|
6.6.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 200/9 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) στις 16 Μαρτίου 2016 — Sarval Sud-Est SAS, Siffda Bretagne SAS, Siffda Centre SAS, Siram SARL, Francisque Gay, Patrick Legras de Grandcourt κατά Association ATM Porc, Association ATM Avicole, Association ATM équidés Angee, Association ATM éleveurs de ruminants, Association ATM lapins Clipp, Association ATM palmipèdes gras — Cifog, Association ATM ponte — CNPO, Atemax France, Monnard Jura SNC, Fédération nationale bovine (FNB), Fédération nationale porcine
(Υπόθεση C-155/16)
(2016/C 200/14)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Αιτούν δικαστήριο
Cour de cassation
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείοντες: Sarval Sud-Est SAS, Siffda Bretagne SAS, Siffda Centre SAS, Siram SARL, Francisque Gay, Patrick Legras de Grandcourt
Αναιρεσίβλητοι: Association ATM Porc, Association ATM Avicole, Association ATM équidés Angee, Association ATM éleveurs de ruminants, Association ATM lapins Clipp, Association ATM palmipèdes gras — Cifog, Association ATM ponte — CNPO, Atemax France, Monnard Jura SNC, Fédération nationale bovine (FNB), Fédération nationale porcine
Προδικαστικά ερωτήματα
|
1) |
Έχει το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών την έννοια ότι ενώσεις ιδιωτικού δικαίου, συσταθείσες από τις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις με σκοπό τη σύναψη συμβάσεων που αφορούν την παροχή υπηρεσιών απορρίψεως ζωικών αποβλήτων και των οποίων η χρηματοδότηση βαρύνει τα μέλη των εν λόγω οργανώσεων, τα οποία καταβάλλουν εισφορές προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να χαρακτηριστούν ως οργανισμοί δημοσίου δικαίου, υπό το πρίσμα του κριτηρίου κατά το οποίο οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να έχουν συσταθεί ειδικώς για την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος μη εμπορικού ή βιομηχανικού χαρακτήρα; |
|
2) |
Έχει το άρθρο 1 της προπαρατεθείσας οδηγίας 2004/18/ΕΚ την έννοια ότι οι ως άνω περιγραφείσες ενώσεις πληρούν, προκειμένου ιδίως περί των ενώσεων που εισπράττουν υποχρεωτικές εισφορές, το κριτήριο για τον χαρακτηρισμό τους ως οργανισμών δημοσίου δικαίου το οποίο αφορά την ύπαρξη ελέγχου της διαχειρίσεώς τους από τις δημόσιες αρχές, δεδομένου ότι ο εν λόγω οικονομικός και δημοσιονομικός έλεγχος του Δημοσίου συνιστά εξωτερικό έλεγχο που αφορά την οικονομική δραστηριότητα και τη χρηματοοικονομική διαχείριση των επιχειρήσεων και οργανισμών που υπόκεινται σε αυτόν και έχει ως αντικείμενο την εξέταση των κινδύνων και την αξιολόγηση των επιδόσεων των εν λόγω επιχειρήσεων και οργανισμών, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τα περιουσιακά συμφέροντα του Δημοσίου, και δεδομένου ότι, για την εκπλήρωση της αποστολής του, ο αρμόδιος για την άσκηση του ελέγχου υπάλληλος διαθέτει απεριόριστη εξουσία ελέγχου βάσει εγγράφων και επιτόπιου ελέγχου, η ελεγχόμενη επιχείρηση ή οργανισμός υποχρεούται να του γνωστοποιήσει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εκτέλεση του έργου του, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τις θυγατρικές που περιλαμβάνονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς, ο εν λόγω υπάλληλος μπορεί να ζητήσει, ενδεχομένως, οποιοδήποτε συμπληρωματικό στοιχείο, μπορεί να μετέχει, με συμβουλευτική ψήφο, στις συνεδριάσεις του διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου ή ανάλογου οργάνου λήψεως αποφάσεων και των επιτροπών που αυτό δύναται να συστήσει, μπορεί να παρίσταται στις συνεδριάσεις των επιτροπών και όλων των συμβουλευτικών οργάνων που λειτουργούν στο εσωτερικό της επιχειρήσεως ή του οργανισμού καθώς και στις γενικές συνελεύσεις και λαμβάνει, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τα μέλη τους, τις προσκλήσεις, την ημερήσια διάταξη, και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο πρέπει να κοινοποιείται πριν από κάθε συνεδρίαση; |