ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

MACIEJ SZPUNAR

της 11ης Απριλίου 2018 ( 1 )

Υπόθεση C-43/17 P

Liam Jenkinson

κατά

Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης,

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Eulex Κοσσυφοπέδιο

«Αίτηση αναιρέσεως – Προσωπικό των διεθνών αποστολών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εφαρμοστέο δίκαιο και αρμοδιότητα επί των σχετικών με τις συμβάσεις εργασίας διαφορών – Διαδοχικές συμβάσεις απασχολήσεως ορισμένου χρόνου – Απόφαση περί μη ανανεώσεως της τελευταίας συμβάσεως – Αίτημα αποζημιώσεως – Προσδιορισμός του αναιρεσιβλήτου»

Εισαγωγή

1.

Η προκειμένη αναιρετική διαδικασία αφορά ένδικη διαφορά μεταξύ του Liam Jenkinson, πρώην υπαλλήλου της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσείων), αφενός, και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) καθώς και της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο (στο εξής: αναιρεσίβλητοι), αφετέρου, σχετικά με τη μη ανανέωση εκ μέρους της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο της τελευταίας συμβάσεως του αναιρεσείοντος η οποία εντάσσεται σε σειρά συμβάσεων ορισμένου χρόνου (στο εξής: ΣΟΧ) που υπογράφηκαν από τον αναιρεσείοντα και τρεις αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των ετών 1994 και 2014 ( 3 ).

2.

Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη που εκδόθηκε στην υπόθεση Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ. ( 4 ) με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τη βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ αγωγή του με κύριο αίτημα αφενός, να επαναχαρακτηριστεί η συμβατική σχέση του νυν αναιρεσείοντος ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να του καταβληθεί αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών ΣΟΧ και λόγω καταχρηστικής απολύσεως και, αφετέρου, να αναγνωριστεί ότι ο νυν αναιρεσείων έτυχε δυσμενούς διακρίσεως από την ΕΥΕΔ, το Συμβούλιο και την Επιτροπή και να υποχρεωθούν, κατά συνέπεια, οι εν λόγω νυν αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν αποζημίωση, καθώς και με επικουρικό αίτημα στηριζόμενο στην εξωσυμβατική ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

3.

Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου τον οποίο προβάλλει προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο καθώς και ανεπαρκή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ως προς την έκταση της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αποφανθούν επί της συμβατικής πτυχής της διαφοράς.

4.

Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ο αναιρεσείων θέτει ένα καινοφανές ζήτημα το οποίο χρήζει προσοχής. Μολονότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί της εκτάσεως ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ σχετικά με διαρκή εργασιακή σχέση βάσει διαδοχικών ΣΟΧ ( 5 ), καλείται, πράγματι, για πρώτη φορά να αποφανθεί στην υπό κρίση υπόθεση επί της εκτάσεως μια τέτοιας ρήτρας περιλαμβανόμενης στην τελευταία σύμβαση που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι, ενώ οι προηγούμενες συμβάσεις προέβλεπαν ρήτρα διαιτησίας υπέρ των δικαστηρίων των Βρυξελλών. Όπως ζητεί το Δικαστήριο, οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν στην ανάλυση του συγκεκριμένου αυτού ζητήματος.

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινή δράση 2008/124

5.

Το άρθρο 1 της κοινής δράσεως 2008/124, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποστολή», ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύει Αποστολή για την επιβολή του κράτους δικαίου στο Κοσσυφοπέδιο καλούμενη «EULEX Κοσσυφοπέδιο».

6.

Το άρθρο 2 της κοινής αυτής δράσεως, με τίτλο «Δήλωση αποστολής», ορίζει, στο πρώτο εδάφιο, τα εξής:

«Η EULEX Κοσσυφοπέδιο επικουρεί τα όργανα του Κοσσυφοπεδίου, τις δικαστικές αρχές και τις αρχές επιβολής του νόμου στην πορεία τους προς τη βιωσιμότητα και την υπευθυνότητα, καθώς και στην περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση ενός ανεξάρτητου πολυεθνοτικού συστήματος δικαιοσύνης και μιας πολυεθνοτικής αστυνομίας και τελωνειακής υπηρεσίας, εξασφαλίζοντας ότι τα όργανα αυτά είναι απαλλαγμένα από πολιτικές παρεμβάσεις και συνάδουν με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές.»

7.

Η εν λόγω κοινή δράση παρατάθηκε επανειλημμένως ( 6 ). Παρατάθηκε, μεταξύ άλλων, έως τις 14 Ιουνίου 2016 με την απόφαση 2014/349/ΚΕΠΠΑ ( 7 ), η οποία έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως.

8.

Με την απόφαση αυτή, προστέθηκε στην εν λόγω κοινή δράση το άρθρο 15α, το οποίο προβλέπει τα εξής:

«Η EULEX ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ έχει την ικανότητα να αγοράζει υπηρεσίες και προμήθειες, να συνάπτει συμβάσεις και να συμφωνεί διοικητικές ρυθμίσεις, να απασχολεί προσωπικό, να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, να αγοράζει και να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και να εξοφλεί τα χρέη της […]»ʹ.

9.

Εσχάτως, η κοινή δράση 2008/124 παρατάθηκε έως τις 14 Ιουνίου 2018 με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/947 ( 8 ).

Ιστορικό της διαφοράς

10.

Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.

11.

Ο αναιρεσείων εργάσθηκε αρχικώς κατά την περίοδο από τις 20 Αυγούστου 1994 έως τις 5 Ιουνίου 2002, δυνάμει διαδοχικών ΣΟΧ, για την Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 9 ). Στη συνέχεια εργάσθηκε από τις 17 Ιουνίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009, δυνάμει διαδοχικών ΣΟΧ, για την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 10 ). Τέλος, ο αναιρεσείων εργάσθηκε για την Αποστολή Eulex Κοσσυφοπέδιο, κατά το χρονικό διάστημα από τις 5 Απριλίου 2010 έως τις 14 Νοεμβρίου 2014, δυνάμει έντεκα διαδοχικών ΣΟΧ ( 11 ).

12.

Κατά την εκτέλεση της συμβάσεώς του εργασίας που κάλυπτε την περίοδο από τις 15 Ιουνίου έως τις 14 Οκτωβρίου 2014, ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε, με έγγραφο του αρχηγού της Αποστολής Eulex Κοσσυφοπέδιο της 26ης Ιουνίου 2014, τη λήξη των καθηκόντων του και τη μη ανανέωση της συμβάσεώς του εργασίας μετά τις 14 Νοεμβρίου 2014.

13.

