ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 27ης Μαρτίου 2019 ( *1 )

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 258 ΣΛΕΕ – Απόφαση 2014/699/ΕΕ – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ – Παραδεκτό – Αποτελέσματα της προσαπτόμενης συμπεριφοράς κατά την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη – Συνεχιζόμενα αποτελέσματα όσον αφορά την ενότητα και τη συνοχή της διεθνούς δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Επάρκεια των μέτρων που έλαβε το συγκεκριμένο κράτος μέλος για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη – Καταψήφιση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας της θέσης της Ένωσης που ορίσθηκε με την απόφαση 2014/699/ΕΕ κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (OTIF) και αντίθεση που εξέφρασε το εν λόγω κράτος μέλος ως προς τη θέση αυτή και ως προς τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου ο οποίος προβλέπεται στην ως άνω απόφαση»

Στην υπόθεση C-620/16,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2016,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους W. Mölls και L. Havas καθώς και από τις J. Hottiaux και J. Norris-Usher,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από:

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την R. Liudvinaviciute-Cordeiro και από τον J.-P. Hix,

παρεμβαίνον,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους T. Henze και J. Möller,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο του εβδόμου τμήματος, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, E. Juhász και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Ιουλίου 2018,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καταψηφίζοντας, κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (OTIF), τη θέση που ορίστηκε στην απόφαση 2014/699/ΕΕ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό της θέσης που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, όσον αφορά ορισμένες τροπολογίες στη σύμβαση για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (σύμβαση COTIF) και στα προσαρτήματά της (ΕΕ 2014, L 293, σ. 26), και αντιτασσόμενη δημοσίως στην εν λόγω θέση, καθώς και στην άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προβλέπεται στην ως άνω απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση αυτή και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

Η COTIF

2

Η Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών, της 9ης Μαΐου 1980, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους στις 3 Ιουνίου 1999 (στο εξής: COTIF), τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2006. Τα 49 κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην COTIF, στα οποία συγκαταλέγονται όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εξαίρεση την Κυπριακή Δημοκρατία και τη Δημοκρατία της Μάλτας, συναποτελούν τον OTIF.

3

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της COTIF, ο OTIF έχει ως σκοπό να ευνοήσει, να βελτιώσει και να διευκολύνει, από κάθε άποψη, τη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία, καταρτίζοντας κυρίως ενιαία νομικά καθεστώτα σε διάφορους νομικούς κλάδους σχετικούς με τη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία.

4

Η αναθεωρητική επιτροπή του OTIF απαρτίζεται, καταρχήν, από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της COTIF. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της COTIF, η αναθεωρητική επιτροπή του OTIF αποφασίζει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, για τις προτάσεις τροποποιήσεως των διατάξεων της COTIF και εξετάζει, επιπλέον, τις προτάσεις που πρόκειται να υποβληθούν προς απόφαση στη γενική συνέλευση του OTIF. Οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των δύο αυτών οργάνων του OTIF όσον αφορά την τροποποίηση της COTIF καθορίζονται στο άρθρο 33 της εν λόγω σύμβασης.

5

Στο πλαίσιο του τίτλου VI της COTIF, που φέρει την επικεφαλίδα «Τροποποίηση της [COTIF]», το άρθρο 33 της σύμβασης αυτής με τίτλο «Αρμοδιότητα» ορίζει τα εξής:

«[…]

2.   Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τις προτάσεις που στοχεύουν στην τροποποίηση της Σύμβασης εφόσον οι διατάξεις των [παραγράφων] 4 έως 6 του παρόντος άρθρου δεν προβλέπουν μία άλλη αρμοδιότητα.

[…]

4.   Με την επιφύλαξη των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της [παραγράφου] 3 του παρόντος άρθρου, η Αναθεωρητική Επιτροπή αποφασίζει για τις προτάσεις που στοχεύουν στην τροποποίηση:

α)

του άρθρου 9 και των παραγράφων 2 έως 10 του άρθρου 27 της κυρίως Σύμβασης,

[…]

δ)

των Ενιαίων Νομικών Κανόνων CUV, με εξαίρεση τα άρθρα πρώτο, 4, 5 και 7 έως 12 αυτών των Ενιαίων Νομικών Κανόνων,

[…]».

6

Κατά το άρθρο 35 της COTIF, με τίτλο «Αποφάσεις των Επιτροπών»:

«1.   Οι τροποποιήσεις της [COTIF], που αποφασίστηκαν από τις Επιτροπές, κοινοποιούνται από τον Γενικό Γραμματέα στα Κράτη μέλη.

2.   Οι τροποποιήσεις της κυρίως [COTIF], που αποφασίστηκαν από την Αναθεωρητική Επιτροπή, τίθενται σε ισχύ για όλα τα Κράτη μέλη την πρώτη ημέρα του δωδέκατου μήνα μετά από εκείνον κατά τη διάρκεια του οποίου ο Γενικός Γραμματέας τις κοινοποίησε στα Κράτη μέλη. […]

3.   Οι τροποποιήσεις των Παραρτημάτων της [COTIF], που αποφασίστηκαν από την Αναθεωρητική Επιτροπή, τίθενται σε ισχύ για όλα τα Κράτη μέλη, την πρώτη ημέρα του δωδέκατου μήνα μετά από εκείνον κατά τη διάρκεια του οποίου ο Γενικός Γραμματέας τις κοινοποίησε στα Κράτη μέλη. […]

[…]»

7

Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 2, της COTIF, η Ένωση, ως περιφερειακός οργανισμός που έχει προσχωρήσει στην COTIF, μπορεί να ασκεί τα δικαιώματα που διαθέτουν τα κράτη μέλη της δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως, στο μέτρο που καλύπτουν θέματα που εξαρτώνται από την αρμοδιότητά της. Όπως προκύπτει από το άρθρο 38, παράγραφος 3, της COTIF, για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου και του δικαιώματος αντιρρήσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 35, παράγραφοι 2 και 4, της σύμβασης αυτής, η Ένωση διαθέτει αριθμό ψήφων ίσο με τον αριθμό των κρατών μελών της που είναι επίσης μέλη του OTIF. Τα εν λόγω μέλη του OTIF μπορούν να ασκούν τα δικαιώματα τους, και ιδίως το δικαίωμα ψήφου, μόνο στο μέτρο που επιτρέπεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 38.

Η συμφωνία προσχώρησης

8

Η Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF) της 9ης Μαΐου 1980, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους της 3ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ 2013, L 51, σ. 8) (στο εξής: συμφωνία προσχώρησης), η οποία υπεγράφη στις 23 Ιουνίου 2011 στη Βέρνη, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο της 9, την 1η Ιουλίου 2011.

