ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 13ης Σεπτεμβρίου 2017 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινή αλιευτική πολιτική – Εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αγωγή αποζημιώσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 530/2008 – Μέτρα έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου – Δυνατότητα επικλήσεως αυτής της παραβάσεως – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Δεδικασμένο»

Στην υπόθεση C-350/16 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 24 Ιουνίου 2016,

Salvatore Aniello Pappalardo, κάτοικος Cetara (Ιταλία),

Pescatori La Tonnara Soc. coop., με έδρα την Cetara,

Fedemar Srl, με έδρα την Cetara,

Testa Giuseppe & C. Snc, με έδρα την Κατάνη (Ιταλία),

Pescatori San Pietro Apostolo Srl, με έδρα την Cetara,

Camplone Arnaldo & C. Snc di Camplone Arnaldo & C., με έδρα την Πεσκάρα (Ιταλία),

Valentino Pesca Sas di Camplone Arnaldo & C., με έδρα την Πεσκάρα,

εκπροσωπούμενοι από τους V. Cannizzaro και L. Caroli, avvocati,

αναιρεσείοντες,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Bouquet και D. Nardi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

εναγομένη πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. L. da Cruz Vilaça, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πέμπτου τμήματος, M. Berger, E. Levits (εισηγητή) και F. Biltgen, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Μαΐου 2017,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, οι Salvatore Aniello Pappalardo, Pescatori La Tonnara Soc. coop., Fedemar Srl, Testa Giuseppe & C. Snc, Pescatori San Pietro Apostolo Srl, Camplone Arnaldo & C. Snc di Camplone Arnaldo & C. και Valentino Pesca Sas di Ciaccio Luciano e Camplone Arnaldo & C. ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Απριλίου 2016, Pappalardo κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-316/13, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2016:247), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν συνεπεία της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 530/2008 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2008, για τη θέσπιση επειγόντων μέτρων όσον αφορά τα σκάφη γρι-γρι που αλιεύουν τόννο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο (ΕΕ 2008, L 155, σ. 9).

Το νομικό πλαίσιο

2

Ο κανονισμός (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΕΕ 2002, L 358, σ. 59), αποσκοπεί στον καθορισμό πολυετούς προσεγγίσεως στη διαχείριση της αλιείας προκειμένου να διασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του τομέα αυτού.

3

Το άρθρο 7 του κανονισμού 2371/2002, υπό τον τίτλο «Επείγοντα μέτρα της Επιτροπής», ορίζει τα εξής:

«1.   Εάν υπάρχει ένδειξη σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για το θαλάσσιο οικοσύστημα που προκαλείται από αλιευτικές δραστηριότητες, και απαιτεί άμεσες ενέργειες, η Επιτροπή, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης ενός κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να αποφασίζει τη λήψη επειγόντων μέτρων, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 6 μηνών. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει νέα απόφαση να επεκτείνει τα επείγοντα μέτρα για 6 μήνες το πολύ.

2.   Το κράτος μέλος κοινοποιεί την αίτηση ταυτόχρονα στην Επιτροπή, στα άλλα κράτη μέλη και στα οικεία περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια. Τα συμβούλια αυτά μπορούν να υποβάλλουν τα γραπτά σχόλιά τους στην Επιτροπή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Τα επείγοντα μέτρα έχουν άμεση ισχύ. Κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και δημοσιεύονται στην [Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης].

4.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να παραπέμψουν την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης.

5.   Το Συμβούλιο, ενεργώντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή.»

4

Το άρθρο 1 του κανονισμού 530/2008 προβλέπει τα εξής:

«Απαγορεύεται η αλιεία τόννου με σκάφη γρι-γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Κύπρου και της Μάλτας ή είναι νηολογημένα σε ένα από τα κράτη αυτά, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 16 Ιουνίου 2008.

[…]»

5

Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Απαγορεύεται η αλιεία τόννου με σκάφη γρι-γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ισπανίας ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 23 Ιουνίου 2008.