Η τελευταία ΣΟΧ συνήφθη μεταξύ της Eulex Κοσσυφοπέδιο και του αναιρεσείοντος για την περίοδο από τις 15 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου 2014 (στο εξής: τελευταία ΣΟΧ) και δεν ανανεώθηκε. Το άρθρο 21 της τελευταίας ΣΟΧ προβλέπει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, για κάθε διαφορά σχετική με τη σύμβαση αυτή ( 12 ).

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

14.

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 2015, ο νυν αναιρεσείων άσκησε αγωγή με την οποία ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, να επαναχαρακτηρίσει τη συμβατική σχέση του ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρίσει την εκ μέρους των νυν αναιρεσιβλήτων παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, ιδίως δε της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως εγγράφου καταγγελίας στο πλαίσιο συμβάσεως αορίστου χρόνου, να αναγνωρίσει ότι η απόλυσή του είναι καταχρηστική και να υποχρεώσει κατά συνέπεια τους νυν αναιρεσιβλήτους να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη λόγω της καταχρηστικής χρήσεως διαδοχικών ΣΟΧ. Aφετέρου, ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι έτυχε δυσμενούς διακρίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στις αποστολές, όσον αφορά τις αποδοχές του, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του και λοιπές παροχές, να αναγνωρίσει ότι έπρεπε ο νυν αναιρεσείων να έχει προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος από έναν εκ των νυν αναιρεσιβλήτων και να τους υποχρεώσει, κατά συνέπεια, να του καταβάλουν αποζημίωση. Επικουρικώς, ο νυν αναιρεσείων ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει τους νυν αναιρεσιβλήτους βάσει της εξωσυμβατικής ευθύνης τους να του καταβάλουν αποζημίωση για τη ζημία που απέρρεε από τις παραβάσεις των υποχρεώσεών τους.

15.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί των δύο κύριων αιτημάτων και απέρριψε το επικουρικό αίτημα ως προδήλως απαράδεκτο. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και καταδίκασε τον νυν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

16.

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να δεχθεί την αγωγή και να καταδικάσει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Η ΕΥΕΔ και η Eulex Κοσσυφοπέδιο ζητούν από το Δικαστήριο να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως και, επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, το Συμβούλιο και η ΕΥΕΔ ζητούν από το Δικαστήριο, σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση αναιρέσεως κριθεί βάσιμη, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και την αγωγή ως απαράδεκτες όσον αφορά το Συμβούλιο και την ΕΥΕΔ.

17.

Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία επί της αιτήσεως αναιρέσεως διεξήχθη εγγράφως. Ζητήθηκε από τους διαδίκους να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου αιτήματος. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 17 Ιανουαρίου 2018.

Ανάλυση του πρώτου λόγου που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

18.

Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την έκταση της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αποφανθούν επί της συμβατικής πτυχής της διαφοράς. Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τέσσερα σκέλη.

Επί του πρώτου σκέλους, στηριζόμενου σε πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο και σε έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον έλεγχο της αρμοδιότητάς του να αποφανθεί επί του συνόλου της συμβατικής σχέσεως

19.

Ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να απαντήσει στο προβληθέν πρωτοδίκως επιχείρημα κατά το οποίο, μολονότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί συμβατικών διαφορών μπορεί να απορρέει μόνον από τον καθορισμό της αρμοδιότητας αυτής από τους συμβαλλόμενους με ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση, εφόσον η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη, εντούτοις το κύρος, η έκταση και τα αποτελέσματα της επίμαχης ρήτρας πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου που έχει εφαρμογή στη σύμβαση, εν προκειμένω το βελγικό δίκαιο.

20.

Περαιτέρω, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο επί των ενστάσεων απαραδέκτου χωρίς ουσιαστική εξέταση της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, η σύμβαση εργασίας πρέπει να υπογραφεί πριν ο εργαζόμενος αρχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, οι συμβατικές ρήτρες καθίστανται μη αντιτάξιμες, με αποτέλεσμα μόνο ο αναιρεσείων να μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή ρήτρας διαιτησίας.

21.

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την ερμηνεία και την έκταση της επίμαχης ρήτρας, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει, υπό το πρίσμα του βελγικού δικαίου, την πραγματική βούληση των μερών κατά τη σύναψη της τελευταίας ΣΟΧ όσον αφορά τη ρήτρα διαιτησίας, δεδομένου ότι το δίκαιο αυτό προβλέπει ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, κατισχύει η ευνοϊκότερη για το αδύναμο μέρος της συμβάσεως ερμηνεία. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η ρήτρα διαιτησίας αφορά συμβατική σχέση μεγάλης διάρκειας, προκύπτει από το πλαίσιο συνάψεως της ρήτρας αυτής ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν την πρόθεση να διαχωρίσουν τη διαφορά ορίζοντας τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης ως αρμόδια μόνο ως προς την τελευταία ΣΟΧ. Εξάλλου, κατά τον αναιρεσείοντα, η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου θα σήμαινε ότι θα αρκούσε η εκ μέρους των αποστολών πρόβλεψη ρήτρας περί αρμοδιότητας διαφορετικής για κάθε ΣΟΧ ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο το προσωπικό να κινήσει ένδικη διαδικασία, σύμφωνα με το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, και ώστε το προσωπικό αυτό να πρέπει, επομένως, να προσφύγει ενώπιον τόσων δικαστηρίων όσες και οι ΣΟΧ που έχει υπογράψει. Ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη στερείται συναφώς αιτιολογίας και είναι νομικά εσφαλμένη.

22.

Η ΕΥΕΔ, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Eulex Κοσσυφοπέδιο αμφισβητούν τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων προς στήριξη του πρώτου σκέλους.

Επί του δεύτερου σκέλους, στηριζόμενου σε πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με παράβαση διατάξεων του βελγικού δικαίου και παραβίαση της αρχής της εκκρεμοδικίας

23.

Ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, εαυτό αναρμόδιο με την αιτιολογία ότι τα βελγικά δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να αποφανθούν επί της διαφοράς που αφορά το σύνολο των ΣΟΧ, εξαιρουμένης της τελευταίας ΣΟΧ. Κατά τον αναιρεσείοντα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα βελγικά δικαστήρια να ερμηνεύσουν τη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην τελευταία ΣΟΧ ως εφαρμοζόμενη σε ολόκληρη τη συμβατική σχέση του με τους αναιρεσιβλήτους. Εν πάση περιπτώσει, τα βελγικά δικαστήρια δεν θα μπορούσαν να ακυρώσουν ατομική διοικητική πράξη κοινοποιηθείσα από την αποστολή ή τα θεσμικά όργανα ή δυνάμενη να αποδοθεί στην αποστολή ή τα θεσμικά όργανα· τα εν λόγω δικαστήρια θα μπορούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, να αναστείλουν τα αποτελέσματα της πράξεως αυτής. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη όχι μόνο βαρύνεται με έλλειψη αιτιολογίας, αλλά ενέχει επίσης πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο ως προς το βελγικό δίκαιο και την αρχή της εκκρεμοδικίας.