9

Κατά το άρθρο 6 της συμφωνίας προσχώρησης:

«1.   Όσον αφορά τις αποφάσεις επί θεμάτων τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, η Ένωση ασκεί τα δικαιώματα ψήφου των κρατών μελών της δυνάμει της [COTIF].

2.   Όσον αφορά τις αποφάσεις επί θεμάτων για τα οποία η Ένωση έχει επιμερισμένη αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη της, ψηφίζει είτε η Ένωση είτε τα κράτη μέλη της.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 26, παράγραφος 7, της [COTIF], η Ένωση διαθέτει αριθμό ψήφων ίσο με τον αριθμό των κρατών μελών της, τα οποία είναι επίσης μέρη της [COTIF]. Όταν ψηφίζει η Ένωση, τα κράτη μέλη δεν ψηφίζουν.

4.   Η Ένωση πληροφορεί κατά περίπτωση τα λοιπά μέρη της [COTIF] για τις περιπτώσεις όπου, αναφορικά με τα διάφορα θέματα που είναι εγγεγραμμένα στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης και των λοιπών οργάνων λήψης αποφάσεων, θα ασκήσει τα δικαιώματα ψήφου που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Η υποχρέωση αυτή ισχύει επίσης και όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται με αλληλογραφία. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να παρέχονται εγκαίρως στο Γενικό Γραμματέα του OTIF έτσι ώστε να επιτρέπεται η διανομή τους μαζί με τα έγγραφα της συνεδρίασης ή η λήψη απόφασης με αλληλογραφία.»

Το δίκαιο της Ένωσης

Η απόφαση 2013/103/ΕΕ

10

Η συμφωνία προσχώρησης εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης με την απόφαση 2013/103/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2011, για την υπογραφή και τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύμβαση για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (COTIF), της 9ης Μαΐου 1980, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους της 3ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ 2013, L 51, σ. 1).

11

Το άρθρο 5 της εν λόγω απόφασης ορίζει ότι «[ο]ι εσωτερικοί διακανονισμοί για τις προετοιμασίες των συνεδριάσεων του OTIF, και για την εκπροσώπηση και ψηφοφορία στις συνεδριάσεις, παρατίθενται στο παράρτημα III της παρούσας απόφασης».

12

Το παράρτημα III της εν λόγω απόφασης περιλαμβάνει τους εσωτερικούς διακανονισμούς για το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη και την Επιτροπή σε διαδικασίες στα πλαίσια του OTIF, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή «η απαίτηση για ενότητα της διεθνούς εκπροσώπησης της Ένωσης και των κρατών μελών της σύμφωνα με τη Συνθήκη [ΕΕ] και τη Συνθήκη [ΛΕΕ], καθώς και τη νομολογία του Δικαστηρίου […], και στο στάδιο επίσης της εκπλήρωσης διεθνών υποχρεώσεων, το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα εφαρμόζουν τους ακόλουθους εσωτερικούς διακανονισμούς», όπως προκύπτει από το εισαγωγικό εδάφιο του παραρτήματος αυτού.

13

Το σημείο 2, του εν λόγω παραρτήματος, με τίτλο «Διαδικασία συντονισμού», προβλέπει:

«[…]

2.2.

Οι συνεδριάσεις συντονισμού θα συμφωνούν σε θέσεις μόνον εξ ονόματος της Ένωσης ή, κατά περίπτωση, εξ ονόματος της Ένωσης και των κρατών μελών της. Οι θέσεις των κρατών μελών όσον αφορά την αποκλειστική τους αρμοδιότητα μπορεί να αποτελούν αντικείμενο συντονισμού κατά τις συνεδριάσεις αυτές εάν αυτό συμφωνήσουν τα κράτη μέλη.

[…]

2.6.

Αν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη σε συνεδριάσεις συντονισμού αδυνατούν να συμφωνήσουν σε κοινή θέση, μεταξύ άλλων για λόγους ασυμφωνίας ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων, το θέμα θα παραπέμπεται στην Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων και/ή στο Συμβούλιο.»

14

Το σημείο 3 του ιδίου παραρτήματος, σχετικά με τις «Δηλώσεις και ψηφοφορίες κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του OTIF», ορίζει:

«3.1.

Όταν η ημερήσια διάταξη περιλαμβάνει θέματα αποκλειστικής ενωσιακής αρμοδιότητας, η Επιτροπή θα ομιλεί και θα ψηφίζει εξ ονόματος της Ένωσης. Μετά τον δέοντα συντονισμό, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να ομιλούν προκειμένου να υποστηρίξουν και/ή να συμπληρώσουν τη θέση της Ένωσης.

3.2.

Για θέματα της ημερήσιας διάταξης που εμπίπτουν αποκλειστικά στην εθνική αρμοδιότητα, θα ομιλούν και θα ψηφίζουν τα κράτη μέλη.

3.3.

Στις περιπτώσεις που τα θέματα της ημερήσιας διάταξης εμπίπτουν τόσο στην εθνική όσο και στην ενωσιακή αρμοδιότητα, η προεδρία και η Επιτροπή θα εκφράζουν την κοινή θέση. Μετά τον δέοντα συντονισμό, τα κράτη μέλη μπορούν να ομιλούν προκειμένου να υποστηρίξουν και/ή να συμπληρώσουν την κοινή θέση. Τα κράτη μέλη ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, θα ψηφίζουν εξ ονόματος της Ένωσης και των κρατών μελών της σύμφωνα με την κοινή θέση. Η απόφαση σχετικά με το ποιος θα ψηφίσει λαμβάνεται με βάση την υπεροχή της αρμοδιότητας (π.χ. πρόκειται κυρίως για αρμοδιότητα κράτους μέλους ή κυρίως για αρμοδιότητα της Ένωσης).

3.4.

Όταν κάποιο θέμα της ημερήσιας διάταξης περιέχει στοιχεία τα οποία εμπίπτουν τόσο στα εθνική όσο και στην ενωσιακή αρμοδιότητα, και η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δεν έχουν μπορέσει να συμφωνήσουν σε μία κοινή θέση, όπως αναφέρεται στο σημείο 2.6, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μπορούν να ομιλούν και να ψηφίζουν για θέματα που εμπίπτουν σαφώς στη δική τους αρμοδιότητα.

3.5.