[…]»

Ιστορικό της διαφοράς

6

Κατά τη διάρκεια του 2008, αναγνωρίστηκαν στους αναιρεσείοντες, ως ιδιοκτήτες σκαφών γρι-γρι που φέρουν ιταλική σημαία, ποσοστώσεις αλιείας τόννου με γρι-γρι.

7

Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 530/2008, αυτός ο τρόπος αλιείας απαγορεύτηκε στα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή ή μαλτεζική σημαία από τις 16 Ιουνίου 2008. Αντιθέτως, για τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ισπανική σημαία, η απαγόρευση αυτή άρχισε να ισχύει από τις 23 Ιουνίου 2008, συμφώνως προς το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού.

8

Με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο κανονισμός 530/2008 ήταν ανίσχυρος, στο μέτρο που οι απαγορεύσεις τις οποίες προβλέπει όσον αφορά τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ισπανική σημαία και τους κοινοτικούς επιχειρηματίες που είχαν συνάψει συμβάσεις με τα σκάφη αυτά αρχίζουν να ισχύουν από τις 23 Ιουνίου 2008, ενώ οι εν λόγω απαγορεύσεις αρχίζουν να ισχύουν από τις 16 Ιουνίου 2008 για τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή ή μαλτεζική σημαία, καθώς και για τους κοινοτικούς επιχειρηματίες που είχαν συνάψει συμβάσεις με τα σκάφη αυτά, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικώς υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2371/2002 σκοπού.

9

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), έκρινε ότι δεν υφίστατο λόγος να αποφανθεί επί της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας περί ακυρώσεως του άρθρου 1 του κανονισμού 530/2008, για τον λόγο ότι, δεδομένου ότι το Δικαστήριο είχε ακυρώσει τον κανονισμό αυτόν στο σύνολό του, η προσφυγή αυτού του κράτους μέλους είχε καταστεί άνευ αντικειμένου.

10

Την ίδια ημέρα, το Γενικό Δικαστήριο, με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Federcoopesca κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-366/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:74), απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή που είχαν ασκήσει, μεταξύ άλλων, οι αναιρεσείοντες με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 530/2008.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

11

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιουνίου 2013, οι νυν αναιρεσείοντες, θεωρώντας ότι είχαν υποστεί ζημία λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής συνεπεία της εκδόσεως του κανονισμού 530/2008, άσκησαν αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία θεωρούσαν ότι είχαν υποστεί, ήτοι το ισόποσο της διαφοράς μεταξύ των θεωρητικών εσόδων τα οποία θα είχαν από την αλιεία τόννου εάν εξαντλούσαν τις ποσοστώσεις που τους είχαν χορηγηθεί για το 2008 και των εσόδων που πράγματι είχαν συνεπεία της πρόωρης απαγορεύσεως της αλιείας τόννου.

12

Με διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε να ανασταλεί η εκδίκαση της αγωγής αυτής μέχρις εκδόσεως, μεταξύ άλλων, των αποφάσεων του Δικαστηρίου επί των αναιρέσεων που είχαν ασκηθεί εν τω μεταξύ στις υποθέσεις Giordano κατά Επιτροπής (C‑611/12 P) και Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P).

13

Με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284, σκέψεις 59 και 60), το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2012, Syndicat des thoniers méditerranéens κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-574/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:583), αποφάνθηκε ότι, με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο είχε προβεί σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), κρίνοντας ότι, με αυτήν, το Δικαστήριο είχε κηρύξει ανίσχυρο τον κανονισμό 530/2008 στο σύνολό του. Συναφώς, το Δικαστήριο τόνισε ότι η προμνησθείσα απόφαση είχε κηρύξει άκυρο τον κανονισμό αυτόν μόνον στον βαθμό που επιφύλασσε ευνοϊκότερη μεταχείριση στα ισπανικά σκάφη γρι-γρι, ενώ ταυτοχρόνως διατηρούσε σε ισχύ την ημερομηνία απαγορεύσεως της αλιείας τόννου, η οποία οριζόταν στο άρθρο 1 του κανονισμού 530/2008 ως προς τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή ή μαλτεζική σημαία.

