2008.

( 10 ) Υπόθεση C-69/10, EU:C:2011:524.

( 11 ) Υπόθεση C-562/13, EU:C:2014:2453.

( 12 ) Υπόθεση C-239/14, EU:C:2015:824.

( 13 ) CE:ECHR:2016:0705JUD002909409.

( 14 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2017, X και X (C-638/16 PPU, EU:C:2017:173, σκέψεις 35 έως 37).

( 15 ) Αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf (C-69/10, EU:C:2011:524, σκέψεις 29 και 61), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C-239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 43.

( 16 ) C-69/10, EU:C:2011:524.

( 17 ) Στον ενικό.

( 18 ) Σκέψη 69 της προπαρατεθείσας αποφάσεως.

( 19 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Gnandi (C‑181/16, EU:C:2017:467, σημεία 58 και 59).

( 20 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C-562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 44).

( 21 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi επί της υποθέσεως Gnandi (C‑181/16, EU:C:2017:467, σημείο 88).

( 22 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi επί της υποθέσεως Gnandi (C‑181/16, EU:C:2017:467, σημείο 91).

( 23 ) COM(2016) 467 τελικό, στο εξής: πρόταση κανονισμού.

( 24 ) Βλ. σ. 20 και 21, καθώς και άρθρο 54, παράγραφος 5, της προτάσεως κανονισμού.

( 25 ) Τέτοια απαίτηση δεν απορρέει ούτε από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Roer (48/75, ΕU:C:1976:57), αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο Χ στις γραπτές παρατηρήσεις του.

( 26 ) Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Arslan (C-534/11, ΕU:C:2013:343, σκέψη 48), στην οποία το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, από το γράμμα, την οικονομία και τον σκοπό των οδηγιών 2005/85 και 2008/115 προκύπτει ότι ο αιτών άσυλο έχει, ανεξάρτητα από τη χορήγηση άδειας διαμονής, το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους τουλάχιστον έως ότου η αίτησή του απορριφθεί σε πρώτο βαθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άσκηση εφέσεως παρέχει στον αιτούντα το δικαίωμα να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους ούτε κατά συνέπεια, κατά μείζονα λόγο, ότι δεν θα απομακρυνθεί επωφελούμενος από κάποιο ανασταλτικό αποτέλεσμα της εν λόγω εφέσεως.

( 27 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 51), και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 41).

( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2014, Ν. (C-604/12, ΕU:C:2014:302, σκέψη 41), της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi (C-146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 50), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C-562/13, ΕU:C:2014:2453, σκέψη 42), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C-239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 50).

( 29 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C-562/13, ΕU:C:2014:2453, σκέψεις 52 και 53), και της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall (C-239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 58).

( 30 ) Βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 26ης Απριλίου 2007, Gebremedhin [Gaberamadhien] κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2007:0426JUD002538905, § 66), και της 23ης Φεβρουαρίου 2012, Hirsi Jamaa κ.λπ. κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2012:0223JUD002776509, § 200).

( 31 ) CE:ECHR:2016:0705JUD002909409.

( 32 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 5ης Ιουλίου 2016, Α.Μ. κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2016:0705JUD002909409, § 70). Βλ., επίσης, του ΕΔΔΑ της 14ης Φεβρουαρίου 2017, Allanazarova κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0214JUD004672115, § 98).

( 33 ) Αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf (C-69/10, ΕU:C:2011:524, σκέψη 46), και της 31ης Ιανουαρίου 2013, D. και A. (C-175/11, ΕU:C:2013:45, σκέψη 102). Βλ., επίσης, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 5ης Φεβρουαρίου 2002, Čonka κατά Βελγίου (CE:ECHR:2002:0205JUD005156499, § 75), και της 26ης Απριλίου 2007, Gebremedhin [Gaberamadhien] κατά Γαλλίας: (CE:ECHR:2007:0426JUD002538905, § 53): «είναι δυνατόν ένα μόνον ένδικο μέσο να μην πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, αλλά [οι προϋποθέσεις αυτές] να διασφαλίζ[ονται] από το σύνολο των ενδίκων μέσων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία».

( 34 ) Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 26ης Ιουλίου 2017, Mengesteab (C-670/16, EU:C:2017:587, σκέψη 54), και της 25ης Οκτωβρίου 2017, Shiri (C-201/16 EU:C:2017:805, σκέψη 31).

( 35 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, Pham (C-474/13, EU:C:2014:2096, σκέψη 20), της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 30), και της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Ν. (C-601/15 PPU, ΕU:C:2016:84, σκέψεις 75 και 76).