Για θέματα για τα οποία δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων, ή για τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία για μια θέση της Ένωσης, καταβάλλονται όλες οι δυνατές προσπάθειες, ώστε να διασαφηνισθεί η κατάσταση ή να διαμορφωθεί ενωσιακή θέση. Στο μεταξύ και μετά από τον δέοντα συντονισμό, τα κράτη μέλη και/ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, έχουν το δικαίωμα να ομιλούν υπό τον όρο ότι η θέση που εκφράζουν δεν θα προδικάζει μελλοντική θέση της Ένωσης, θα είναι σύμφωνη με τις ενωσιακές πολιτικές και με τις προηγούμενες ενωσιακές θέσεις και θα συμμορφούται προς το ενωσιακό δίκαιο.

3.6.

[…]

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών και η Επιτροπή θα καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας κοινής θέσης και την υπεράσπιση αυτής κατά τις συζητήσεις στις ομάδες εργασίας του OTIF.»

Η απόφαση 2014/699

15

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2014/699 ορίζει ότι «[η] θέση που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής [του OTIF] είναι σύμφωνη με το παράρτημα της παρούσας απόφασης». Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της εν λόγω απόφασης, [ο]ι εκπρόσωποι της Ένωσης στην αναθεωρητική επιτροπή μπορούν να συμφωνήσουν σε ήσσονος σημασίας αλλαγές στα έγγραφα που αναφέρονται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης χωρίς άλλη απόφαση του Συμβουλίου».

16

Στο σημείο 3 του παραρτήματος της απόφασης 2014/699 παρατίθενται, όσον αφορά τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, ο επιμερισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, καθώς και η συνιστώμενη συντονισμένη θέση.

17

Όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, σχετικά με τις προτάσεις τροποποιήσεων του άρθρου 12 της COTIF, καθώς και των άρθρων 2 και 9 του προσαρτήματος Δ (CUV) της COTIF, περί ενιαίων νομικών κανόνων σχετικά με τις συμβάσεις χρήσης οχημάτων στη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία (CUV) (στο εξής: επίμαχες τροποποιήσεις), το σημείο 3 του παραρτήματος της απόφασης 2014/699 προβλέπει:

«Θέμα 4. Μερική αναθεώρηση COTIF – Κυρίως σύμβαση

[…]

Αρμοδιότητα: επιμερισμένη.

Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: κράτη μέλη.

Συνιστώμενη συντονισμένη θέση:

[…]

Να υποστηριχθούν οι τροπολογίες στο άρθρο 12 (Εκτέλεση αποφάσεων. Κατασχέσεις), δεδομένου ότι τροποποιούν τον ορισμό του “κατόχου” καθιστώντας τον σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.

[…]

Θέμα 7. Μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος D (CUV)

[…]

Αρμοδιότητα: [συντρέχουσα].

Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: Ένωση.

Συνιστώμενη θέση της Ένωσης: Να υποστηριχθούν οι τροπολογίες στα άρθρα 2 και 9, δεδομένου ότι διασαφηνίζουν τους ρόλους του κατόχου και του υπεύθυνου για τη συντήρηση σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης (οδηγία 2008/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων (οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (ΕΕ 2008, L 345, σ. 62)]. […]

[…]»

Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

18

Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 2014, η Επιτροπή κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να εξηγήσει τη συμπεριφορά την οποία επέδειξε κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Ιουνίου 2014.

19

Στην απάντηση που έδωσε στις 12 Νοεμβρίου 2014, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε ότι η συμπεριφορά της ήταν απολύτως θεμιτή και νόμιμη, δεδομένου ότι καμία από τις επίμαχες τροποποιήσεις δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της Ένωσης, διότι η τελευταία δεν είχε ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα στους συγκεκριμένους τομείς.

20

Στις 29 Μαΐου 2015 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, απευθύνοντας έγγραφο οχλήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο οποίο υποστήριξε ότι το εν λόγω κράτος μέλος, με τη συμπεριφορά του κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση 2014/699 και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ Η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι, εκ του γεγονότος ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατείνεται ρητώς, κατά δήλωσή της, ότι η συμπεριφορά της ήταν θεμιτή, μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω κράτος μέλος ενδέχεται να εκδηλώσει παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον, υπό παρόμοιες συνθήκες.

21

Στην απάντηση της 7ης Ιουλίου 2015, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Επιτροπής.

22

Στο πλαίσιο της έκδοσης της απόφασης (ΕΕ) 2015/1734 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, με την οποία καθορίζεται η θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη 12η Γενική Συνέλευση του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (OTIF) όσον αφορά ορισμένες τροποποιήσεις της σύμβασης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (COTIF) και των προσαρτημάτων της (ΕΕ 2015, L 252, σ. 43), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβη σε δήλωση (στο εξής: δήλωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015), η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου και έχει ως εξής:

«[Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας] θεωρεί, από νομική άποψη, ότι έχει δικαίωμα να ψηφίζει επί των θεμάτων 8 (μερική αναθεώρηση της βασικής σύμβασης COTIF), 10 (μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Δ (CUV)] και 13 (αναθεωρημένη και ενοποιημένη αιτιολογική έκθεση), ακόμη και αν τούτο έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση [2015/1734]. Ο λόγος είναι ότι η Ένωση δεν διαθέτει αρμοδιότητα εν προκειμένω. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου […] (υπόθεση C‑600/14 – Γερμανία κατά Συμβουλίου). Έως ότου εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου […], [η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας] θα ασκεί το δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση του OTIF, διατηρώντας τη νομική της θέση και με την επιφύλαξη της εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου […], χωρίς να παρεκκλίνει από αυτήν την απόφαση του Συμβουλίου, μολονότι θεωρεί ότι η απόφαση αυτή είναι παράνομη.»

23

Στις 11 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επανέλαβε τη θέση που ανέπτυξε στο έγγραφο οχλήσεως. Η Επιτροπή κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός διμήνου από τη λήψη της και, ειδικότερα, να παύσει τις φερόμενες παραβατικές πρακτικές που περιγράφονται στην αιτιολογημένη γνώμη.

24

Με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 2016, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, εμμένοντας στη θέση που είχε διατυπώσει στην απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως.

25

Θεωρώντας ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έλαβε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.

26

Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Ιανουαρίου 2018, επετράπη στο Συμβούλιο να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.

Η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935)

27

Στις 22 Δεκεμβρίου 2014 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με αίτημα τη μερική ακύρωση της απόφασης 2014/699, στο μέτρο ιδίως που αφορούσε τις επίμαχες τροποποιήσεις. Οι ισχυρισμοί της αφορούσαν φερόμενες παραβιάσεις, πρώτον, της αρχής της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ), λόγω αναρμοδιότητας της Ένωσης, δεύτερον, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 296 ΣΛΕΕ, και, τρίτον, της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.