24.

Η ΕΥΕΔ και η Επιτροπή αμφισβητούν την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος προς στήριξη του δεύτερου αυτού σκέλους.

Επί του τρίτου σκέλους, στηριζόμενου σε πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας ότι είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων των συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί προγενέστερα μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων

25.

Ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς έκρινε, με τη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, στο μέτρο κατά το οποίο ήταν αρμόδιο μόνο όσον αφορά την τελευταία ΣΟΧ, δεν μπορούσε να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων των συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί προγενέστερα. Όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο επαναχαρακτηρισμός του συνόλου της συμβατικής σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ουδόλως δύναται να διαχωριστεί από την ύπαρξη της τελευταίας ΣΟΧ και, ειδικότερα, από τη λήξη της συμβάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων είναι αδύνατον να επιτύχει τον επαναχαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεώς του εν μέρει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και εν μέρει ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στην επιχειρηματολογία που προβλήθηκε ενώπιόν του και υπέπεσε, στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, σε πλάνη περί το δίκαιο.

26.

Η ΕΥΕΔ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.

Επί του τέταρτου σκέλους, στηριζόμενου στη μη εξέταση του σχετικού με την τελευταία ΣΟΧ αιτήματος

27.

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το αίτημά του περί της προβλεπόμενης από το βελγικό δίκαιο κοινοποιήσεως, κατά τη λήξη της τελευταίας ΣΟΧ, των σχετικών με τη λήξη της συμβάσεως εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως και φρονεί ότι η παράλειψη αυτή ισοδυναμεί με αρνησιδικία.

28.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους.

Εκτίμηση

29.

Η παρούσα ανάλυση αφορά μόνο το ζήτημα της εκτάσεως της αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να αποφανθούν επί της συμβατικής πτυχής της διαφοράς, αρμοδιότητας η οποία απορρέει από τη ρήτρα διαιτησίας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η ανάλυση αυτή συνεπάγεται αυτοτελή ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Ως εκ τούτου, οι παρούσες προτάσεις δεν προδικάζουν το ζήτημα του επαναχαρακτηρισμού της συμβατικής σχέσεως το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς. Συγκεκριμένα, το ζήτημα αυτό πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα το εφαρμοστέο επί της ουσίας δίκαιο ( 13 ).

Επί του περιεχομένου του άρθρου 272 ΣΛΕΕ

30.

Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, όσον αφορά το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επίλυση διαφορών στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος, το άρθρο 274 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, «[ε]φόσον οι Συνθήκες δεν προβλέπουν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διαφορές στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων». Κατά το Δικαστήριο, το καθιερούμενο με τη Συνθήκη ΛΕΕ σύστημα καταμερισμού της δικαιοδοσίας «δεν επιτρέπει στους διαδίκους, σε διαφορές […], να επιλέγουν μεταξύ κοινοτικής και εθνικής δικαιοσύνης». Πράγματι, σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η αρμοδιότητα της δικαιοσύνης της Ένωσης «αποκλείει την των εθνικών δικαστηρίων» ( 14 ).

31.

Όσον αφορά την αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, το άρθρο 272 ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[τ]ο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Ένωση ή για λογαριασμό της» ( 15 ). Το άρθρο αυτό συνιστά ιδιόμορφο κανόνα ο οποίος επιτρέπει την προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης δυνάμει ρήτρας διαιτησίας συναφθείσας από τους συμβαλλομένους στο πλαίσιο συμβάσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ( 16 ). Επομένως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου συνδέεται με την ύπαρξη, αφενός, συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του θεσμικού ή άλλου οργάνου ή της αρχής της Ένωσης και του ιδιώτη και, αφετέρου, ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στην επίμαχη σύμβαση ( 17 ).

32.

Πράγματι, μολονότι, στο πλαίσιο τέτοιας ρήτρας συναφθείσας δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί μεν να κληθεί να επιλύσει τη διαφορά εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ( 18 ), εντούτοις έχει ήδη κρίνει ότι η αρμοδιότητά του να επιληφθεί υποθέσεως που αφορά την εν λόγω σύμβαση εκτιμάται λαμβανομένων αποκλειστικώς υπόψη των διατάξεων του άρθρου αυτού και των όρων της ρήτρας διαιτησίας, χωρίς να μπορούν να του αντιταχθούν διατάξεις του εθνικού δικαίου που φέρονται ως αποκλείουσες την αρμοδιότητά του ( 19 ). Επομένως, το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν είναι αρμόδιο, πρέπει να εξακριβώσει την ύπαρξη τέτοιας ρήτρας εντός της επίμαχης συμβάσεως. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας καθιστά αναρμόδιο κάθε άλλο δικαστήριο ( 20 ).

33.

Έτσι, από τον συνδυασμό των άρθρων 272 ΣΛΕΕ και 274 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι, κατά κανόνα, οι σχετικές με συμβάσεις διαφορές στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος, ή εν πάση περιπτώσει στις οποίες ένας εκ των συμβαλλομένων ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Ένωσης, υπάγονται στην αρμοδιότητα της εθνικής δικαιοσύνης ( 21 ). Ωστόσο, η αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης αποκλείει την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων ( 22 ). Εφόσον τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης κρίνουν ότι τα αιτήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο αγωγής καλύπτονται από ρήτρα διαιτησίας, τα εθνικά δικαστήρια είναι πλέον αναρμόδια να επιληφθούν της αγωγής αυτής. Επομένως, τα εν λόγω δικαστήρια οφείλουν να διαπιστώσουν την έλλειψη αρμοδιότητάς τους λόγω, αφενός, της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης ( 23 ) και, αφετέρου, του σεβασμού της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

34.

Ωστόσο, ζήτημα γεννάται όταν και άλλο δικαστήριο έχει ορισθεί ως αρμόδιο, είτε με την ίδια σύμβαση (συντρέχουσες αρμοδιότητες) ( 24 ) είτε, όπως εν προκειμένω, με ΣΟΧ οι οποίες προηγήθηκαν της τελευταίας συμβάσεως και τις οποίες υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως ( 25 ).

35.

Κατά τη νομολογία, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, βασιζόμενη σε ρήτρα διαιτησίας, συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Πράγματι, το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάζει μόνον αγωγές που πηγάζουν από σύμβαση συναφθείσα από την Ένωση και περιλαμβάνουσα ρήτρα διαιτησίας ή που έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή ( 26 ).