14

Πριν αποφανθεί επί της αγωγής αποζημιώσεως των νυν αναιρεσειόντων, το Γενικό Δικαστήριο τους κάλεσε να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των αποφάσεων αυτών του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή και οι νυν αναιρεσείοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 6 και 10 Νοεμβρίου 2014.

15

Το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις προϋποθέσεις που απαιτούνται προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξέτασε, ιδίως, την απαίτηση που στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς η οποία προσάπτεται εν προκειμένω στην Επιτροπή.

16

Έτσι, στις σκέψεις 24 έως 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η εξέταση της προϋποθέσεως αυτής συνδεόταν μεταξύ άλλων με το ζήτημα της κύρους του κανονισμού 530/2008, όπως αυτό είχε εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), και είχε διευκρινιστεί με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), η οποία, κατά το Γενικό Δικαστήριο, έθεσε εν αμφιβόλω τη συλλογιστική που το τελευταίο είχε ακολουθήσει στη διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70).

17

Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να στηριχθούν στην εν λόγω διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να επικαλεστούν την ακυρότητα του κανονισμού 530/2008 στο σύνολό του και ότι το άρθρο 1 του κανονισμού ήταν ισχυρό έναντι αυτών.

18

Το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας πάντως ότι αυτή και μόνον η απόρριψη αυτού του επιχειρήματος δεν μπορούσε να προδικάσει τη βασιμότητα της αγωγής των νυν αναιρεσειόντων, εξέτασε, στις σκέψεις 34 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εάν η Επιτροπή είχε υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας κατά την έκδοση του κανονισμού 530/2008.

19

Συναφώς, υπενθύμισε ότι η Επιτροπή διέθετε, στον τομέα της αλιείας, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι σκοποί που επιδίωκε το όργανο αυτό κατά την έκδοση του κανονισμού 530/2008 και ότι ο καθορισμός δύο διαφορετικών ημερομηνιών απαγορεύσεως της αλιείας μπορούσε να είναι δικαιολογημένος εάν παρείχε τη δυνατότητα να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα οι σκοποί αυτοί.

20

Το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, επίσης, στις σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δυσμενής διάκριση που διαπιστώθηκε με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), αφορούσε μόνον τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ισπανική σημαία.

21

Εντεύθεν, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι νυν αναιρεσείοντες δεν είχαν αποδείξει ότι η Επιτροπή είχε παραβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό την εξουσία της εκτιμήσεως και, χωρίς να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, απέρριψε την αγωγή τους στο σύνολό της.

Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική δίκη

22

Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

επικουρικώς, να δεχθεί την αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν, και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

23

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

24

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν δύο λόγους οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της αρχής του δεδικασμένου καθώς και κατά την εφαρμογή της προϋποθέσεως του παρανόμου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

25

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε το δεδικασμένο της διατάξεως της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), περιορίζοντας την ακυρότητα του κανονισμού 530/2008 στο άρθρο 2.

26

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας με την οποία ζητείτο η ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού 530/2008, στον βαθμό που, κατόπιν της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), το εν λόγω κράτος μέλος είχε επιτύχει το αποτέλεσμα που επιδίωκε. Επέλυσε έτσι το ζήτημα της ισχύος του κανονισμού αυτού επισημαίνοντας ότι αυτός είχε κριθεί άκυρος στο σύνολό του.

27

Πάντως, μολονότι, με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), το Δικαστήριο τόνισε ότι η ακυρότητα αυτή δεν εκτεινόταν παρά μόνον στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, εντούτοις τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αποφάσεως, η οποία αφορούσε αγωγή αποζημιώσεως, ήταν περιορισμένα, στον βαθμό που αντικείμενο της αγωγής αυτής δεν ήταν να διαπιστωθεί η ακυρότητα κάποιας πράξεως.