28

Με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935), η οποία εκδόθηκε μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μη δεχόμενο τους τρεις λόγους που προέβαλε το εν λόγω κράτος μέλος.

Επί της προσφυγής

Επί του παραδεκτού

29

Με χωριστό δικόγραφο της 8ης Φεβρουαρίου 2017, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της παρούσας προσφυγής δυνάμει του άρθρου 151 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να συνεξετάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κλήθηκε να καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως.

Επιχειρήματα των διαδίκων

30

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη.

31

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι η συμπεριφορά την οποία αφορά η υπό κρίση προσφυγή είχε εξαντλήσει όλα τα αποτελέσματά της έως το πέρας της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, δηλαδή πριν εκπνεύσει η προθεσμία που όρισε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της. Όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑525/03, EU:C:2005:648), και της11ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ελλάδας, (C-237/05, EU:C:2007:592), η προσφυγή λόγω παραβάσεως είναι απαράδεκτη όταν η πράξη που προσάπτεται στο κράτος μέλος έχει παύσει να παράγει έννομα αποτελέσματα πριν από την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας.

32

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει, συναφώς, ότι η διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ έχει ακριβώς ως σκοπό να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη θα παύσουν τις παραβάσεις οι οποίες εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα μέχρι την ημερομηνία λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν θα τις επαναλάβουν. Ωστόσο, η επίμαχη συμπεριφορά δεν είχε καμία αρνητική συνέπεια που θα μπορούσε ή έπρεπε να εξαλειφθεί.

33

Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η άσκηση του δικαιώματός του ψήφου δεν άσκησε καμία επίδραση στις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, όπως παραδέχεται και η Επιτροπή, ούτε έβλαψε τη φήμη, την αξιοπιστία ή την ενιαία εκπροσώπηση της Ένωσης ενώπιον των μελών της διεθνούς κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει, η Ένωση οργάνωσε τη διαδικασία εκδόσεως της απόφασης 2014/699 κατά τρόπο ώστε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να μην έχει δυνατότητα δικαστικής προστασίας έναντι της απόφασης αυτής, συμβάλλοντας έτσι στη διάσταση απόψεων κατά την εν λόγω σύνοδο.

34

Περαιτέρω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, στηριζόμενη στο γράμμα του άρθρου 258, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ότι η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Συγκεκριμένα, ως διαδικαστικός κανόνας, το άρθρο 258 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου. Στο ίδιο πνεύμα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους όταν το κράτος μέλος έχει παύσει την παράβαση πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-145/01, EU:C:2003:324, σκέψη 15).

35

Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η προβαλλόμενη ζημία στην εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί πλέον να θεραπευθεί. Κατά τα λοιπά, το εν λόγω κράτος μέλος αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο προκειμένου, αφενός, να άρει τις συνέπειες της επίμαχης, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως, συμπεριφοράς της και, αφετέρου, να διασκεδάσει τις αμφιβολίες ως προς τη μελλοντική της δράση. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι, κατά την έκδοση της απόφασης 2015/1734, επισήμανε, με τη δήλωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, ότι, μολονότι θεωρούσε ότι η εν λόγω απόφαση ήταν παράνομη και ότι είχε το δικαίωμα να την καταψηφίσει όσον αφορά δύο σημεία, εν αναμονή της δημοσιεύσεως από το Δικαστήριο της απόφασης της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935), δεν θα ασκούσε το δικαίωμα ψήφου όσον αφορά τα επίμαχα σημεία αφιστάμενη των θέσεων της Ένωσης. Επομένως, το εν λόγω κράτος μέλος είχε ήδη παύσει την πρακτική που επέκρινε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της, και μάλιστα πριν καν αρχίσει να τρέχει η προθεσμία που είχε ταχθεί με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη.

36

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί να δηλώσει τη μεταμέλειά της δημοσίως ή να εγκαταλείψει τη νομική της ανάλυση, προκειμένου να εξαλειφθεί εκ των υστέρων η φερόμενη προσβολή της φήμης και της αξιοπιστίας της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, ούτε στο έγγραφο οχλήσεως ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη υποστηρίζεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη το δίκαιο της Ένωσης επειδή δεν προέβη σε δήλωση μεταμέλειας. Εξάλλου, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή μια προσφυγή λόγω παραβάσεως, δεν αρκεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να εξακολουθούν να υφίστανται διαφορετικές απόψεις μεταξύ κράτους μέλους και Επιτροπής επί νομικών ζητημάτων, όταν το συγκεκριμένο κράτος μέλος, παρά τις διαφορετικές αυτές απόψεις, συμμορφώνεται με την ανάλυση της Επιτροπής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το νομικό ζήτημα από το οποίο προέκυψαν οι διαφορετικές απόψεις αποτελεί ήδη αντικείμενο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

37

Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικρίνει την Επιτροπή επειδή άφησε να πλανώνται αμφιβολίες ως προς το ακριβές περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής της, σε αντίθεση με την επιταγή περί επαρκώς σαφούς διατυπώσεως του δικογράφου της προσφυγής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή διευκρίνισε, για πρώτη φορά με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι η Επιτροπή προσάπτει στο εν λόγω κράτος μέλος παράβαση της απόφασης 2014/699 μόνον όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.

38

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

39

Εισαγωγικά, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 258, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή, αυτή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C-274/15, EU:C:2017:333, σκέψη 47).

40

Όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ στηρίζεται στην αντικειμενική διαπίστωση της μη τηρήσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη ΛΕΕ ή από πράξη του παραγώγου δικαίου και επίσης παρέχει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί αν ένα κράτος μέλος έχει παραβεί το δίκαιο της Ένωσης σε συγκεκριμένη περίπτωση (απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-336/16, EU:C:2018:94, σκέψεις 61 και 62 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως για δύο λόγους.

42

Πρώτον, θεωρεί ότι η παράβαση που της προσάπτεται αφορά παρελθούσα συμπεριφορά η οποία έπαυσε να παράγει τα αποτελέσματά της πριν από την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οπότε ήταν αδύνατον να παύσει τη συμπεριφορά αυτή εντός της εν λόγω προθεσμίας.

43

Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη συμπεριφορά που επέδειξε κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, δηλαδή την ψήφο που έδωσε το εν λόγω κράτος μέλος στην επιτροπή αυτή και την άποψη που εξέφρασε κατά παράβαση, αφενός, της απόφασης 2014/699 και, αφετέρου, του άρθρου 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ.