36.

Στο πλαίσιο αυτό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως ερείδονται είτε στην καταχρηστική χρήση διαδοχικών ΣΟΧ είτε στην καταχρηστική απόλυσή του, πρέπει να εξεταστεί η σχέση μεταξύ, αφενός, των αιτημάτων του αναιρεσείοντος και, αφετέρου, των διαφορετικών ΣΟΧ (συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας ΣΟΧ) ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές.

Επί του χαρακτηρισμού της εργασιακής σχέσεως μεταξύ του ανιρεσείοντος και της Eulex Κοσσυφοπέδιο

37.

Προκαταρκτικώς, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα αιτήματα του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορούν άμεσα την τελευταία ΣΟΧ που υπογράφηκε από τους συμβαλλομένους και περιέχει ρήτρα διαιτησίας ή αν τα αιτήματα αυτά έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την τελευταία ΣΟΧ, πρέπει να διευκρινιστεί το ζήτημα αν η εργασιακή σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Eulex Κοσσυφοπέδιο, βασιζόμενη σε έντεκα διαδοχικές ΣΟΧ, πρέπει να χαρακτηριστεί ως ενιαία και διαρκής εργασιακή σχέση ή αν, αντιθέτως, η τελευταία ΣΟΧ αποτελεί τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε εργασιακή σχέση διακριτή από εκείνη των προγενέστερων ΣΟΧ.

38.

Υπενθυμίζω ότι ο αναιρεσείων εργάσθηκε για περίπου είκοσι έτη σε τρεις διαφορετικές αποστολές της Ένωσης οι οποίες εντάσσονταν στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Όσον αφορά, ειδικότερα, την εργασιακή σχέση του αναιρεσείοντος με την Eulex Κοσσυφοπέδιο, διαπιστώνεται ότι η δραστηριότητα που άσκησε ο αναιρεσείων για λογαριασμό της αποστολής αυτής από τις 5 Απριλίου 2010 έως τις 14 Νοεμβρίου 2014 αφορούσε εργασιακή σχέση βασιζόμενη σε έντεκα διαδοχικές ΣΟΧ.

39.

Επομένως, η εργασιακή σχέση του αναιρεσείοντος με την Eulex Κοσσυφοπέδιο συνιστά εργασιακή σχέση συμβατικής φύσεως. Ωστόσο, τίθεται το ζήτημα αν μια τέτοια συμβατική σχέση αποτελεί ενιαία και διαρκή εργασιακή σχέση.

40.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στο ζήτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Πρώτον, από το ιστορικό της διαφοράς συνάγεται ότι η Eulex Κοσσυφοπέδιο και ο αναιρεσείων συνήψαν την τελευταία ΣΟΧ για το χρονικό διάστημα από τις 15 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου 2014. Με το έγγραφο της 26ης Ιουνίου 2014, ο αρχηγός της αποστολής ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα περί της μη ανανεώσεως, μετά τις 14 Νοεμβρίου 2014, της «τελευταίας ΣΟΧ» εκ μέρους της Eulex Κοσσυφοπέδιο. Στο έγγραφο αυτό γίνεται, λοιπόν, μνεία της ημερομηνίας λήξεως της τελευταίας ΣΟΧ, δηλαδή της 14ης Νοεμβρίου 2014. Πράγματι, το γεγονός ότι έγινε αναφορά στην τελευταία ΣΟΧ καταδεικνύει ότι η σύμβαση αυτή εντασσόταν στην ίδια εργασιακή σχέση που υφίστατο μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Eulex Κοσσυφοπέδιο. Δεύτερον, όπως η ίδια η Eulex Κοσσυφοπέδιο παραδέχθηκε απαντώντας σε ερώτηση που τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τη φύση της εργασιακής σχέσεως μεταξύ των συμβαλλομένων, καθόσον ο αναιρεσείων άρχισε να εργάζεται για την Eulex Κοσσυφοπέδιο το 2010, η θέση που κατείχε έως τη λήξη της τελευταίας ΣΟΧ υφίστατο από την εν λόγω ημερομηνία και τα καθήκοντα που ασκούσε ήταν πανομοιότυπα με εκείνα που ασκούσε στο πλαίσιο των προγενέστερων ΣΟΧ.

41.

Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι η εν λόγω εργασιακή σχέση, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων εργάσθηκε από τις 5 Απριλίου 2010 έως τις 14 Νοεμβρίου 2014 για λογαριασμό της Eulex Κοσσυφοπέδιο βάσει διαδοχικών ΣΟΧ, πρέπει να χαρακτηριστεί ως ενιαία και διαρκής εργασιακή σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Επί του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατικής εργασιακής σχέσεως στηριζόμενης σε διαδοχικές ΣΟΧ

42.

Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι οι διαδοχικές ΣΟΧ που υπέγραψαν ο αναιρεσείων και η Eulex Κοσσυφοπέδιο κατά το χρονικό διάστημα από τις 5 Απριλίου 2010 έως τις 14 Οκτωβρίου 2014 προβλέπουν διαιτητική ρήτρα υπέρ των δικαστηρίων των Βρυξελλών. Ωστόσο, η τελευταία ΣΟΧ ορίζει, με το άρθρο 21, ως αρμόδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης αφορά κάθε διαφορά σχετική με τη σύμβαση.

43.

Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται το ζήτημα ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων ερειδόμενων σε διαδοχικές ΣΟΧ εκ των οποίων οι περισσότερες ορίζουν ως αρμόδια τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώ η τελευταία σύμβαση επί της οποίας στηρίζεται η σχέση αυτή περιέχει ρήτρα διαιτησίας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ με την οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης ( 27 ).

44.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί μέσω της επιλογής μεταξύ δύο λύσεων. Συγκεκριμένα, αρμόδιο να επιλύσει τις σχετικές με την ίδια εργασιακή σχέση διαφορές θα είναι είτε το δικαστήριο που προβλέπεται από την πλειοψηφία των ΣΟΧ επί των οποίων στηρίζεται η εργασιακή αυτή σχέση (εν προκειμένω, τα δικαστήρια των Βρυξελλών) είτε το δικαστήριο που προβλέπεται από την τελευταία ΣΟΧ (εν προκειμένω, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης). Είμαι πεπεισμένος ότι, μεταξύ των δύο αυτών επιλογών, πρέπει να προτιμηθεί η δεύτερη.

45.

