14.1.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 16/13


Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 7ης Νοεμβρίου 2018 [αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] –Coöperatie Mobilisation for the Environment UA, Vereniging Leefmilieu κατά College van gedeputeerde staten van Limburg, College van gedeputeerde staten van Gelderland (C-293/17), Stichting Werkgroep Behoud de Peel κατά College van gedeputeerde staten van Noord-Brabant (C-294/17)

(Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/17 και C-294/17) (1)

((Προδικαστική παραπομπή - Οδηγία 92/43/ΕΟΚ - Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας - Ειδικές ζώνες διατήρησης - Άρθρο 6 - Δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων σχεδίου στον οικείο τόπο - Εθνικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση των εναποθέσεων αζώτου - Έννοια των όρων «έργο» και «δέουσα εκτίμηση» - Συνολική εκτίμηση, σε προγενέστερο στάδιο, των ατομικών εγκρίσεων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που προκαλούν τέτοιες εναποθέσεις αζώτου))

(2019/C 16/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική

Αιτούν δικαστήριο

Raad van State

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Coöperatie Mobilisation for the Environment UA, Vereniging Leefmilieu

κατά

College van gedeputeerde staten van Limburg, College van gedeputeerde staten van Gelderland

παρισταμένων των: G. H. Wildenbeest, Maatschap Smeets, Maatschap Lintzen-Crooijmans, W. A. H. Corstjens (C-293/17)

και

Stichting Werkgroep Behoud de Peel

κατά

College van gedeputeerde staten van Noord-Brabant,

παρισταμένων των: Maatschap Gebr. Lammers, Landbouwbedrijf Swinkels, Pluimveehouderij Van Diepen VOF, Vermeerderingsbedrijf Engelen, Varkenshouderij Limburglaan BV, Madou Agro Varkens CV (C-294/17)

Διατακτικό

1)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, έχει την έννοια ότι οι δραστηριότητες της βόσκησης βοοειδών και της εναπόθεσης λιπάσματος επί ή εντός του εδάφους κοντά σε περιοχές του δικτύου Natura 2000 μπορούν να χαρακτηριστούν ως «σχέδιο» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ακόμη και στην περίπτωση που οι δραστηριότητες αυτές, στον βαθμό που δεν αποτελούν υλική επέμβαση στο φυσικό περιβάλλον, δεν συνιστούν «έργο», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.

2)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι μια επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα, όπως η εναπόθεση λιπάσματος επί ή εντός του εδάφους, η οποία έχει εγκριθεί δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα και το αυτό σχέδιο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, το οποίο απαλλάσσεται από την υποχρέωση υπαγωγής σε νέα διαδικασία έγκρισης, εφόσον συνιστά ενιαία πράξη, η οποία χαρακτηρίζεται από κοινό σκοπό, καθώς και από συνέχεια και ταυτότητα στη φύση των δραστηριοτήτων, ιδίως όσον αφορά τον τόπο και τις συνθήκες εκτέλεσής της. Αν ένα ενιαίο έργο εγκρίθηκε πριν από την εφαρμογή του προβλεπόμενου από την ίδια διάταξη καθεστώτος προστασίας στον επίμαχο τόπο, η εκτέλεση του σχεδίου είναι, πάντως, δυνατό να εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

3)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση προγραμματικού σχεδιασμού που παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να εγκρίνουν σχέδια βάσει «δέουσας εκτίμησης», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία πραγματοποιήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και με την οποία μια συγκεκριμένη συνολική ποσότητα εναπόθεσης αζώτου κρίθηκε συμβατή με τους σκοπούς προστασίας που επιδιώκει η εν λόγω ρύθμιση. Πάντως, τούτο ισχύει μόνο στο μέτρο που η εμπεριστατωμένη και πλήρης εξέταση της επιστημονικής αρτιότητας αυτής της εκτίμησης είναι διασφαλίζει ότι δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία, από επιστημονική άποψη, ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών κάθε σχεδίου ή έργου για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.

4)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση προγραμματικού σχεδιασμού, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που απαλλάσσει ορισμένα σχέδια τα οποία δεν φθάνουν ορισμένο όριο ή δεν υπερβαίνουν ορισμένη ανώτατη τιμή όσον αφορά την εναπόθεση αζώτου, από την υποχρέωση λήψεως ατομικής άδειας, όταν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η «δέουσα εκτίμηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία πραγματοποιήθηκε σε προγενέστερο στάδιο, ικανοποιεί το κριτήριο της μη υπάρξεως αμφιβολίας, από επιστημονική άποψη, ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών των σχεδίων ή έργων για την ακεραιότητα των οικείων τόπων.

5)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση προγραμματικού σχεδιασμού, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία συγκεκριμένη κατηγορία έργων, εν προκειμένω η εναπόθεση λιπάσματος επί ή εντός του εδάφους και η βόσκηση βοοειδών, υλοποιείται χωρίς να υπόκειται σε υποχρέωση λήψεως άδειας και, ως εκ τούτου, σε εξατομικευμένη δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεών τους στους οικείους τόπους, εκτός εάν αντικειμενικές περιστάσεις επιτρέπουν να αποκλειστεί, με βεβαιότητα, κάθε ενδεχόμενο τα εν λόγω έργα, αφ’ εαυτών ή από κοινού με άλλα έργα, να επηρεάσουν σημαντικά τους τόπους αυτούς, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

6)

Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι η «δέουσα εκτίμηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη «μέτρων διατήρησης», κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, «προληπτικών μέτρων», κατά την έννοια της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, μέτρων που θεσπίζονται ειδικά για ένα πρόγραμμα όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ή ακόμη και των αποκαλούμενων «αυτοτελών» μέτρων, καθόσον τα μέτρα αυτά δεν έχουν σχέση με το εν λόγω πρόγραμμα, εάν τα προσδοκώμενα οφέλη των μέτρων αυτών δεν είναι βέβαια κατά τον χρόνο διενέργειας της εν λόγω εκτίμησης.

7)

Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43 έχει την έννοια ότι μέτρα που επιβάλλονται με εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στα οποία περιλαμβάνονται η μέθοδος παρακολούθησης και ελέγχου των γεωργικών εκμεταλλεύσεων των οποίων οι δραστηριότητες προκαλούν εναπόθεση αζώτου, καθώς και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων που είναι δυνατό να φθάσουν έως και την παύση λειτουργίας των εν λόγω εκμεταλλεύσεων, επαρκούν για τη συμμόρφωση προς τη διάταξη αυτή.


(1)  ΕΕ C 293 της 4.9.2017.