44

Η κατ’ αυτόν τον τρόπο προσαπτόμενη παράβαση συνίσταται στη φερόμενη μη τήρηση θέσης της Ένωσης, όπως αυτή περιλαμβάνεται σε απόφαση του Συμβουλίου ληφθείσα βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, διάταξης η οποία προβλέπει απλοποιημένη διαδικασία για τον καθορισμό των θέσεων που πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης κατά τη συμμετοχή της στη διαδικασία θεσπίσεως, στο πλαίσιο του οργάνου λήψης αποφάσεων που συστάθηκε με τη συγκεκριμένη διεθνή συμφωνία, πράξεων που αφορούν την εφαρμογή ή την εκτέλεση της συμφωνίας αυτής (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Συμβούλιο κατά Επιτροπής, C-73/14, EU:C:2015:663, σκέψη 65). Η φερόμενη παράβαση εντάσσεται επομένως στον τομέα της εξωτερικής δράσης της Ένωσης και αναφέρεται ειδικότερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε διεθνές όργανο που έχει συσταθεί βάσει διεθνούς συμφωνίας, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, και στο οποίο η Ένωση είχε εξουσιοδοτηθεί με την απόφαση 2014/699 να υποβάλει εισηγήσεις.

45

Πάντως, παράβαση απόφασης του Συμβουλίου η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, όπως αυτή που προσάπτεται εν προκειμένω στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκδηλώνει τα αποτελέσματά της όχι μόνο εσωτερικά αλλά και σε διεθνές επίπεδο στην ενότητα και συνοχή της εξωτερικής πράξης της Ένωσης, που αποτελούν συμφέροντα τα οποία ακριβώς έχει ως σκοπό να διασφαλίζει η απόφαση που ελήφθη στη βάση αυτή [πρβλ., γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη συμφωνία ΠΟΕ), της 15ης Νοεμβρίου 1994, EU:C:1994:384, σκέψη 108· αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 2005, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C-266/03, EU:C:2005:341, σκέψη 60, της 14ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-433/03, EU:C:2005:462, σκέψη 66, και της 20ής Απριλίου 2010, Επιτροπή κατά Σουηδίας, C-246/07, EU:C:2010:203, σκέψη 73].

46

Πρέπει να προστεθεί ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα βλαπτικά αποτελέσματα της παράβασης απόφασης του Συμβουλίου που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ δεν περιορίζονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του οργάνου του διεθνούς οργανισμού στην οποία εντάσσεται η επίμαχη συμπεριφορά, αλλά εκδηλώνονται, γενικότερα, στη διεθνή δράση της Ένωσης εντός του εν λόγω διεθνούς οργανισμού.

47

Η παράβαση αυτή ενδέχεται, μεταξύ άλλων, να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα και τη συνοχή της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, πέραν της εκάστοτε συγκεκριμένης διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

48

Υπό τις συνθήκες αυτές, αν γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τότε κάθε κράτος μέλος το οποίο, με τη συμπεριφορά του, θα υπονόμευε την υλοποίηση του σκοπού απόφασης που εκδίδεται βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, θα μπορούσε να αποφύγει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως με το αιτιολογικό ότι η παράβαση αυτή είχε ήδη εξαντλήσει τα αποτελέσματά της και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αντλήσουν όφελος από το δικό τους πταίσμα.

49

Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή δεν θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της απονέμει το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, κατά του συγκεκριμένου κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαπιστωθεί η εν λόγω παράβαση και να εκπληρωθεί πλήρως η αποστολή της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών δυνάμει του άρθρου 17 της ΣΕΕ.

50

Επιπλέον, εάν η προσφυγή κατά κράτους μέλους λόγω παράβασης απόφασης εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ απορρίπτονταν ως απαράδεκτη, θα θιγόταν τόσο ο δεσμευτικός χαρακτήρας των αποφάσεων, δυνάμει του άρθρου 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όσο, γενικώς, ο σεβασμός των αξιών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ, στις οποίες συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, το κράτος δικαίου.

51

Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφού έλαβε μέρος στις συζητήσεις και στην ψηφοφορία που διεξήχθη στο Συμβούλιο σχετικά με απόφαση για τον καθορισμό της θέσης της Ένωσης, όπως η απόφαση 2014/699, θα μπορούσε να αποδεσμευθεί από την απόφαση αυτή μετά την έκδοσή της, έχοντας τη βεβαιότητα ότι η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ κατά της παράβασης αυτής.

52

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι όλα τα αποτελέσματα της επίδικης συμπεριφοράς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF έπαυσαν στο τέλος της συνόδου αυτής. Η συμπεριφορά αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι παρήγαγε αποτελέσματα όσον αφορά την ενότητα και τη συνοχή της διεθνούς δράσης της Ένωσης εντός του OTIF πέραν της εν λόγω συνόδου.

53

Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η επίδικη συμπεριφορά, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να επικαλεστεί, προς αμφισβήτηση του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής, νομολογία στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων η οποία αφορά αμιγώς το εσωτερικό πλαίσιο της Ένωσης και από την οποία προκύπτει ότι η προσφυγή με αίτημα να διαπιστωθεί παράβαση των κανόνων της Ένωσης στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων είναι απαράδεκτη, εφόσον, την ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η επίμαχη προκήρυξη διαγωνισμού ή οι επίμαχες συμβάσεις είχαν εξαντλήσει όλα τα αποτελέσματά τους (αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-525/03, EU:C:2005:648, σκέψεις 12 έως 17, και της 11ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C-237/05, EU:C:2007:592, σκέψεις 33 έως 35).

54

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η Ένωση είχε οργανώσει τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης 2014/699 κατά τρόπο που αποκλείει τη δικαστική προστασία έναντι της απόφασης αυτής, η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εξέταση της ουσίας της προσφυγής και όχι του παραδεκτού της.

55

Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 258, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, για να συμμορφωθεί εμπροθέσμως με την αιτιολογημένη γνώμη, οπότε η προσφυγή λόγω παραβάσεως της Επιτροπής είναι απαράδεκτη.

56

Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός συγχέεται με την επί της ουσίας εξέταση της παράβασης, καθόσον η ανάλυσή του συνεπάγεται τον έλεγχο της συμπεριφοράς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μετά την 25η σύνοδο της επιτροπής αναθεώρησης του OTIF (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, C-519/03, EU:C:2005:234, σκέψη 20). Επομένως, το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού θα αποτελέσει αντικείμενο της επί της ουσίας ανάλυσης της παράβασης.

57

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι δεν είναι πλέον δυνατή η θεραπεία της φερόμενης προσβολής της φήμης και της αξιοπιστίας της Ένωσης, ο ισχυρισμός αυτός, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το απαράδεκτο της παρούσας προσφυγής. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί ένα τετελεσμένο γεγονός που το ίδιο δημιούργησε, για να αποφύγει προσφυγή λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 39/72, EU:C:1973:13, σκέψη 10).