Συναφώς, πρέπει να γίνει μνεία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Porta κατά Επιτροπής [απόφαση της 1ης Ιουλίου 1982 (109/81, EU:C:1982:253)] η οποία αφορούσε εργασιακή σχέση ανάλογη προς την κρινόμενη και διαδοχικές συμβάσεις τις οποίες η Teresita Porta συνήπτε κατ’ έτος με τον διευθυντή του Κοινού Κέντρου Έρευνας της Ίσπρα προκειμένου να παραδίδει μαθήματα ιταλικής γλώσσας για περίοδο δεκαπέντε ετών, κατά τα πρώτα πέντε έτη χωρίς έγγραφη σύμβαση και, στη συνέχεια, βάσει επιστολών-συμβάσεων. Κατά τα τελευταία τέσσερα έτη, η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών στηριζόταν σε πιο λεπτομερείς συμβάσεις περιλαμβάνουσες ρήτρα διαιτησίας, κατά την έννοια του άρθρου 181 ΕΟΚ (νυν άρθρο 272 ΣΛΕΕ), κατά την οποία το Δικαστήριο ήταν «αποκλειστικώς αρμόδιο να αποφαίνεται επί όλων των διαφορών ως προς το κύρος, την ερμηνεία ή την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων».

46.

Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[τ]ο γεγονός ότι η εν λόγω ρήτρα [διαιτησίας] δεν περιέχεται στις προγενέστερες συμβάσεις και ότι, όσον αφορά τα πρώτα έτη, δεν καταρτίσθηκε καν έγγραφη σύμβαση, δεν δύναται να εμποδίσει το Δικαστήριο να λάβει υπ’ όψη του, προκειμένου να εκτιμήσει τις υφιστάμενες μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις, το σύνολο των συμβάσεων που κατηρτίσθησαν» ( 28 ). Έτσι, παρά το γεγονός ότι μόνο οι τελευταίες συμβάσεις περιείχαν ρήτρα διαιτησίας η οποία παρέπεμπε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμηση της καταστάσεως, το σύνολο των προϋφιστάμενων μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεων.

47.

Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος σχετίζονται με την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς εργασιακής σχέσεως στηριζόμενης σε διαδοχικές ΣΟΧ. Επομένως, είναι σαφές ότι τόσο το αίτημα του αναιρεσείοντος που στηρίζεται στην καταχρηστική προσφυγή σε ΣΟΧ όσο και εκείνο που αφορά την καταχρηστική απόλυση ερείδονται στο σύνολο των συμβάσεων που συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 5ης Απριλίου 2010 και της 14ης Νοεμβρίου 2014, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται αδιαμφισβήτητα η τελευταία ΣΟΧ. Πράγματι, η εργασιακή σχέση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Eulex Κοσσυφοπέδιο έληξε λόγω της μη ανανεώσεως της εν λόγω τελευταίας ΣΟΧ, όπως προκύπτει από το έγγραφο καταγγελίας ( 29 ). Η λήξη της εργασιακής σχέσεως μεταξύ των συμβαλλομένων ουδόλως μπορεί να εκτιμηθεί χωρίς να γίνει μνεία της επίμαχης τελευταίας ΣΟΧ. Επομένως, η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην τελευταία ΣΟΧ είναι εκείνη η οποία πρέπει να καθορίσει το αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις σχετικές με το σύνολο της εργασιακής σχέσεως διαφορές. Η αντίθετη άποψη ενέχει τον κίνδυνο διασπάσεως της διαφοράς που συνδέεται με μία μόνον εργασιακή σχέση, σε συνάρτηση με τον αριθμό των ρητρών διαιτησίας –οι οποίες ορίζουν ως αρμόδια διαφορετικά δικαστήρια. Η εν λόγω άποψη αντιβαίνει στο δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

48.

Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων εργάσθηκε για την Eulex Κοσσυφοπέδιο μεταξύ των ετών 2010 και 2014, αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση όλων των διαφορών που αφορούν την εργασιακή αυτή σχέση η οποία στηρίζεται σε διαδοχικές ΣΟΧ πρέπει να είναι, υπό το πρίσμα της αρχής της ασφάλειας δικαίου και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ( 30 ), το δικαστήριο που προβλέπεται στην τελευταία ΣΟΧ. Πράγματι, είναι προφανές ότι το γενεσιουργό γεγονός –η μη ανανέωση της τελευταίας ΣΟΧ– της λήξεως της εργασιακής σχέσεως του αναιρεσείοντος με τη Eulex Κοσσυφοπέδιο συνδέεται με την τελευταία αυτή ΣΟΧ, τούτο δε ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία στάλθηκε το έγγραφο καταγγελίας στον αναιρεσείοντα.

49.

Ο συλλογισμός αυτός επιρρωννύεται από το γεγονός ότι η επιλογή των συμβαλλομένων να συμπεριλάβουν ρήτρα διαιτησίας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ στην τελευταία ΣΟΧ καταδεικνύει την εκπεφρασμένη βούλησή τους να υπαγάγουν την εργασιακή τους σχέση στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω, συναφώς, την αρχή του δικαίου κατά την οποία πρέπει να κατισχύει η βούληση των μερών που εκφράσθηκε τελευταία. Περαιτέρω, η τήρηση της αρχής αυτής συνεπάγεται μεταξύ άλλων την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιλύσει διαφορά που αφορά συμβατική σχέση υφιστάμενη κατά τον χρόνο των πρώτων σταδίων της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ( 31 ). Συνεπώς, εάν, στο πλαίσιο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν επιλέξει να ορίσουν διαφορετικό δικαστήριο ως αρμόδιο να επιληφθεί των διαφορών σχετικά με τη συμβατική τους σχέση, η επιλογή αυτή πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ανάλυση των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου

50.

Οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορούν, αφενός, τις σκέψεις 23 έως 26 και, αφετέρου, τις σκέψεις 39 και 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

51.

Με τις σκέψεις 23 έως 26 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στηριζόμενο στη σχετική με το άρθρο 272 ΣΛΕΕ νομολογία, ότι ήταν αρμόδιο μόνο ως προς τις διαφορές που αφορούσαν την τελευταία ΣΟΧ δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας που αυτή περιείχε και ότι, ως εκ τούτου, ήταν προδήλως αναρμόδιο να εκδικάσει τις διαφορές που θα μπορούσαν να ανακύψουν από την εκτέλεση των προγενέστερων της τελευταίας ΣΟΧ συμβάσεων εργασίας του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές περιείχαν ρήτρα η οποία όριζε ρητώς ως αρμόδια τα βελγικά δικαστήρια.

52.

Φρονώ ότι η εν λόγω συλλογιστική δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο πλαίσιο ενιαίας και διαρκούς εργασιακής σχέσεως υφιστάμενης μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εργοδότη του και στηριζόμενης σε διαδοχικές ΣΟΧ.