28

Επιπλέον, το σύστημα μεταρρυθμίσεως των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου μέσω του μηχανισμού της αναιρέσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει το να μη θεωρηθεί ότι απόφαση καταστάσα αμετάκλητη δεν παράγει δεδικασμένο εκ του λόγου και μόνον ότι προέρχεται από κατώτερο δικαστήριο.

29

Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκρίνοντας μια ερμηνεία της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), η οποία στηριζόταν στην απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), αντί να παραπέμψει στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της διατάξεως της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), κατά μείζονα δε λόγο αφού, εν αντιθέσει προς την τελευταία αυτή απόφαση, η διάταξη αυτή δημοσιεύθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής των νυν αναιρεσειόντων.

30

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

31

Προς στήριξη του πρώτου λόγου τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς υιοθέτησε τις διευκρινίσεις που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), όσον αφορά την έκταση της ακυρότητας του κανονισμού 530/2008 την οποία κήρυξε με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), εις βάρος της ερμηνείας της τελευταίας αυτής αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της διατάξεώς του της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), κατά παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου.

32

Το Δικαστήριο έχει πλειστάκις υπενθυμίσει τη σημασία που έχει στην έννομη τάξη της Ένωσης η αρχή του δεδικασμένου (απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής,C-352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 123 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33

Εν προκειμένω, όπως υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), απαντώντας σε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος του κανονισμού 530/2008, ότι ο κανονισμός αυτός ήταν άκυρος, στον βαθμό που οι απαγορεύσεις αλιείας τις οποίες θεσπίζει άρχισαν να ισχύουν από τις 23 Ιουνίου 2008 μόνον ως προς τους Ισπανούς αλιείς, ενώ στα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή καθώς και μαλτεζική σημαία οι απαγορεύσεις αυτές επιβλήθηκαν από τις 16 Ιουνίου 2008, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο τόνισε, με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284, σκέψεις 59 και 60), η οποία εκδόθηκε κατόπιν αναιρέσεως ασκηθείσας κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου επί αγωγής αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει Γάλλοι αλιείς, ότι η ακυρότητα του κανονισμού αυτού καταλάμβανε μόνον το άρθρο του 2, που αφορούσε τους Ισπανούς αλιείς, και, ως εκ τούτου, ότι το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού εξακολουθούσε να ισχύει ως προς τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή και μαλτεζική σημαία ή τα οποία είναι νηολογημένα σε αυτά τα κράτη μέλη.

34

Εξάλλου, πρώτον, δυνάμει του δεδικασμένου το οποίο παράγουν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με το κύρος πράξεως της Ένωσης, οι αποφάσεις αυτές αναπτύσσουν πλήρως και καθ’ ολοκληρίαν τα αποτελέσματά τους παρά τις ενδεχόμενες αποκλίνουσες ερμηνείες στις οποίες είναι πιθανόν να προκαλέσουν.

35

Έτσι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενδεχόμενες αβεβαιότητες σε σχέση με το ακριβές περιεχόμενο της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C‑221/09, EU:C:2011:153), ήρθησαν οριστικώς μόνον χάρη στις διευκρινίσεις οι οποίες δόθηκαν με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), εντούτοις η πρώτη αυτή απόφαση πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε, ήδη από της δημοσιεύσεώς της, το περιεχόμενο που διευκρινίστηκε ότι έχει με τη δεύτερη αυτή απόφαση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C-2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 35).

36

Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι, σύμφωνα με τη διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της Ιταλικής Δημοκρατίας με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 530/2008.

37

Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία επιλύθηκαν όντως ή κατ’ ανάγκη με την οικεία δικαστική απόφαση (απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C-352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 123).