58

Κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσον αφορά την αοριστία του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής.

59

Συναφώς, όπως σαφώς προκύπτει από τα σημεία 15 έως 19 του δικογράφου της προσφυγής, η Επιτροπή προσάπτει στο εν λόγω κράτος μέλος παράβαση της απόφασης 2014/699 και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ μόνον όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF. Συγκεκριμένα, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή αναφέρθηκε στο παράρτημα της απόφασης 2014/699 μόνο στον βαθμό που το εν λόγω παράρτημα αφορά τις τροποποιήσεις της COTIF που αποτελούν αντικείμενο των θεμάτων 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της ίδιας συνόδου και παρέπεμψε στα δύο αυτά θέματα της ημερήσιας διάταξης με τη συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

60

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι παραδεκτή.

Επί της ουσίας

Επιχειρήματα των διαδίκων

61

Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι παρέβη την απόφαση 2014/699, καταψηφίζοντας, στην 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, τη θέση που όρισε η Ευρωπαϊκή Ένωση στην ως άνω απόφαση όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της εν λόγω συνόδου και αμφισβητώντας δημοσίως την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από την Ένωση.

62

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά το άρθρο 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η απόφαση 2014/699 είναι δεσμευτική στο σύνολό της, τόσο για τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταψήφισε την εν λόγω απόφαση στο Συμβούλιο και άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωσή της δεν θίγει τον δεσμευτικό χαρακτήρα της απόφασης αυτής ούτε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν για τα κράτη μέλη.

63

Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μονομερώς διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα προς θεραπεία τυχόν παράβασης του δικαίου της Ένωσης από το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την επίδικη πράξη. Εξ αυτού προκύπτει ότι, για όσο διάστημα το Δικαστήριο δεν έχει ακυρώσει ή αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης 2014/699, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να συμμορφωθεί προς αυτήν. Το αντίθετο θα υπονόμευε τη συνεπή και ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η οποία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του συστήματος της Ένωσης.

64

Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ήταν ούτε αδύνατο ούτε άσκοπο να ζητήσει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Το εν λόγω όργανο επισημαίνει ότι η Συνθήκη ΛΕΕ θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα μέσων παροχής έννομης προστασίας, το οποίο, όπως προκύπτει από τα άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ, επιτρέπει την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Τυχόν δυσχέρειες, όπως αυτές που επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος, δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να ενεργούν μονομερώς κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης.

65

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε τη δυνατότητα να ζητήσει εγκαίρως να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα.

66

Όσον αφορά την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της απόφασης 2014/699, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται την έλλειψη νομιμότητας μιας πράξης στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως που αφορά τη μη εκτέλεση της πράξης αυτής. Η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή σε όλες τις πράξεις γενικής ισχύος, ανεξαρτήτως του αν το συγκεκριμένο κράτος μέλος ήταν ή όχι αποδέκτης.

67

Με τη δεύτερη αιτίασή της, αντλούμενη από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ, η Επιτροπή προβάλλει ότι το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταψήφισε τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, διαφοροποίησε την ψήφο της από εκείνη της Ένωσης και επιδίωξε να ασκήσει το δικαίωμά της ψήφου, ενώ το δικαίωμα αυτό είχε εκχωρηθεί στην Ένωση, δημιούργησε σύγχυση ως προς το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και έβλαψε την αξιοπιστία και τη φήμη της Ένωσης, τον ενιαίο χαρακτήρα της διεθνούς εκπροσωπήσεώς της και την εικόνα της γενικώς. Η συμπεριφορά αυτή παραβίασε, συνεπώς, την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ.

68

Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί ότι δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση 2014/699 ως προς τις επίμαχες τροποποιήσεις. Εντούτοις, θεωρεί ότι δεν χωρεί επίκληση εναντίον της των σχετικών διατάξεων της εν λόγω απόφασης, διότι αυτές είναι παράνομες για τους λόγους που εκτέθηκαν προηγουμένως στο πλαίσιο της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935).

69

Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι δεν χωρεί επίκληση από τα κράτη μέλη της έλλειψης νομιμότητας οδηγίας ή απόφασης που απευθύνεται στα κράτη μέλη ως μέσου άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως που στηρίζεται σε μη εκτέλεση τέτοιας πράξεως, δεν αποκλείει το να μπορεί να προβληθεί, βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά της απόφασης 2014/699, δηλαδή κατά πράξεως γενικής ισχύος η οποία δεν κοινοποιήθηκε στους αποδέκτες της, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως σχετικής με μη συμμόρφωση με την εν λόγω απόφαση.

70

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι νομιμοποιείται να προβάλει παρεμπιπτόντως έλλειψη νομιμότητας της απόφασης 2014/699 στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι δεν μπορούσε de facto να τύχει δικαστικής προστασίας έναντι της απόφασης αυτής πριν από την έναρξη της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.

71

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραιτήθηκε ρητώς από την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, δήλωσε ότι επιθυμεί να συνεχίσει να προβάλλει παρεμπιπτόντως την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης 2014/699 λόγω της μη δυνατότητας να τύχει δικαστικής προστασίας έναντι της απόφασης αυτής πριν από την έναρξη της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.

72

Εν πάση περιπτώσει, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει, όσον αφορά την τροποποίηση του άρθρου 12 της COTIF, που αποτελεί το αντικείμενο του θέματος 4 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, ότι δεν παρέβη την απόφαση 2014/699, στο μέτρο που αυτή ορίζει μόνο «συνιστώμενη συντονισμένη θέση» και προβλέπει, όσον αφορά το θέμα 4 της ημερήσιας διάταξης, ότι τα κράτη μέλη ασκούν το δικαίωμα ψήφου. Το εν λόγω κράτος μέλος υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 288, πέμπτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η σύσταση δεν είναι δεσμευτική. Όσον αφορά την τροποποίηση των άρθρων 2 και 9 του προσαρτήματος Δ (CUV), η οποία αποτελούσε αντικείμενο του θέματος 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι, μολονότι η απόφαση 2014/699 προβλέπει άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου από την Ένωση, η τελευταία περιορίστηκε στη διατύπωση συστάσεων για τη λήψη θέσεων χωρίς δεσμευτικό αποτέλεσμα.