53.

Όπως επισημαίνει ο αναιρεσείων, η ερμηνεία αυτή του Γενικού Δικαστηρίου έχει την έννοια ότι θα αρκούσε η εκ μέρους των αποστολών πρόβλεψη ρήτρας περί αρμοδιότητας διαφορετικής για κάθε ΣΟΧ που υπογράφουν οι εργαζόμενοι ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο να κινήσουν ένδικη διαδικασία οι εργαζόμενοι, σύμφωνα με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που τους παρέχεται.

54.

Στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος σχετικά με τον επαναχαρακτηρισμό του συνόλου της συμβατικής σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

55.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η αρμοδιότητά του, η οποία περιορίζεται στην τελευταία ΣΟΧ, δεν του επιτρέπει να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων των συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί προγενέστερα και ότι, συνεπώς, ήταν προδήλως αναρμόδιο να κρίνει τα αιτήματα που αφορούν την προβλεπόμενη από το βελγικό δίκαιο κοινοποίηση, κατά τη λήξη της τελευταίας ΣΟΧ, του εγγράφου καταγγελίας και των σχετικών με τη λήξη της συμβάσεως εγγράφων κοινωνικής ασφαλίσεως.

56.

Στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο με την αιτιολογία ότι τα βελγικά δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να αποφανθούν επί της διαφοράς που αφορά το σύνολο των ΣΟΧ, εξαιρουμένης της τελευταίας ΣΟΧ.

57.

Παρατηρώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από το σημείο 47 των παρουσών προτάσεων, ότι η λήξη της εργασιακής σχέσεως μεταξύ των συμβαλλομένων δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη της τελευταίας ΣΟΧ. Πράγματι, το γενεσιουργό γεγονός –η μη ανανέωση της τελευταίας συμβάσεως– της λήξεως της εργασιακής σχέσεως του αναιρεσείοντος με την Eulex Κοσσυφοπέδιο συνδέεται με την τελευταία αυτή σύμβαση.

58.

Όπως εξέθεσα στα σημεία 48 και 49 των παρουσών προτάσεων, εφόσον η εν λόγω διαφορά εγείρει το ζήτημα του διαρκούς χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως, και ως εκ τούτου του ενιαίου χαρακτήρα της, η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στην τελευταία ΣΟΧ πρέπει να καθορίσει το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση όλων των διαφορών που απορρέουν από το σύνολο της εργασιακής αυτής σχέσεως.

59.

Επομένως, στο μέτρο κατά το οποίο το Γενικό Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε, στον συλλογισμό του, τον διαρκή χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Eulex Κοσσυφοπέδιο, ούτε τη συνέπεια της ελεύθερης βουλήσεως των μερών που εκφράσθηκε στη ρήτρα διαιτησίας, δεν μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να στηριχθεί στην εκτίμηση ότι το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας διαιτησίας περιορίζεται ρητώς στις διαφορές που αφορούν την τελευταία ΣΟΧ και δεν μπορεί να επεκταθεί στις προγενέστερες συμβάσεις.

60.

Εφόσον το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς την αρμοδιότητά του να επιληφθεί της αγωγής, παρέλκει η εξέταση των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και περί μη εξετάσεως του σχετικού με την τελευταία ΣΟΧ αιτήματος.

61.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

62.

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη στο μέτρο κατά το οποίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εαυτό προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί της αγωγής του νυν αναιρεσείοντος.

Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως

63.

Κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περιʹπτωση αυτηʹ, μπορειʹ ειʹτε το ιʹδιο να αποφανθειʹ οριστικαʹ επιʹ της διαφοραʹς, εφοʹσον ειʹναι ωʹριμη προς εκδιʹκαση, ειʹτε να την αναπεʹμψει στο Γενικοʹ Δικαστηʹριο για να την κριʹνει.

64.

Εν προκειμένω, είμαι της γνώμης ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Πράγματι, η εξέταση του βασίμου των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος θα είχε ως αποτέλεσμα να αποφανθεί το Δικαστήριο επί πραγματικών ζητημάτων βάσει στοιχείων που δεν εκτιμήθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εαυτό προδήλως αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή. Εξάλλου, οι πραγματικοί ισχυρισμοί σχετικά με την ουσία της διαφοράς δεν συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

Πρόταση

65.

Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων προς στήριξη του πρώτου αιτήματος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και προτείνω στο Δικαστήριο, για τον λόγο αυτόν και μόνον και χωρίς να θίγεται η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρέσει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Νοεμβρίου 2016, Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ. (T‑602/15, EU:T:2016:660), και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας, επιφυλασσόμενο ως προς τα δικαστικά έξοδα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Κοινή δράση 2008/124/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2008, σχετικά με την Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επιβολή του κράτους δικαίου στο Κοσσυφοπέδιο, EULEX ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ (ΕΕ 2008, L 42, σ. 92).

( 3 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εργάσθηκε μεταξύ των ετών 1994 και 2014 για τρεις διαφορετικές αποστολές της Ένωσης οι οποίες εντάσσονταν στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) βάσει διαδοχικών ΣΟΧ για καθεμία από τις αποστολές αυτές (βλ. σημεία 11 έως 13 των παρουσών προτάσεων).

( 4 ) Διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 2016 (T-602/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2016:660).

( 5 ) Βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1982, Porta κατά Επιτροπής (109/81, EU:C:1982:253, σκέψη 10).

( 6 ) Παρατάθηκε, αρχικώς, έως τις 14 Ιουνίου 2012 με την απόφαση 2010/322/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2010, για την τροποποίηση και την παράταση της κοινής δράσης 2008/124/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2010, L 145, σ. 13), στη συνέχεια έως τις 14 Ιουνίου 2014 με την απόφαση 2012/291/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2012, για την τροποποίηση και την παράταση της κοινής δράσης 2008/124/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2012, L 146, σ. 46).

( 7 ) Απόφαση του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 2014 για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/124/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2014, L 174, σ. 42).

( 8 ) Απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2016 για την τροποποίηση της κοινής δράσης 2008/124/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2016, L 157, σ. 26).

( 9 ) H Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECMM) δραστηριοποιήθηκε στα δυτικά Βαλκάνια από το 1991 και θεσπίσθηκε με μνημόνιο συμφωνίας που υπογράφηκε στο Βελιγράδι στις 13 Ιουλίου 1991. Η Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 2000/811/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2000, L 328, σ. 53). Όπως προκύπτει από το ιστορικό της διαφοράς, μεσολάβησε διακοπή μόνο δεκαέξι ημερών μεταξύ της λήξεως της συμβάσεως του αναιρεσείοντος με την Αποστολή Επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ενάρξεως της συμβάσεως με την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

( 10 ) Η αποστολή αυτή δημιουργήθηκε με την κοινή δράση 2002/210/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, για την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2002, L 70, σ. 1).