38

Συνεπώς, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της προσφυγής που άσκησε η Ιταλική Δημοκρατία με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 530/2008, δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκιο εκτιμώντας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων βάσει των αποφάσεων της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), και της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284).

39

Ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων σχετικά με τις νόμιμες προσδοκίες τις οποίες είχαν στηρίξει στη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70), πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δικαιούται να επικαλεστεί κάθε ιδιώτης στον οποίο κάποιο θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, βάσιμες προσδοκίες. Τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία παρέχονται, συνιστούν οι πληροφορίες που είναι συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Kahla Thüringen Porzellan κατά Επιτροπής, C-537/08 P, EU:C:2010:769, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως, ουδείς δύναται να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής ελλείψει των εν λόγω διαβεβαιώσεων [απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Masdar (UK) κατά Επιτροπής, C-47/07 P, EU:C:2008:726, σκέψη 81].

40

Πάντως, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι μια δικαστική απόφαση μπορεί, αυτή και μόνη, να θεμελιώσει δικαίωμα σε βάσιμες προσδοκίες κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, αρκεί να τονιστεί ότι οι αναιρεσείοντες εν ουδεμία περιπτώσει μπορούσαν να αντλήσουν κάποια συγκεκριμένη διαβεβαίωση ως προς το περιεχόμενο της νομολογίας του Δικαστηρίου από διάταξη με την οποία το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως, όπως είναι η διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Ιταλία κατά Επιτροπής (T-305/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:70).

41

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

42

Προς στήριξη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η διαφορετική μεταχείριση που διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), δεν συνιστούσε σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση, από την Επιτροπή, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

43

Κατά τους αναιρεσείοντες, τόσο από τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak επί της υποθέσεως AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2010:500), όσο και από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της ιδίας υποθέσεως (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, EU:C:2010:153), συνάγεται ότι η επίμαχη σε εκείνη την υπόθεση διαφορετική μεταχείριση δεν ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη και συνιστούσε, επομένως, σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

44

Το επιχείρημα αυτό δεν αναιρείται από το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου, στις σκέψεις 36 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε παραβιάσει κατάφωρα την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

45

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Προς τούτο, προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφαινόμενο, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να επικαλεστούν, προς στήριξη της αγωγής τους, την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 530/2008, παρά το γεγονός ότι, όπως ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, αυτή η έλλειψη νομιμότητας δεν τους αφορά, καθώς ο κανονισμός αυτός εξακολουθεί να ισχύει έναντι αυτών. Εντούτοις, δεδομένου ότι αυτή η πλάνη περί το δίκαιο δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε αντικατάσταση του σκεπτικού.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

46

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς έκρινε ότι η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων συνεπεία του γεγονότος ότι στους Ισπανούς αλιείς παρασχέθηκε, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 530/2008, η δυνατότητα αλιείας τόννου για μία ακόμη εβδομάδα σε σχέση με τα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ελληνική, γαλλική, ιταλική, κυπριακή και μαλτεζική σημαία ή είναι νηολογημένα σε αυτά τα κράτη μέλη δεν ήταν αρκούντως σοβαρή ούτε αρκούντως πρόδηλη ώστε να αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της αρχής αυτής από την Επιτροπή. Προς αντίκρουσή του, μολονότι φρονεί ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να διατηρηθεί, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο στον βαθμό που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να επικαλεστούν, προς στήριξη της αγωγής τους, την εν λόγω παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

47

Το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής πρέπει να εξεταστεί πρώτο.

48

Στις σκέψεις 16, 17 και 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης απαιτείται η συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα όργανα λόγω της κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C-120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψεις 106, 172 και 173).

49

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε ότι, συμφώνως προς την ίδια αυτή νομολογία, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων της εν λόγω ευθύνης [αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, Holcim (Deutschland) κατά Επιτροπής, C-282/05 P, EU:C:2007:226, σκέψη 57, και της 30ής Απριλίου 2009, CAS Succhi di Frutta κατά Επιτροπής, C-497/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:273, σκέψη 40].