73

Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, λόγω των σοβαρών πλημμελειών της, η απόφαση 2014/699 αποτελεί ανυπόστατη πράξη και ότι το γεγονός αυτό έπρεπε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

74

Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη πραγματικής προσβολής στην αξιοπιστία και τη φήμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε ότι η επίμαχη συμπεριφορά ήταν η αιτία της προσβολής αυτής. Αντιθέτως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι τα γεγονότα που προκάλεσαν σύγχυση κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας στην 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF ήταν η προσχώρηση της Ένωσης στον OTIF, η οποία δημιούργησε νέες προκλήσεις για τον οργανισμό αυτόν, καθώς και η βεβιασμένη προετοιμασία της συνόδου αυτής από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης προετοίμασαν τη σύνοδο αυτήν.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

75

Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η οποία αντλείται από μη συμμόρφωση με την απόφαση 2014/699, όπως προκύπτει από τις σελίδες 31 έως 36 των πρακτικών της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, η οποία επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της ίδιας συνόδου, διατύπωσε διαφορετική γνώμη από τη θέση της Ένωσης, όπως αυτή είχε οριστεί στην εν λόγω απόφαση, και καταψήφισε την εν λόγω θέση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις σελίδες 33 έως 36 των πρακτικών της εν λόγω συνόδου, το κράτος μέλος αυτό εξέφρασε τη διαφωνία του όσον αφορά την άσκηση από την Ένωση του δικαιώματος ψήφου που προέβλεπε η εν λόγω απόφαση σχετικά με το θέμα 7 της ημερήσιας διάταξης.

76

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί τα πραγματικά αυτά περιστατικά. Προβάλλει, ωστόσο, πρώτον, ότι δεν παρέβη την εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι η απόφαση 2014/699 ορίζει, όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, «συνιστώμεν[ες] συντονισμέν[ες] θέσ[εις]» και εκχωρεί, όσον αφορά το θέμα 4 της εν λόγω ημερήσιας διάταξης, το δικαίωμα ψήφου στα κράτη μέλη.

77

Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

78

Μολονότι πριν από τις θέσεις που ορίζονται στο σημείο 3 του παραρτήματος της απόφασης 2014/699 υπάρχει η μνεία «[σ]υνιστώμενη συντονισμένη θέση», η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει την έκδοση «απόφασης» για τον καθορισμό των θέσεων που πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο οργάνου συσταθέντος με συμφωνία. Πάντως, κατά το άρθρο 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[η] απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της».

79

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την εξέταση του περιεχομένου της απόφασης 2014/699, η απόφαση αυτή ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, «[τη] θέση που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής [του OTIF]», κατά τρόπο επιτακτικό, όπως πιστοποιεί η χρήση των όρων «οι τροποποιήσεις […] πρέπει να υποστηριχθούν», «η Ένωση δεν είναι […] σε θέση να υποστηρίξει […] και προτείνει» ή «η Ένωση λαμβάνει θέση», για τον καθορισμό της θέσης της Ένωσης στο σημείο 3 του παραρτήματος της απόφασης 2014/699, όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της συνόδου αυτής.

80

Ο δεσμευτικός χαρακτήρας της θέσης της Ένωσης που καθορίστηκε με την απόφαση αυτή ενισχύεται από το άρθρο της 1, παράγραφος 2, το οποίο επιτρέπει στους εκπροσώπους της Ένωσης στην αναθεωρητική επιτροπή του OTIF να δέχονται μόνον «ήσσονος σημασίας αλλαγές» στα έγγραφα που αναφέρονται στο παράρτημα της εν λόγω απόφασης. Πρέπει να προστεθεί, εξάλλου, ότι η απόφαση 2014/699 δημοσιεύθηκε στη σειρά L της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως δεσμευτική πράξη.

81

Περαιτέρω, η εξέταση, από το Δικαστήριο, της νομιμότητας της απόφασης 2014/699 με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935), όσον αφορά τους λόγους που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προς στήριξη της προσφυγής επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου, προϋποθέτει, πράγματι, ότι η απόφαση 2014/699 συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, καθόσον προορίζεται να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα.

82

Κατά συνέπεια, η απόφαση 2014/699 είναι πράξη η οποία παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, στο μέτρο που καθορίζει τη θέση της Ένωσης στο πλαίσιο της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, αφενός, για την Επιτροπή και, αφετέρου, για τα κράτη μέλη, καθόσον τους επιβάλλει να υπερασπισθούν την εν λόγω θέση (πρβλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 44).

83

Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, λόγω της συμπεριφοράς που περιγράφεται στη σκέψη 75 της παρούσας απόφασης, παρέβη τη θέση της Ένωσης που καθορίστηκε με την απόφαση αυτή, καθώς και, όσον αφορά το θέμα 7 της ημερήσιας διάταξης της εν λόγω συνεδρίασης, τα ορισθέντα με την εν λόγω απόφαση σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

84

Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα που αντλείται από έλλειψη νομιμότητας της απόφασης 2014/699, με την αιτιολογία ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούσε να ζητήσει δικαστική προστασία έναντι της απόφασης αυτής πριν από την έναρξη της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.

85

Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 84 των προτάσεών του, στην Ένωση που βασίζεται στο κράτος δικαίου, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της θεωρούνται κατά τεκμήριο νόμιμες. Άπαξ και εκδόθηκε η απόφαση 2014/699, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να τη σεβαστεί και να την εφαρμόσει (πρβλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-177/06, EU:C:2007:538, σκέψεις 36 και 38).

86

Το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβήτησε, στη συνέχεια, τη νομιμότητα της απόφασης 2014/699 ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, λόγω, μεταξύ άλλων, παραβιάσεως της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, δεν μεταβάλλει με κανέναν τρόπο τον δεσμευτικό χαρακτήρα της απόφασης αυτής.

87

Συγκεκριμένα, η επίμαχη συμπεριφορά εκδηλώθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη από την ημερομηνία ασκήσεως από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσφυγής ακυρώσεως κατά της απόφασης 2014/699. Το εν λόγω κράτος μέλος δεν ζήτησε, εξάλλου, την αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω απόφασης ούτε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων από το Δικαστήριο, βάσει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ, οπότε η προσφυγή ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 278, δεν είχε κανένα ανασταλτικό αποτέλεσμα.

88

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να λάβει μονομερώς διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να θεραπεύσουν προβαλλόμενη μη τήρηση, από θεσμικό όργανο, των κανόνων του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C-45/07, EU:C:2009:81, σκέψη 26).