( 11 ) Από το ιστορικό της διαφοράς προκύπτει ότι υπήρξε διακοπή τριών μηνών από τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως με την Αστυνομική Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την έναρξη της συμβατικής σχέσεως με τη Eulex Κοσσυφοπέδιο.

( 12 ) Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υπογραμμίζει ότι υπέγραψε, στο πλαίσιο των εν λόγω αποστολών, σαράντα διαδοχικές ΣΟΧ. Επισημαίνει επίσης ότι προέβη σε ενέργειες, πριν από και μετά τη λήξη της τελευταίας ΣΟΧ, προκειμένου να κινήσει διαδικασία διαιτησίας, ενέργειες στις οποίες η Eulex Κοσσυφοπέδιο δεν ανταποκρίθηκε.

( 13 ) Μολονότι η διαφορά εντάσσεται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, είμαι της γνώμης ότι οι αποστολές της Ένωσης οφείλουν, σύμφωνα με το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας που υπέχουν, να λαμβάνουν υπόψη στη συμπεριφορά τους ως εργοδοτών νομοθετικές διατάξεις που έχουν εκδοθεί σε επίπεδο Ένωσης. Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2016, IPSO/BCE (T-713/14, EU:T:2016:727, σκέψη 106). Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι πρέπει να επισημανθούν δύο σημαντικά στοιχεία. Πρώτον, μολονότι η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175 σ. 43), η οποία θέτει σε εφαρμογή τη συμφωνία-πλαίσιο, απευθύνεται στα κράτη μέλη, οι κανόνες ή οι αρχές που κατοχυρώνονται ή συνάγονται στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής μπορούν να προβληθούν κατά των θεσμικών οργάνων (λοιπών οργάνων και αρχών) της Ένωσης, όταν οι εν λόγω κανόνες και αρχές αποτελούν απλώς την ειδική έκφραση θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης και γενικών αρχών που δεσμεύουν ευθέως τα θεσμικά όργανα. Βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Rinke (C-25/02, EU:C:2003:435, σκέψεις 24 και 25). Συγκεκριμένα, η αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, βάσει της οποίας ουδείς δύναται να επικαλεστεί καταχρηστικώς κανόνες δικαίου, αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων την τήρηση διασφαλίζει ο δικαστής. Δεύτερον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας συναφθείσας δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί να κληθεί να επιλύσει τη διαφορά εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, επισημαίνω ότι η οδηγία 1999/70 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη δυνάμει εθνικών κανόνων και, συνεπώς, οι κανόνες αυτοί τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδοχικές ΣΟΧ, όπως αυτές της υπό κρίση διαφοράς.

( 14 ) Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Flemmer κ.λπ. (C-80/99 έως C-82/99, EU:C:2001:525, σκέψη 41). Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή αφορούσε την καταβολή αποζημιώσεων σε παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους και επομένως το άρθρο 238 ΕΚ (νυν άρθρο 272 ΣΛΕΕ) δεν είχε εφαρμογή.

( 15 ) Όσον αφορά τη φύση της ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ορισμένοι συγγραφείς θεωρούν ότι ο όρος «ρήτρα διαιτησίας» ενδέχεται να αποδειχθεί «παραπλανητικός» ή ακατάλληλος, δεδομένου ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης που έχουν αρμοδιότητα βάσει αυτού του είδους ρητρών δεν ενεργούν ως διαιτητές αλλά ως δικαστήρια τα οποία εκδίδουν αποφάσεις δυνάμενες να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Βλ., συναφώς, Lenaerts, K., Maselis, I. και Gutman, K., EU Procedural Law, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2014, κεφάλαιο 19, σ. 686 έως 699, ειδικότερα σημείο 19.8. Συναφώς, βλ. Κρεμλής, Γ., «De quelques clauses d’élection de for et de droit applicable stipulées dans les contrats de droit privé conclus par les Communautés européennes dans le cadre de leurs activités d’emprunt et de prêt», Diritto comunitario e degli scambi internazionali, Μιλάνο, 1986, σ. 782: «[L]orsque [la Cour de justice] est saisie en vertu d’une telle clause, elle ne se transforme pas en tribunal arbitral […]» [Εφόσον το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της διαφοράς δυνάμει τέτοιας ρήτρας, δεν μετατρέπεται σε διαιτητικό δικαστήριο]. Ως προς την εξέταση της ρήτρας διαιτησίας όχι ως ρήτρας ορίζουσας διαιτητή αλλά ως ρήτρας περί αρμοδιότητας, βλ. τις εκτιμήσεις του D’Alessandro, E., «L’art. 272 del Trattato sul funzionamento dell’Unione europea: mero accordo attributivo della competenza giurisizionale o convenzione arbitrale? (nota a Trib. dell’Unione Europea, 17 dicembre 2010, causa T-460/08)», Rivista dell’arbitrato, Ρώμη, 2011, αριθ. 4, σ. 622 έως 628.

( 16 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Planet κατά Επιτροπής (C-564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 23).

( 17 ) Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αρμόδιο βάσει ρήτρας διαιτησίας περιεχόμενης σε «σχέδιο συμβάσεως» το οποίο δεν υπογράφηκε και αποτέλεσε προκαταρκτικό στάδιο στις σχέσεις των συμβαλλομένων. Βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Pellegrini κατά Επιτροπής και Flexon-Italia (23/76, EU:C:1976:174, σκέψεις 8 έως 10). Βλ. επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα H. Mayras στην υπόθεση Pellegrini κατά Επιτροπής και Flexon-Italia (23/76, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1976:143): «Mais il nous semble que ce serait faire preuve d’un formalisme excessif de dénier toute validité à la clause compromissoire au seul motif que le projet de convention n’a fait l’objet que d’une simple mais expresse référence dans les lettres confirmant l’accord des parties.» [Εντούτοις φρονώ ότι θα αποτελούσε υπερβολική τυπολατρία να κηρυχθεί ανίσχυρη η ρήτρα διαιτησίας απλώς και μόνον επειδή το σχέδιο συμβάσεως αποτέλεσε αντικείμενο μόνο μίας αλλά ρητής αναφοράς στα έγγραφα που επιβεβαιώνουν τη συμφωνία των μερών]. Αντιθέτως, ελλείψει ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης είναι αναρμόδια να αποφανθούν επί της ανανεώσεως συμβάσεως εργασίας συναφθείσας μεταξύ του ενάγοντος και της Επιτροπής στο πλαίσιο της τεχνικής συνεργασίας μεταξύ της Ένωσης και τρίτου κράτους η οποία χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2009, Guigard κατά Επιτροπής (C-214/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:330, σκέψη 41).