50

Στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη παραβάσεως ενός τέτοιου κανόνα δικαίου ήταν, εν προκειμένω, δεδομένη, καθότι ο κανονισμός 530/2008 παραβίαζε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης αποσκοπούσα στην προστασία των ιδιωτών. Στις σκέψεις 35 έως 40 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, επομένως, εάν η αρχή αυτή είχε εν προκειμένω παραβιαστεί κατάφωρα και αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση.

51

Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εμμέσως, πλην όμως κατά λογική αναγκαιότητα, ότι οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να επικαλεστούν την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 530/2008 προς στήριξη της αγωγής τους αποζημιώσεως.

52

Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συμβαδίζει με την τήρηση της νομιμότητας, κατά την οποία ουδείς δύναται να επικαλεστεί υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε υπέρ τρίτου (απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, The Rank Group, C-259/10 και C-260/10, EU:C:2011:719, σκέψη 62).

53

Εξάλλου, στις σκέψεις 31 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε ότι, με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C-221/09, EU:C:2011:153), το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο τον κανονισμό 530/2008 μόνον κατά το μέρος που με αυτόν παραχωρήθηκε μία επιπλέον εβδομάδα αλιείας στα σκάφη γρι-γρι που φέρουν ισπανική σημαία, διατηρώντας ταυτοχρόνως σε ισχύ τον κανονισμό αυτόν στον βαθμό που απαγόρευε την αλιεία τόννου στα ελληνικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα κυπριακά και τα μαλτεζικά σκάφη γρι-γρι από τις 16 Ιουνίου 2008.

54

Έτσι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-12/13 P και C-13/13 P, EU:C:2014:2284), η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που απορρέει από το άρθρο 2 του κανονισμού 530/2008 ουδεμία συνέπεια είχε επί του κύρους του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού το οποίο αφορούσε ιδίως την κατάσταση των αναιρεσειόντων.

55

Υπό τις περιστάσεις αυτές, όπως προέβαλε και η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να θεωρήσει, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείοντες μπορούσαν εντούτοις να επικαλεστούν την παραβίαση της αρχής αυτής προς στήριξη της αγωγής τους, υπό την επιφύλαξη ότι η παραβίαση αυτή είναι κατάφωρη. Δεδομένου ότι η πλήττουσα τον κανονισμό 530/2008 ακυρότητα, η οποία ευνοεί τα ισπανικά σκάφη γρι-γρι, δεν αφορούσε την κατάσταση των αναιρεσειόντων, αυτοί δεν μπορούσαν, για τους σκοπούς αυτής της αγωγής, να επικαλεστούν την ακυρότητα αυτή.

56

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας το αντίθετο.

57

Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση κατά την οποία το σκεπτικό αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, πλην όμως το διατακτικό της είναι ορθό για άλλους νομικούς λόγους, το γεγονός αυτό δεν δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της οικείας αποφάσεως, αλλά χωρεί αντικατάσταση του σκεπτικού (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Mamoli Robinetteria κατά Επιτροπής, C‑619/13 P, EU:C:2017:50, σκέψη 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58

Από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 52 έως 56 της παρούσας αποφάσεως συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Επομένως, η πλάνη περί το δίκαιο από την οποία πάσχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται την αναίρεσή της, στον βαθμό που η απόφαση αυτή απέρριψε την ασκηθείσα αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.

59

Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

60

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

61

Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες και αυτοί ηττήθηκαν, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Καταδικάζει τους Salvatore Aniello Pappalardo, Pescatori La Tonnara Soc. coop., Fedemar Srl, Testa Giuseppe & C. Snc, Pescatori San Pietro Apostolo Srl, Camplone Arnaldo & C. Snc di Camplone Arnaldo & C. και Valentino Pesca Sas di Camplone Arnaldo & C. στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.