89

Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το σύστημα των μέσων παροχής έννομης προστασίας που έχει καθιερώσει η Συνθήκη ΛΕΕ διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ, με τις οποίες ζητείται να διαπιστωθεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 263 και 265 ΣΛΕΕ, με τις οποίες ζητείται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα εν λόγω μέσα παροχής έννομης προστασίας επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Επομένως, το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς, ελλείψει διατάξεως της εν λόγω Συνθήκης που να το επιτρέπει ρητώς, την έλλειψη νομιμότητας μιας απόφασης ή μιας οδηγίας της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως η οποία στηρίζεται στη μη συμμόρφωση με την απόφαση αυτή ή στη μη εφαρμογή της οδηγίας. Το αντίθετο θα μπορούσε να ισχύει μόνον εάν η επίμαχη πράξη είχε ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες, με αποτέλεσμα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη (αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2012, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, C-37/11, EU:C:2012:640, σκέψη 46, και της 11ης Οκτωβρίου 2016, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-601/14, EU:C:2016:759, σκέψη 33).

90

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η ίδια αυτή νομολογία έχει εφαρμογή mutatis mutandis εν προκειμένω, όσον αφορά την απόφαση 2014/699, μολονότι το κράτος μέλος αυτό δεν ήταν τυπικώς ο αποδέκτης της απόφασης αυτής. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ως μέλος του Συμβουλίου, συντάκτη της εν λόγω απόφασης, γνώριζε κατ’ ανάγκη και ήταν πλήρως σε θέση να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση της απόφασης εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που τάσσει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως άλλωστε και έπραξε στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935).

91

Όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά το οποίο η απόφαση 2014/699 αποτελεί πράξη ανυπόστατη για τον λόγο ότι έχει την ισχύ απλών συστάσεων χωρίς δεσμευτική ισχύ όσον αφορά τα θέματα 4 και 7 της ημερήσιας διάταξης της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-600/14, EU:C:2017:935), το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή μερικής ακυρώσεως την οποία είχε ασκήσει το εν λόγω κράτος μέλος, χωρίς να διαπιστώσει, όπως θα μπορούσε να έχει πράξει αυτεπαγγέλτως, το ανυπόστατο της απόφασης αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη πράξη κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 89 της παρούσας απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να προστεθεί ότι το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί, διότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 78 έως 82 της παρούσας απόφασης, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης 2014/699.

92

Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η οποία κατοχυρώνει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου, C-600/14, EU:C:2017:935, σκέψη 105).

93

Κατά πάγια νομολογία, ειδικότερα όσον αφορά συμφωνία ή σύμβαση η οποία εμπίπτει εν μέρει στην αρμοδιότητα της Ένωσης και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, έχει σημασία να εξασφαλίζεται η στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και των οργάνων της ΕΕ, τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως και συνάψεως όσο και κατά την εκτέλεση των αναλαμβανόμενων υποχρεώσεων. Η εν λόγω υποχρέωση συνεργασίας απορρέει από την απαίτηση ενότητας κατά τη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης (απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, Επιτροπή κατά Σουηδίας, C-246/07, EU:C:2010:203, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94

Επομένως, η συμμόρφωση των κρατών μελών με απόφαση που εκδόθηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ αποτελεί ιδιαίτερη έκφραση της επιταγής περί ενιαίας εκπροσώπησης της Ένωσης, που απορρέει από την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας.

95

Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με την επίμαχη συμπεριφορά κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά της εν λόγω συνόδου, άφησε να πλανώνται αμφιβολίες όσον αφορά την ικανότητα της Ένωσης να εκφράζει μια θέση και να εκπροσωπεί τα κράτη μέλη της στη διεθνή σκηνή, και τούτο παρά την έκδοση της απόφασης 2014/699. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαφοροποιήθηκε, κατά τη σύνοδο αυτή, από τη θέση της Ένωσης που καθορίστηκε με την εν λόγω απόφαση ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της Ένωσης εντός του OTIF, όσον αφορά τα θέματα που συζητήθηκαν κατά την εν λόγω σύνοδο, καθώς και τα συναφή θέματα.

96

Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά το οποίο, με την από 17 Σεπτεμβρίου 2015 δήλωσή της, είχε άρει κάθε αμφιβολία ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά της κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται ο κίνδυνος να επαναληφθεί η συμπεριφορά που της προσάπτεται. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως επισήμανε και η Επιτροπή με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με την από 1 Φεβρουαρίου 2016 απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, δεν είχε εξαλείψει τις ανησυχίες του θεσμικού αυτού οργάνου ως προς τον κίνδυνο υποτροπής, αλλά, αντιθέτως, είχε επιμείνει στην άποψη ότι η επίμαχη συμπεριφορά ήταν δικαιολογημένη, καθόσον, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η απόφαση 2014/699 ήταν παράνομη και δεν παρήγαγε κανένα δεσμευτικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν στηρίχθηκε, στο πλαίσιο αυτό, στη δήλωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, αλλά σε προηγούμενη δήλωση στην οποία προέβη κατά την έκδοση της απόφασης 2014/699, από την οποία προέκυπτε ότι το εν λόγω κράτος μέλος επρόκειτο να λάβει στην αναθεωρητική επιτροπή του OTIF διαφορετική θέση από εκείνη που ελήφθη με την απόφαση αυτή.

97

Κατά τα λοιπά, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε ενημερώσει τα αρμόδια όργανα του OTIF για το περιεχόμενο της δήλωσης της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 ούτε ότι είχε διευκρινίσει στον οργανισμό αυτό τη μελλοντική συμπεριφορά της.

98

Κατά συνέπεια, με τη συμπεριφορά του, το εν λόγω κράτος μέλος υπονόμευσε την αποτελεσματικότητα της διεθνούς δράσης της Ένωσης, καθώς και την αξιοπιστία και τη φήμη της στη διεθνή σκηνή.

99

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της ούτε από ενδεχόμενη παράβαση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά την τήρηση της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C-45/07, EU:C:2009:81, σκέψη 26) ούτε από δυσχέρειες που συνδέονται με την προσχώρηση της Ένωσης στον OTIF.

100

Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καταψηφίζοντας, κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, τη θέση που ορίζεται στην απόφαση 2014/699 και αντιτασσόμενη δημοσίως στην εν λόγω θέση, καθώς και στην άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αυτές είχαν καθοριστεί με την ως άνω απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση αυτή και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ.

Επί των δικαστικών εξόδων

101

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, κατά το οποίο τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το Συμβούλιο πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καταψηφίζοντας, κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (OTIF), τη θέση που ορίζεται στην απόφαση 2014/699/ΕΕ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό της θέσης που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF όσον αφορά ορισμένες τροπολογίες στη σύμβαση για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (σύμβαση COTIF) και στα προσαρτήματά της, και αντιτασσόμενη δημοσίως στην εν λόγω θέση καθώς και στην άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αυτές είχαν καθοριστεί με την ως άνω απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την απόφαση αυτή και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ΣΕΕ.

 

2)

Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.

 

3)

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.