( 18 ) Επί του δικαίου που έχει εφαρμογή στις περιέχουσες ρήτρα διαιτησίας συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, βλ. Kohler, C., «La Cour de justice des Communautés européennes et le droit international privé», Droit international privé: travaux du Comité français de droit international privé, 12ο έτος, 1993-1995, Éditions A. Pedone, Παρίσι, 1996, σ. 71 έως 95, ειδικότερα, σ. 78: «[L’Union] doit se voir appliquer, dans toute la mesure du possible, les règles de droit commun, dans le double sens du mot, ce qui conduit presque nécessairement à la convention de Rome» [Στην Ένωση πρέπει να εφαρμόζονται, στο μέτρο του δυνατού, οι κανόνες του κοινού δικαίου, υπό τη διττή έννοια του όρου, πράγμα το οποίο συνεπάγεται σχεδόν κατ’ ανάγκη προσφυγή στη Σύμβαση της Ρώμης].

( 19 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Zoubek (426/85, EU:C:1986:501, σκέψη 10), της 8ης Απριλίου 1992, Επιτροπή κατά Feilhauer (C-209/90, EU:C:1992:172, σκέψη 13), και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Planet κατά Επιτροπής (C-564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 21).

( 20 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, Επιτροπή κατά CO.DE.MI. (318/81, EU:C:1985:467, σκέψη 9).

( 21 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Flemmer κ.λπ. (C-80/99 έως C-82/99, EU:C:2001:57, σημείο 41).

( 22 ) Βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Flemmer κ.λπ. (C-80/99 έως C-82/99, EU:C:2001:525, σκέψη 39).

( 23 ) Βλ. Lenaerts, K., Maselis, I. και Gutman, K., όπ.π., σ. 689, σημείο 19.9: «If the clause confers an exclusive right on the Court of Justice of the EU to hear and determine disputes concerning a contract, courts in Member States must decline jurisdiction by reason of the primacy of Union Law (i.e. compliance with the arbitration clause concluded pursuant to art. 272 TFEU)» [Εάν η ρήτρα απονέμει αποκλειστικό δικαίωμα στο Δικαστήριο της ΕΕ να επιληφθεί και να εκδικάσει διαφορές σχετικές με σύμβαση, τα δικαστήρια των κρατών μελών πρέπει να κρίνουν ότι είναι αναρμόδια λόγω της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης (δηλαδή σύμφωνα με τη ρήτρα διαιτησίας που έχει συναφθεί δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ)].

( 24 ) Ενίοτε μάλιστα προβλέπεται συντρέχουσα αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένων εθνικών δικαστηρίων (ρήτρες περί συντρέχουσας αρμοδιότητας). Βλ. Kohler, C., όπ.π., σ. 78. Πρόκειται κυρίως για την περίπτωση ορισμένων ρητρών οι οποίες περιέχονται σε δανειακές συμβάσεις συναπτόμενες μεταξύ της Ένωσης και μίας ή περισσοτέρων τραπεζών που συνιστούν ένωση νομικών προσώπων για τη διενέργεια της πράξεως. Οι ρήτρες περί συντρέχουσας αρμοδιότητας ενδέχεται να εγείρουν ζητήματα σχετικά με θετικές συγκρούσεις δικαιοδοσίας. Επί του ζητήματος αυτού, βλ. Κρεμλής, Γ., «De quelques clauses d’élection de for et de droit applicable stipulées dans les contrats de droit privé conclus par les Communautés européennes dans le cadre de leurs activités d’emprunt et de prêt», Diritto comunitario e degli scambi internazionali, Μιλάνο, 1986, σ. 777 έως 792, ειδικότερα σ. 783.

( 25 ) Βλ. Lenaerts, K., Maselis, I. και Gutman, K., οπ.π., σ. 689, σημείο 19.9: «If a number of Courts, including the GC, are entitled to determine disputes under the arbitration clause, a problem of lis alibi pendens may arise. No specific rules are set forth in the Treaties for resolving this problem» [Εάν, βάσει της ρήτρας διαιτησίας, περισσότερα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Γενικού Δικαστηρίου, είναι αρμόδια να εκδικάσουν διαφορές, ενδέχεται να ανακύψει ζήτημα εκκρεμοδικίας. Στις Συνθήκες δεν προβλέπονται ειδικοί κανόνες για την επίλυση του ζητήματος αυτού].

( 26 ) Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Zoubek (426/85, EU:C:1986:501, σκέψη 11).

( 27 ) Πρέπει να επισημανθεί ότι στην υπόθεση Bitiqi κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ. (διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2014 (Τ-410/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:871, σκέψη 8), σχετικά με απόφαση του αρχηγού της Αποστολής της Eulex Κοσσυφοπέδιο να μην ανανεώσει τις συμβάσεις εργασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των προσφευγόντων κρίνοντας εαυτό προδήλως αναρμόδιο. Ωστόσο, στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, όλες οι ΣΟΧ περιείχαν ρήτρα κατά την οποία οι διαφορές που προέκυπταν από τις συμβάσεις αυτές υπάγονταν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Βρυξελλών. Επομένως, οι συμβάσεις αυτές δεν περιείχαν ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

( 28 ) Βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1982, Porta κατά Επιτροπής (109/81, EU:C:1982:253, σκέψη 10). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Capotorti στην υπόθεση Porta κατά Επιτροπής (109/81, μη δημοσιευθείσες, EU:C:1982:143, σημείο 2): «Δύναται επίσης να τεθεί το ερώτημα αν το γεγονός ότι η ρήτρα περί απονομής αρμοδιότητος δεν περιέχεται στις συμβάσεις που συνήφθησαν από το 1977 εμποδίζει το Δικαστήριο να εκτιμήσει την φύση της σχέσεως που υφίστατο μεταξύ των συμβαλλομένων κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που προηγήθηκε από το 1963 έως το 1977. Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική από τη στιγμή που η διαφορά εγείρει το ερώτημα ως προς τον συνεχή ή όχι χαρακτήρα και, επομένως, ως προς το ενιαίο της σχέσεως εργασίας στο πλαίσιο της οποίας η προσφεύγουσα εδίδασκε στο Κοινό Κέντρο Έρευνας από το 1963 έως το 1980». Η υπογράμμιση δική μου.

( 29 ) Βλ. σημείο 40 των παρουσών προτάσεων.

( 30 ) Συναφώς, το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Κατά το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, Επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (C-334/12 RX, EU:C:2012:468).

( 31 ) Βλ. υποσημείωση 12 των παρουσών προτάσεων.